Cat Is Art

Νάνσυ Σιδέρη, πνεύμα ευτυχισμένης συγκυρίας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Οι αλλεπάλληλες πρόβες, το να ακούς τους άλλους, το να πλησιάζεις όλο και περισσότερο τους συμπαίχτες σου στη σκηνή, ο αυτοσχεδιασμός και ύστερα η παρουσία του κοινού, αποτελούν εργαλεία που οξύνουν την έμφυτη ευαισθησία του ηθοποιού. Είναι μέθοδος χωρίς μέθοδο. Οι λέξεις αναπόφευκτα εμφανίζονται με τους μοναδικούς ρυθμούς που αποκαλύπτονται μέσα από την ανεπιτήδευτη εμπειρία της άσκησης. Ο ηθοποιός δίνει νόημα στα συναισθήματα, αφηγείται μια ιστορία και διαφυλάττει την παράδοση της ζωής. Δεν υπάρχουν φραγμοί, όλα είναι ανοιχτά. Καθαρά και αυθεντικά. Ένα ανεκτίμητο δώρο μάς κάνει με τη συνέντευξή της η νεαρή και χαρισματική Νάνσυ Σιδέρη. Οι οξυδερκείς σκέψεις που εκφράζει περιλαμβάνουν την ουσία των όσων έμαθε στο θέατρο. Κι ας είναι ελάχιστα τα χρόνια που εργάζεται σ’ αυτό –μόλις τρία. Προσεγγίζει όμως με έναν ενάρετο τρόπο, κομψό και απροσποίητο, τη διαδικασία μέσω της οποίας κάτι που είναι θαμμένο μετατρέπεται σταδιακά σε τέχνη. Μιλάει χωρίς βαρύγδουπους όρους, με απλότητα, με ταπεινότητα και με μια υγιή υπερηφάνεια μαζί. Τα μετριοπαθή της λόγια μπορεί να αξίζουν περισσότερο από πολλούς επιβλητικούς τόμους και σχολαστικές διαλέξεις. Ένα κορίτσι διαυγές σαν το καθαρό νερό που μυστικά σταλάζει ανάμεσα στους βράχους. Η φυσική, ακηλίδωτη γοητεία της στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά. Η ακτινοβόλα ενέργεια που έχει πηγάζει από ολόκληρη την ύπαρξή της. Κάθεται απέναντί μου, σε μια τσαγερία στα Εξάρχεια, και μοιάζει με πνεύμα που γεννήθηκε από μια ευτυχισμένη τυχαία συγκυρία. Με το αστεία αβρό της χαμόγελο και τις κόκκινες παρειές της μού δίνει την αίσθηση μιας αιώνιας, άδολης αθωότητας, η οποία αφενός δεν θα αμαυρωθεί ποτέ, αφετέρου αιωρείται γύρω της σαν την ανοιξιάτικη γύρη. Το χειμώνα στον «Φάουστ» του Γκαίτε, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου, υποδύθηκε τη Μαργαρίτα. Την ηρωίδα που παρασύρεται από τη σαγήνη του Κακού, αλλά ο πυρήνας της μένει αλώβητος και με το τέλος της κερδίζει τη μάχη στον άτυπο πόλεμο του Καλού με το Κακό. Μέσα από την αρμονία της ύλης και της ψυχής του καλλιτέχνη, διαφαίνεται ένας κόσμος ανείπωτων πραγμάτων. Πιστεύω πως η Μαργαρίτα βρήκε στο πρόσωπο της Νάνσυς Σιδέρη την ακρίβεια και τη ζωντάνια, τη μελαγχολική ονειροπόληση και την άλλη διάσταση του έρωτα. Ολόφρεσκη, χαριτωμένη, με επίγνωση των καταβολών του ρόλου, με πηγαία ιδιοσυγκρασία και θεατρική ηδύτητα. Η εμφάνισή της είχε αγγελική καλοσύνη και εφηβική εκφραστικότητα, δεξιοτεχνία και μουσικότητα φωνής. Εμφάνιση με καλλιτεχνικό κέρδος και για την ίδια και για το κοινό που την παρακολούθησε. Από τις 16 Μαΐου 2016 με έναν ιδιαίτερο και ενθουσιώδη θίασο πέντε συμμετεχόντων ενός καλλιτεχνικού διαγωνισμού θα μας αφηγείται την ιστορία ενός πιθήκου, από την αιχμαλωσία του μέχρι την εξέλιξη κι εκπαίδευσή του ως άνθρωπος στο δυτικό κόσμο. Σε μια ιστορία με τίτλο «O Θείασως Πέζη Κάφκα», που θυμίζει λίγο πολύ τη βίαιη ενηλικίωση του παιδιού που υπήρξαμε κάποτε. Η παράσταση πρόκειται να παρουσιαστεί στο «Bios.Tesla main», είναι βασισμένη στο διήγημα του Φραντς Κάφκα «Ανακοίνωση σε μια Ακαδημία» και αφιερωμένη σε όλους όσοι πλέον «δε μπορούν να γράψουν…». Γιατί απλώς έννοιες όπως πρόοδος, εξέλιξη, ελευθερία, φαίνεται να μην είναι τίποτα παραπάνω από μία ψευδαίσθηση ή ένα show με πολύ κακές κριτικές. Τίποτα δεν μπορεί να είναι πραγματικά αντικειμενικό, ούτε απλώς υποκειμενικό. Η γλυκιά Νάνσυ με τη νεανική κι ονειρική της διαίσθηση επιλέγει να υποδυθεί στο μέλλον αρχετυπικά σπάνιους ήρωες, όπως τον Φρύγα, τη Μακαρία και τον Ιόλαο. Ξέρει ακόμα πως υπάρχει κάτι που πάντοτε μπορείς να λαχταράς και καμιά φορά δικαιωματικά να το κερδίζεις: την ανθρώπινη τρυφερότητα…

Διαβάστε τη συνέντευξη.

* Κατάγομαι από τη Μαυροθάλασσα Σερρών. Μέναμε εκεί, με τη μαμά, την αδελφή μου και τον μπαμπά μου μέχρι τα 2 μου χρόνια. Μετά φύγαμε με τη μητέρα και την αδελφή μου και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Μεγαλώσαμε ουσιαστικά κοντά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Αυτό που θυμάμαι έντονα από τα παιδικά μου χρόνια είναι τα καλοκαίρια στο χωριό με τη φίλη μου την Ειρήνη, που πηγαίναμε όλη την ημέρα βόλτες, τρέχαμε, γελούσαμε. Ήταν όμορφα και μου λείπουν κιόλας εκείνα τα καλοκαίρια πολύ.

Τα καλοκαίρια στη Μαυροθάλασσα

* Η πιο έντονη από τις αναμνήσεις μου είναι από τα καλοκαίρια στη Μαυροθάλασσα. Περιμέναμε πότε θα έρθει το καλοκαίρι για να πάμε στο χωριό, να είμαστε έξω όλη μέρα και να παίζουμε. Ανακαλύπταμε διαρκώς πράγματα σε σχέση με τη φύση, ενώ στη Θεσσαλονίκη δεν συνέβαινε το ίδιο. Οπότε στο χωριό καθετί μας έκανε εντύπωση. Πηγαίναμε στο ποτάμι και παίζαμε με τους γυρίνους, ενώ μετά παίρναμε τα ποδήλατα και τρέχαμε στο διπλανό χωριό.

– Το χωριό είναι κοντά στη θάλασσα;

* Δεν έχει καθόλου θάλασσα και είναι μια παρεξήγηση που συμβαίνει συχνά, ακριβώς επειδή λέγεται Μαυροθάλασσα. Πήρε το όνομά του από τους πρόσφυγες, που ήρθαν από τη Μαύρη Θάλασσα. Η προηγούμενη ονομασία του χωριού ήταν Μουνούχι και όταν κατέβηκαν το 1914 οι πρόσφυγες του έδωσαν το όνομα Μαυροθάλασσα.

Ρίζες προσφυγικές

* Οι ρίζες της οικογένειάς μου είναι από την Ανατολική Ρωμυλία. Οι μισοί συγγενείς από ένα χωριό που λεγόταν Σαράντα Εκκλησιές και οι άλλοι μισοί από ένα άλλο που λεγόταν Πέτρα, κοντά στη Μαύρη Θάλασσα.

Η αδελφή μου

* Έχω μια αδελφή μεγαλύτερη κατά 5 χρόνια. Είναι και λίγο η… μαμά μου αφού κατά κάποιο τρόπο με μεγάλωσε. Είμαι η μικρή της οικογένειας. Η μαμά δούλευε πολλές ώρες οπότε ουσιαστικά η αδελφή μου ήταν ο άνθρωπος στον οποίο έλεγα τα πάντα και με τον οποίο μοιραζόμουνα τις ανησυχίες και τους φόβους μου. Ήταν και είναι σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου, με έχει βοηθήσει πολύ. Επειδή ήταν μεγαλύτερη έμπαινε πάντα μπροστά σε όλα και είχε την τάση να με προστατεύει και να με προφυλάσσει. Τα ίδια ισχύουν και για τη μητέρα μου. Τη θαυμάζω. Πέρασε δύσκολα προκειμένου να μας μεγαλώσει. Τη θαυμάζω κυρίως επειδή ποτέ δεν περιαυτολόγησε για το πώς κατάφερε να μας μεγαλώσει μέσα σε αντίξοες συνθήκες. Ήταν δύσκολο για εκείνη, αν και η ίδια δεν θεώρησε σπουδαίο αυτό που μας χάρισε.

Η μητέρα μου

* Έκανε μια θυσία. Ήταν πολύ νέα και τα έδωσε όλα για να μας μεγαλώσει. Τις θαυμάζω και τις δύο πάρα πολύ. Φυσικά και τον μπαμπά μου, αλλά για άλλους λόγους. Είναι ο μπαμπάς μου. Γιατί τον αγαπώ, έτσι απλά.

– Ήξεραν ότι θέλεις να γίνεις ηθοποιός, πότε το αποφάσισες;

* Όταν ήμουν μικρή τους έλεγα συνέχεια ιστορίες, ότι θέλω να φύγω και να πάω πότε στην Αμερική και πότε στην Αγγλία. Τους έλεγα ότι θα βρω εκεί μια δουλειά και πως μετά θα πραγματοποιήσω το όνειρό μου, που ούτε εγώ ήξερα ποιο ήταν. Είχα μια τάση από μικρή να θέλω να φεύγω, να πηγαίνω αλλού και να ανακαλύπτω διάφορα.

Αυτό γιατί συνέβαινε;

* Ξεφύλλιζα τις εγκυκλοπαίδειες, έβλεπα τις φωτογραφίες, εντόπιζα ένα μέρος που μου άρεσε και έλεγα: «Εκεί θα πάω να μείνω». Στο τέλος, όταν τους είπα ότι θα γίνω ηθοποιός, ησύχασαν. Παρόλο που στην οικογένεια κανείς δεν είχε κάποια σχέση με τα καλλιτεχνικά. Το περίμεναν, γιατί μου άρεσε πολύ. Κλεινόμουν στο δωμάτιό μου και έπαιζα όλη μέρα. Ή και με τους φίλους μου όταν βγαίναμε έξω. Έπαιζα γενικώς… έχω παίξει πάρα πολλές ώρες. Όλη μέρα και όλη νύχτα. Δεν ήμουν από τα παιδιά που ήταν πειθαρχημένα και κάθονταν να διαβάσουν. Μεγαλώνοντας άρχισα να γίνομαι καλύτερη μαθήτρια, γιατί άρχισα να πειθαρχώ.

Αγρίμι

* Ως παιδί ήμουν ατίθαση, σχεδόν αγρίμι. Κλεινόμουν σε ένα δωμάτιο, γελούσα, έκλαιγα, έπλαθα ιστορίες. Ερχόταν η μαμά μου, με ρωτούσε: «Παιδί μου, τι έπαθες;». Και της έλεγα: «Μαμά, άσε με. Κάνω τα δικά μου τώρα. Κλαίω, γελάω. Άστο. Μη με διακόπτεις».

Φαντασία…

* Ως παιδί έπλαθα διαρκώς ιστορίες. Το βράδυ όταν έπεφτα να κοιμηθώ πριν με πάρει ο ύπνος έφτιαχνα μια ιστορία και την επόμενη ημέρα όταν γυρνούσα από το σχολείο, ανάλογα με το πρόγραμμα, κλεινόμουν στο σαλόνι και ουσιαστικά έπαιζα την ιστορία που είχα προετοιμάσει.

Ο χορός

* Ήμουν 3, 5 χρονών, όταν η μαμά μου με πήγε σε μια σχολή χορού στη Θεσσαλονίκη. Σταμάτησα στα 14. Μετά δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα με κάτι. Αλλά, μου άρεσε πολύ να περπατάω, κάτι που το κάνω ακόμα. Περπατάω γενικώς πολύ. Ακόμη και στην πρόβα όταν μπορώ πηγαίνω με τα πόδια. Τώρα τελευταία ασχολήθηκα και με την αναρρίχηση.

– Όμως αγάπησες και τη σχοινοβασία.

* Με τη σχοινοβασία ήρθα σε επαφή μέσω ενός σεμιναρίου, που γινόταν στο Αττικό Σχολείο Αρχαίου Δράματος, της Μάρθας Φριντζήλα. Στο Παλιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας, που είναι ένας εξαιρετικός χώρος. Εκεί γνώρισα τον Καμίλο Μπεντανκόρ, που έκανε ένα σεμινάριο για τα ακροβατικά και τη σχοινοβασία. Ένα βράδυ αποφάσισα ότι ήθελα να σχοινοβατήσω. Βέβαια αυτό ήταν πολύ δύσκολο, γιατί ακριβώς δεν είχα κάποια εμπειρία πιο πριν. Θυμάμαι ότι γινόταν μια παράσταση σε ένα άλλο κτήριο και πήγα εκεί που ήταν στημένο το σχοινί και άρχισα να δοκιμάζω. Έπεσα γύρω στις 50 με 60 φορές. Τελικά τα κατάφερα και πέρασα το σχοινί μια φορά. Την επόμενη ημέρα με βλέπει ο Καμίλο και μου λέει: «Μα τι κάνεις;». Γιατί είχα μάθει να σχοινοβατώ με τελείως λάθος τρόπο και μάλιστα χωρίς τα ειδικά παπούτσια που χρειάζονται. Ήρθε λοιπόν και μου έμαθε πώς να στήνω το σώμα, ουσιαστικά, να μη σπάω τη μέση, πώς να εκμεταλλεύομαι τα χέρια μου προκειμένου να ισορροπήσω και όλα τα σχετικά. Μετά άρχισα να σχοινοβατώ κανονικά. Μάλιστα τον ρώτησα τότε εάν επρόκειτο να το ξεχάσω κάποια στιγμή και μου είπε ότι είναι σαν το ποδήλατο. Δεν το ξεχνάς ποτέ.

Ισορροπία και συγκέντρωση

* Θέλει ισορροπία η σχοινοβασία γενικότερα αλλά και σε σχέση με τη συγκέντρωσή σου εκείνη τη στιγμή, που νομίζω ότι είναι το πιο σημαντικό. Κάτι άλλο απαραίτητο είναι το πού κοιτάς. Πρέπει να κοιτάς εκεί που θέλεις να φτάσεις. Δεν πρέπει ποτέ να κοιτάς τη διαδρομή, τα πόδια σου ή το σχοινί. Πρέπει ο στόχος να είναι το σημείο όπου θα σταματήσεις.

– Στη σχοινοβασία δεν πρέπει να κοιτάς κάτω, ούτε γύρω, παρά μόνο εκεί που είναι ο τελικός σου προορισμός. Αν το δούμε αυτό συμβολικά, εσύ σε αυτό που είσαι τώρα, στο θέατρο, πού κοιτάς;

* Σε σχέση με το θέατρο, το σημείο στο οποίο κοιτάζω, είναι αυτό που θα με οδηγήσει σε μια συντροφιά ανθρώπων όπου στόχος μας θα είναι να δημιουργήσουμε από κοινού. Αυτό με ενδιαφέρει. Η ομάδα. Δεν μπορώ να μιλήσω πιο συγκεκριμένα, ακριβώς επειδή δεν ξέρω πώς θα τα φέρει η ζωή. Από εκεί και πέρα αυτό που προσπαθώ, είναι να μην κοιτάζω και πολύ μακριά και συνήθως να προσπαθώ να λειτουργώ με τέτοιο τρόπο που να με απασχολεί περισσότερο το τώρα, παρά το μετά. Εστιάζω στο τώρα. Το θεωρώ πολύ σημαντικό, γιατί πολλές φορές χάνεις το τώρα και αφήνεσαι να παρασύρεσαι από πράγματα που πρέπει να κάνεις πέντε μήνες μετά, ένα χρόνο μετά. Όχι. Εδώ και τώρα βρίσκομαι και θέλω να είμαι καλά, να βλέπω ανθρώπους που αγαπώ, να έχω τους φίλους μου και να αντιμετωπίζω τις δυσκολίες, και αυτά, μαζί τους, παρέα, στην αγκαλιά τους αν είναι δυνατόν.

Η αναρρίχηση

* Πέρυσι ασχολήθηκα και με την αναρρίχηση. Η διαδικασία δεν μου φάνηκε ιδιαίτερα επικίνδυνη. Αν κάποιος δεν φοβάται το ύψος, δεν έχει λόγο να μην το τολμήσει. Η φίλη μου Στέλλα Βογιατζάκη (σ.σ.: ηθοποιός) – που μια φορά την πήρα να κάνει και εκείνη αναρρίχηση – μου είπε ότι αυτό που της άρεσε είναι ότι το μόνο που σε απασχολεί είναι πού θα τοποθετήσεις τα χέρια σου και τα πόδια σου. Δεν σκέφτεσαι τίποτε άλλο. Καθαρίζει το μυαλό σου. Και όταν φτάνεις πια στην κορυφή, στο τέλος της διαδρομής, τότε δημιουργείται μια πολύ ωραία αίσθηση ελευθερίας. Έχεις την αίσθηση, για λίγο, ότι είσαι εντελώς ελεύθερος.

Η σχολή

* Πήγα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Όμως η ιστορία με το θέατρο ξεκινάει από τη Γ’ Γυμνασίου. Τότε πήγα στη ΧΑΝ Θεσσαλονίκης και γνώρισα τον πρώτο μου δάσκαλο, τον Αχιλλέα Ψαλτόπουλο. Ανεβάσαμε τον «Μάγο του Οζ» και έκανα τον «Τενεκεδένιο». Ήταν φανταστική εμπειρία. Είχα περάσει απίστευτα. Ένιωσα ότι είναι κάτι που μπορώ να το κάνω και που με γοητεύει.

Οπτικός

* Στην τελευταία τάξη του Λυκείου αποφάσισα να κατέβω στην Αθήνα όπου υπάρχουν περισσότερες κρατικές σχολές θεάτρου. Πέρασα σε μια άλλη σχολή, τελείωσα οπτικός στα ΤΕ. Έκανα υπομονή 4 χρόνια και μετά αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έδωσα και πέρασα. Το ήθελα πολύ, πιστεύω, γι’ αυτό συνέβη.

Εξερεύνηση

* Μου αρέσει να εξερευνώ. Μπαίνοντας στη σχολή, άνοιξαν πάρα πολλά κεφάλαια. Ένα απ’ αυτά είναι το κεφάλαιο της μουσικής. Ένα άλλο είναι το κεφάλαιο του κινηματογράφου.

– Είσαι και μουσικός… Πώς έμαθες μουσική;

* Είμαι αυτοδίδακτη μουσικός. Δεν έχω σπουδάσει, αλλά έχω ισχυρή σχέση με τη μουσική από μικρή. Πάντα έφτιαχνα μελωδίες. Και τραγουδούσα και χόρευα και έγραφα στίχους. Όπως έφτιαχνα ιστορίες έτσι έφτιαχνα και μουσική για τις ιστορίες. Μόνο που όλες αυτές τις μελωδίες δεν τις έχω καταγράψει. Ούτε κινητά υπήρχαν τότε, ούτε ήξερα ότι υπάρχουν μαγνητοφωνάκια. Δεν είχα ψαχτεί ποτέ. Θυμάμαι πόσο μου άρεσε να φτιάχνω μελωδίες και πόσο προσπαθούσα να μην τις ξεχνάω. Γιατί συνήθως έφτιαχνα μια μελωδία που μου άρεσε και την επόμενη ημέρα έπρεπε να κάνω προσπάθεια για να μην την ξεχάσω. Επειδή δεν την κατέγραφα πουθενά. Αυτό όμως με έχει -κατά λάθος- εξασκήσει στο να ακούω καλύτερα και στο να θυμάμαι καλύτερα. Να αποτυπώνω, δηλαδή, μελωδίες που μπορεί να ακούσω από οπουδήποτε βρίσκομαι.

– Οπότε αξιοποιείς τώρα και αυτό το ταλέντο σου.

* Όταν τελείωσα τη Σχολή συνειδητοποίησα ότι με ενδιαφέρει και η μουσική. Τώρα που μιλάμε η μουσική είναι η μεγαλύτερη εκκρεμότητα που έχω. Είναι ίσως ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια στη ζωή μου, όπως και το θέατρο. Επιστρέφοντας στο σπίτι από τις πρόβες, περνούσα πολλές ώρες με την κιθάρα και έγραφα μουσική. Επειδή δεν ήξερα να γράφω σε παρτιτούρα, παιδευόμουν κάθε μέρα γύρω στις 3-4 ώρες, σκαρώνοντας μελωδίες. Τη μουσική τη σέβομαι. Ασφαλώς δεν μπορώ να πω ότι είμαι μουσικός. Νομίζω όμως ότι έχω μια υπέροχη σχέση με τη μουσική, χωρίς μέχρι στιγμής να ασχολούμαι επαγγελματικά με αυτήν.

– Όμως αυτό το «πάρε – δώσε» που έχεις με τη μουσική σε έφερε κοντά στη σύνθεση…

* Πράγματι, με πήρε τηλέφωνο ο ηθοποιός Παναγιώτης Εξαρχέας, που διδάσκει θεατρικό παιχνίδι σε παιδιά του δημοτικού και μου είπε: «Έχω ένα παραμύθι, “Το πάρε-δώσε”, που το έχουν γράψει δυο φίλες, η Ελένη Ζαχοπούλου και η Ειρήνη Γεωργαλάκη. Θέλω να γράψεις τη μουσική». Δεν ήξερα αν μπορώ να το κάνω. Εκείνος επέμενε ότι μπορώ. Έτσι κι έγινε. Προχώρησα και τελικά έγινε. Ήταν μια καλή αρχή τον χειμώνα του 2014 με την «Ορχήστρα των Χωμάτων».

– Ποιους δασκάλους σου θυμάσαι με αγάπη;

* Πολλούς. Τους αγαπώ όλους. Η Αμάλια Μπένετ είναι ένας σημαντικός άνθρωπος. Με έχει επηρεάσει φοβερά. Τη θεωρώ σπουδαία δασκάλα. Μας έκανε χορό. Αλλά δεν μας έκανε μόνο χορό. Ουσιαστικά, ο χορός ήταν η αφορμή για να δημιουργηθεί ένας ολόκληρος κόσμος, που έχει να κάνει και με το θέατρο και με τη ζωή και με τον κινηματογράφο. Φτιάχναμε βιντεάκια. Διάφορα project, τα οποία δεν ήταν μόνο χορευτικά ή μόνο θεατρικά. Ήταν ένα σύνολο πραγμάτων που συνέβαιναν και είχαν πολύ ενδιαφέρον. Είχε τον τρόπο να μας οδηγεί κάπου. Δίπλα της μαθαίναμε πολλά. Κάναμε έρευνα για και γράφαμε… Ήταν σπουδαία εμπειρία.

Στην καρδιά

* Με ιδιαίτερη προσφορά ο καθένας ήταν κι άλλοι σημαντικοί δάσκαλοι, όπως ο Ακύλας Καραζήσης, η Ελένη Σκότη και η Μάρθα Φριντζήλα.
Τη Μάρθα την αγαπώ ιδιαίτερα. Ήταν τότε στο Εθνικό. Την κρατάω πάντα στην καρδιά μου. Μας έμαθε πολλά. Φοβερή αδυναμία έχω στον Δημήτρη Καταλειφό αλλά και στον Σάββα Κυριακίδη που τον αγαπώ πολύ. Στο τρίτο έτος είχαμε τη μοναδική Μάγια Λυμπεροπούλου και για δύο χρόνια έναν καταπληκτικό άνθρωπο και φοβερό ηθοποιό, τον Νίκο Χατζόπουλο, που είναι και εξαιρετικός μεταφραστής.

– Από συμμαθητές και συναδέλφους;

* Κάναμε πολλή παρέα και ήμασταν καλοί φίλοι με τον Άρη Μπαλή, τη Δήμητρα Βλαγκοπούλου και την Πηνελόπη Τσιλίκα. Τους υπόλοιπους δεν τους βλέπω συχνά, αλλά όταν τους βλέπω χαίρομαι. Ένας ακόμη πολύ αγαπημένος από την παρέα μας, ήταν ο Φίλιππος Χατζηχριστοδούλου, που βρίσκεται τώρα στο Βερολίνο.

– Η γνωριμία και η επαφή με την Κατερίνα Ευαγγελάτου πώς έγινε;

* Ουσιαστικά έγινε στις εξετάσεις μας. Στο 3o έτος της Σχολής, στις πτυχιακές, ήρθε ως εξωτερική βαθμολογήτρια η Κατερίνα Ευαγγελάτου. Ήταν μέσα στους τρεις ανθρώπους που δεν μας ξέρανε και τους κάλεσαν για να μας βαθμολογήσουν. Εκεί έγινε η πρώτη γνωριμία και μετά, το 2013, η συνέχεια ήρθε στην παράσταση «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν».

Η πρώτη παράσταση

* Είχα συγκινηθεί πολύ τότε. Εκτιμώ αυτό που μου πρόσφερε η Κατερίνα. Είναι σημαντικό το ότι δίνει ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους. Εκείνη την εποχή δεν είχα καθόλου πείρα. Εκείνη όμως με εμπιστεύθηκε. Θα μπορούσε να πάρει άλλους ηθοποιούς στη θέση μου, γνωστούς και έμπειρους. Όμως δεν το έκανε. Ήταν πολύ γενναιόδωρη απέναντί μου. Είναι ικανότατος άνθρωπος η Κατερίνα και αυτό που μου αρέσει είναι ότι αγαπάει αυτό που κάνει, παθιάζεται, τα δίνει όλα, και δεν τα παρατάει ποτέ.

– Πολύ καλή δασκάλα και ιδανική σκηνοθέτις πλήθους. Όπως είδαμε και στο «Φάουστ» του Γκαίτε.

* Ακριβώς. Η συγκεκριμένη σκηνή ήταν αποτέλεσμα της πολύ στενής συνεργασίας της με τη χορογράφο Πατρίσια Απέργη, η οποία είναι επίσης εξαιρετική και τη θαυμάζω για τη δουλειά που κάνει και με τους «Αερίτες». Τη χορευτική ομάδα με τον ιδιαίτερο τρόπο δουλειάς και πάντα με το ξεχωριστό αποτέλεσμα. Η χορογραφία της Απέργη είναι μια παράσταση από μόνη της.

– Τι ήταν ο Μπρεχτ για σένα, όταν ξεκίνησες;

* Mια εξαιρετική εμπειρία. Η διαδικασία ήταν μαγική. Ο τρόπος που ξεκινήσαμε τις πρόβες και το πώς αυτές εξελίχθηκαν. Μου άρεσαν οι δοκιμές που κάναμε, προσπαθώντας και εμείς να ισορροπήσουμε σε αυτό που φαίνεται να είναι η αποστασιοποίηση και σε αυτό που τελικά, ας το πούμε, πράγματι είναι. Δύσκολο να το πετύχεις αυτό γιατί η αποστασιοποίηση είναι συνδεδεμένη δυστυχώς με μια ψυχρότητα, πράγμα που δεν ισχύει. Αυτό που κρατάω από εκείνες τις πρόβες ήταν η προσπάθεια να μην ταυτιζόμαστε με αυτό που κάνουμε.

Με το ένα πόδι έξω…

* Ακόμη και την ώρα που λες αυτά που λες, να είσαι πάντα με το ένα πόδι έξω. Και να προσπαθείς μέσα από τη διαδικασία αυτή να μην ταυτίζεσαι. Θυμάμαι πολύ συχνά την οδηγία που μας έδινε η Κατερίνα όταν δοκιμάζαμε πράγματα: «Τώρα αυτό που έκανες θέλω να το κάνεις πέντε βήματα έξω». Και πίσω αυτό ενυπάρχει η διαρκής προσπάθεια μιας αφήγησης, που δεν σταματάει ποτέ και που ουσιαστικά τις στιγμές που δεν μιλάς συμβαίνει σε τρίτο πρόσωπο. Δηλαδή υπήρχε η αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο και στη συνέχεια η προβολή προς τα έξω, σε πρώτο πρόσωπο, αλλά χωρίς ποτέ αυτό να δημιουργεί την αίσθηση της ταύτισης.

– Ο Μπρεχτ χρησιμοποιούσε μύθους και τους έκανε πολιτικό θέατρο.

* Είναι βαθιά πολιτικό έργο «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν», αφού έχει πολλά να πει και σήμερα, όπως βέβαια και όλα τα έργα του Μπρεχτ αλλά και όλων των σπουδαίων ανθρώπων που γράψανε για το θέατρο. Είναι θαυμαστή η διαχρονικότητά τους. Το θέμα του έργου δεν έχει πάψει να μας απασχολεί. Αυτό που με εντυπωσιάζει και θαυμάζω στον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν» είναι ότι έχει να κάνει με την ιστορία ενός κοριτσιού, που με ειλικρίνεια παραδέχεται μπροστά σε όλους: «Πώς μπορώ να είμαι καλή σε έναν κόσμο που ο άνθρωπος εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο διαρκώς;». Ουσιαστικά εφηύρε έναν άλλον εαυτό, τον ξάδελφο, προσπαθώντας να γλιτώσει από την εκμετάλλευση που είχε υποστεί μέχρι εκείνη τη στιγμή από τους άλλους. Όμως στη συνέχεια αυτός ο ξάδελφος έγινε και ο ίδιος εκμεταλλευτής των άλλων. Ξέφυγε η κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό του σύγχρονου ανθρώπου. Πώς ξεκινάς και πού καταλήγεις. Στην πορεία διαστρεβλώνονται οι αντιλήψεις σου και αυτά που πιστεύεις για τη ζωή…

– Συνεργάστηκες και με τη Μάρθα Φριντζήλα. Έπαιξες «Βάκχες» (Χορός) αλλά και «Φιλοκτήτη», όπου ήσουν και υπεύθυνη του δρώμενου, στην Ελευσίνα, για το Διεθνές Θερινό Σχολείο Αρχαίου Δράματος.

* Ήταν κι αυτή μια έξοχη εμπειρία γιατί η αλήθεια είναι ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ένιωθα να με ενδιαφέρει η σκηνοθεσία. Μάλιστα δεν αντιμετώπισα το όλο εγχείρημα ως σκηνοθέτιδα. Ουσιαστικά μέσα από τις λίγες γνώσεις που είχα αποκτήσει μέχρι τότε από τη συνεργασία μου με τη Μάρθα και από ό, τι άλλο είχα κάνει στη σχολή, φτιάξαμε μια ιστορία με τους συναδέλφους που παρακολούθησαν το εργαστήριο και την παρουσιάσαμε στο κοινό (Αισχύλεια). Διαπίστωσα τότε πόσο ενδιαφέρον έχει το να φτιάχνεις κάτι και να το επικοινωνείς. Να θέλεις να το μοιραστείς.

«Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή

* Μιλάμε βέβαια για τον «Φιλοκτήτη». Ένα έργο που έχει επίσης πολλά να πει για το σήμερα. Ο «Φιλοκτήτης» είναι ένας ήρωας ιδιαίτερος. Ένας άνθρωπος που αγωνίστηκε. Ένας γενναίος πολεμιστής, που τον παρατήσανε. Ο Φιλοκτήτης μιλάει για τον πόνο που του προκάλεσε αυτή η μοναξιά…

– Ένας άνθρωπος αφημένος σε κάποιο νησί…

* Υπάρχει πολλή ουσία στη σχέση που δημιουργείται με τη φύση και αυτό το καταλαβαίνεις από τις ίδιες τις λέξεις. Ουσιαστικά απευθύνεται λιγότερο στους ανθρώπους και περισσότερο στα στοιχεία της φύσης. Από εκεί ζητάει βοήθεια και αυτό είναι ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό του ήρωα.

– Μετά παίζεις στην «Ευρυδίκη», το δράμα της Σάρα Ρουλ, στο θέατρο «Πορεία», όπου ερμηνεύεις τη Μικρή Πέτρα και παράλληλα κάνεις και το παιδικό «Τζέλα, Λέλα, Κόρνας και ο Κλεομένης» του Volker Ludwig σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ και Βασίλη Κουκαλάνι.

* Η «Ευρυδίκη», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, ήταν ένα σημαντικό βίωμα για μένα. Επίσης έκανα για πρώτη φορά αντικατάσταση σε ένα ρόλο. Υπήρχε μια ήδη ολοκληρωμένη παράσταση, όπου εσύ, ένας άλλος άνθρωπος που κουβαλάς κάτι τελείως διαφορετικό, παίρνεις τη θέση του προηγούμενου και φυσικά καλείσαι να μην κάνεις ακριβώς το ίδιο, αλλά να δημιουργήσεις από την αρχή. Να προσθέσεις κάτι άλλο σε αυτό που προϋπήρχε και με έναν τρόπο να το αλλάξεις κιόλας, ανάλογα με τον χαρακτήρα σου και ανάλογα με το υλικό που κουβαλάς.

– Να δώσεις τη δική σου χροιά.

* Φυσικά. Ακολουθώντας πάντα τη γραμμή της παράστασης και με σεβασμό προς τη δουλειά του προηγούμενου αλλά κυρίως προς τις σκηνοθετικές οδηγίες.

– Πώς σου φάνηκε που συνεργάστηκες με συναδέλφους σου πεπειραμένους αλλά και καταξιωμένους στο θεατρόφιλο κοινό;

* Η Κόρα Καρβούνη και ο Λαέρτης Μαλκότσης είναι δύο πολύ αγαπημένοι μου άνθρωποι. Έχω όμως και άλλες δυνατές συνεργασίας, όπως αυτή με τον Σωτήρη Τσακομίδη και τη Μαρία Παρασύρη (στον «Καλό Άνθρωπο»), τον Θανάση Δόβρη (στην «Ηλέκτρα»). Όλοι αυτοί είναι άνθρωποι που τους αγαπώ. Αν και τώρα δεν τους βλέπω τόσο συχνά, τους έχω πάντα μέσα στην καρδιά μου.

– Τι θα ήθελες να πεις για τη Μαργαρίτα στον «Φάουστ». Πώς αντιμετώπισες αυτό το ρόλο;

* Ουσιαστικά η Μαργαρίτα δεν έχει αντιστάσεις στο μεγαλύτερο μέρος του έργου. Είναι ένα κορίτσι που αφήνεται να παρασυρθεί από τις ορμές της και ακολουθεί το ένστικτό της. Δεν κάνει δεύτερες σκέψεις. Αφήνεται να ερωτευτεί. Γοητεύεται από τον άντρα που της απευθύνει τον λόγο, ίσως και για πρώτη φορά. Παρασύρεται απ’ αυτόν και παρακολουθούμε πώς αυτό το κορίτσι διανύει τη συγκεκριμένη πορεία. Μέχρι και την τελευταία σκηνή ουσιαστικά που αποφασίζει να μην ακολουθήσει τον Φάουστ, μέχρι και την τελευταία σκηνή δεν έχει καμία αντίσταση και λειτουργεί συναισθηματικά, παρασυρόμενη απόλυτα απ’ αυτό που νιώθει, απ’ αυτό που της λέει η καρδιά της.

Μαργαρίτα, ένα αθώο πλάσμα

* Από την άλλη τη μητέρα της δεν τη βλέπουμε ποτέ. Ακούμε μόνο για τη μητέρα της. Θυμάμαι ότι κατά τη διάρκεια των δοκιμών μας είχα δει την ταινία του Αλεξάντερ Σοκούροφ «Φάουστ» (2011). Εκεί τονίζονται τα χαρακτηριστικά της σαγήνης της Μαργαρίτας. Η Μαργαρίτα έχει κάτι σκοτεινό στην ταινία εκείνη και μου είχε κάνει εντύπωση το πώς ο Σοκούροφ αποφάσισε να βάλει στην ταινία τη μητέρα της. Και ουσιαστικά στην ταινία τον ρόλο της Μάρθας τον παίζει η μητέρα. Δεν υπάρχει η γειτόνισσα. Η μητέρα τα κανονίζει όλα. Και αυτή η εκδοχή μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα σε σχέση με αυτό το μυστήριο άτομο που ποτέ δεν βλέπουμε. Η Μαργαρίτα είναι σαφώς ένα πολύ αθώο πλάσμα το οποίο ταυτόχρονα έχει και μια φοβερή λαχτάρα να ζήσει. Θέλει να βουτήξει στην περιπέτεια και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο αποφασίζει, όταν βρίσκει το δεύτερο κουτί με τα κοσμήματα, να μην το δείξει στη μητέρα της και να κρύψει ένα γεγονός που κανονικά θα έπρεπε να αναφέρει. Από τη στιγμή που αποφασίζει να ανοίξει το κουτί, δείχνει πως είναι αποφασισμένη να μπει σε αυτή την ιστορία και να τα δώσει όλα, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, χωρίς κανένα δισταγμό.

– Αισθάνεσαι τυχερή που σου εμπιστεύτηκαν αυτό τον ρόλο;

* Πρόκειται για φοβερό ρόλο και αφάνταστα δύσκολο. Η εξέλιξη της Μαργαρίτας μέσα στο έργο είναι τεράστια. Το σημείο από το οποίο αυτό το κορίτσι ξεκινά και το σημείο στο οποίο καταλήγει, είναι ένας πελώριος κόσμος. Από τις πρώτες κιόλας αναγνώσεις μας κατάλαβα ότι η διαδρομή αυτή είναι συγκλονιστική. Σε πολλές στιγμές ένιωσα ότι με ξεπερνάει αυτός ο ρόλος. Δεν τρέφω την ψευδαίσθηση ότι αυτούς τους μεγάλους και αρχετυπικούς ρόλους μπορείς να τους ελέγξεις απόλυτα ή να τους φέρεις στα μέτρα σου. Πρέπει να παραδεχτείς ότι είναι κάτι που σε ξεπερνά και απλώς από εκεί και πέρα να μην τους εγκαταλείψεις ποτέ. Αντιθέτως πρέπει να υπερασπίζεσαι όσο μπορείς αυτό που συμβαίνει, γιατί εσύ καλείσαι να αντιδράσεις για τη Μαργαρίτα. Δεν σημαίνει ότι εγώ ξαφνικά ταυτίστηκα ή έγινα η Μαργαρίτα. Καλούμαι να αντιδράσω για λογαριασμό της.

– Υποθέτω ότι μπροστά σε αυτούς τους ρόλους πρέπει να νιώθεις ένα δέος.

* Για πολύ καιρό είχα τρομοκρατηθεί, ακριβώς επειδή ένιωθα τη χιονοστιβάδα να έρχεται καταπάνω μου. Αυτό συνέβη στην αρχή. Μετά όμως, μόλις συνέχισα, αποδέχτηκα τις όποιες δυσκολίες και είπα μέσα: «Θα καταδυθώ, θα το απολαύσω και ό, τι γίνει».

– Προχώρησες λοιπόν στην κατάδυση…

* Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Βουτάς ανεξάρτητα από οτιδήποτε συμβαίνει. Η διαδικασία των προβών είναι συναρπαστική, γιατί εκεί δεν κάνεις αυτό που πρόκειται να συμβεί στην παράσταση. Ουσιαστικά για μένα το πιο ενδιαφέρον, μέσω της Μαργαρίτας, γιατί ήταν ένας ρόλος που είχε τεράστια έκταση, ήταν το πώς διαχειρίζεσαι αυτό το κείμενο, που είναι και εκτεταμένο και η γλώσσα του επίσης είναι δύσκολη. Ο περίτεχνος αυτός λόγος, ο ποιητικός και ο λυρικός, πώς καταφέρνει να γίνει σε στιγμές κυριολεξία και σε άλλες στιγμές πως καταφέρνεις να τον κρατάς στον αέρα. Να μην υπάρχει τίποτε σταθερό στη βάση. Αυτό είναι πολύ δύσκολο, πολύ ελκυστικό και για μένα ήταν φοβερά αποκαλυπτικό.

– Κάθε ρόλος στον «Φάουστ» είναι ένας άθλος ερμηνευτικός.

* Τον πρώτο καιρό που ξεκινήσαμε, είχαμε ένα τεράστιο ερώτημα: Πώς θα πάνε οι διπλές παραστάσεις; Όμως όσο περνούσε ο καιρός ανακάλυπτες, πρώτον, ότι έχεις την δύναμη για να κάνεις δύο παραστάσεις και δεύτερον, ότι η ισορροπία που προσπαθείς να κτίσεις ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη είναι κάτι πολύ χρήσιμο. Αν στην πρώτη παράσταση τα δώσεις όλα, πώς μετά θα κρατήσεις οικονομία δυνάμεων και για την επόμενη; Ή πώς δεν θα είναι η πρώτη παράσταση απλώς προθέρμανση, για να έρθει η δεύτερη και να είσαι ουσιαστικά όλος εκεί, ψυχή τε και σώματι;

Τα όριά σου

* Από τη μέση των παραστάσεων και μετά άρχισε να χτίζεται αυτή η ισορροπία. Να προκύπτουν ενδιαφέροντα πράγματα και στην πρώτη και στη δεύτερη. Τότε αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι ποια είναι τα όριά σου. Ανακαλύπτεις διαρκώς ότι έχεις περισσότερη αντοχή και το περιθώριο να μην κάνεις εκπτώσεις, αν και έχεις δύο παραστάσεις. Πρέπει να είσαι πειθαρχημένος ώστε να μπορείς να ανταποκριθείς και στο μέγεθος του θεάτρου. Ο λόγος σου να φτάνει προς τα έξω. Και όχι μόνον ο λόγος σου. Όλα. Ακόμη και η ενέργειά σου. Ήταν μια διαδικασία που με απασχόλησε πολύ και δεν έχει σταματήσει να με απασχολεί.

– Έχεις παίξει και στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, ήσουν και τότε σε ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της Ελλάδας.

* Παλεύεις να καλύψεις την απόσταση που υπάρχει. Καλείσαι να την ξεπεράσεις και να καταφέρεις ο θεατής να επικοινωνήσει με αυτό που πράττεις επί σκηνής. Ένιωθα ότι το έψαχνα διαρκώς αυτό. Προσπαθούσα να μη χάνεται η αμεσότητα, να μην περνάω σε μια απαγγελία… Αυτό μας έλεγε πάντα ο Ακύλας Καραζήσης στη Σχολή: «Να μιλάς όσο μπορείς με τη φωνή της καρδιάς». Αυτό δεν είναι μια εύκολη λειτουργία, ειδικά σε τόσο μεγάλους χώρους. Ακριβώς επειδή η αγωνία σου είναι να χαλιναγωγήσεις τον λόγο και την ενέργειά σου εκείνη τη στιγμή. Όμως γίνεται μαγικό όλο αυτό όταν καταφέρνεις να απαλλαγείς από την ανάγκη να μην ελέγχεις αυτό που κάνεις. Τις στιγμές όμως που δεν ελέγχεις ακριβώς αυτό που κάνεις και αφήνεσαι απόλυτα στη στιγμή, από εκεί μαθαίνεις. Από εκείνες τις στιγμές. Αυτή είναι η μαγεία και η δυσκολία του θεάτρου, ότι ενώ κάθε βράδυ επαναλαμβάνεις τα ίδια λόγια, καλείσαι κάθε βράδυ να ψάχνεις να βρεις και κάτι καινούργιο. Να μην είναι απλώς μια επανάληψη. Να βρίσκεις τον τρόπο να μη σβήσει μέσα σου η σπίθα της δημιουργίας.

– Πάντα οι παραστάσεις είναι διαφορετικές. Ακόμα και στον κινηματογράφο, ανάλογα με το κοινό που βρίσκεται στην αίθουσα, μπορεί η κάθε προβολή να είναι διαφορετική…

* Η διαφορά είναι ότι ο κινηματογράφος «παγώνει» τη στιγμή, ενώ στο θέατρο δεν συμβαίνει αυτό. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Από τη στιγμή που έχει ειπωθεί το οτιδήποτε με έναν τρόπο, «παύει» και να υπάρχει. Δεν είναι κάτι που καταγράφεται δηλαδή. Όμως το να μπορείς να διατηρείς αυτή τη σχέση σου, την έννοια του «εδώ και τώρα», είναι το πιο απαιτητικό πράγμα. Είναι δύσκολη υπόθεση το θέατρο.

Εμμονή

* Όταν ξεκινήσαμε, καθ’ όλη τη διάρκεια των προβών, έπαθα μια εμμονή. Διάβαζα συνέχεια το έργο. Δεν έβγαινε από το μυαλό και ποτέ δεν εστίασα στο ίδιο πράγμα. Δεν γινόταν… Γιατί το κέντρο της προσοχής, μέρα με τη μέρα, μετακινείται. Τη μια μέρα θα σε απασχολήσει κάτι, την επόμενη θα ανακαλύψεις ότι στην επόμενη φράση ή στην επόμενη σκηνή ξαφνικά αναπηδά κάτι νέο. Επειδή είναι ζωντανό αυτό που συμβαίνει, πρέπει να συμπεριλάβεις και όλα τα απρόοπτα που μπορούν να συμβούν. Από τα τεχνικά μέχρι το οτιδήποτε. Έτσι θα αξιοποιήσεις εκείνο που δεν το περίμενες και έρχεται ξαφνικά. Και αυτό σου δίνει και τη δυνατότητα να αιφνιδιάζεσαι, πράγμα που είναι συγκλονιστικό. Δεν είναι εύκολο να ζωντανέψεις τη στιγμή. Παρόλο που αυτό που κάνεις είναι ζωντανό, δεν είναι αυτονόητο ότι ζωντανεύουν τα πράγματα.

– Ο ηθοποιός πρέπει να είναι διαρκώς σε εγρήγορση; Να είναι ετοιμοπόλεμος…

* Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του αυτόματου πιλότου. Σε αυτό χρειάζεται αντίσταση. Αντίσταση στην ευκολία. Να μη φεύγουν απλώς από το στόμα σου οι λέξεις. Και όταν είναι πολλές αυτές οι λέξεις, και όταν ο λόγος είναι σπουδαίος. Σπουδαίος λόγος και περίτεχνα φτιαγμένος.

– Τότε πώς το διαχειρίζεσαι;

* Είναι στιγμές που θέλεις επίτηδες να τονίσεις την ομοιοκαταληξία και είναι άλλες που θέλεις να την ξεχάσεις και οφείλεις να το κάνεις. Όμως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Απαιτείται συγκέντρωση. Ειδικά στις διπλές παραστάσεις ανακαλύπτεις πολλά πράγματα για τον εαυτό σου και για τα όριά σου. Είναι τότε που αρχίζεις και μαθαίνεις ποιος είσαι.

– Φυσικά πρέπει να μη λησμονείς ότι ο θεατής δεν λαμβάνει υπόψη του ότι εσύ έπαιξες και το απόγευμα και παίζεις και το βράδυ. Ο θεατής πληρώνει το εισιτήριό του και απαιτεί να δει την παράσταση όπως πρέπει να τη δει.

* Ακριβώς. Ο θεατής δεν είναι εκεί για να αντιληφθεί κάτι τέτοιο. Όμως τις μικρές αλλαγές, από μέρα σε μέρα, εμείς μεταξύ μας τις αντιλαμβανόμαστε και έχουν σημασία. Δεν σταματάς να δημιουργείς, να ονειρεύεσαι και να ανανεώνεσαι. Βέβαια υπάρχει αυτή η «χρυσή» περιοχή όπου ο θεατής δεν αντιλαμβάνεται ότι εσύ κάνεις κάτι διαφορετικά. Όμως εσύ το «μετακινείς» από μέρα σε μέρα. Αυτό βεβαίως είναι και επικίνδυνο γιατί κάποια στιγμή μπορεί να μετακινηθείς προς μια άλλη κατεύθυνση. Τότε, έχεις έναν σκηνοθέτη σαν την Κατερίνα Ευαγγελάτου, η οποία έρχεται στις παραστάσεις, παρακολουθεί και ουσιαστικά συνεχίζει να δίνει κατευθύνσεις. Όλους μάς απασχολεί η διαρκής διερεύνηση…

Μη χάνεις το δρόμο σου…

* Η Κατερίνα μας διορθώνει μέχρι και λίγο πριν τελειώσουν οι παραστάσεις. Επειδή τις βλέπει όλες, επιμένει σε κάποια πράγματα και σε συμβουλεύει ώστε να μη χάνεις τον δρόμο σου. Γιατί με την επανάληψη μπορεί να συμβεί και αυτό.

Η πρώτη και η τελευταία παράσταση

* Είναι σπουδαία η μέθοδός της, αφού η πρώτη παράσταση και η τελευταία παράσταση μπορεί να μην έχουν καμία σχέση. Η πορεία που διανύει μια παράσταση και οι ηθοποιοί της έχει ουσιαστικό ενδιαφέρον. Μιλάμε για την εξέλιξη των πραγμάτων και πώς συμβαδίζουμε με αυτήν.

– Εν τω μεταξύ έρχεται ένας… πίθηκος στη ζωή σου; Ο «πίθηκος» του Κάφκα;

* Στην ουσία πρόκειται για το έργο «Ο θείασως πέζη Κάφκα», που είναι βασισμένο στο διήγημα του Φραντς Κάφκα «Ανακοίνωση σε μια Ακαδημία».

– Πότε αρχίζετε;

* Από τις 16 Μαΐου 2016, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Bios, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κατσή θα είμαι εκεί μαζί με τη Νατάσα Εξηνταβελώνη, τη Μαρία Μοσχούρη, τον Πάνο Παπαδόπουλο και τον Κωνσταντίνο Πλεμμένο. Όλοι εμείς αφηγούμαστε τη ζωή του πιθήκου που έγινε άνθρωπος και μας λέει την ιστορία του.

– Παρόλο που αυτός ο πίθηκος μιλάει με ανθρώπινη φωνή, εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν πίθηκος. Αυτό το έργο είναι μια άλλη πορεία για τον πολιτισμό μας. Είναι πιο δύσκολο για έναν ηθοποιό να παίζει έναν ανθρώπινο χαρακτήρα ή να παίζει ένα ζώο;

* Μετά την έρευνα που κάναμε δεν πρόκειται να παρουσιάσουμε κάποιο ζώο. Δεν θα δείτε πέντε πιθηκάκια επάνω στη σκηνή. Επ’ ουδενί.
Τίποτα δεν είναι δύσκολο και τίποτα δεν είναι εύκολο ταυτόχρονα. Σε κάθε ρόλο ή σε κάθε ιστορία, που καλείσαι να αφηγηθείς, έχει ενδιαφέρον το πώς μπαίνεις μέσα σε αυτή την επεξεργασία. Πόσο καταφέρνεις να γίνεσαι προσωπικός μέσα απ’ αυτό που λες και πόσο καταφέρνεις αυτό να το επικοινωνήσεις και με τους ανθρώπους που έρχονται να δουν την παράσταση. Επίσης να σχηματίσεις αυτό που θέλεις εσύ να δείξεις στο κοινό.

– Η δουλειά σου ως ηθοποιός σε αυτή τη φάση σε απελευθερώνει;

* Αυτό είναι η πρόβα ουσιαστικά. Να αφήνεις τη φαντασία σου ελεύθερη, να καταργήσεις τις αντιστάσεις σου, να τα βάλεις με την ντροπή σου, με την αμηχανία σου και στο τέλος να δημιουργήσεις μαζί με τους συναδέλφους σου.

Εμπιστοσύνη

* Δεν ξέρω πού θα οδηγηθούμε με την ομάδα, αλλά πιστεύω ότι είναι σημαντικό το ότι είμαστε όλοι μαζί και δημιουργούμε. Στην ομάδα αυτή κάποιοι άνθρωποι θα δουλεύουν μαζί σταθερά, αποτελώντας τον πυρήνα της, ενώ κάποιοι θα μπαίνουν και θα βγαίνουν απ’ αυτή. Πιστεύω ότι χρειάζεται χρόνος για να χτιστεί η εμπιστοσύνη. Και αν είναι κάτι που μου λείπει από τότε που βγήκα από τη Σχολή, είναι αυτή ακριβώς η εμπιστοσύνη που χτίζεται με το πέρασμα του χρόνου, με τη συνύπαρξη. Όταν ήμασταν στη σχολή για τρία χρόνια, με τα παιδιά που ήταν στο έτος μου, κληθήκαμε να δουλέψουμε μαζί πολύ στενά και αυτό μας έκανε «κατά τύχη» ομάδα. Δεν ήταν απαραίτητο να είμαστε φίλοι. Θα έλεγα ότι στο έτος μου δεν είχε καμία σημασία αν ήμασταν καλό παρεάκι ή όχι. Καταφέραμε αυτό να είναι ανεξάρτητο από τη δουλειά που είχαμε να κάνουμε ως ομάδα και αυτό είναι το πιο καίριο. Τελικά αγαπηθήκαμε και αποκτήσαμε μια οικειότητα που είναι καθοριστική, που είναι πάνω από το αν συμπαθούμε ο ένας τον άλλον ή δεν τον συμπαθούμε. Όταν ήμασταν επάνω στη σκηνή όλοι μαζί και φτιάχναμε κάτι, αυτό ήταν πιο σημαντικό για τον καθένα από εμάς. Όταν εγώ έπεφτα, ήξερα ότι θα υπάρχει κάποιος εκεί να με κρατήσει…

– Νιώθεις ασφάλεια. Υπάρχει ένα δίχτυ προστασίας;

* Δεν έχει να κάνει τόσο με ασφάλεια, γιατί είναι ωραίο να υπάρχει και η επικινδυνότητα σε ό, τι πάμε να φτιάξουμε. Δεν μιλάω τόσο για την ασφάλεια, όσο για την εμπιστοσύνη. Επειδή η εμπιστοσύνη θα σε κάνει να δοκιμάσεις και ριψοκίνδυνα πράγματα. Θα ξέρεις ότι κάποιος είναι εκεί για σένα και εσύ είσαι εκεί για κάποιον άλλον. Γιατί ο άλλος είναι πιο σημαντικός από σένα. Αυτό είναι το σπουδαιότερο. Ο άλλος είναι το θέμα, όχι εσύ. Η μικρή εμπειρία που έχω μέχρι τώρα αυτό μου έχει δείξει. Η ανάγκη μου είναι να δουλέψω, να γίνω μέρος μιας ομάδας. Εύχομαι αυτή η συνεργασία να μας οδηγήσει κάπου όμορφα.

– Αυτή η ομάδα μπορεί να συνεχίσει και με άλλες δημιουργίες στο μέλλον;

* Ασφαλώς. Αυτή είναι η προσωπική μου επιθυμία και η προσωπική μου ανάγκη. Πιστεύω σε αυτό, γιατί θεωρώ ότι η ομάδα είναι βασικό χαρακτηριστικό του θεάτρου. Η αλήθεια είναι ότι τα καταπληκτικά πράγματα που είδα να συμβαίνουν στη Σχολή μού λείπουν. Γνωριζόμασταν καλά και είχαμε καταφέρει ζώντας ο ένας δίπλα στον άλλον να ανακαλύψουμε και τη δυνατότητα να διαφωνούμε, αλλά και να επιμένουμε.

Διαφορετικοί κόσμοι

* Ήμασταν εκεί για τρία χρόνια και έπρεπε να βρούμε ένα τρόπο να διαπραγματευτούμε τη σχέση μας, να διαπραγματευτούμε τη διαφωνία μας και τη διαφορετική μας αντίληψη. Ήμασταν δεκαοκτώ διαφορετικοί κόσμοι. Φτιάξαμε και εμείς εκεί μια μικρή κοινωνία.

Γρήγοροι ρυθμοί

* Δεν ωφελεί να παρασυρόμαστε από τους γρήγορους ρυθμούς της ζωής μας και της καθημερινότητάς μας. Αντιθέτως πρέπει να προσπαθούμε και να δίνουμε χρόνο. Χρόνο και για να περνάμε μαζί δουλεύοντας αλλά και μόνοι μας, αφού και τα δύο είναι χρειαζούμενα στη ζωή.

– Υπάρχουν κάποιοι ρόλοι που έχεις ονειρευτεί;

* Υπάρχει μια πολύ αγαπημένη μου τραγωδία του Ευριπίδη, λέγεται «Ηρακλείδες». Σπάνια ανεβαίνει. Εκεί υπάρχει ο ρόλος του γέροντα Ιόλαου. Αυτός ήταν καλός φίλος του Ηρακλή. Ο Ηρακλής έχει πεθάνει και τα παιδιά του προσπαθούν να βρουν καταφύγιο σε κάποιον βωμό ελληνικής πόλης. Περιπλανώνται από τη μια πόλη στην άλλη, ψάχνοντας για ένα ασφαλές μέρος, γιατί θέλει να τα σκοτώσει ο αντίπαλος βασιλιάς του Ηρακλή. Να μη μείνει κανένας απόγονος της οικογένειάς τους. Σε αυτό το ταξίδι, σε αυτή την περιπλάνηση, τα βοηθάει και τα οδηγεί ο Ιόλαος.

– Είναι παράξενο και φοβερά ενδιαφέρον που επιλέγεις έναν τέτοιο ρόλο.

* Με συγκινεί απίστευτα η συγκεκριμένη τραγωδία. Την είχαμε δουλέψει στο 2ο έτος της Σχολής με τη Μάρθα Φριντζήλα. Κάθε σπουδαστής αναλάμβανε να παρουσιάσει σε μια solo performance, μια ολόκληρη τραγωδία με όλα τα πρόσωπα. Εγώ τότε είχα πάρει τους «Ηρακλείδες» όπου εκτός από τον Ιόλαο υπάρχει άλλος ένας εξαιρετικός ρόλος, αυτός της Μακαρίας. Είναι μια κοπέλα που αποφασίζει να θυσιαστεί για να σωθούν τα αδέλφια της. Γίνεται ένας πόλεμος μεταξύ του βασιλιά των Αθηνών, Δημοφώντα, ο οποίος θέλει να υπερασπιστεί τα παιδιά του Ηρακλή και αποφασίζει να πολεμήσει τον αντίπαλο βασιλιά, τον Ευρυσθέα. Βγαίνει χρησμός που λέει ότι πρέπει μια κόρη να θυσιαστεί προκειμένου να κερδηθεί ο πόλεμος και να γλιτώσουν τα παιδιά του Ηρακλή από τη σφαγή. Τότε οικειοθελώς αποφασίζει να θυσιαστεί η κόρη του Ηρακλή, η Μακαρία, που είναι ένα πρόσωπο που δεν το συναντάμε πουθενά αλλού, σε καμία άλλη τραγωδία. Τα παιδιά γλιτώνουν, ενώ κατά τη διάρκεια της μάχης ο Ιόλαος ξαναγίνεται νέος και πηγαίνει και πολεμάει.

Ο Φρύγας

* Μου αρέσει επίσης ο Φρύγας, ένα πρόσωπο με πολυκύμαντη ιστορία. Είναι σκλάβος της Ωραίας Ελένης στον «Ορέστη» του Ευριπίδη. Από τους λιγότερο φωτισμένους ρόλους αλλά με πολλές δυνατότητες. Καμιά φορά σε αυτούς τους όχι και τόσο φωτισμένους και δημοφιλείς ρόλους ανακαλύπτεις κάτι πάρα πολύ δυνατό.

– Εκτός από το θέατρο είχες κάποια επαφή και με τον κινηματογράφο;

* Μόνο θεωρητικά. Είναι μια τελείως διαφορετική διαδικασία από το θέατρο. Ουσιαστικά, πρώτα απ’ όλα να πω ότι αγαπώ τον κινηματογράφο. Στη σχολή είχαμε την ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με τη μεγάλη οθόνη φτιάχνοντας σενάρια και ουσιαστικά παίζοντας όλα όσα γράφαμε. Εκεί είχαμε τον αγαπημένο μου δάσκαλο Πέτρο Σεβαστίκογλου. Η διαδικασία αυτή με ξετρέλαινε. Θεωρώ ότι ο κινηματογράφος είναι επίσης ένας κόσμος γοητευτικός. Υπάρχει μια αμεσότητα. Σου δείχνει στιγμές των ανθρώπων και στιγμιότυπα της ζωής, που μπορεί να τα αγνοείς ή να μην τους δίνεις σημασία ενώ τελικά έχουν πολλά να πουν, για τις σχέσεις, για τον κόσμο, για τη φύση, για τα ζώα, για τα πάντα. Πιστεύω ότι ο κινηματογράφος είναι κορυφαία τέχνη επειδή βρίσκει τον τρόπο να ξεπεράσει ενδιάμεσα εμπόδια.

– Ποια ταινία που είδες τελευταία;

* Είδα τη «Βικτώρια» σε σκηνοθεσία Σεμπάστιαν Σίπερ. Μια γερμανική ταινία που είναι όλη γυρισμένη σε ένα μονοπλάνο 138 λεπτών. Πρόκειται για μια απλή ιστορία γυρισμένη με εντυπωσιακό τρόπο. Παίζουν και εξαιρετικά οι ηθοποιοί.

– Τι θέση έχει η τέχνη στη ζωή μας σήμερα με όσα συμβαίνουν;

* Τη θέση που είχε πάντα και που θα έχει πάντα. Την ανάγκη του ανθρώπου να διατηρήσει τις αξίες του. Ακριβώς επειδή τα πράγματα είναι δύσκολα και πάντα ήταν και πάντα θα είναι. Αυτό δεν είναι κάτι που αλλάζει. Το θέμα είναι αν καταλαβαίνουμε ότι η κρίση είναι κρίση αξιών…

Αλμπέρ Καμί

* Διάβασα την «Πανούκλα» του Καμί, ένα έργο αλληγορικό και πάντα επίκαιρο. Λέει μια φράση που μου φαίνεται τρομερή, ότι αυτό που μαθαίνεις μέσα σε μια επιδημία είναι πως ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχουν πολύ πιο αξιοθαύμαστα, παρά αξιοκατάκριτα πράγματα. Ο Καμί θέτει και υπερασπίζεται έναν ανθρωπισμό, με αφετηρία τον ίδιο τον άνθρωπο. Αυτό!

– Στην εποχή που ζούμε πιστεύεις ότι ο ρόλος της τέχνης είναι να δίνει ενθάρρυνση στους ανθρώπους; Να δίνει τα κλειδιά στον λόγο; Να δίνει κουράγιο;

* Η παρηγοριά είναι σημαντική. Να υπάρχει μια φωνή αυτή την εποχή που να σου ψιθυρίζει «κουράγιο» κι εσύ να συνεχίζεις. Να μη σταματάς. Να συνεχίζεις ό, τι και αν συμβαίνει. Όσο δύσκολο και αν είναι, να βρίσκεις τη δύναμη και να συνεχίζεις. Αυτό πιστεύω ότι σε ένα βαθμό μπορεί να το πετύχει η τέχνη.

Ο άνθρωπος και τα ζώα

* Θα έλεγα ότι ο άνθρωπος έχει να μάθει πολύ περισσότερα από τα ζώα και από τη λειτουργία τους σε σχέση με τη φύση, παρά το αντίθετο. Έχω διαβάσει το μυθιστόρημα του Μίλαν Κούντερα, «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι». Σε αυτό το έργο υπάρχει ένας σκύλος που ανήκει στην Τερέζα και στον Τόμας. Σε μια σκηνή λοιπόν γράφει κάτι πάρα πολύ όμορφο γι’ αυτό το σκυλί και για την ανιδιοτελή αγάπη του προς τον άνθρωπο. Λέει χαρακτηριστικά πως το σκυλί ήταν πάντα ευτυχισμένο και χαρούμενο κάθε φορά που έβλεπε την πόρτα και καταλάβαινε ότι θα πάνε βόλτα. Είχε πάντα τον ίδιο ενθουσιασμό και έλεγε ότι αυτή είναι μια αγάπη προς τον άνθρωπο και προς τη χαρά της ζωής γενικότερα. Υπήρχε μια χαρά η οποία ήταν ανεξάντλητη. Το σκυλί κάθε φορά είχε τον ίδιο ενθουσιασμό για τη βόλτα. Δεν επρόκειτο να βαρεθεί ή να μην έχει όρεξη. Αυτό λοιπόν είναι που σε πολλές περιπτώσεις λείπει από τον άνθρωπο. Οπότε, ουσιαστικά αυτό που ήθελε να πει ο Κούντερα ήταν ότι η ανιδιοτέλεια που υπάρχει στην αγάπη των ζώων, πολλές φορές λείπει από τον άνθρωπο και στον τρόπο που αγαπάει τους συνανθρώπους του και τα ζώα, και κατ’ επέκταση τη φύση. Η αγάπη για μένα συμπεριλαμβάνει και τον σεβασμό προς τη φύση και προς τα άλλα πλάσματα. Δεν πιστεύω καθόλου ότι τα ζώα είναι κατώτερα. Απεναντίας έχουμε να διδαχτούμε από τη συμπεριφορά τους.

– Εκτός από τον τον Κούντερα, ποιους άλλους συγγραφείς αγαπάς;

* Με συγκλονίζει ο Αλμπέρ Καμί, ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Έρνεστ Χεμινγουέι και ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρω, ο οποίος με έχει επηρεάσει αρκετά. Και από ποιητές αγαπώ πολύ τον Νίκο Καρούζο, την Κατερίνα Γώγου, τον Τ. Σ. Έλιοτ.

– Έχεις στο σπίτι σου κάποιο ζώο συντροφιάς;

* Είχαμε στη Θεσσαλονίκη ένα σκυλάκι και το αγαπούσαμε πολύ. Όταν μετακομίσαμε, το πήγαμε στο χωριό όπου εκεί ήταν πολύ ευτυχισμένο γιατί είχε πλέον αυλή. Δεν ήταν πια μέσα σε διαμέρισμα. Και το λέω αυτό γιατί ήταν σκυλάκι. Με τη γάτα δεν υπάρχει το ίδιο πρόβλημα. Απλώς θεωρώ ότι σε κάθε περίπτωση πέρα από τον χώρο που χρειάζεται το ζώο, χρειάζεται και χρόνο. Και ενώ θέλω πάρα πολύ να έχω ένα κατοικίδιο, δεν έχω ούτε τον χώρο, ούτε και τον χρόνο. Δεν πιστεύω ότι αρκεί να παίρνεις ένα ζώο και να το βάζεις στο σπίτι σαν διακοσμητικό. Τα ζωάκια χρειάζονται φροντίδα και αγάπη. Θα μου άρεσε αν είχα αυτή τη δυνατότητα. Ίσως αργότερα. Όταν βρίσκομαι σε σπίτια φίλων που έχουν ζώα νιώθω μεγάλη χαρά. Τα ζώα σε φέρνουν σε επαφή με μια τρυφερότητα, που πολλές φορές οι άνθρωποι την έχουν ξεχάσει. Την έχουν παραμερίσει…

– Ευτυχώς αυτή την τρυφερότητα εσύ δεν την έχεις χάσει και τη μοιράστηκες μαζί μας με αυτή τη συζήτηση που είχαμε. Σε ευχαριστώ πολύ Νάνσυ!

* Κι εγώ ευχαριστώ πολύ!

* Οι φωτογραφίες είναι του catisart.gr

«Ο Θείασως πέζη Κάφκα» – πληροφορίες παράστασης

Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κατσής (ή Τζούλιο)
Παίζουν: Νατάσα Εξηνταβελώνη (1), Μαρία Μοσχούρη & Νάνσυ Σιδέρη (22), Πάνος Παπαδόπουλος (5), Κωνσταντίνος Πλεμμένος (12)
Βοηθός Σκηνοθέτη: Κατερίνα Ζησούδη
Φωτογραφίες: © Γιώργος Ονησιφόρου & Γιαννούλα Μπανάσιου
Bios Tesla main
Πειραιώς 84, 10435 Αθήνα
Τηλέφωνο: +302103425335
http://www.bios.gr /
Είσοδος 10 ευρώ
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στις 21.00
Διάρκεια: 80 λεπτά

Εκτύπωση
diaxeiristisΝάνσυ Σιδέρη, πνεύμα ευτυχισμένης συγκυρίας