|
Στη νέα δουλειά του Κωνσταντίνου Πάτσιου, καλούμαστε για άλλη μια φορά να περιηγηθούμε στο πολύβουο σύμπαν που κάθε φορά δημιουργεί ο εικαστικός, χρησιμοποιώντας τα γνωστά συνδυαστικά του μέσα, το κολάζ με τη ζωγραφική. Ένας καταιγισμός εικόνων εκτυλίσσεται πάνω στον καμβά. Εικόνες που, αν και αρχικά μοιάζουν ασύνδετες μεταξύ τους, λειτουργούν τελικά ως φορείς πολλαπλών και συχνά υπαινικτικών νοημάτων, τα οποία καλείται να αποκωδικοποιήσει ο θεατής. Η πρόθεση του καλλιτέχνη όμως δεν είναι να επιβάλει μία συγκεκριμένη ερμηνεία, αλλά να αφήσει χώρο στην τυχαιότητα, στις ελεύθερες συνδέσεις και στις προσωπικές αναγνώσεις που γεννά η συνάντηση με το έργο. Αν, παρ’ όλα αυτά, ο θεατής αναζητήσει ένα πιθανό σημείο εκκίνησης για την ανάγνωση των έργων, τότε αυτό μπορεί να εντοπιστεί στον τίτλο της έκθεσης, Woke on the Wild Side, ο οποίος παραπέμπει ευθέως στο εμβληματικό τραγούδι Walk on the Wild Side του Lou Reed. Η αναφορά αυτή ενεργοποιεί έναν ολόκληρο πολιτισμικό και κοινωνικό συνειρμό γύρω από την περιθωριακότητα, την ταυτότητα, την πρόκληση και τη ρευστότητα των κοινωνικών ρόλων. Όπως και στο τραγούδι, έτσι και στα έργα του Πάτσιου, ο θεατής περιηγείται σε ένα πεδίο αντιθέσεων, όπου το οικείο συνυπάρχει με το παράδοξο και η σάτιρα με την πολιτική αιχμή.
Η συνύπαρξη ετερόκλητων εικόνων αποτελεί βασικό στοιχείο της εικαστικής γλώσσας του καλλιτέχνη. Το νόημα δεν οργανώνεται μέσα από μια γραμμική αφήγηση, αλλά προκύπτει αποσπασματικά, μέσα από τη σύγκρουση και τη συνάντηση διαφορετικών οπτικών κωδίκων. Στα έργα συνδιαλέγονται στοιχεία από την κλασική ζωγραφική, την ποπ κουλτούρα, τη μαζική ενημέρωση και τη διαφήμιση, δημιουργώντας ένα περιβάλλον οπτικής υπερφόρτωσης που αντανακλά τη σύγχρονη πραγματικότητα. Η ειρωνεία και η αποδόμηση των συμβόλων είναι διάχυτα στο έργο. Πρόσωπα μουντζουρώνονται, αλλοιώνονται με επικόλληση άλλων στοιχείων ή ακόμα και ακρωτηριάζονται. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το κολάζ αποκτά όχι μόνο αισθητική αλλά και πολιτική διάσταση. Οι επεμβάσεις πάνω στις εικόνες, σε συνδυασμό με αποσπάσματα λέξεων, συνθημάτων και αναγνωρίσιμων συμβόλων, δημιουργούν ένα παραληρηματικό και βαθιά επίκαιρο σχόλιο για τη σύγχρονη πραγματικότητα. Η επιρροή της ποπ αισθητικής και των μεταπολεμικών πρακτικών του Νέου Ρεαλισμού επανερμηνεύεται μέσα από το ιδιαίτερο προσωπικό ιδίωμα του καλλιτέχνη, όπου η εικόνα λειτουργεί ταυτόχρονα ως φορέας μνήμης, κατανάλωσης και ιδεολογίας. Ταυτόχρονα, η ζωγραφική παρεμβαίνει δυναμικά πάνω σε αυτά τα στοιχεία, μετασχηματίζοντάς τα και δίνοντας τους νέα ένταση. Οι χρωματικές αντιθέσεις και οι χειρονομιακές πινελιές δεν λειτουργούν διακοσμητικά, αλλά ενισχύουν τη σύγκρουση ανάμεσα στις εικόνες, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που δεν αφήνει τον θεατή αμέτοχο. Μέσα από αυτήν την τεχνική, ο καλλιτέχνης καταφέρνει να αποδώσει οπτικά την πολυπλοκότητα της σύγχρονης πραγματικότητας, όπου η πολιτική και η μαζική κουλτούρα συνυπάρχουν και αλληλοσυγκρούονται.
Σε ένα βαθύτερο επίπεδο ανάγνωσης, μπορεί κανείς να διακρίνει και μια υπόγεια ενεργοποίηση του διπόλου αρσενικού/θηλυκού, ως ρευστού μηχανισμού ταυτότητας και βλέμματος. Σε μια γκονταρική σχεδόν λογική αποδόμησης των εικόνων και των ρόλων, όπως τη συναντά κανείς στο σινεμά του Jean-Luc Godard, το φύλο παύει να λειτουργεί ως σταθερό σημαίνον και μετατρέπεται σε πεδίο έντασης, μετατόπισης και σκηνοθετημένης ασυνέχειας. Το αρσενικό και το θηλυκό ανακυκλώνονται μέσα στο ίδιο εικαστικό πλέγμα, όπως ακριβώς και οι πολιτισμικές αναφορές που συγκροτούν το έργο. Παράλληλα, ο ίδιος ο όρος woke που ενσωματώνεται στον τίτλο δεν λειτουργεί μόνο ως ειρωνική ή αναφορική χειρονομία προς τη σύγχρονη πολιτισμική συνθήκη, αλλά και ως ένδειξη μιας νέας ηθικοπολιτικής εγρήγορσης, η οποία συχνά παράγει τα δικά της συστήματα κανονικοποίησης των εικόνων και των λόγων. Στο πλαίσιο αυτό, το έργο φαίνεται να συνομιλεί κριτικά τόσο με τη ρητορική της ευαισθητοποίησης όσο και με τις εντάσεις που αυτή γεννά, αναδεικνύοντας το πώς ακόμη και οι πιο προοδευτικές αφηγήσεις μπορούν να μετατραπούν σε νέα πεδία ιδεολογικής διαπραγμάτευσης.
|