Cat Is Art

«Ρωμαίος και Ιουλιέτα», μια χωρίς συμπλέγματα παράσταση

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ο Σαίξπηρ δεν σταματά ποτέ να σε διδάσκει, να σε εκπλήττει και να σε παραξενεύει. Ακόμα κι αν έχεις παρακολουθήσει τα έργα του δεκάδες φορές, είτε στο θέατρο είτε στον κινηματογράφο. Τον Σαίξπηρ τον ανακαλύπτεις ξανά. Οι μελετητές του πάντα βρίσκουν αθέατες γωνιές του. Όσο αλλάζεις ως άνθρωπος, τόσο τα έργα του Σαίξπηρ αλλάζουν μαζί σου. Πρόσφατα είδα ξανά το “Ρωμαίος και Ιουλιέτα” και η εμπειρία ήταν εντελώς διαφορετική από το έργο που ήξερα.
Το ρομαντικό, το μελό και το ρόδινο δεν ισχύουν στην εποχή μας. Αν εσείς ανήκετε στη μερίδα εκείνη του κοινού που αρνείται κάθε παρέκκλιση από τις αρχές του ελισαβετιανού θεάτρου, τότε η παράσταση που έθεσε σε κίνηση ο Κωνσταντίνος Ρήγος με τους συνεργάτες του στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά δεν είναι για εσάς. Αν πάλι είστε δεκτικοί σε καινοτομίες, τότε μην τη χάσετε. Γιατί το θέατρο μπορεί να έχει διάφορες μορφές.
Το έργο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» είναι μια τραγωδία που έγραψε στην αρχή της σταδιοδρομίας του ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ, το 1595, για δύο νεαρούς κατατρεγμένους εραστές που ο θάνατός τους τελικά συμβιβάζει τις διενέξεις μεταξύ των φεουδαρχικών οικογενειών τους. Ήταν ανάμεσα στα πιο δημοφιλή έργα του Σαίξπηρ κατά τη διάρκεια της ζωής του και, μαζί με τον «Άμλετ», είναι ένα από τα πιο πολυπαιγμένα έργα του. Σήμερα, οι χαρακτήρες του τίτλου θεωρούνται ως αρχέτυπο των νέων εραστών.

Την εποχή που έζησε ο Σαίξπηρ οι Άγγλοι δεν ενδιαφέρονταν να κρατήσουν βιογραφικές πληροφορίες για θέματα άσχετα με την εκκλησία ή το κράτος. Επιπλέον, η συγγραφή θεατρικών έργων μάλλον δεν αποτελούσε μια ευυπόληπτη ενασχόληση και έτσι λίγοι άνθρωποι ασχολούνταν με τη ζωή των δραματουργών. Ωστόσο, ανακαλύφθηκαν αρχεία που αφορούν τη ζωή του Σαίξπηρ και την εποχή του. Μια εποχή με κυρίαρχα γνωρίσματα τον τυχοδιωκτισμό, τη βία, την εγκληματικότητα.
Στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» υπάρχει πολλή αλαζονεία, εγωισμός αλλά και ακεραιότητα. Ο κόσμος; Τη μια στιγμή είναι μαζί σου και την αμέσως επόμενη εναντίον σου. Σας θυμίζει κάτι όλη αυτή η κατάσταση; Πώς θα μπορούσε ένα τέτοιο έργο να μη φέρνει στο μυαλό εικόνες του σήμερα;
Κάπου, σε μια παράξενη χώρα, σε ένα προάστιο μιας μεγαλούπολης, ανάμεσα σε παλιές πολυκατοικίες κι εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι αναμετρώνται με τις αντιφάσεις τους.
Οι συγκρούσεις ανάμεσα στις συμμορίες των νεαρών, ο καταδικασμένος από τους γονείς έρωτας, τα μαχαιρώματα μέσα στη νύχτα, όλα αυτά γίνονται και σήμερα σε κάποιες κοινωνίες, όλα αυτά μας είναι οικεία.
Με τους συνεργάτες του ο Κωνσταντίνος Ρήγος ανιχνεύει την ακρίβεια στην κίνηση, την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην τέχνη και στην κοινωνία, ανάμεσα στο σώμα και στην ψυχή. Ο σκοπός του να προσφέρει στο κοινό, με το δικό του τολμηρό τρόπο, σοβαρότητα και γενναιοδωρία.

Βία και εξουσία

Η εξουσία είναι παρούσα. Κοινωνική και οικογενειακή. Εξουσία των γονέων. Πώς ενσαρκώνεται και πώς ασκείται η εξουσία στο έργο; Πόσο απρόσωπη μπορεί να είναι; Αλλά και πόσο βίαιη; Βία σωματική, ψυχολογική, κοινωνική. Συγκαλυμμένη βία και βία συμβολική. Θεσμική βία. Πώς βιώνονται η εξουσία και η βία από τα άτομα και τις ομάδες; Πώς προκαλείται και πώς βιώνεται ο κοινωνικός πόνος σωματικά και ψυχικά;
Τι σχέση έχουν τα στερεότυπα, οι προκαταλήψεις, οι κοινωνικές διακρίσεις;
Η βία ως κοινωνικό φαινόμενο βρίσκεται γύρω μας, μεταδιδόμενη με τρόπους που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Από την προέλευσή της και την προβολή της σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, μέχρι και στην έκφρασή της, φθάνει σε ατομικό επίπεδο να τρομάζει και να ακινητοποιεί. Η ανασφάλεια, ο κομφορμισμός, η επιθετικότητα και η μοναξιά έχουν σαν συνέπεια τα δημιουργία αντικοινωνικών τάσεων.
Το θέατρο είναι η παραγωγή ζωντανών απεικονίσεων πραγματικών ή φανταστικών συμβάντων, που μπορεί να ψυχαγωγήσει και να επιμορφώσει τους θεατές.
Στο αριστούργημα του Σαίξπηρ ανθρώπινες υπάρξεις συσπειρώνονται, συγχωνεύονται κι άλλες συνδέονται πραγματικά, δεσμοί απατηλοί, ασταθείς, αδιαφοροποίητες μάζες, απειλημένα υποκείμενα και ταυτόχρονα όλο και περισσότερες εκλάμψεις υποκειμενικότητας, σχέσεων και ελευθερίας. Οι ίδιοι μηχανισμοί που χειραγωγούν συλλογικά και καλλιεργούν το πρωτόγονο συναίσθημα ταυτόχρονα αποτελούν και την ευκαιρία αυτοπραγμάτωσης και αυτονόμησης.

Οι συμμορίες

Είναι ένα μείγμα έρωτα, τραγωδίας, χορού, βίας, τραγουδιού προκειμένου να μας επικοινωνήσει το βαθύ συναίσθημα. Οι Μοντέγοι και οι Καπουλέτοι ζωντανεύουν στη σκηνή ενσαρκωμένοι από δύο συμμορίες τους και έχουν να δηλώσουν πολλά!
Ο έφηβος προσπαθεί να γίνει πρόωρα άντρας και να βρεθεί κι αυτός από την πλευρά των δυνατών. Η συμμορία τού δίνει αυτή τη δυνατότητα. Μέσα στη συμμορία γίνεται δυνατός, κυριαρχεί στον περίγυρο, τρομοκρατεί, αψηφά την εξουσία, παίρνει εκδίκηση δέρνοντας, προκαλώντας φθορές και κάποιες φορές φτάνοντας ως το έγκλημα.
Γιατί τίποτε δεν είναι οικείο: τα τοπία στερούνται ομορφιάς, ήλιος ποτέ δεν ξημερώνει, η μουσική ενοχλεί αντί να ευφραίνει, ο ρομαντισμός χλευάζεται, το αντριλίκι και η μαγκιά εξαίρονται, ο έρωτας απαγορεύεται, το μίσος επιβάλλεται απ’ την παράδοση και η εξουσία –αόρατη, μα πανταχού παρούσα– προάγει και τιμωρεί ταυτόχρονα το ξέσπασμα της βίας.

Εφηβικός έρωτας

Μέσα σε όλα αυτά, ο πρώτος εφηβικός έρωτας. Ο έρωτας που χαρακτηρίζεται από πάθος και ένταση. Εφηβικός έρωτας: απόλυτα όμορφος, γεμάτος πρωτόγνωρα συναισθήματα, αλλά και ανασφάλειες και φόβους.
Στον δυσοίωνο αυτόν τόπο όπου διαδραματίζεται η τραγική ιστορία, όπου η δημόσια τάξη διασαλεύεται κάθε νύχτα, ένα ζευγάρι πάει κόντρα στην παράδοση και επαναστατεί με τον δικό του τρόπο. Τι μπορεί να συμβεί όταν όλα ανατρέπονται;
Τι φέρνει αυτή η επανάσταση; Και ποιος θα συνεχίσει την παράδοση;

Οι συντελεστές

Κάπου, σε μια παράξενη χώρα, δύο Ιουλιέτες, επτά Ρωμαίοι, ένας ιερέας, μια υψίφωνος, μια μέτζο σοπράνο και 34 νέοι ηθοποιοί, ερωτεύονται, τραγουδούν, χορεύουν, παλεύουν, συγκρούονται, παθιάζονται, αναζητούν τη ζωή και το νόημά της…
Μαζί τους οι έμπειροι Ακύλας Καραζήσης και Μαρία Σκουλά ως εμβληματικοί γονείς της Ιουλιέτας.
Εμπνευσμένη η σύνθεση και η εκτέλεση της μουσικής από τους Γιώργο Κατσή και Αντώνη Σταμόπουλο.

Το έργο του Σαίξπηρ, στη «νηφάλιου πάθους» μετάφραση του Δημητρίου Βικέλα, η γλωσσική έκφραση του οποίου σταδιακά οδηγείται από την απλή καθαρεύουσα σε μια γλώσσα που προσεγγίζει την καθομιλουμένη της εποχής του, όπως δεν το έχουμε ξαναδεί, σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ρήγου, και με μια ομάδα νέων ταλαντούχων ηθοποιών.
Θεατρική δουλειά περιβλημένη με απόλυτη φυσικότητα, καθώς ηθοποιοί – τραγουδιστές – χορευτές κινούνται με συναρπαστική ευκολία, εκτελώντας τις εξαιρετικές χορογραφίες που παραπέμπουν στο «West Side Story».
Στα πλεονεκτήματα της παράστασης η απίστευτη ενέργεια όλων των νεαρών ηθοποιών, ο εξαιρετικός πατήρ Λαυρέντιος και η απολαυστική υψίφωνος παραμάνα. Επίσης η αξιοποίηση όλων των υποδομών του θεάτρου – πλατείας και θεωρείων, η αναζωογονητική χρήση της καθαρεύουσας σε πολλά σημεία καθώς και αυτούσιων αποσπασμάτων από τον Σαίξπηρ, το πολύ προσεγμένο σκηνικό, τα υπέροχα κοστούμια του Γιώργου Σεγρεδάκη, οι καλλίφωνοι καλλιτέχνες και η ζωντανή ηχητική παρέμβαση όπου χρειαζόταν για περισσότερη ένταση και υποβολή.
Πανέμορφες οι ονειρικές φανταστικές εικόνες που δημιουργούν στο κοινό αξέχαστα «τοπία» του εσωτερικού μας κόσμου.

Καταλυτικής σημασίας οι φωτισμοί του Χρήστου Τσόγκα.
Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος ως Πατήρ Λαυρέντιος πραγματικά κλέβει πολλά σημεία της παράστασης. Ανεβάζει το ηθικό κάθε σκηνής με κάθε λέξη του εκστομίζει και την κάνει αντιληπτή άμεσα και σε βάθος. Πολύτιμος ηθοποιός.
Στην παράσταση που παρακολούθησα το ρόλο της Παραμάνας κρατούσε η Λητώ Μεσσήνη (υψίφωνος). Μοναδική φωνή, μοναδική κίνηση, μοναδική αίσθηση του χιούμορ. Μια καλλιτέχνις πλήρης.

Η δύο Ιουλιέτες ήταν εκπληκτικές. Η Κίττυ Παϊταζόγλου, νευρώδης και αισθαντική. Η Δανάη Επιθυμιάδη, σύγχρονη και ερωτική. Ονειρικά πλάσματα. Διαφορετικές, η καθεμία με τη δική της ταλαντούχα προσωπικότητα και την προσωπική της σωματικότητα.

Οι Αχτάρ Αλέξανδρος, Καραούλης Γιάννης, Καραχανίδης Αναστάσιος, Κατσής Γιώργος, Παναγιώτης Μπρατάκος, Πλεμμένος Κωνσταντίνος, Σταμόπουλος Αντώνης είναι οι άνδρες της παράστασης. Ρωμαίοι και όχι μόνο. Πειθαρχημένοι και ανέμελοι, έντονοι και δραστήριοι, παθιασμένοι και αεικίνητοι, άγγελοι και αλήτες.

Ένα ερωτευμένο ζευγάρι πάει κόντρα στη συντήρηση και αντιστέκεται στην έχθρα και το μίσος.
«Τέτοιες χαρές ορμητικές ολέθρια τελειώνουν».

Η ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας σε μία δυναμική διασκευή, σε μια φλογερή, νεανική, χωρίς συμπλέγματα παράσταση. Μια παράσταση για το αληθινό πάθος, για χάρη του οποίου είμαστε έτοιμοι να εγκαταλείψουμε τα πάντα.

Ταυτότητα της παράστασης

ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Μετάφραση: Δημήτριος Βικέλας

Σκηνοθεσία-Χορογραφία-Σκηνογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος
Δραματουργική επεξεργασία: Έρι Κύργια
Συνεργάτης σκηνογράφος: Μαίρη Τσαγκάρη
Κοστούμια: Γιώργος Σεγρεδάκης
Φωτισμοί: Χρήστος Τσόγκας
Σχεδιασμός Ήχου: Studio 19
Βοηθός Σκηνοθέτη: Έλενα Σκουλά, Άγγελος Παναγόπουλος
Βοηθός Χορογράφου: Μαρκέλα Μανωλιάδη

Συμμετέχουν με αλφαβητική σειρά:

Αχτάρ Αλέξανδρος, Επιθυμιάδη Δανάη, Καραούλης Γιάννης, Καραχανίδης Αναστάσιος, Κατσής Γιώργος, Παναγιώτης Μπρατάκος, Παϊταζόγλου Κίττυ, Πλεμμένος Κωνσταντίνος, Σταμόπουλος Αντώνης.

Πατήρ Λαυρέντιος: Ιερώνυμος Καλετσάνος
Παραμάνα: Άρτεμις Μπόγρη (μέτζο σοπράνο) / Λητώ Μεσσήνη (υψίφωνος)

Διεύθυνση παραγωγής, βοηθός σκηνοθέτη: Άγγελος Παναγόπουλος
Βοηθός χορογράφου: Μαρκέλα Μανωλιάδη

Ο Κωνσταντίνος Ρήγος για την παράσταση

“Δεν είδα ποτέ τον έρωτα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας ως μια ρομαντική ιστορία, αλλά ως μια πράξη «βίας ενάντια στη βία της εξουσίας». Εξαρχής με γοήτευε αφενός η περιγραφή της βεντέτας που ταλανίζει μια ολόκληρη κοινωνία κι αφετέρου η ιδιότυπη αίσθηση του χρόνου που αναδύει το έργο.
Ο πατριαρχικός κόσμος του έργου, ένας κόσμος καμίας επιλογής και καμίας διαφυγής, κυριαρχείται από το μίσος με το οποίο γαλουχούνται οι ήρωες («οι άλλοι είναι εχθροί»), από το αναπόφευκτο της ακραίας σύγκρουσης («θα σκοτώσω ή θα σκοτωθώ»), από την έννοια του «φέουδου» που πρέπει να προστατευτεί πάση θυσία, από τους θανάσιμους νόμους του «ανδρισμού», από την αδυναμία μεταστροφής του μέλλοντος. Η ατμόσφαιρα αυτή διαποτίζει όλους τους χαρακτήρες που συμμετέχουν στο «φέουδο», πολώνει τις κοινωνικές τους σχέσεις (ακόμη και οι πιο στενές σχέσεις συνιστούν ένα «προπονητήριο» για ό, τι βεβαιωμένα έπεται να συμβεί στους δρόμους) και τους καθιστά ερωτικά ανενεργούς αποσυνδέοντας τη σεξουαλική πράξη από το φλερτ και ταυτίζοντας την ηδονή με την επιθετικότητα και τη φαλλική βία. Αυτή η σύγκρουση μεταξύ του να είσαι «άντρας» για λογαριασμό του πατέρα και του να είσαι άντρας για μια γυναίκα, βρίσκεται στην καρδιά του έργου.
Ταυτόχρονα, ο χρόνος μοιάζει να μην κυλά όσο δεν ξεσπά η βία, ενώ από τη στιγμή που «το κακό» ενσκήπτει, ο χρόνος γίνεται λίγος και πολύτιμος. Τις μέρες που εκτυλίσσεται η δράση, κανένας ήρωας δεν πέφτει για ύπνο. Το κατεπείγον γίνεται η νόρμα. Κάθε τι στο έργο είναι έντονο, ανυπόμονο, απειλητικό, εκρηκτικό.
Οι εκπρόσωποι της εξουσίας είναι απομακρυσμένοι, σαν «Μεγάλοι Αδερφοί»: ο πρίγκιπας είναι αθέατος και οι γονείς κινούμενες εικόνες που δίνουν εντολές και μοιάζουν σαν ποτέ να μην έχουν αγκαλιάσει το παιδί τους.
Ο έρωτας του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας είναι μια εναλλακτική που ουσιαστικά δεν υφίσταται. Γι’ αυτό και από τη στιγμή που τον βιώνουν, τους είναι αδύνατον να «γυρίσουν πίσω» και να επιστρέψουν σ’ ένα μέλλον βέβαιο, στερημένο, που θα καταστήσει σταδιακά και τους ίδιους κινούμενες εικόνες που δίνουν διαταγές. Απαντούν με «βία» στη βία.
Για μια φορά στη σαιξπηρική τραγωδία, αυτό που μετράει δεν είναι το τι είσαι, αλλά το σε τι κόσμο ζεις. Στη μνήμη μας μένει η έξαψη, ο πόθος, οι ταραχές, η κατάπνιξή τους, οι καβγάδες στους δρόμους, τα βρώμικα αστεία, το γκροτέσκο στοιχείο, το καταπιεσμένο συναίσθημα, το αίμα, τα σπαθιά, οι δάδες, τα πλήθη που συρρέουν μετά από κάθε συμβάν, ο σεξουαλικός πόθος, ο αποχωρισμός υπερφορτισμένων κορμιών.
Και μετά όλοι οι απόγονοι του «φέουδου» πέθαναν, δεν έμεινε πια κανείς για να συνεχίσει τη βεντέτα…”.

Ρωμαίος και Ιουλιέτα, του Frank Bernard Dicksee.

Η υπόθεση

Το έργο ξεκινά στον δρόμο με έναν καβγά μεταξύ υποστηρικτών δύο οικογενειών με ορκισμένη έχθρα μεταξύ τους, των Καπουλέτων και Μοντέγων. Ο Εσκάλους, Πρίγκιπας της Βερόνας, αναγγέλλει τιμωρία με θάνατο αν συνεχιστεί αυτή η πολύχρονη βεντέτα. Αργότερα, ο Κόμης Πάρης ζητά το χέρι της κόρης του Καπουλέτου, της Ιουλιέτας, όμως ο Καπουλέτος του ζητά να περιμένει δύο χρόνια.
Ο Ρωμαίος είναι ερωτευμένος με ανεκπλήρωτο έρωτα με τη Ροζαλίνα, ανιψιά του Καπουλέτου. Εν τω μεταξύ ο Καπουλέτος ενθουσιάζεται με την ιδέα να παντρέψει την Ιουλιέτα με τον Κόμη Πάρη και τον καλεί στην προγραμματισμένη εορταστική συνάθροιση των Καπουλέτων. Ο Ρωμαίος μαζί με τους φίλους του, Μπενβόλιο και Μερκούτιο, πηγαίνουν, λόγω του έρωτα του Ρωμαίου, απρόσκλητοι στη γιορτή προσδοκώντας να δουν τη Ροζαλίνα. Κατά τη διάρκεια της γιορτής ο Ρωμαίος ερωτεύεται κεραυνοβόλα την Ιουλιέτα. Χορεύοντας μαζί μαθαίνουν ότι οι οικογένειές τους είναι αντίπαλες και πως κυριαρχεί μια αδυσώπητη έχθρα ανάμεσά τους.
Αψηφώντας τον κίνδυνο, ο Ρωμαίος ψάχνει να βρει την Ιουλιέτα, την οποία δεν μπορεί να ξεχάσει. Γλιστρά στα κρυφά στον κήπο των Καπουλέτων και ακούει κάτω από το μπαλκόνι της την Ιουλιέτα να εξομολογείται πως τον αγαπά παρόλο το μίσος των οικογενειών τους. Τότε της φανερώνεται και αποφασίζουν να παντρευτούν. Την επομένη κιόλας μέρα ο Ρωμαίος συναντά τον φίλο του, ιερέα Λαυρέντιο, ο οποίος συμφωνεί να τους παντρέψει, καθώς πιστεύει ότι αυτός ο γάμος θα έφερνε ένα τέλος στην έχθρα ανάμεσα στις δύο οικογένειες, και τους παντρεύει κρυφά.
Ο Τυβάλτος, ξάδερφος της Ιουλιέτας, ζητά σε μονομαχία τον Ρωμαίο επειδή εμφανίστηκε ακάλεστος στη γιορτή, μα εκείνος την απορρίπτει καθώς τον θεωρεί πλέον συγγενή του. Όμως ο Μερκούτιος, φίλος του Ρωμαίου, αποδέχεται την πρόκληση και σκοτώνεται από τον Τυβάλτο την ώρα που ο Ρωμαίος προσπαθεί να τους χωρίσει. Ο Ρωμαίος στη συνέχεια σκοτώνει τον Τυβάλτο. Ο Εσκάλους μαθαίνοντας το συμβάν εξορίζει τον Ρωμαίο. Ο Ρωμαίος, πριν φύγει, περνά με την Ιουλιέτα τη νύχτα στα διαμερίσματά της, ολοκληρώνοντας τον γάμο τους.
Ο Καπουλέτος, χωρίς να γνωρίζει για τον κρυφό γάμο τον δύο νέων, αποφασίζει να παντρέψει την Ιουλιέτα με τον Πάρη. Η Ιουλιέτα αρνείται και ο Καπουλέτος απειλεί να την αποκηρύξει. Η Ιουλιέτα παρακαλεί τη μητέρα της να καθυστερήσει τον γάμο, όμως εκείνη την απορρίπτει. Έτσι επισκέπτεται τον ιερέα Λαυρέντιο για βοήθεια κι εκείνος καταστρώνει ένα σχέδιο σύμφωνα με το οποίο συμβουλεύει την Ιουλιέτα να πάρει ένα δηλητήριο που θα την κάνει να φαίνεται νεκρή για 42 ώρες, ενώ ταυτόχρονα θα στείλει ένα γράμμα στον Ρωμαίο να του εξηγεί το σχέδιο ώστε να έρθει να την πάρει όταν αυτή ξυπνήσει και ενώ όλοι θα τη νομίζουν νεκρή. Η Ιουλιέτα παίρνει το δηλητήριο τη νύχτα πριν τον γάμο με τον Πάρη. Νομίζοντάς την νεκρή, οι Καπουλέτοι τη μεταφέρουν να κείται στην οικογενειακή κρύπτη.
Ο αγγελιοφόρος δεν φτάνει ποτέ όμως στον Ρωμαίο και ο Ρωμαίος μαθαίνει πως η Ιουλιέτα πέθανε από τον υπηρέτη του, τον Βαλταζάρ. Συντετριμμένος, ο Ρωμαίος αγοράζει δηλητήριο από ένα φαρμακείο και πηγαίνει στην κρύπτη των Καπουλέτων, όπου και συναντά τον Πάρη που έχει πάει να θρηνήσει την Ιουλιέτα κατ’ ιδίαν. Ο Πάρης πιστεύει πως ο Ρωμαίος πήγε εκεί για να βανδαλίσει και του επιτίθεται• στη μάχη όμως σκοτώνεται από τον Ρωμαίο. Ο Ρωμαίος στη συνέχεια πίνει το δηλητήριο, νομίζοντας την Ιουλιέτα νεκρή. Έπειτα η Ιουλιέτα ξυπνά και, βρίσκοντας τον Ρωμαίο νεκρό, αυτοκτονεί με το μαχαίρι του.
Οι αντιμαχόμενες οικογένειες και ο πρίγκιπας φτάνουν στην κρύπτη και βρίσκουν και τους τρεις νεκρούς. Ο ιερέας Λαυρέντιος αφηγείται την ιστορία των δύο ερωτευμένων. Οι οικογένειες συμφιλιώνονται κάτω από τον θάνατο των παιδιών τους και συμφωνούν να δώσουν τέλος στη βίαιη διαμάχη τους. Το έργο τελειώνει με την ελεγεία του πρίγκιπα για τους ερωτευμένους: «Γιατί δεν υπήρξε ποτέ ιστορία πιο θλιβερή από αυτήν της Ιουλιέτας και του Ρωμαίου της».

Οι χαρακτήρες

ΕΣΚΑΛΟΣ [ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ]: Είναι ο ηγεμόνας της Βερόνας. Θέλει να κηρυχτεί εκεχειρία και να δοθεί τέλος στην πολύχρονη οικογενειακή βεντέτα μεταξύ Καπουλέτων και Μονταίγων.
ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ: Είναι συγγενής του ηγεμόνα, ένας από τους καλύτερους φίλους του Ρωμαίου και το «πειραχτήρι» της παρέας.
ΠΑΡΙΣ: Είναι ένας νεαρός ευγενής και συγγενής του ηγεμόνα. Επιθυμεί να παντρευτεί την Ιουλιέτα και ζητά το χέρι της από τους γονείς της.
ΜΟΝΤΑΙΓΟΣ: Είναι ο αρχηγός της οικογένειας της εχθρικής προς τους Καπουλέτους και ο πατέρας του Ρωμαίου. Είναι πεισματάρης και σκληρόκαρδος.
ΚΥΡΙΑ ΜΟΝΤΑΙΓΟΥ: Είναι η μητέρα του Ρωμαίου. Είναι σκληρόκαρδη και εκδικητική.
ΡΩΜΑΙΟΣ: Είναι ο γιός των Mονταίγων. Περίπου 16 ετών. Ερωτεύεται και παντρεύεται με την Ιουλιέτα. Είναι πολύ συναισθηματικός και ανυπόμονος.
ΜΠΕΝΒΟΛΙΟ: Είναι ξάδελφος και πολύ καλός φίλος του Ρωμαίου και του Μερκούτιου. Είναι ο ειρηνοποιός της παρέας.
ΑΒΡΑΑΜ: Είναι υπηρέτης του Μονταίγου.
ΒΑΛΤΑΣΑΡ: Είναι υπηρέτης του Ρωμαίου.
ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ: Είναι ο αρχηγός της οικογένειας της εχθρικής προς τους Μονταίγους και ο πατέρας της Ιουλιέττας. Είναι αυταρχικός και σκληρός. Θέλει να παντρέψει την κόρη του με τον Πάρη χωρίς να υπολογίζει τη γνώμη της.
ΚΥΡΙΑ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΥ: Είναι η μητέρα της Ιουλιέτας. Είναι πολυάσχολη και αυστηρή.
ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ: Είναι η κόρη των Καπουλέτων. Περίπου 14 ετών. Ερωτεύεται και παντρεύεται με το Ρωμαίο. Είναι πολύ ρομαντική και ανυπόμονη.
ΤΥΒΑΛΔΟΣ: Είναι ο ανιψιός της κυρίας Καπουλέτου και ξάδελφος της Ιουλιέτας. Είναι ευέξαπτος και επιπόλαιος.
ΝΕΝΑ [ΠΑΡΑΜΑΝΑ]: Είναι η παραμάνα που μεγάλωσε την Ιουλιέτα και θέλει να τη δει ευτυχισμένη. Είναι προστατευτική με την Ιουλιέτα και ιδιαίτερα ομιλητική.
ΣΑΜΣΩΝ & ΓΡΗΓΟΡΗΣ : Είναι υπηρέτες των Καπουλέτων.
ΠΕΤΡΟΣ [ΠΗΤΕΡ]: Είναι ο υπηρέτης της παραμάνας της Ιουλιέτας.
ΠΑΤΗΡ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ: Ο φραγκισκανός μοναχός που παντρεύει το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα με την ελπίδα ότι θα ενώσει τις δύο εχθρικές οικογένειες. Βοηθά το Ρωμαίο να φυγαδευτεί στη Μάντοβα, όταν εξορίζεται από τη Βερόνα. Δίνει στην Ιουλιέτα το φίλτρο που θα την κοιμίσει.
ΠΑΤΗΡ ΙΩΑΝΝΗΣ: Είναι επίσης φραγκισκανός μοναχός. Έπρεπε να παραδώσει ένα γράμμα στο Ρωμαίο με το σχέδιο του πατέρα Λαυρέντιου, το οποίο δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του Ρωμαίου.
ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΟΣ: Ένας φαρμακοποιός στη Μάντοβα που πούλησε στο Ρωμαίο το δηλητήριο.

«West Side Story»

* H πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του έργου ήταν γύρω στο 1900 σε γαλλική ταινία.
Λίγα χρόνια αργότερα προέκυψε η πρώτη αμερικανική εκδοχή, ενώ μια δεύτερη ακολούθησε το 1916.
Στη συνέχεια έγιναν και άλλες μεταφορές και πολλά έργα βασίστηκαν σε αυτό, όπως η ταινία «Romeo and Juliet» του George Cukor το 1936.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα διασκευής του έργου είναι το μιούζικαλ «West Side Story», παραγωγής 1961, στο οποίο οι δύο αντίπαλες οικογένειες παρουσιάζονται ως συμμορίες Πορτορικανών και Αμερικανών στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Η ταινία αυτή σάρωσε τα βραβεία Όσκαρ (10 συνολικά).

Σκηνή από την ταινία του Carlo Carlei

Η πιο πιστή εκδοχή όμως και πιο κοντά στην ουσία του έργου είναι αυτή του 1968 με σκηνοθέτη τον Franco Zeffirelli (1968), και πρωταγωνιστές την Ολίβια Χάσεϊ και τον Λέοναρντ Γουάιλντινγκ.
Μια ενδιαφέρουσα και πιο σύγχρονη εκδοχή που εκμοντερνίζει το έργο τοποθετώντας τα γεγονότα κάπου στην Καλιφόρνια είναι αυτή του Baz Lurhman, παραγωγής 1996, με τον Leonardo DiCaprio και την Claire Danes στους βασικούς ρόλους.
Η τελευταία μεταφορά του έργου στη μεγάλη οθόνη έγινε από τον σκηνοθέτη Carlo Carlei το 2013, ο οποίος μεταφέρει τη δική του οπτική στην ιστορία και τη γλώσσα του Shakespeare διατηρώντας, όμως, παράλληλα την ποιητική διάθεση και τον βασικό κορμό της ιστορίας με πρωταγωνιστές την Hailee Steinfeld και τον Douglas Booth.

* Ουίλιαμ Σαίξπηρ (αγγλικά: William Shakespeare) – (Απρίλιος 1564 – 3 Μαΐου 1616). Άγγλος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Θεωρείται ευρέως ως ο σημαντικότερος συγγραφέας που έγραψε στην αγγλική γλώσσα και ένας από τους σημαντικότερους δραματουργούς παγκοσμίως. Συχνά αποκαλείται εθνικός ποιητής της Αγγλίας και «Βάρδος του Έιβον». Τα σωζόμενα έργα του, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων συνεργασιών, αποτελούνται από περίπου 38 θεατρικά έργα, 154 σονέτα, δύο μεγάλα αφηγηματικά ποιήματα και πολλά άλλα ποιήματα. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου και ερμηνεύονται περισσότερο συχνά από τα έργα οποιουδήποτε άλλου θεατρικού συγγραφέα.
Δεν έχουν σωθεί παρά λίγες καταγραφές για την ιδιωτική ζωή του Σαίξπηρ και έχουν σημειωθεί σημαντικές εικασίες για ζητήματα όπως η εξωτερική του εμφάνιση, η σεξουαλικότητά του, οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις και κατά πόσον τα έργα που του αποδίδονται είναι γραμμένα από άλλους.
Ο Σαίξπηρ έγραψε τα περισσότερα από τα γνωστά έργα του μεταξύ του 1589 και του 1613 και κατάφερε να χειριστεί με απόλυτη δεξιοτεχνία τόσο την κωμωδία όσο και το δράμα και την τραγωδία. Τα έργα του διαπνέονται από μία βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και παραμένουν επίκαιρα. Η επίδρασή του, ειδικότερα στην αγγλική λογοτεχνία, θεωρείται τεράστια. Οι Ρομαντικοί αναγνώρισαν την ιδιοφυΐα του και οι Βικτωριανοί τον λάτρεψαν κατά τρόπο που ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σω αποκάλεσε «βαρδολατρεία».
Πολλοί ιστορικοί συμφωνούν πως ο ηθοποιός, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Ουίλιαμ Σαίξπηρ αποτελεί πράγματι ένα και μοναδικό πρόσωπο, όπως πιστοποιούν σημαντικά ιστορικά ευρήματα.

Ο Σαίξπηρ γεννήθηκε στο χωριό Στράτφορντ-απόν-Έιβον (ή απλά Στράτφορντ) το 1564. Η ακριβής ημερομηνία γέννησης παραμένει έως σήμερα άγνωστη. Η μόνη γνωστή πληροφορία που υπάρχει σχετικά είναι πως η βάφτισή του έγινε στις 26 Απριλίου, όπως καταγράφεται στα μητρώα εκκλησίας του Στράτφορντ. Επιπλέον, είναι γνωστό πως την εποχή εκείνη η τελετή της βάφτισης γινόταν λίγες μόνο ημέρες μετά τη γέννηση. Παραδοσιακά έχει επικρατήσει να θεωρείται ως ημερομηνία γέννησης του Σαίξπηρ η 23η Απριλίου, ημέρα του Αγίου Γεωργίου. Η ημερομηνία αυτή, η οποία προέρχεται από μία λανθασμένη εκτίμηση ενός μελετητή του 18ου αιώνα, αποδείχθηκε ελκυστική για τους βιογράφους δεδομένου ότι ο Σαίξπηρ πέθανε στις 23 Απριλίου του 1616.

Ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ ήταν το τρίτο από τα οκτώ παιδιά και ο μεγαλύτερος επιζών γιος του Τζων Σαίξπηρ και της Μαίρης Άρντεν. Η Μαίρη Άρντεν ήταν κόρη ενός εύπορου γαιοκτήμονα και ο Τζων Σαίξπηρ ήταν ένας από τους προύχοντες του χωριού. Ο Τζων Σαίξπηρ ανήκε επίσης στο σωματείο των κατασκευαστών γαντιών αλλά συμμετείχε και σ’ άλλες επιχειρήσεις, όπως στο εμπόριο δερμάτων. Είχε πολιτικές γνωριμίες και αρκετές φορές διορίστηκε σε ανώτερες θέσεις. Για ένα διάστημα μάλιστα, όταν ο Ουίλιαμ ήταν 4 ετών, υπήρξε δήμαρχος του Στράτφορντ.
Σαν μέλος λοιπόν μίας τόσο εξέχουσας οικογένειας ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ έμαθε από πολύ μικρός να γράφει και να διαβάζει.
Αν και δεν έχουν σωθεί παρουσιολόγια εκείνης της περιόδου, οι περισσότεροι βιογράφοι συμφωνούν ότι ο Σαίξπηρ πιθανότατα εκπαιδεύτηκε στο Νέο Σχολείο του Στράτφορντ, το οποίο ιδρύθηκε το 1553 από το βασιλιά Εδουάρδο ΣΤ’.
Κατά τη διάρκεια της Ελισαβετιανής εποχής, τα σχολεία διέφεραν μεταξύ τους ως προς την ποιότητα αλλά το πρόγραμμα σπουδών υπαγορεύτηκε με νόμο σε όλη την Αγγλία και το σχολείο παρείχε κλασική παιδεία και εντατική εκπαίδευση στη Λατινική γλώσσα. Έχοντας μελετηρό χαρακτήρα, ο Σαίξπηρ διάβαζε πολύ στα νεανικά του χρόνια, αν και δεν έγραφε πολύ. Τον περισσότερο καιρό του τον περνούσε μελετώντας Λατινικά απαγγέλλοντας απ’ έξω μεγάλα αποσπάσματα από ποιήματα. Χωρίς να το μαντεύει, ακόνιζε έτσι τη μνήμη του και την ομιλία του, στοιχεία απαραίτητα για τη μετέπειτα σταδιοδρομία του σαν ηθοποιός.

Το Νοέμβριο του 1582 ο Σαίξπηρ παντρεύτηκε την κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του, Ανν Χάθαγουεϊ. Έξι μήνες αργότερα απέκτησαν μία κόρη, τη Σουζάνα, η οποία βαπτίστηκε στις 26 Μαΐου του 1583, ενώ σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, στις 2 Φεβρουαρίου του 1585, καταγράφεται η βάπτιση των δύο δίδυμων παιδιών τους, του Χάμνετ και της Τζούντιθ. Ο Χάμνετ πέθανε από άγνωστα αίτια σε ηλικία 11 ετών και τάφηκε στις 11 Αυγούστου του 1596.

Μετά τη γέννηση των διδύμων, ο Σαίξπηρ άφησε ελάχιστα ιστορικά ίχνη μέχρι που το 1592 αναφέρεται ως μέλος της θεατρικής σκηνής του Λονδίνου. Οι μελετητές αναφέρονται στα χρόνια μεταξύ του 1585 και του 1592 ως τα “χαμένα χρόνια” του Σαίξπηρ. Πολλά έχουν γραφτεί για τις προσπάθειες του Σαίξπηρ να επιβληθεί ως ηθοποιός και συγγραφέας στο Λονδίνο, αλλά ελάχιστα αποδίδουν την πραγματικότητα. Μία ιστορία του 18ου αιώνα φέρει τον Σαίξπηρ να ξεκινά τη θεατρική του καριέρα ως ιπποκόμος που κέρδιζε τα προς το ζην φυλάγοντας τα άλογα των πλούσιων θεατών και των αφεντικών των θεάτρων. Εντούτοις δεν υπάρχει κανένα ιστορικό στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Σαίξπηρ βρέθηκε σ’ αυτή τη θέση. Αντιθέτως, στα 28 του χρόνια ήταν πλέον ένας φτασμένος ηθοποιός. Και ως τα 52 του, που πέθανε, ήταν πάντα δημοφιλής και περιζήτητος.
Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς άρχισε να γράφει ο Σαίξπηρ αλλά αναφορές της εποχής του και αρχεία παραστάσεων δείχνουν ότι κάποια από τα έργα του είχαν ανέβει στη λονδρέζικη σκηνή από το 1592.
Οι βιογράφοι θεωρούν ότι η σταδιοδρομία του πρέπει να άρχισε μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1580.
Αργότερα ο Σαίξπηρ καθώς και όλη η θεατρική ομάδα στην οποία ανήκε, τελούσε υπό την εύνοια της βασίλισσας Ελισάβετ Α’ της Αγγλίας. Συχνά έπαιζαν μπροστά στη βασίλισσα και την αυλή της τις μέρες των Χριστουγέννων ή άλλων εορτών.
Ο Αρχιθαλαμηπόλος της Ελισάβετ ήταν ο ανάδοχός τους γι’ αυτό και τους έλεγαν “οι Άνθρωποι του Αρχιθαλαμηπόλου” (The Lord Chamberlain’s Men). Τα έργα του Σαίξπηρ εκτελούνταν μόνο από τους Lord Chamberlain’s Men, οι οποίοι ήταν πλέον η κορυφαία θεατρική ομάδα του Λονδίνου.

Μετά το θάνατο της Ελισάβετ Α’ το 1603, βασιλιάς της Αγγλίας ανέλαβε ο Ιάκωβος Α’. Όταν ο νέος βασιλιάς ήρθε στο Λονδίνο, ο Σαίξπηρ μαζί με άλλους εκλεκτούς ηθοποιούς και συγγραφείς της χώρας τον υποδέχτηκε στην είσοδο της πόλης. Ευτυχώς για τον Σαίξπηρ ο βασιλιάς Ιάκωβος αγαπούσε το θέατρο το ίδιο όπως κι η προκάτοχός του. Διανοούμενος ο ίδιος υποστήριζε τη φιλολογία και προστάτευε τις τέχνες. Δέκα μέρες μετά τη στέψη του ο βασιλιάς πήρε επίσημα υπό την προστασία του τον θίασο του Σαίξπηρ. Από τότε η θεατρική ομάδα μετονομάστηκε σε “οι Άνθρωποι του Βασιλιά” (The King’s Men).
Αρκετά νομικά έγγραφα της εποχής καταγράφουν επενδύσεις και αγορές ακινήτων που έκανε ο Σαίξπηρ, γεγονός που πιστοποιεί πως στη διάρκεια αυτής της περιόδου κέρδισε αρκετά χρήματα. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι το 1597 απέκτησε το New Place, το οποίο ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο σπίτι στο Στράτφορντ. Το 1599, ο Σαίξπηρ και άλλα μέλη του θιάσου έχτισαν το δικό τους θέατρο στη νότια όχθη του ποταμού Τάμεση και το ονόμασαν Γκλομπ (Globe). Το 1608 ανέλαβαν επίσης το θέατρο Μπλακφράιαρς (Blackfriars).

Κάποια από τα έργα του Σαίξπηρ άρχισαν να δημοσιεύονται από το 1594. Το 1598, και καθώς είχε γίνει ήδη γνωστός, το όνομα του Σαίξπηρ άρχισε να εμφανίζεται και στα εξώφυλλα. Παρά την επιτυχία του ως δραματουργός, ο Σαίξπηρ συνέχισε να παίζει τόσο στα δικά του έργα όσο και σε έργα άλλων δραματουργών. Ο ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Μπεν Τζόνσον τον αναφέρει στους ηθοποιούς που έπαιξαν σε δικά του έργα γι’ αυτό και η απουσία του ονόματός του από τον κατάλογο των ηθοποιών που έπαιξαν το 1605 στο “Βολπόνε” έχει εκληφθεί από ορισμένους μελετητές ως ένδειξη ότι η καριέρα του Σαίξπηρ ως ηθοποιού πλησίαζε στο τέλος της. Ωστόσο αργότερα ο Σαίξπηρ εμφανίζεται ως ένας από τους κυριότερους ηθοποιούς σε έργα τα οποία ανέβηκαν για πρώτη φορά στη σκηνή μετά το “Βολπόνε”, αν και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιους ρόλους έπαιξε.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, ο Σαίξπηρ μοίραζε το χρόνο του μεταξύ του Λονδίνου και του Στράτφορντ.

Θέατρο Globe

Το 1596, τη χρονιά πριν αγοράσει το New Place στο Στράτφορντ, ο Σαίξπηρ ζούσε στην ενορία της Αγίας Ελένης στο Μπίσοπσγκεϊτ του Λονδίνου, βόρεια του ποταμού Τάμεση. Μετακόμισε στην άλλη μεριά του Τάμεση, στο Σάουθγουορκ του Λονδίνου, το 1599, δηλαδή τη χρονιά που κατασκευάστηκε το θέατρο «Γκλομπ». Το 1604 μετακόμισε και πάλι βόρεια του ποταμού, σε μία περιοχή με πολλά ωραία σπίτια βόρεια του καθεδρικού ναού του Αγίου Παύλου. Εκεί νοίκιαζε δωμάτια από έναν Γάλλο Ουγενότο που κατασκεύαζε περούκες για κυρίες.
Μετά το 1606 ο Σαίξπηρ έγραψε λίγα έργα και κανένα δεν αποδίδεται σ’ αυτόν μετά το 1613.

Πέθανε στις 23 Απριλίου του 1616 αφήνοντας πίσω του τη σύζυγό του και δύο κόρες.
Στη διαθήκη του, ο Σαίξπηρ άφησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στη μεγαλύτερη κόρη του, Σουζάνα, ενώ αναφέρεται ελάχιστα στη σύζυγό του, Άννα, η οποία πιθανότατα δικαιούταν αυτομάτως το ένα τρίτο της περιουσίας. Συγκεκριμένα έγραψε ότι της αφήνει “το δεύτερο καλύτερό μου κρεβάτι”, ένα κληροδότημα που έχει οδηγήσει σε πολλές εικασίες. Μερικοί μελετητές βλέπουν το κληροδότημα αυτό ως προσβολή για την Άννα, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι το δεύτερο καλύτερο κρεβάτι είναι το γαμήλιο κρεβάτι και επομένως το κληροδότημα είναι πλούσιο σε σημασία.
Ο Σαίξπηρ τάφηκε δύο ημέρες μετά το θάνατό του, στο ιερό της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας στο Στράτφορντ-απόν-Έιβον. Στον τάφο του τοποθετήθηκε έπειτα από δική του επιθυμία μία επιγραφή, λαξευμένη στην πέτρινη πλάκα που καλύπτει τον τάφο. Η επιγραφή περιλαμβάνει μία κατάρα ενάντια στη μετακίνηση των οστών του, η οποία και αποφεύχθηκε επιμελώς κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης του ναού το 2008.

Η επιγραφή γράφει:

Good frend for Iesvs sake forbeare,
To digg the dvst encloased heare.
Bleste be ye man yt spares thes stones,
And cvrst be he yt moves my bones.

και σε ελεύθερη μετάφραση:

Καλέ φίλε, στο όνομα του Θεού συγκρατήσου,
Από το να σκάψεις τη σκόνη που εσωκλείεται εδώ.
Ευλογημένος ας είναι όποιος ήσυχες αφήσει αυτές τις πέτρες,
Και καταραμένος ας είναι όποιος μετακινήσει τα κόκαλά μου.

Σχετικά με την επιγραφή αυτή, καλλιεργήθηκε ένας μύθος, σύμφωνα με τον οποίο αδημοσίευτα έργα του Σαίξπηρ πιθανόν να βρίσκονται εντός του τάφου. Μέχρι σήμερα δεν έχει αποπειραθεί να διαπιστωθεί η αλήθεια αυτής της υπόθεσης.

Πριν από το 1623, στο βόρειο τοίχο του ναού της Αγίας Τριάδας στήθηκε ένα ταφικό μνημείο του Σαίξπηρ που τον απεικονίζει την ώρα που γράφει. Η επιγραφή τον συγκρίνει με τον Νέστορα, τον Σωκράτη και τον Βιργίλιο.
Οι περισσότεροι θεατρικοί συγγραφείς της περιόδου συνήθως συνεργάζονταν με άλλους και οι κριτικοί συμφωνούν ότι ο Σαίξπηρ έκανε το ίδιο, ως επί το πλείστον στις αρχές και στο τέλος της καριέρας του.

Τα πρώτα καταγεγραμμένα έργα του Σαίξπηρ είναι ο “Ριχάρδος Γ’” και τα τρία μέρη του “Ερρίκου ΣΤ’”, τα οποία γράφτηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1590, σε μία εποχή που το ιστορικό δράμα ήταν της μόδας. Ωστόσο τα έργα του Σαίξπηρ είναι δύσκολο να χρονολογηθούν και οι μελέτες των κειμένων του δείχνουν ότι ο “Τίτος Ανδρόνικος”, η “Κωμωδία των Παρεξηγήσεων”, το “Ημέρωμα της Στρίγκλας” και οι “Δύο Άρχοντες από τη Βερόνα” ανήκουν επίσης στην πρώτη περίοδο του Σαίξπηρ. Οι πρώτες ιστορίες του, οι οποίες αντλήθηκαν από τα “Χρονικά της Αγγλίας, Σκωτίας και Ιρλανδίας” του Ραφαήλ Χόλινσεντ, δραματοποιούν τα καταστροφικά αποτελέσματα της αδύναμης ή διεφθαρμένης εξουσίας και έχουν ερμηνευθεί ως δικαιολόγηση της προέλευσης του Οίκου των Τυδώρ.
Τα πρώτα έργα ήταν επηρεασμένα από τα έργα άλλων Ελισαβετιανών δραματουργών, από τις παραδόσεις του μεσαιωνικού δράματος και από τα έργα του Σενέκα.
Η “Κωμωδία των Παρεξηγήσεων” βασίστηκε επίσης σε κλασικά μοντέλα, αλλά δεν βρέθηκε καμία πηγή για το “Ημέρωμα της Στρίγκλας”, αν και σχετίζεται μ’ ένα άλλο έργο με τον ίδιο τίτλο και μπορεί να προέρχεται από τη λαϊκή παράδοση.
Όπως οι “Δύο Άρχοντες από τη Βερόνα”, όπου δύο φίλοι φαίνεται να εγκρίνουν το βιασμό, έτσι και η ιστορία της Στρίγκλας, όπου το ανεξάρτητο πνεύμα μιας γυναίκας εξημερώνεται από έναν άντρα, προβληματίζουν μερικές φορές τους σύγχρονους κριτικούς και σκηνοθέτες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1590, οι πρώιμες κλασικές και ιταλικού τύπου κωμωδίες του Σαίξπηρ παραχωρούν τη θέση τους στη ρομαντική ατμόσφαιρα των σημαντικότερων κωμωδιών του. Το “Όνειρο Θερινής Νυκτός” είναι ένα πνευματώδες μίγμα ρομαντισμού, μαγείας και κωμικών σκηνών. Η επόμενη κωμωδία του Σαίξπηρ, ο εξίσου ρομαντικός “Έμπορος της Βενετίας”, απεικονίζει τον εκδικητικό Εβραίο τοκογλύφο Σάιλοκ με τρόπο που αντανακλά τις απόψεις εκείνης της εποχής αλλά στα σημερινά ακροατήρια μπορεί να φαίνεται υποτιμητικός. Τα έξυπνα λογοπαίγνια του “Πολύ κακό για το τίποτα”, το μαγευτικό περιβάλλον του “Όπως Αγαπάτε” και το ζωντανό γλέντι της “Δωδέκατης Νύχτας” ολοκληρώνουν τη σειρά των μεγάλων κωμωδιών του Σαίξπηρ.
Μετά τον λυρικό “Ριχάρδο Β’”, ο οποίος είναι γραμμένος σχεδόν εξ ολοκλήρου σε ομοιοκατάληκτο στίχο, ο Σαίξπηρ εισήγαγε την κωμωδία πρόζας στα έργα “Ερρίκος Δ’” (1ο και 2ο μέρος) και “Ερρίκος Ε’”, περί τα τέλη της δεκαετίας του 1590. Οι χαρακτήρες του γίνονται όλο και περισσότερο σύνθετοι και εναλλάσσοντας επιδέξια κωμικές και σοβαρές σκηνές, πρόζα και ποίηση, επιτυγχάνει την αφηγηματική ποικιλία του ώριμου έργου του .
Η περίοδος αυτή αρχίζει και τελειώνει με δύο τραγωδίες: το “Ρωμαίος και Ιουλιέτα”, το διάσημο ρομαντικό δράμα για την εφηβεία, την αγάπη και το θάνατο, και τον “Ιούλιο Καίσαρα” -βασισμένο σε μία μετάφραση που έκανε το 1579 ο σερ Τόμας Νορθ στο έργο του Πλούταρχου “Βίοι Παράλληλοι”- που εισήγαγε ένα νέο είδος δράματος.

Στις αρχές του 17ου αιώνα, ο Σαίξπηρ έγραψε τις κωμωδίες “Με το Ίδιο Μέτρο”, “Τρωίλος και Χρυσηίδα” και “Τέλος Καλό Όλα Καλά” καθώς και μερικές από τις πιο γνωστές τραγωδίες του. Πολλοί κριτικοί πιστεύουν ότι οι μεγαλύτερες τραγωδίες του Σαίξπηρ αντιπροσωπεύουν την αιχμή της τέχνης του.
Ο Άμλετ, ο ήρωας της διάσημης ομώνυμης τραγωδίας του Σαίξπηρ, πιθανότατα έχει συζητηθεί περισσότερο από κάθε άλλο σαιξπηρικό χαρακτήρα, ειδικά για τον περίφημο μονόλογό του “Να ζει κανείς ή να μη ζει, ιδού η απορία”.
Σε αντίθεση με τον εσωστρεφή Άμλετ, του οποίου ο δισταγμός αποδεικνύεται μοιραίος, οι ήρωες των τραγωδιών που ακολούθησαν, ο Οθέλος και ο Βασιλιάς Ληρ, χαρακτηρίζονται από τη βιαστική και λανθασμένη εκτίμησή τους. Η εξέλιξη των τραγωδιών του Σαίξπηρ εξαρτάται συχνά από τέτοια μοιραία λάθη ή μειονεκτήματα, τα οποία ανατρέπουν την τάξη των πραγμάτων και καταστρέφουν τον ήρωα κι εκείνους που αγαπά. Στον “Οθέλο”, ο κακόβουλος Ιάγος προκαλεί τη ζηλοτυπία του Οθέλου, ο οποίος φτάνει στο σημείο να δολοφονήσει την αθώα γυναίκα του που τον αγαπά. Στο “Βασιλιά Ληρ”, ο βασιλιάς διαπράττει το τραγικό λάθος να παραιτηθεί από το θρόνο του σηματοδοτώντας την έναρξη των γεγονότων που οδηγούν στη δολοφονία της κόρης του και στο βασανισμό και τη τύφλωση του Κόμη του Γκλόστερ.
Στον “Μάκβεθ”, τη μικρότερη τραγωδία του Σαίξπηρ, η ανεξέλεγκτη φιλοδοξία υποκινεί τον Μάκβεθ και τη σύζυγό του, Λαίδη Μάκβεθ, να δολοφονήσουν το νόμιμο βασιλιά και να σφετεριστούν το θρόνο, μέχρι που καταστρέφονται από τις ενοχές τους. Οι τελευταίες μεγάλες τραγωδίες του Σαίξπηρ, “Αντώνιος και Κλεοπάτρα” και “Κοριολανός”, περιέχουν μερικά από τα καλύτερα ποιήματά του και θεωρήθηκαν ως οι πιο επιτυχημένες τραγωδίες του από τον ποιητή και κριτικό Τόμας Στερνς Έλιοτ. Στην τελευταία του περίοδο, ο Σαίξπηρ στράφηκε στο ρομαντισμό και στην ιλαροτραγωδία και ολοκλήρωσε άλλα τρία μεγάλα έργα: “Κυμβελίνος”, “Το Χειμωνιάτικο Παραμύθι” και “Η Τρικυμία”, καθώς και τον κατόπιν συνεργασίας “Περικλή”. Λιγότερο ζοφερά από τις τραγωδίες του, αυτά τα τέσσερα έργα είναι πιο σοβαρά σε ύφος από τις κωμωδίες της δεκαετίας του 1590 και τελειώνουν με συμφιλίωση και συγχώρεση των δυνητικά τραγικών λαθών. Ορισμένοι σχολιαστές έχουν δει αυτή την αλλαγή στη διάθεση ως απόδειξη μιας πιο γαλήνιας άποψης της ζωής από την πλευρά του Σαίξπηρ, αλλά μπορεί να αντικατοπτρίζει απλώς τη θεατρική μόδα της εποχής. Ο Σαίξπηρ συνεργάστηκε με άλλο δραματουργό σε δύο επιπλέον σωζόμενα έργα: τον “Ερρίκο Η΄” και το “Οι Δύο Συγγενείς Άρχοντες”.

Δεν είναι σαφές για ποιες θεατρικές επιχειρήσεις έγραψε ο Σαίξπηρ τα πρώτα έργα του. Το εξώφυλλο του “Τίτου Ανδρόνικου” στην έκδοση του 1594 αποκαλύπτει ότι το έργο είχε παιχτεί από τρεις διαφορετικούς θιάσους. Μετά τις επιδημίες της μαύρης πανώλης τα έτη 1592-1593, τα έργα του Σαίξπηρ ερμηνεύτηκαν από το δικό του θίασο σε θέατρο βόρεια του Τάμεση. Όταν ο θίασος βρέθηκε σε διαμάχη με τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου, οι ηθοποιοί κατεδάφισαν το θέατρο και χρησιμοποίησαν τα ξύλα για να κατασκευάσουν στη νότια όχθη του Τάμεση το θέατρο «Γκλομπ», το πρώτο θέατρο που χτίστηκε από ηθοποιούς για ηθοποιούς. Το «Γκλομπ» άνοιξε το φθινόπωρο του 1599 και ο “Ιούλιος Καίσαρ” ήταν ένα από τα πρώτα έργα που ανέβηκαν στη σκηνή. Τα περισσότερα έργα που έγραψε ο Σαίξπηρ μετά το 1599 γράφτηκαν για το «Γκλομπ», συμπεριλαμβανομένων του “Άμλετ”, του “Οθέλου” και του “Βασιλιά Ληρ”.

Παρά το γεγονός ότι οι καταγραφές των παραστάσεων είναι αποσπασματικές, φαίνεται πως ο θίασος του Σαίξπηρ έπαιξε επτά φορές στην αυλή του βασιλιά Ιάκωβου Α’ από την 1η Νοεμβρίου 1604 μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1605, μεταξύ των οποίων αναφέρονται και δύο παραστάσεις του “Έμπορου της Βενετίας”. Μετά το 1608 έπαιζαν στο κλειστό θέατρο Μπλακφράιαρς κατά τη διάρκεια του χειμώνα και στο «Γκλομπ» κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ο εσωτερικός χώρος σε συνδυασμό με τη μόδα της εποχής, επέτρεψε τον Σαίξπηρ να εισάγει πιο περίτεχνα σκηνικά. Στον “Κυμβελίνο”, για παράδειγμα, ο Δίας κατεβαίνει εν μέσω βροντών και κεραυνών καθισμένος πάνω σ’ έναν αετό, οπότε ρίχνει έναν κεραυνό και τα φαντάσματα πέφτουν στα γόνατά τους.

Το γεγονός ότι ο Σαίξπηρ εκτός από το ότι έγραφε τα έργα του τα έπαιζε κιόλας, τον έκανε ασυναγώνιστο μεταξύ των άλλων συγγραφέων. Ο Σαίξπηρ δεν έγραφε απλά για να γράφει, αλλά για να ζει. Ζούσε τα έργα του. Όπως οι θεατές παρακολουθούσαν εκείνον, έτσι κι εκείνος παρατηρούσε τους θεατές και παρακολουθούσε τις αντιδράσεις τους. Δεν ήταν λίγες οι φορές που άλλαζε στη σκηνή τα λόγια του προσπαθώντας ν’ αποδώσει όσο μπορούσε καλύτερα το νόημα και να ικανοποιήσει περισσότερο τους θεατές. Είχε τέτοια ικανότητα ν’ ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κοινού, ώστε ακόμα και σήμερα τα έργα του εξακολουθούν να γοητεύουν το θεατή με τη ζωντάνια τους.
Το 1623 δύο ηθοποιοί, που υπήρξαν φίλοι του Σαίξπηρ, εξέδωσαν μία συλλογή έργων του, αποτελούμενη από 36 κείμενα, εκ των οποίων τα 18 τυπώθηκαν για πρώτη φορά. Πολλά από τα έργα του είχαν ήδη εμφανιστεί σε διάφορες εκδόσεις, για τις οποίες δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο Σαίξπηρ τις ενέκρινε. Υπάρχουν έργα των οποίων τα σωζόμενα αντίτυπα διαφέρουν από το ένα στο άλλο. Οι διαφορές αυτές μπορεί να οφείλονται σε αντιγραφικά ή τυπογραφικά λάθη, από σημειώσεις ηθοποιών ή του κοινού ή ακόμα και από τα ίδια τα έγγραφα του Σαίξπηρ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα στον “Άμλετ”, στον “Τρωίλο και Χρυσηίδα” και στον “Οθέλο”, μπορεί ο Σαίξπηρ μετά την πρώτη τους έκδοση να είχε αναθεωρήσει τα κείμενα. Ωστόσο στην περίπτωση του “Βασιλιά Ληρ” υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στην πρώτη έκδοση και σ’ εκείνη του 1623.

Το 1593 και το 1594, όταν τα θέατρα ήταν κλειστά εξαιτίας της πανούκλας, ο Σαίξπηρ δημοσίευσε δύο αφηγηματικά ποιήματα με ερωτικά θέματα, τα “Αφροδίτη και Άδωνις” και “Ο Βιασμός της Λουκρητίας”. Στο πρώτο ένας αθώος Άδωνις απορρίπτει τις ερωτικές προκλήσεις της Αφροδίτης ενώ στο δεύτερο η ενάρετη Λουκρητία βιάζεται από τον λάγνο Ταρκήνιο. Με επιρροή από τις “Μεταμορφώσεις” του Οβίδιου, τα ποιήματα δείχνουν την ενοχή και την ηθική σύγχυση που προκύπτουν από μία ανεξέλεγκτη επιθυμία. Και τα δύο αποδείχθηκαν ιδιαίτερα δημοφιλή και ανατυπώθηκαν αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής του Σαίξπηρ. Ένα τρίτο αφηγηματικό ποίημα, “Το Παράπονο ενός Εραστή”, όπου μία νεαρή γυναίκα θρηνεί την αποπλάνησή της από ένα πειστικό μνηστήρα, τυπώθηκε στην πρώτη έκδοση των Σονέτων το 1609. “Ο Φοίνικας κι η Τρυγόνα”, που τυπώθηκε το 1601, θρηνεί το θάνατο του θρυλικού Φοίνικα και της ερωμένης του, της πιστής Τρυγόνας. Το 1599, δύο προσχέδια των σονέτων 138 και 144 εμφανίστηκαν στον “Περιπαθή Προσκυνητή”, ένα ανθολόγιο ποιημάτων υπό το όνομα του Σαίξπηρ που εκδόθηκε χωρίς την άδειά του. Τα “Σονέτα” δημοσιεύτηκαν το 1609 και ήταν τα τελευταία μη δραματικά έργα του Σαίξπηρ που εκδόθηκαν. Οι μελετητές δεν είναι βέβαιοι για το πότε γράφτηκε το καθένα από τα 154 σονέτα, αλλά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο Σαίξπηρ έγραφε σονέτα σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του για ένα ιδιωτικό αναγνωστικό κοινό.
Σύμφωνα με κάποιους αναλυτές, ο Σαίξπηρ σχεδίαζε να εκδώσει δύο αντίθετες σειρές: μία για την ανεξέλεγκτη επιθυμία για μία παντρεμένη γυναίκα και μία για την πολύπλοκη αγάπη για ένα νεαρό άντρα. Παραμένει ασαφές αν τα στοιχεία αυτά αντιπροσωπεύουν πραγματικά άτομα ή αν το συγγραφικό “εγώ” με το οποίο απευθύνεται σ’ αυτούς αντιπροσωπεύει τον ίδιο τον Σαίξπηρ.
Πάντως η έκδοση του 1609 αφιερώθηκε σε κάποιον κύριο “W. H.”, ο οποίος πιστώνεται ως “ο μόνος γεννήτορας” των ποιημάτων.
Δεν είναι γνωστό αν αυτό γράφτηκε από τον ίδιο τον Σαίξπηρ ή από τον εκδότη, του οποίου τα αρχικά εμφανίζονται στο κάτω μέρος της σελίδας όπου γράφτηκε η αφιέρωση. Επίσης δεν είναι γνωστό ούτε ποιος ήτανε ο κύριος W. H., παρά τις πολυάριθμες θεωρίες, ούτε αν ο Σαίξπηρ είχε δώσει την άδειά του για τη δημοσίευση των σονέτων. Οι κριτικοί επαινούν τα Σονέτα ως μία βαθιά περισυλλογή σχετικά με τη φύση του έρωτα, το ερωτικό πάθος, το θάνατο και το χρόνο.
Τα πρώτα έργα του Σαίξπηρ γράφτηκαν σε τυποποιημένη γλώσσα, σύμφωνα με το συμβατικό ύφος της εποχής.
Στα ποιήματα χρησιμοποιούνται επεκταμένες και μερικές φορές περίτεχνες μεταφορές και η γλώσσα είναι συχνά ρητορική, γραμμένη για ηθοποιούς που απαγγέλλουν αντί να μιλούν. Οι μεγάλοι λόγοι στον “Τίτο Ανδρόνικο”, κατά την άποψη ορισμένων κριτικών, καθυστερούν τη δράση ενώ οι στίχοι στους “Δύο Άρχοντες από τη Βερόνα” έχουν περιγραφεί ως δύσκαμπτοι.

Εντούτοις, σύντομα ο Σαίξπηρ άρχισε να προσαρμόζει το παραδοσιακό ύφος στους δικούς του σκοπούς. Ο εναρκτήριος μονόλογος στον “Ριχάρδο Γ΄” έχει τις ρίζες του στο μεσαιωνικό δράμα. Την ίδια στιγμή, η ζωηρή αυτογνωσία του Ριχάρδου προσβλέπει στους μονόλογους των ώριμων έργων του Σαίξπηρ. Δεν υπάρχει κανένα έργο που να σηματοδοτεί μία αλλαγή από το παραδοσιακό στο ελεύθερο ύφος.
Ο Σαίξπηρ συνδύαζε και τα δύο σε όλη τη σταδιοδρομία του, με τον “Ρωμαίο και Ιουλιέτα” να είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα αυτής της ανάμιξης.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο Σαίξπηρ άρχισε να γράφει μία πιο φυσική ποίηση. Οι μεταφορές και οι εικόνες του βαθμιαία συντονίζονταν όλο και περισσότερο με τις ανάγκες του δράματος. Η ποιητική φόρμα που χρησιμοποιούσε συνήθως ο Σαίξπηρ, ήταν ο ανομοιοκατάληκτος στίχος σε ιαμβικό πεντάμετρο. Στην πράξη αυτό σήμαινε ότι οι στροφές του συνήθως δεν είχαν ρίμα και κάθε στίχος αποτελούνταν από δέκα συλλαβές κατά τρόπο που να τονίζεται κάθε δεύτερη συλλαβή. Οι ανομοιοκατάληκτοι στίχοι των πρώτων έργων του είναι αρκετά διαφορετικοί από εκείνους των τελευταίων. Συχνά είναι θαυμάσιοι αλλά οι φράσεις του έχουν την τάση να ξεκινούν και να τελειώνουν στο τέλος κάθε στίχου, με τον κίνδυνο της μονοτονίας.
Μόλις ο Σαίξπηρ κυριάρχησε στον παραδοσιακό ανομοιοκατάληκτο στίχο, άρχισε να διακόπτει και να υπάρχει διακύμανση στη ροή του. Αυτή η τεχνική απελευθερώνει τη νέα δύναμη και την ευελιξία της ποίησης σε έργα όπως ο “Ιούλιος Καίσαρ” και ο “Άμλετ”.

Μετά τον Άμλετ, ο Σαίξπηρ διαφοροποίησε ακόμα περισσότερο το ποιητικό του ύφος, ιδιαίτερα στα πιο συναισθηματικά μέρη των τελευταίων τραγωδιών του. Στην τελευταία φάση της καριέρας του, υιοθέτησε πολλές τεχνικές για να πετύχει το αποτέλεσμα που επιθυμούσε. Αυτές περιλάμβαναν τη μεταπήδηση στον επόμενο στίχο χωρίς παύση, ακανόνιστες διακοπές και ακραίες διαφορές στη δομή και το μήκος των προτάσεων. Στον “Μάκβεθ”, για παράδειγμα, η γλώσσα πηγαίνει από μία άσχετη μεταφορά ή παρομοίωση σε άλλη: “Και η Ελπίς που ‘φόρεσες μην ήτο μεθυσμένη;” (Πράξη Α’, Σκηνή Ζ’ 35-38) και “σαν βρέφος νεογέννητον κι’ ολόγυμνον, ο Οίκτος, /ή με μορφήν των Χερουβείμ, που σχίζουν τον αιθέρα/’ς τους αοράτους τ’ ουρανού επάνω ταχυδρόμους…” (Πράξη Α’, Σκηνή Ζ’ 21-25), και ο ακροατής καλείται να ολοκληρώσει την έννοια. Τα τελευταία του ρομαντικά έργα, με τις εναλλαγές τους στο χρόνο και τις ανατροπές στην πλοκή, ενέπνευσαν ένα τελευταίο ποιητικό ύφος όπου μακριές και σύντομες προτάσεις εναλλάσσονται, υποκείμενο και αντικείμενο αντιστρέφονται, και λέξεις παραλείπονται, δημιουργώντας μία εντύπωση αυθορμητισμού.

Ο Σαίξπηρ συνδύασε την ποιητική ιδιοφυία με την πρακτική έννοια του θεάτρου. Όπως όλοι οι θεατρικοί συγγραφείς της εποχής του, δραματοποίησε ιστορίες χρησιμοποιώντας πηγές όπως ο Πλούταρχος και ο Ραφαήλ Χόλινσεντ. Αναδιαμόρφωσε κάθε πλοκή για να δημιουργήσει περισσότερα κέντρα ενδιαφέροντος και να δείξει στο κοινό όσο το δυνατόν περισσότερες πλευρές της αφήγησης. Αυτή η δύναμη του σχεδιασμού εξασφαλίζει ότι το έργο του Σαίξπηρ μπορεί να επιβιώσει της μετάφρασης, της περικοπής και της ευρείας ερμηνείας χωρίς απώλειες στον πυρήνα του δράματος.
Καθώς μεγάλωνε η μαεστρία του, ο Σαίξπηρ έδωσε στους χαρακτήρες του σαφέστερα και πιο ποικίλα κίνητρα καθώς και διακριτούς τρόπους ομιλίας. Ωστόσο, στα τελευταία έργα του διατήρησε και πτυχές του πρότερου ύφους του.
Ιδιαίτερα στα τελευταία του ρομαντικά έργα σκόπιμα επέστρεψε σ’ ένα περισσότερο καλλιτεχνικό ύφος, το οποίο έδινε έμφαση στην ψευδαίσθηση του θεάτρου.
Το έργο του Σαίξπηρ επηρέασε σημαντικά το θέατρο και τη λογοτεχνία. Συγκεκριμένα, επέκτεινε τις δραματικές δυνατότητες των χαρακτήρων, της πλοκής, της γλώσσας και του ύφους. Για παράδειγμα, μέχρι τον “Ρωμαίο και Ιουλιέτα” τα ρομαντικά έργα δεν θεωρούνταν αξιόλογα θέματα για τραγωδίες. Οι μονόλογοι χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη μεταφορά πληροφοριών σχετικά με τους χαρακτήρες ή τα γεγονότα, αλλά ο Σαίξπηρ τους χρησιμοποίησε για να εξερευνήσει τις σκέψεις των χαρακτήρων.
Το έργο του επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και την ποίηση.
Οι Ρομαντικοί ποιητές προσπάθησαν να αναβιώσουν το δράμα στο ύφος του Σαίξπηρ αλλά με μικρή επιτυχία.

Ο Σαίξπηρ επηρέασε συγγραφείς όπως ο Τόμας Χάρντι, ο Γουίλιαμ Φώκνερ και ο Κάρολος Ντίκενς. Οι μονόλογοι του Αμερικανού μυθιστοριογράφου Χέρμαν Μέλβιλ οφείλουν πολλά στον Σαίξπηρ. Ο καπετάνιος Άχαμπ στο “Μόμπυ Ντικ” είναι ένας κλασικός τραγικός ήρωας, εμπνευσμένος από τον “Βασιλιά Ληρ”. Οι μελετητές έχουν εντοπίσει 20.000 μουσικά κομμάτια που συνδέονται με τα έργα του Σαίξπηρ. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται δύο όπερες του Τζουζέπε Βέρντι, ο “Οθέλος” και ο “Φάλσταφ”, των οποίων η κριτική αποδοχή συγκρίνεται με αυτή των πρωτότυπων θεατρικών έργων.
Ο Σαίξπηρ ενέπνευσε επίσης πολλούς ζωγράφους, συμπεριλαμβανομένων των Ρομαντικών και των Προραφαηλιτών. Μάλιστα ο Ελβετός Ρομαντικός καλλιτέχνης Χάινριχ Φύσλι, φίλος του Ουίλιαμ Μπλέηκ, μετέφρασε τον “Μάκβεθ” στα γερμανικά. Ο ψυχαναλυτής Σίγκμουντ Φρόυντ μελέτησε έργα του Σαίξπηρ, και ιδιαίτερα τον Άμλετ, για να αναπτύξει τις θεωρίες του γύρω από την ανθρώπινη φύση.

Την εποχή του Σαίξπηρ, η αγγλική γραμματική, η ορθογραφία και η προφορά ήταν λιγότερο τυποποιημένες απ’ ό, τι είναι τώρα και η χρήση της γλώσσας του βοήθησε στο σχηματισμό της σύγχρονης αγγλικής γλώσσας.
Εκφράσεις όπως “with bated breath” (“με κομμένη την ανάσα”, από τον “Έμπορο της Βενετίας”) και “it was a foregone conclusion” (“ήταν αναπόφευκτο”, από τον “Οθέλο”) χρησιμοποιούνται πλέον στην καθομιλουμένη.

Μετά την παλινόρθωση της μοναρχίας το 1660 και πριν από το τέλος του 17ου αιώνα, οι κλασικές ιδέες ήταν στη μόδα.
Το αποτέλεσμα ήταν οι κριτικοί εκείνης της εποχής να τοποθετήσουν τον Σαίξπηρ χαμηλότερα από άλλους δραματουργούς της εποχής του. Όμως κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα οι κριτικοί άρχισαν να ανταποκρίνονται στο έργο του Σαίξπηρ και να αναγνωρίζουν τη φυσική μεγαλοφυΐα του. Μία σειρά επιστημονικών εκδόσεων των έργων του βοήθησε στην αυξανόμενη φήμη του και μέχρι το 1800 είχε καθιερωθεί ως εθνικός ποιητής. Το 18ο και το 19ο αιώνα η φήμη του εξαπλώθηκε και στο εξωτερικό. Ανάμεσα σ’ αυτούς που τον υπερασπίστηκαν ήταν ο Βολταίρος, ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε και ο Βίκτωρ Ουγκώ.

“Ο Σαίξπηρ υπήρξε ευφυία όχι μόνο για την εποχή του αλλά για όλους τους αιώνες”. (Μπεν Τζόνσον)

Οι Βικτωριανοί ανέβαζαν συχνά έργα του Σαίξπηρ υπό τη μορφή πλούσιου θεάματος. Ο θεατρικός συγγραφέας και κριτικός Τζορτζ Μπέρναρντ Σω χλεύασε τη λατρεία που υπήρχε για τα έργα του Σαίξπηρ, ονομάζοντάς την “βαρδολατρεία”, ενώ υποστήριζε ότι τα έργα του Ερρίκου Ίψεν έκαναν τον Σαίξπηρ παρωχημένο.

Η μοντερνιστική επανάσταση στις τέχνες κατά τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, όχι μόνο δεν απέρριψε τον Σαίξπηρ αλλά προσάρμοσε το έργο του στις ανάγκες της αβάν-γκαρντ. Οι Εξπρεσιονιστές στη Γερμανία και οι Φουτουριστές στη Μόσχα αναπαρήγαγαν τα έργα του. Υπό την επιρροή του Σαίξπηρ, ο μαρξιστής θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Μπέρτολτ Μπρεχτ επινόησε ένα επικό θέατρο. Ο δε ποιητής και κριτικός Τόμας Στερνς Έλιοτ τοποθετήθηκε κατά του Σω υποστηρίζοντας ότι ο “πρωτογονισμός” του Σαίξπηρ στην πραγματικότητα τον έκανε σύγχρονο. Ο Έλιοτ μαζί με τους υποστηρικτές της Νέας Κριτικής δημιούργησαν ένα κίνημα για την πιο προσεκτική ανάγνωση των έργων του Σαίξπηρ.
Τη δεκαετία του 1950, ένα κύμα νέων κριτικών προσεγγίσεων αντικατέστησε το μοντερνισμό και άνοιξε το δρόμο για τις μεταμοντέρνες μελέτες του Σαίξπηρ. Τη δεκαετία του 1980, τα έργα του Σαίξπηρ έγιναν αντικείμενα μελέτης του Γλωσσολογικού Στρουκτουραλισμού και του Φεμινισμού.
Περίπου 150 χρόνια μετά το θάνατο του Σαίξπηρ, άρχισαν να εκφράζονται αμφιβολίες σχετικά με την ταυτότητά του και την πατρότητα των έργων που του έχουν αποδοθεί. Συγγραφείς όπως ο Ουώλτ Ουίτμαν, ο Μαρκ Τουέην και ο Χένρι Τζέιμς, αλλά και προσωπικότητες όπως ο Σίγκμουντ Φρόυντ, εξέφρασαν τη δυσπιστία τους σχετικά με την υπόθεση πως ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ του Στράτφορντ ταυτίζεται με το συγγραφέα που έδωσε τα σαιξπηρικά έργα. Ο σκεπτικισμός αυτός στηρίζεται σε διάφορες ενδείξεις μεταξύ των οποίων η απουσία κάποιου βιβλίου ή χειρόγραφου έργου στην -κατά τ’ άλλα λεπτομερή- διαθήκη του.

Πολλοί αποδίδουν αυτή τη διαφωνία στη γενική έλλειψη και ασάφεια γύρω από πολλά ιστορικά στοιχεία της περιόδου κατά την οποία έζησε ο Σαίξπηρ. Ακόμη και η προσωπογραφία του στην Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων του Λονδίνου αμφισβητείται έντονα πως απεικονίζει πράγματι τον Σαίξπηρ, ενώ και ένα δεύτερο διάσημο πορτραίτο του αποδείχθηκε με τη βοήθεια χημικής ανάλυσης ότι στην πραγματικότητα δημιουργήθηκε το 19ο αιώνα. Ορισμένοι μελετητές του έργου που αποδίδεται στον Σαίξπηρ, θεωρούν πως ένα μέρος του πιθανά ανήκει σε άλλους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται συχνά ο Φράνσις Μπέηκον, ο Κρίστοφερ Μάρλοου, καθώς και ο 6ος κόμης του Ντέρμπυ, Ουίλλιαμ Στάνλεϊ. Ο Edward de Vere, 17ος κόμης της Οξφόρδης, θεωρείται επίσης ένας από τους πιθανούς συγγραφείς κάποιων έργων που αποδίδονται στον Σαίξπηρ. Ιστορικά στοιχεία γύρω από την ύπαρξη του κόμη de Vere έγιναν γνωστά περίπου το 1920 και αρκετοί πιστεύουν πως τα γεγονότα της ζωής του εμφανίζουν ομοιότητες με καταστάσεις που αποτυπώνονται και στο έργο του Σαίξπηρ.

Ωστόσο, μόνο μία μικρή μειονότητα ακαδημαϊκών πιστεύει ότι υπάρχει λόγος αμφισβήτησης της παραδοσιακής απόδοσης των έργων του Σαίξπηρ. Η πλειονότητα των ακαδημαϊκών μελετητών δε δέχεται τις παραπάνω εκτιμήσεις, θεωρεί όμως πιθανό το ενδεχόμενο ο Σαίξπηρ να μην αποτελεί και το μοναδικό συγγραφέα των έργων του, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη πολλοί δραματουργοί και θεατρικοί συγγραφείς συνεργάζονταν στενά μεταξύ τους.

Μερικοί μελετητές υποστηρίζουν ότι τα μέλη της οικογένειας του Σαίξπηρ ήταν Καθολικοί, σε μία εποχή που η Καθολική πρακτική ήταν αντίθετη με το νόμο. Η μητέρα του Σαίξπηρ, Μαίρη Άρντεν, σίγουρα προερχόταν από μία ευσεβή καθολική οικογένεια. Το ισχυρότερο στοιχείο θα μπορούσε να ήταν μία Καθολική δήλωση πίστης υπογεγραμμένη από τον Τζων Σαίξπηρ, που βρέθηκε το 1757 στις δοκούς ενός σπιτιού του. Ωστόσο το έγγραφο έχει χαθεί και οι επιστήμονες διαφωνούν ως προς τη γνησιότητά του. Το 1606 το όνομα της μεγάλης κόρης του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Σουζάνας, εμφανίζεται σε μία λίστα μ’ αυτούς που δεν παρευρέθηκαν στην Πασχαλινή Θεία Ευχαριστία στο Στράτφορντ. Οι μελετητές βρίσκουν στα έργα του Σαίξπηρ στοιχεία τόσο υπέρ όσο και κατά του Καθολικισμού, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατο να αποδειχθεί η αλήθεια.

Λίγα είναι γνωστά σχετικά με τη σεξουαλικότητα του Σαίξπηρ. Στα 18 του παντρεύτηκε την 26χρονη Άννα Χάθαγουεϊ που ήταν έγκυος, και έξι μήνες αργότερα γεννήθηκε η Σουζάνα, το πρώτο από τα τρία τους παιδιά. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των αιώνων μέχρι σήμερα, αναγνώστες έχουν επισημάνει στα σονέτα του Σαίξπηρ ενδεικτικά στοιχεία για την αγάπη του για ένα νεαρό άνδρα. Άλλοι εκλαμβάνουν τους ίδιους στίχους ως έκφραση έντονης φιλίας και όχι ερωτικού πάθους.
Παράλληλα, άλλα σονέτα απευθύνονται σε μία παντρεμένη γυναίκα και εκλαμβάνονται ως απόδειξη ετεροφυλόφιλων σχέσεων.

Εκτύπωση
diaxeiristis«Ρωμαίος και Ιουλιέτα», μια χωρίς συμπλέγματα παράσταση