Κάρτα Μνήμης

Το ΚΘΒΕ αποχαιρετά τον Σταύρο Τσιώλη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για την απώλεια του Σταύρου Τσιώλη, ενός σπουδαίου σκηνοθέτη και σεναριογράφου, το έργο του οποίου σημάδεψε τον νέο ελληνικό κινηματογράφο με το ξεχωριστό του στυλ.

Ο Σταύρος Τσιώλης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1937. Σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Κινηματογράφου Τηλεόρασης Σταυράκου. Από το 1958, δούλεψε ως βοηθός σκηνοθέτη σε 54 ταινίες, πολλές από τις οποίες της Φίνος Φιλμ. Η πρώτη δική του ταινία, η οποία βασίστηκε και σε δικό του σενάριο, ήταν «Ο μικρός δραπέτης» για τη Φίνος Φιλμ το 1968 και το 1970 έκανε διεθνή επιτυχία με την ταινία «Κατάχρησις Εξουσίας», η οποία παίχτηκε σε 36 χώρες. Την ίδια χρονιά εγκατέλειψε τον κινηματογράφο.

Το 1985 επέστρεψε στην ενεργό δράση με την ταινία του «Μια Τόσο Μακρινή Απουσία», η οποία απέσπασε τα έξι πρώτα βραβεία στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης 1985, ενώ το 1988 η ταινία «Ακατανίκητοι Εραστές» παίχτηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Το 1992 σκηνοθέτησε το «Παρακαλώ γυναίκες, μην κλαίτε» και το 1998 το «Ας περιμένουν οι γυναίκες». Η τριλογία του Τσιώλη «Γυναίκες» ολοκληρώθηκε το 2018, με την ταινία «Γυναίκες που Περάσατε από Δω», η οποία χρηματοδοτήθηκε με crowdfunding. Ο Σταύρος Τσιώλης έχει γράψει ακόμη θεατρικά έργα και στίχους τραγουδιών.

Το 2016, ανέβηκε στο ΚΘΒΕ η παράσταση του «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ», σε σκηνοθεσία Ταξιάρχη Χάνου, στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών.

Φιλμογραφία

Ο μικρός δραπέτης (1969)
Πανικός (1969)
Ζούγκλα των πόλεων (1970)
Κατάχρησις εξουσίας (1971)
Μια τόσο μακρινή απουσία (1985)
Σχετικά με το Βασίλη (1986)
Ακατανίκητοι εραστές (1988)
Έρωτας στη Χουρμαδιά (1990)
Παρακαλώ γυναίκες, μην κλαίτε (1992)
Ο χαμένος θησαυρός του Χουρσίτ Πασά (1996)
Ας περιμένουν οι γυναίκες (1998)
Φτάσαμεε! (2004)
Γυναίκες που περάσατε από δω (2017)

Θεατρικά έργα

Τα κοκκινομπλέ πατίνια (2006)
Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ (2011)
Η πόρτα (2012)
Η Δημοπρασία (2013)
Η Γυναίκα του Αυστροναύτη (2015)

Δήλωση Καλλιτεχνικού Διευθυντή ΚΘΒΕ

«Χάσαμε έναν τολμηρό κινηματογραφιστή που αγαπήσαμε πολύ. Οι ταινίες του λάμπουν από τη δική του αθωότητα, το ιδιότυπο χιούμορ του, την αγάπη του για τον άνθρωπο. Διάλεξε να φωτίσει τα “μικρά”, αυτά που προσπερνάμε όλοι οι υπόλοιποι, με μια βαθιά προσωπική ματιά. Και μας συγκίνησε. Και μας έκανε να χαμογελάσουμε. Και μας σκλάβωσε με την αγνή ματιά του. Χάσαμε ένα φίλο. Συλλυπητήρια στους δικούς του. Κατερίνα, κουράγιο. Ο πατέρας σου ήταν σπουδαίος σε όλα του.»
Γιάννης Αναστασάκης

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤο ΚΘΒΕ αποχαιρετά τον Σταύρο Τσιώλη
Περισσότερα

Ο Σταύρος Τσιώλης «ταξίδεψε» στους ουρανούς, πέταξε προς έναν άλλο πολύχρωμο γαλαξία…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Ο αγαπημένος μας πατέρας, φίλος και αδελφός Σταύρος Τσιώλης ταξίδεψε στους ουρανούς, πέταξε προς έναν άλλο πολύχρωμο γαλαξία.

Προς έναν καλύτερο κόσμο όπου οι ψυχές χαίρονται το λίκνισμα των αστεριών και δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να προσεύχονται για όλους και όλα τα μικρά και ταπεινά πράγματα που αγάπησαν σ’ αυτή τη ζωή…

Νιώθουμε μόνο λύπη γι’ όλα αυτά που μας χώρισαν και άγια τύχη γι’ όλα αυτά που μας ένωσαν».

***

 

 

Με το παραπάνω μήνυμα – στο facebook – έγινε γνωστό το πέρασμα του σκηνοθέτη Σταύρου Τσιώλη στην απέναντι όχθη.

«Έφυγε» από τη ζωή την Τρίτη 23 Ιουλίου 2019 λίγο μετά τις 6 το πρωί σε ηλικία 82 ετών.

***

Ο Σταύρος Τσιώλης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 6 Οκτωβρίου 1937. Σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Κινηματογράφου Τηλεόρασης Λ. Σταυράκου στην Αθήνα και από το 1958 δούλεψε ως βοηθός σκηνοθέτη σε 54 ταινίες, πολλές από τις οποίες της «Φίνος Φιλμ».

Η πρώτη δική του ταινία, η οποία βασίστηκε σε δικό του σενάριο, ήταν «Ο μικρός δραπέτης» για τη «Φίνος Φιλμ» το 1968. Το 1970 έκανε διεθνή επιτυχία με την ταινία «Κατάχρησις Εξουσίας».

Στη συνέχεια εγκατέλειψε τον κινηματογράφο και επανήλθε το 1985 με ταινίες που έκαναν ιδιαίτερη επιτυχία.

Η ταινία του «Μια Τόσο Μακρινή Απουσία» απέσπασε έξι πρώτα βραβεία στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης 1985, ενώ οι «Ακατανίκητοι Εραστές» το 1988 παίχτηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.

 

 

Οι ταινίες του έχουν ένα ιδιαίτερα προσωπικό στυλ καθώς βασίζονται στο λεπτό χιούμορ, τους αυτοσχεδιαστικούς διαλόγους και τη χρήση, πολλές φορές, ερασιτεχνών ηθοποιών. Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στα σενάριά του αποτελεί η περιπλάνηση, αρκετές φορές στον τόπο καταγωγής του, την Αρκαδία. Σε πολλές ταινίες του χρησιμοποίησε ως πρωταγωνιστή τον Αργύρη Μπακιρτζή.

Το 2017 με την ταινία του «Γυναίκες που περάσατε από εδώ», έκλεισε την τριλογία «Γυναίκες» (μετά το «Παρακαλώ Γυναίκες, μην κλαίτε» και «Ας περιμένουν οι Γυναίκες»).

Ο Σταύρος Τσιώλης είχε γράψει στίχους για τραγούδια των ταινιών του αλλά και για τραγουδιστές της λαϊκής μουσικής όπως η Μαριώ, η Πίτσα Παπαδοπούλου και ο Αντώνης Ρέμος.

 

***

 

 

Κινηματογράφος

 

Ο μικρός δραπέτης (1969), Πανικός (1969), Ζούγκλα των πόλεων (1970), Κατάχρησις εξουσίας (1971), Μια τόσο μακρινή απουσία (1985), Σχετικά με το Βασίλη (1986), Ακατανίκητοι εραστές (1988), Έρωτας στη Χουρμαδιά (1990), Παρακαλώ γυναίκες, μην κλαίτε (1992), Ο χαμένος θησαυρός του Χουρσίτ Πασά (1996), Ας περιμένουν οι γυναίκες (1998), Φτάσαμεε! (2004), Γυναίκες που περάσατε από ‘δω (2017).

 

Θεατρικά

 

Τα έργα του για το θέατρο έχουν καταγραφεί στο βιβλίο «Θεατρικά» και είναι: «Τα κοκκινομπλέ πατίνια» (2006), «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ, μια ιστορία του Σταθμού Λαρίσης» (2011), «Η πόρτα» ή «Ο σωρός των φασολιών» (2012), «Η δημοπρασία» και «Η γυναίκα του αστροναύτη».

Παναγιώτης ΜήλαςΟ Σταύρος Τσιώλης «ταξίδεψε» στους ουρανούς, πέταξε προς έναν άλλο πολύχρωμο γαλαξία…
Περισσότερα

Νίκος Λαβράνος. Θα είναι «για πάντα μαζί» μας με τις μελωδίες και τα «κρουστά» του…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το Σάββατο 20 Ιουλίου 2019, σε ηλικία 86 ετών, έφυγε από τη ζωή ο Κερκυραίος συνθέτης Νίκος Λαβράνος.

 

Ήταν ένας κορυφαίος μουσικός, συνθέτης και μαέστρος με καριέρα σε Ελλάδα και εξωτερικό. Η μουσική και τα τραγούδια του αγαπήθηκαν πολύ.

 

Γεννήθηκε το 1933 και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στην ορχήστρα που έφτιαξε ο αδελφός του Γεράσιμος Λαβράνος παίζοντας κυρίως κρουστά. Χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Νίκος Σκέμπρης» όταν το 1971 συνεργαζόταν δισκογραφικά με τον Γιάννη Πουλόπουλο.

 

Ο Νίκος Λαβράνος έγραψε τραγούδια κυρίως για τη σύζυγό του Μίλλη Καραλή ενώ έγραψε τραγούδια και για άλλους τραγουδιστές όπως η Μούσχουρη, η Μαρινέλλα, ο Δάκης, η Μοσχολιού, ο Αδαμαντίδης, ο Άγγελος Διονυσίου, ο Καλατζής, η Γαλάνη, ο Βοσκόπουλος και άλλοι.

Φυσικά το τραγούδι – ορόσημο στην καριέρα του ήταν – το 1981 – η μεγάλη επιτυχία του Γιάννη Πάριου «Για Πάντα Μαζί» σε στίχους Δημήτρη Ιατρόπουλου.

 

 

***

 

 

Σε όλη του τη ζωή ο Νίκος Λαβράνος έκανε «μουσικά ταξίδια από τη folk στη jazz», με ενδιάμεσους σταθμούς σε διάφορα μουσικά είδη, όπως tangos και fados, ναπολιτάνικα και γαλλικά, blues καθώς και «αναπάντεχες συναντήσεις» με τον πρωτογενή χώρο του παραδοσιακού τραγουδιού…

 

***

 

Κυρίως είχε μεγάλη συμβολή, ως ντράμερ. Υπήρξε μέλος της Πειραματικής Ορχήστρας Αθηνών (υπό τον Μάνο Χατζιδάκι), του Ενόργανου Συνόλου Αθηνών (υπό τον Αργύρη Κουνάδη). Είχε συμμετάσχει σε ηχογραφήσεις των Νίκου Μαμαγκάκη («Μπολιβάρ», «Αντινομίες»), Γιάννη Χρήστου, Νικηφόρου Ρώτα («Χορικά»), Μιχάλη Αδάμη («Μοιρολόι») κ.ά. Πάντα συμμετείχε στις Ελληνικές Εβδομάδες Σύγχρονης Μουσικής.

 

Η πιο γνωστή δισκογραφία του Νίκου Λαβράνου σχετίζεται με τη σύζυγό του Μίλλη Καραλή. Έκαναν μαζί τα άλμπουμ «Τι Είναι η Αγάπη» (1973), «Μίλλη 2 / Νέα Γενιά» (1974), «Τραγούδια Δίχως Σύνορα» (1979), «Φεμινιστικά» (1982) και «Lover Leave me» (1984).

 

Επίσης ως «Νίκος Σκέμπρης», ο Νίκος Λαβράνος είχε κάνει κι ένα LP το «Μαρία» [Lyra, 1970], στο οποίο επιχειρούσε να παντρέψει το έντεχνο-λαϊκό ύφος, με κάποιες μοντέρνες ενορχηστρώσεις. Στο δίσκο αυτό τραγουδούσαν ο Γιάννης Πουλόπουλος, η Μαρία Δουράκη και ο Γιάννης Θωμόπουλος.

 

***

 

 

Το τελευταίο αντίο στον Νίκο Λαβράνο, θα πούμε τη Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019 το πρωί στις 11.

Ο αποχαιρετισμός θα γίνει στο Β’ Κοιμητήριο Αθηνών.

Στη Λεωφόρο Ηρακλείου 120
Αθήνα 111 42
Περιοχή Ριζούπολης
Τηλέφωνο: 210 – 29.11.763

 

***

 

ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΤΡΕΙΣ ΔΙΚΕΣ ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ

 

«ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ’ ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ», ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΝΤΑΛΑΡΑ

 

***

 

«ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ», ΜΕ ΤΗ ΜΙΛΛΗ ΚΑΡΑΛΗ

 

 

***

 

 

ΚΑΙ ΕΔΩ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟΥ ΤΖΑΖ

 

Παναγιώτης ΜήλαςΝίκος Λαβράνος. Θα είναι «για πάντα μαζί» μας με τις μελωδίες και τα «κρουστά» του…
Περισσότερα

Τζορτζ Γκέρσουιν. Οι κριτικοί απέρριψαν το «Summertime» στην πρώτη του παρουσίαση

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Την τρίπρακτη όπερα Πόργκυ και Μπες (Porgy and Bess) την παρουσίασε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1935 στη σκηνή του Μπρόντγουεϊ.

Ακολούθησαν 124 παραστάσεις, οι οποίες ωστόσο δεν κάλυψαν οικονομικά τα έξοδα για το ανέβασμα του έργου. Η όπερα δέχθηκε σκληρή κριτική. Από την πρώτη στιγμή, μετά την πρεμιέρα της, αμφισβητήθηκε η οπερατική καταγωγή του έργου, ενώ κατά πολλούς η αξία του βρισκόταν σε μεμονωμένα μουσικά κομμάτια και λιγότερο στο δομημένο σύνολό του.

Η άποψη αυτή ενισχύθηκε από την επιτυχία που είχαν τραγούδια της όπερας ερμηνευμένα ανεξάρτητα, όπως το «Summertime».

 

 

 

Η αρνητική κριτική εστίασε επίσης στον στερεότυπο τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι χαρακτήρες και εν γένει η ζωή των μαύρων της Αμερικής, σε μια εποχή που η αφροαμερικανική κοινότητα εξακολουθούσε να υπόκειται σε ρατσιστικές διαθέσεις.

Το γεγονός πως η όπερα βασίστηκε στο μυθιστόρημα ενός λευκού και συντέθηκε από έναν επίσης λευκό μουσικό με έδρα τη Νέα Υόρκη, αποτέλεσε επίσης πρόσφορο έδαφος για αμφισβήτηση της αυθεντικότητάς της.

***

Όταν ο Τζορτζ Γκέρσουιν συνέθεσε και παρουσίασε αυτή την όπερα ήταν 37 χρονών. Η καθολική αρνητική υποδοχή τον κατέβαλε και δύο χρόνια μετά σοβαροί πονοκέφαλοι και προσωρινή απώλεια μνήμης ήταν τα πρώτα μηνύματα που τον ανησύχησαν.

Μέσα σε λίγους μήνες έχασε πολύ βάρος με αποτέλεσμα να χρειάζεται υποστήριξη για να περπατήσει.
Όλα αυτά τον οδήγησαν, την Παρασκευή 9 Ιουλίου του 1937, στο νοσοκομείο Cedars of Lebanon στο Μπέβερλι Χιλς της Καλιφόρνια. Εκεί υπέπεσε σε κώμα. Τότε μόνον διαγνώστηκε ότι έχει όγκο στον εγκέφαλο.

Την Κυριακή 11 Ιουλίου οι γιατροί προχώρησαν σε εγχείρηση για την αφαίρεση του όγκου. Η πολύωρη επέμβαση δεν είχε ευτυχή κατάληξη.

Ο Γκέρσουιν πέρασε στην απέναντι όχθη όταν ήταν μόλις 39 χρόνων.

Ο πρόωρος θάνατός του συγκλόνισε την αμερικανική κοινή γνώμη, σε μία περίοδο που βρισκόταν στην ακμή του και ενώ προετοίμαζε αρκετές νέες συνθέσεις.

Πρόλαβε και έγραψε μουσική για μιούζικαλ, όπερα, κλασική μουσική και τραγούδια, αρκετά από τα οποία έγιναν κλασικά.

 

***

 

 

 

Το κλασικό έργο για ορχήστρα και πιάνο «Rhapsody in Blue» είναι το «σήμα-κατατεθέν» της συνθετικής ιδιοφυΐας του σπουδαίου Αμερικανού δημιουργού.

Παράλληλα λένε ότι το «Summertime» αποτελεί ένα από τα πλέον διασκευασμένα μουσικά θέματα στην ανθρώπινη ιστορία (μαζί με το «Yesterday» των Beatles), αγγίζοντας πλέον τις 33.000 διαφορετικές εκτελέσεις.

 

***

 

Το «Summertime» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Βοστόνη το 1935 και αποτελούσε τμήμα της φολκ όπερας «Πόργκι και Μπες» (Porgy and Bess) που ήταν η πρώτη αμερικανική όπερα που εκτελέστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου.
Δανειζόμενος στοιχεία από τη θρησκευτική μουσική των μαύρων, ο Γκέρσουιν παρουσιάζει ένα νανούρισμα που τραγουδά η ηρωίδα της όπερας, Μπες, στην κόρη της. Είναι μια από τις πιο τρυφερές στιγμές του έργου, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη βία και το εμπόριο ναρκωτικών των αμερικανικών γκέτο.

Το «Πόργκι και Μπες» διηγείται ιστορίες από τη ζωή των απογόνων των σκλάβων, που μετατρέπονται σε μισθωτούς σκλάβους. Αυτή η όπερα αντιμετώπισε από την αρχή πολλές δυσκολίες μέχρι να γίνει αποδεκτή από το κοινό.
Ο Τζορτζ Γκέρσουιν δεν είχε την τύχη να ζήσει τη μεταστροφή της άποψης των κριτικών και του κοινού. Μόνο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η όπερα και συγκεκριμένα το «Summertime» γνώρισαν την αποδοχή που τους άξιζε.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 μάλιστα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χρηματοδοτεί την περιοδεία στην Ευρώπη ενός θιάσου Αμερικανών που θα φτάσουν μέχρι τη Μόσχα. Είναι η πρώτη καλλιτεχνική αποστολή στη Σοβιετική Ένωση από την εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Επίσης είναι η πρώτη αμερικανική όπερα που παρουσιάστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου.
Εκτός από το «Summertime», άλλες δημοφιλείς συνθέσεις του ήταν: «I Loves You Porgy», «Let’s Call the Whole Thing Off» και το «They Can’t Take That Away from Me».

Πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες ηχογράφησαν συνθέσεις του Γκέρσουιν. Ανάμεσά τους ήταν οι: Fred Astaire, Louis Armstrong, Dean Martin, Al Jolson, Bobby Darin, Janis Joplin, John Coltrane, Frank Sinatra, Billie Holiday, Ella Fitzgerald, Sam Cooke, Diana Ross, Miles Davis, Herbie Hancock και Nina Simone.

 

***

 

Ο Τζορτζ Γκέρσουιν (George Gershwin) γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης στις 26 Σεπτεμβρίου του 1898 και πέθανε στο Χόλιγουντ της Καλιφόρνιας, στις 11 Ιουλίου 1937. Ήταν γόνος Ρώσων μεταναστών εβραϊκής καταγωγής από την Αγία Πετρούπολη, που εγκαταστάθηκαν στην Αμερική τη δεκαετία του 1890.

Συγκαταλέγεται στους δημοφιλέστερους και πιο επιτυχημένους Αμερικανούς συνθέτες όλων των εποχών. Συνδύασε τις τεχνικές και τις φόρμες του κλασικού τραγουδιού με το είδος της τζαζ, ενώ παράλληλα το ύφος του σημαδεύτηκε από πρωτότυπες μετατροπίες και περίπλοκους ρυθμούς.

Κύριος συνεργάτης του και στιχουργός πολλών συνθέσεών του υπήρξε ο αδελφός του, Άιρα Γκέρσουιν.

 

***

 

 

 

Ο πατέρας του, Μόρις Γκέρσβιν (Moshe Gershvin), εργάστηκε σε βιοτεχνία γυναικείων παπουτσιών και σε σύντομο χρονικό διάστημα ανελίχθηκε σε θέση προϊσταμένου. Αργότερα, διηύθυνε διάφορες επιχειρήσεις, όπως εστιατόρια, αρτοποιεία καθώς και ένα ξενοδοχείο, τις οποίες όμως εγκατέλειπε σε σύντομο χρονικό διάστημα όταν έχανε το ενδιαφέρον του.

Με τη σύζυγό του, Ρόζα Μπρούσκιν, απέκτησε συνολικά τέσσερα παιδιά, τα οποία είχαν ως μητρική γλώσσα την Αγγλική, καθώς δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ ρωσικά ή γίντις.

Σε μικρή ηλικία, ο Γκέρσουιν χαρακτηριζόταν ως παιδί του δρόμου που αποστρεφόταν το σχολείο και ήταν απείθαρχος. Το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως στενά δεμένο με τη μουσική, ωστόσο ο ίδιος ανέπτυξε ενδιαφέρον σε νεαρή σχετικά ηλικία.

Η μουσική του εκπαίδευση ξεκίνησε περίπου το 1910, όταν οι γονείς του αγόρασαν ένα μεταχειρισμένο πιάνο, το οποίο προοριζόταν για χρήση από τον αδελφό του Άιρα. Δύο χρόνια αργότερα, έγινε δεκτός ως μαθητής του διακεκριμένου πιανίστα και δασκάλου Charles Hambitzer, ο οποίος διέκρινε τις δεξιότητες του Γκέρσουιν και τον μύησε στο χώρο της κλασικής μουσικής, συνοδεύοντάς τον σε κοντσέρτα αλλά και μέσα από τη διδασκαλία κλασικών έργων στο πιάνο, συνθετών όπως ο Φρεντερίκ Σοπέν και ο Φραντς Λιστ.

Η πίστη του Hambitzer στις δυνατότητες του νεαρού Γκέρσουιν αναδεικνύεται από το γεγονός πως αρνήθηκε να λάβει χρήματα για την εκπαίδευσή του, καθώς και μέσα από επιστολή του προς την αδελφή του, στην οποία τον περιέγραφε ως ιδιοφυή.

Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, εγκατέλειψε το γυμνάσιο και εργάστηκε για περίπου τρία χρόνια ως πιανίστας διαφημιστής τραγουδιών του Τιν Παν Άλι, για τη μουσική εταιρεία του Τζερόμ Ρέμικ. Η πολύωρη και καθημερινή εξάσκησή του στην εκτέλεση τραγουδιών επέδρασε ευεργετικά στο παίξιμό του, το οποίο βελτιώθηκε σημαντικά μέσα από την εμπειρία που αποκτούσε.

Σε εφηβική ακόμα ηλικία, αναγνωριζόταν ως ένας από τους πλέον ταλαντούχους πιανίστες της Νέας Υόρκης και σύντομα ανέλαβε τη συνοδεία στο πιάνο δημοφιλών τραγουδιστών της εποχής.

Την ίδια περίπου περίοδο, ξεκίνησε να γράφει δικά του τραγούδια ενώ παράλληλα, εργάστηκε ως πιανίστας στις πρόβες έργων του Μπρόντγουεϊ (Broadway) και σύντομα άρχισε να αναγνωρίζεται για τις ικανότητές του στη σύνθεση.
Από το 1918, τραγούδια του συνόδευαν σόου του Μπρόντγουεϊ, ενώ στις 26 Μαΐου του 1919, παρουσιάστηκε το έργο La La Lucille σε μουσική εξολοκλήρου γραμμένη από τον ίδιο.

 

***

 

Στα τέλη του 1923, ο διευθυντής ορχήστρας Πωλ Γουάιτμαν ζήτησε από τον Γκέρσουιν να συνθέσει ένα έργο για ένα πολυδιαφημισμένο κοντσέρτο, το οποίο περιγραφόταν ως «Πείραμα στη Μοντέρνα Μουσική».

Αποτέλεσμα της συνεργασίας τους ήταν το έργο για πιάνο και ορχήστρα με τίτλο «Rhapsody in Blue», που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 12 Φεβρουαρίου 1924 στο Aeolian Concert Hall της Νέας Υόρκης, και κατάφερε να εξασφαλίσει θερμή υποδοχή από το κοινό και τους κριτικούς.

Σύμφωνα με ένα θρύλο, ο Γκέρσουιν είχε ξεχάσει την παραγγελία του Γουάιτμαν και συνέθεσε γρήγορα το έργο, σε διάστημα τριών εβδομάδων, αφού διάβασε την αναγγελία της συναυλίας στον ημερήσιο τύπο.

Η δεκαετία 1924-34 υπήρξε εν γένει μία περίοδος ευμάρειας για τον Γκέρσουιν, κατά την οποία αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη φήμη, καταλαμβάνοντας μοναδική θέση μεταξύ των Αμερικανών συνθετών της εποχής.
Την ίδια περίοδο ταξίδεψε αρκετά και γνωρίστηκε με σημαντικούς συνθέτες σύγχρονης κλασικής μουσικής, όπως τους Σεργκέι Προκόφιεφ, Μωρίς Ραβέλ και Άλμπαν Μπεργκ.

 

 

 

Μετά την επιτυχία του Rhapsody in Blue, αφοσιώθηκε κυρίως σε ορχηστρικά έργα, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείψει και τη σύνθεση τραγουδιών για το θέατρο. Στιχουργός των περισσότερων υπήρξε ο αδελφός του, Άιρα Γκέρσουιν, του οποίου οι πνευματώδεις στίχοι – συχνά ενσωματώνοντας αργκό εκφράσεις και λογοπαίγνια – αναγνωρίζονται εξίσου με τις μελωδίες του Τζορτζ Γκέρσουιν.

 

Το 1925, ο Walter Damrosch τού ανέθεσε τη σύνθεση ενός κοντσέρτου, για τη συμφωνική ορχήστρα της Νέας Υόρκης. Για το σκοπό αυτό, ο Γκέρσουιν ολοκλήρωσε το Κοντσέρτο σε Φα μείζονα, έργο για πιάνο και ορχήστρα που αποτελείται από τρία μέρη (Allegro, Adagio – Andante con moto και Allegro agitato) και συνιστά τη μεγαλύτερη σε διάρκεια σύνθεσή του.
Αν και δεν γνώρισε την ίδια αποδοχή σε σύγκριση με το Rhapsody in Blue, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του, γραμμένο για συμφωνική ορχήστρα χωρίς όργανα της τζαζ, και αποτελεί πιθανώς το πιο δημοφιλές κοντσέρτο για πιάνο Αμερικανού συνθέτη.

 

Το συμφωνικό ποίημα An American in Paris, σύνθεση που ολοκληρώθηκε το 1928, αντανακλά τις εντυπώσεις του Γκέρσουιν από τα ταξίδια του στο Παρίσι και απεικονίζει μουσικά την ατμόσφαιρα της πόλης όπως την εισέπραξε ο ίδιος. Θεωρείται έργο που αντλεί στοιχεία από την παράδοση των μπλουζ, ενώ με τους εναλλασσόμενους ρυθμούς του και την ελεύθερη δομή του παραπέμπει επίσης στο είδος του μπαλέτου.

 

Την περίοδο 1932-36, κατά την οποία παρακολούθησε μαθήματα υπό τον συνθέτη και θεωρητικό της μουσικής Joseph Schillinger, ολοκλήρωσε την Κουβανική Εισαγωγή (Cuban Overture, 1932), μία σειρά από παραλλαγές για πιάνο και ορχήστρα πάνω στη δική του προγενέστερη σύνθεση I got rhythm (1914), καθώς και την τρίπρακτη όπερα Πόργκυ και Μπες (Porgy and Bess, 1935).

 

Για τη σύνθεση της όπερας, ο Γκέρσουιν εμπνεύστηκε από το μυθιστόρημα του DuBose Heyward Porgy (1925) και για ένα διάστημα ταξίδεψε στον αμερικανικό Νότο προκειμένου να έρθει σε επαφή με την αφροαμερικανική μουσική παράδοση. Το λιμπρέτο του έργου, το οποίο ο ίδιος χαρακτήριζε ως μία αμερικανική φολκ όπερα, πραγματεύεται τη ζωή των μαύρων στο Τσάρλεστον της Νότιας Καρολίνας και γράφτηκε από τον αδελφό του, σε συνεργασία με το ζεύγος DuBose και Dorothy Heyward.

 

***

 

ΕΔΩ Ο ΓΚΕΡΣΟΥΙΝ ΣΤΟ ΠΙΑΝΟ ΤΟ 1931

 

Παναγιώτης ΜήλαςΤζορτζ Γκέρσουιν. Οι κριτικοί απέρριψαν το «Summertime» στην πρώτη του παρουσίαση
Περισσότερα

Μαίρη Κουάντ. Στις 10 Ιουλίου 1964 έκανε επανάσταση με την υπογραφή της στη μίνι φούστα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

 

Ο δάσκαλός μου στη δημοσιογραφία, ο Αλέκος Φιλιππόπουλος, έλεγε πως «παρθενογένεση δεν υπάρχει σε καμία τέχνη και ότι καλό είναι αν αντιγράφεις να το κάνεις πιστά, χωρίς ενοχές αλλά κυρίως δημιουργικά».

Αυτό ακριβώς έκανε και η Μαίρη Κουάντ. Μπορεί κάποιοι να «ανακάλυπταν» με έκπληξη τις …μινιφορούσες «φαινομηρίδες» της Αρχαίας Σπάρτης, ίσως να είχαν δει εικόνες γυναικών των μεσαιωνικών χρόνων σε φυλές της Κίνας και της Αφρικής. Τέλος κάποιοι ιστορικοί …χάζευαν τους ένδοξους φουστανελοφόρους ήρωες του ’21.

Την πατρότητα του μίνι διεκδίκησαν ακόμη δύο σχεδιαστές: Ο Γάλλος Αντρέ Κουρέζ (1923 – 2016) και ο Άγγλος Τζον Μπέιτς (γ. 1938). Ο Κουρέζ ήταν ο πρώτος που παρουσίασε στην πασαρέλα το μίνι.

 

 

 

 

Η Μαίρη Κουάντ, όμως, τόλμησε να κάνει το πιο σημαντικό βήμα της ανατροπής: Προχώρησε στη μαζική παραγωγή των ρούχων της και έκανε το μίνι υπόθεση της νέας γενιάς. Αυτή είναι η διαφορά… Η Κουάντ τόλμησε με αποτέλεσμα να γεύεται τους καρπούς αυτής της κίνησης μέχρι σήμερα.
Αυτή η γυναίκα έβλεπε πάντα μακριά και κατάφερε να προβλέψει την επερχόμενη «κοινωνία της αντικατάστασης» επιβάλλοντας την «προσωρινότητα» των ρούχων.

 

 

***

 

 

 

 

Η Μαίρη Κουάντ γεννήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου του 1934 στο Λονδίνο και ήταν κόρη Ουαλών εκπαιδευτικών. Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του κολεγίου Γκόλτνσμιθς την περίοδο 1950-1953 και έπειτα έμαθε κοπτική και ραπτική σε νυχτερινό σχολείο.

 

Το 1955 εργάστηκε για μερικούς μήνες σε ένα μαγαζί με καπέλα στο Λονδίνο και στα τέλη του ίδιου χρόνου άνοιξε μαζί με τον μετέπειτα σύζυγό της, Αλεξάντερ Πλάνκετ Γκριν, κατάστημα με την ονομασία «Bazaar» στην King’s Road στο Τσέλσι του Βόρειου Λονδίνου.

 

To Bazaar ήταν ένα μαγαζί που πουλούσε φθηνά ρούχα για teenager. Η Μαίρη Κουάντ δεν ήξερε πολλά από μόδα. Αυτό όμως που πολύ καλά καταλάβαινε ήταν ότι οι καιροί αλλάζουν και οι νέοι έρχονται στο προσκήνιο, απαιτώντας της δική τους μόδα. Το Bazaar δεν άργησε να γίνει το επίκεντρο της μόδας στο Λονδίνο. Η Μπριζίτ Μπαρντό, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ και πιο μετά οι Beatles, ψώνιζαν από εκεί.

 

Όταν η Κουάντ αρχίζει να σχεδιάζει τα δικά της ρούχα, κάθε κολεξιόν της είναι κι ένα σκάνδαλο.

 

Το 1961 ανοίγει το δεύτερο μαγαζί της και δύο χρόνια αργότερα αρχίζει να εξάγει τα ρούχα της στην Αμερική και σε όλο τον κόσμο. Η μίνι φούστα γίνεται το ενδυματολογικό σύμβολο της ρήξης μιας ολόκληρης γενιάς με την προηγούμενη.

 

***

 

 

Η Μαίρη Κουάντ, στο εργαστήριό της, στο Τσέλσι, το 1965.

 

Αν και αρχικά πουλούσε νεανικά ρούχα επώνυμων σχεδιαστών, αργότερα ξεκίνησε να σχεδιάζει και η ίδια μερικά ρούχα τα οποία σύντομα έγιναν περιζήτητα ενώ μεγάλη επιτυχία σημείωσαν τα μίνι φορέματα της.

Το 1966 παρουσίασε τη σειρά καλλυντικών της, ενώ τιμήθηκε από τη βασίλισσα Ελισάβετ με το παράσημο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και εισήχθη στο Fashion Hall of Fame. Πέραν από το Ηνωμένο Βασίλειο, οι δημιουργίες της σημείωσαν μεγάλη επιτυχία τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ιαπωνία. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και του 1980 επικεντρώθηκε στα προϊόντα οικιακής κατανάλωσης και στα προϊόντα καλλωπισμού.

 

***

 

Από το γάμο της με τον Αλεξάντερ Πλάνκετ Γκριν απέκτησε ένα γιο. Χήρεψε το 1990 ενώ τα τελευταία χρόνια ζει σε εξοχική κατοικία στην επαρχία του Σάρεϊ. Τον Δεκέμβριο του 2014 τιμήθηκε με τον τίτλο της Ντέιμ, που αποτελεί τιμητικό τίτλο ιπποτικού τάγματος για γυναίκες.

 

Στα 85 χρόνια της η Κουάντ διατηρεί το στυλ που την είχε καθιερώσει στα 60’s. Η σχεδιάστρια ευτύχησε να βρεθεί στο επίκεντρο της πολιτιστικής επανάστασης των νέων που συντελέστηκε εκείνη την εποχή.
Μια από τις σημαντικότερες συντάκτριες μόδας του εικοστού αιώνα, η Ερνεστίν Κάρτερ (1906-1983) είχε πει: «Ελάχιστοι τυχεροί γεννιούνται τη σωστή στιγμή στο σωστό μέρος με τα σωστά ταλέντα. Στην πρόσφατη μόδα είναι τρεις: η Σανέλ, ο Ντιόρ και η Μαίρη Κουάντ».

 

***

 

Η Μαίρη Κουάντ (Dame Barbara Mary Quant) διατηρούσε την μπουτίκ Bazaar στο Τσέλσι του Λονδίνου και από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 άρχισε να πειραματίζεται με το μήκος της φούστας. «Έρχονταν γυναίκες στο μαγαζί για να προβάρουν μια φούστα και μου ζητούσαν να την κάνω όλο και πιο κοντή. Είναι κάτι που πάντα ήθελαν», έλεγε η Κουάντ.

Ύστερα από πολλές δοκιμές και σχέδια ολοκλήρωσε την πρώτη κολεξιόν της με μίνι φούστες και την παρουσίασε την Παρασκευή 10η Ιουλίου 1964. Το αγαπημένο αυτοκίνητο της Κουάντ, ήταν το «Μίνι Κούπερ» και αυτό της έδωσε την ιδέα για το όνομα της νέας δημιουργίας της.

Ένα χρόνο πριν, το 1963 η πρωτοπόρα σχεδιάστρια, απέσπασε το βραβείο «φόρεμα της χρονιάς» για το «μίνι». Όπως είχε πει στόχος της ήταν να φτιάξει ένα πρακτικό ρούχο για τη γυναίκα, που «θα της επιτρέπει να τρέχει για να προλάβει το λεωφορείο».

Όμως τα συντηρητικά πνεύματα αντέδρασαν έντονα στην αρχή, αλλά στο τέλος υποκλίθηκαν στη νέα μόδα.
Η Μαίρη Κουάντ εκτός από «επαναστάτρια», υπήρξε εξαιρετική επιχειρηματίας και πρωτοπόρος για την εποχή της.

 

***

 

Μέχρι σήμερα η Μαίρη Κουάντ εξακολουθεί να εργάζεται…

 

Η Μαίρη Κουάντ γράφει στην αυτοβιογραφία της «Quant on Quant»: «Τα ρούχα μου, έτυχε να είναι αυτά ακριβώς που ήθελαν οι νέοι. Ταίριαζαν με τους δίσκους της ποπ, τα εσπρέσο μπαρ, τα τζαζ κλαμπ, τα νεανικά περιοδικά. Η μίνι φούστα επέτρεπε στα κορίτσια να χορεύουν, να κινούνται, να ζουν. Στο παρελθόν, μόνο οι πλούσιοι και το κατεστημένο καθόριζαν τη μόδα. Τώρα η μόδα είναι υπόθεση ενός κοντού, φθηνού φορέματος. Το καλό γούστο είναι ζωή, η κακογουστιά θάνατος».

Αξίζει να πούμε ότι μέχρι και σήμερα, οι επιχειρήσεις της Μαίρης Κουάντ συνεχίζουν να αποδίδουν, αφήνοντας κέρδη πολλών εκατομμυρίων.

 

***

 

ΕΔΩ Η ΜΑΙΡΗ ΚΟΥΑΝΤ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΝΙ ΦΟΥΣΤΑ

Παναγιώτης ΜήλαςΜαίρη Κουάντ. Στις 10 Ιουλίου 1964 έκανε επανάσταση με την υπογραφή της στη μίνι φούστα…
Περισσότερα

Κάρολος Ιωάννου Φιξ. Μοιραία στα 92 του τα δύο απανωτά ατυχήματα…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

 

Αργά το απόγευμα της Δευτέρας 8 Ιουλίου 2019 άφησε την τελευταία του πνοή στην Αθήνα ο Κάρολος Φιξ, απόγονος της γνωστής οικογενείας.

Ο Κάρολος Ιωάννου Φιξ τα τελευταία χρόνια ζούσε στην Ελβετία, στο Γκστάαντ. Πριν από λίγο καιρό ήρθε για το καλοκαίρι στην Αθήνα στο σπίτι του, ένα ρετιρέ στην οδό Ηρώδου Αττικού, δίπλα από το Μέγαρο Μαξίμου. Όμως δύο ατυχήματα στα πόδια και στο ισχίο στάθηκαν μοιραία για τον 92χρονο επιχειρηματία.

 

***

 

 

Όταν ο δεκαεπτάχρονος Βαυαρός Όθωνας, ήρθε στην Ελλάδα το 1833 ως ο πρώτος βασιλιάς της χώρας, διορισμένος από τις Μεγάλες Δυνάμεις συνοδευόταν από τρεις αντιβασιλείς για να τον αντικαθιστούν όσο ήταν ανήλικος. Μαζί του ήρθαν στην Αθήνα 4.200 στρατιώτες και περίπου 100 Βαυαροί τεχνίτες και βιοτέχνες.
Ανάμεσά τους ήταν και κάποιος Κάρολος Φιξ που πήρε άδεια από το παλάτι να πραγματοποιήσει την πρώτη παραγωγή μπίρας στη χώρα. Ο Κάρολος Φιξ και οι απόγονοί του έγραψαν μια πραγματική επιχειρηματική εποποιία στην Ελλάδα που τότε δεν γνώριζε την μπίρα.

 

Οι Βαυαροί όμως, ως γνήσιοι Γερμανοί την έπιναν με μανία. Το παλάτι λοιπόν και οι Βαυαροί φαντάροι και σύμβουλοι επέβαλαν τη νέα μόδα που άρχισε να διαδίδεται στα καφενεία και τα εστιατόρια της εποχής. Στην αρχή οι Έλληνες την περιφρονούσαν προτιμώντας τη ρετσίνα. Σιγά σιγά ο μιμητισμός έκανε τα θαύμα του ειδικά στην καλοκαιρινή περίοδο όπου η παγωμένη μπίρα κέρδισε τους κατοίκους της πρωτεύουσας.

 

***

 

Ο Κάρολος Φιξ εγκαταστάθηκε στο Νέο Ηράκλειο όπου επί Όθωνα έμεναν όλοι οι Βαυαροί, εκεί άλλωστε υπάρχει ως σήμερα και η μεγάλη βίλα της οικογένειας, εγκαταλελειμμένη.

Ο επιχειρηματίας είχε φτιάξει δύο βιοτεχνίες παραγωγής μπίρας, αλλά η μεγάλη επέκταση της ζυθοποιίας έγινε από τον γιο του Ιωάννη. Ο Γιάννης γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1832 στο Mϋhldorf της Βαυαρίας, όπου και σπούδασε την επιστήμη της ζυθοποιίας. Σε ταξίδι του από το Μόναχο στην Ελλάδα για να δει τον πατέρα του, που ήταν μηχανικός μεταλλείων στα λιγνιτωρυχεία της Κύμης και του Λαυρίου, φτάνει στον Πειραιά, όπου και αντικρίζει μία εικόνα που τον θλίβει.

 

 

 

Η πρώτη εντύπωση από το επίνειο των Αθηνών ήταν πολύ φτωχή, σε σχέση με το Μόναχο: τις μεταφορές επιτελούσαν ζώα, καθώς την εποχή εκείνη τα αυτοκίνητα, ακόμα και τα ιππήλατα, ήταν άγνωστα.

Ο 18χρονος Γιάννης, από τον Πειραιά ξεκίνησε για το πατρικό του σπίτι, που βρισκόταν στα περίχωρα της Αθήνας, στην περιοχή που σήμερα αποτελεί το Νέο Ηράκλειο και που τότε λεγόταν Μαγκουφάνα.

Η μοίρα, όμως, έμελλε να τον στιγματίσει για όλη του τη ζωή. Έτσι, καθώς πλησίαζε προς τη Μαγκουφάνα, άκουσε πυροβολισμούς στο δρόμο. Στην περιοχή, κυκλοφορούσαν ανενόχλητοι ληστές. Παρατήρησε τότε ότι στο δρόμο βρισκόταν πεσμένος νεκρός ένας άντρας. Πλησιάζοντας, αναγνώρισε αμέσως τον πατέρα του.

Το σοκ ήταν τεράστιο. Μετά τον αδόκητο θάνατο του πατέρα του, παίρνει τη μεγάλη και καθοριστική απόφαση να μείνει στην Ελλάδα και να δραστηριοποιηθεί σε διάφορες επιχειρήσεις.

Ο Γιάννης Φιξ, παρά την οικονομική κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα, καθώς και την κρισιμότητα της εποχής, αναλαμβάνει το ρίσκο να προχωρήσει με ένα άγνωστο προϊόν, σε μία χώρα που λίγα χρόνια μετά, το 1893, επί Χαριλάου Τρικούπη, έφτασε στη χρεοκοπία.

 

 

 

 

Έτσι, η ζυθοποιία FIX ιδρύεται το 1864 από τον Ιωάννη Φιξ, του οποίου ο πατέρας, Κάρολος, είχε ξεκινήσει την ενασχόληση με τη ζυθοποίηση 30 χρόνια πριν, με αποτέλεσμα να αποτελεί την πρώτη μεγαλοζυθοποιία στην Ελλάδα την εποχή εκείνη. Μάλιστα, καθώς ήταν και επίσημος προμηθευτής της βασιλικής αυλής, θεωρούνταν ότι κατείχε μονοπωλιακή θέση στην αγορά και αναγνωρίστηκε από τις υπόλοιπες, που δραστηριοποιούνταν, τότε, στη νεοσύστατη αθηναϊκή αγορά.

 

Αυτός δημιούργησε τεράστιες για την εποχή εγκαταστάσεις στο μακρινό τότε Κολωνάκι, το 1863. Δίπλα στο εργοστάσιο έφτιαξε και τις κατοικίες της οικογένειας, αν και πολλοί Αθηναίοι τον έλεγαν τρελό που πήγε και εγκαταστάθηκε -πλούσιος άνθρωπος- σε κείνη την ερημιά.

 

Επειδή κάποια από τα υλικά παρασκευής της μπίρας ήθελαν χαμηλές θερμοκρασίες και δεν υπήρχαν ψυκτικά μηχανήματα, ο Ιωάννης Φιξ τα αποθήκευε στην Πάρνηθα και οι χωρικοί απ’ το Μενίδι έβγαζαν μεροκάματο κουβαλώντας τα τυλιγμένα με τσουβάλια ως το Κολωνάκι. Η μπίρα Φιξ είχε πια αποκτήσει πολλούς οπαδούς και μεγάλο δίκτυο διανομής σ’ όλη τη χώρα.

 

 

 

 

Το 1870 ο Φιξ ανοίγει την πρώτη του μεγάλη μπιραρία στις πλαγιές του Αρδηττού που έμεινε ανοιχτή μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Από το όνομα της μπιραρίας, «Μετς» πήρε στη συνέχεια το όνομά της η περιοχή και το κρατάει μέχρι και σήμερα.

Μετά το θάνατο του Γιάννη Φιξ, ο Κάρολος αποφασίζει να μεταφέρει τη ζυθοβιοτεχνία, λόγω ανεπάρκειας χώρου, στην εξοχική, τότε, λεωφόρο Συγγρού, όπου η μικρή χειροκίνητη βιοτεχνία, το 1893, μετατρέπεται σε ατμοκίνητο εργοστάσιο, με πρωτοπόρα για την εποχή εκείνη συστήματα ψυκτικών μηχανημάτων, που ήταν απαραίτητα για την παραγωγή της μπίρας.

Το 1900 η μπίρα της βραβεύτηκε στην έκθεση του Μιλάνου με το «Χρυσούν Βραβείον».

Εκείνη την περίοδο στη ζυθοποιία δούλευαν 5.000 εργάτες. Ο μόνος σοβαρός ανταγωνιστής που αντιμετώπισε ήταν η ζυθοποιία Κλωναρίδη το 1903, που επεκτάθηκε μεν αλλά κατέρρευσε από ένα σκάνδαλο λίγα χρόνια αργότερα.

Το 1920 ο Κάρολος Φιξ πληροφορείται ότι στην Ευρώπη αρχίζει η παραγωγή τεχνητού ψύχους. Χωρίς καθυστέρηση, συγκεντρώνει τις οικονομίες του και εφοδιάζει το μικρό του εργοστάσιο με ψυκτικά μηχανήματα. Έτσι, φέρνει στην Ελλάδα, για πρώτη φορά, τον τεχνητό πάγο.

Το 1922, χρονιά της Μικρασιατικής Καταστροφής, φεύγει από τη ζωή ο Κάρολος Φιξ, αφήνοντας το εργοστάσιο στους δύο γιους του, Γιάννη και Αντώνη. Τα δύο αδέλφια εργάστηκαν σκληρά για την ανέλιξη της επιχείρησης που τους κληροδότησε ο πατέρας τους, με πραγματικά πρωτοπόρες ενέργειες, που έθεσαν και τις βάσεις για τη νεότερη βιομηχανική ανασυγκρότηση της χώρας.

 

 

Ως το 1950, τίποτα δεν την απειλούσε εκτός από την ίδια την κόπωση που φέρνει ενός ολόκληρου αιώνα επιτυχία. Στα τέλη του ’50, ένα μέλος την οικογένειας, ο Αντώνιος Φιξ αποσπάστηκε και παρήγαγε την μπίρα «Άλφα».

Η αρχή του τέλους ήταν όταν καταργήθηκε το μονοπώλιο και επετράπη και σε άλλες ζυθοποιίες να λειτουργήσουν στη χώρα. Η Χάινεκεν με την Άμστελ εκτόπισαν τη Φιξ μέσα σε λίγα χρόνια.

Ακολούθησε μια τρομακτική κατηφόρα που οδήγησε σε στάση της παραγωγής και σε πτώχευση του 1982. Άφησε πίσω της το πιο διάσημο βιομηχανικό κουφάρι της Αθήνας, το κτήριο Φιξ στη Συγγρού. Σήμερα και η Φιξ και η Άλφα ξανακυκλοφορούν…

***

Το 1984 ο Κάρολος Ιωάννου Φιξ δημιούργησε την εταιρεία επενδύσεων Fix Asset Management (FAM) με στόχο να δραστηριοποιηθεί στη διαχείριση κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Όταν μάλιστα ο Κάρολος Ι. Φιξ αποφάσισε να προωθήσει και πάλι μπίρα με το όνομά του το 1997 (παρότι το όνομα το διεκδικούσαν η οινοποιία Κουρτάκης και ο εξάδελφός του Κάρολος Αντωνίου Φιξ), αυτό έγινε αποκλειστικά και μόνο μέσω του δικτύου των σουπερμάρκετ που ανήκουν στον όμιλο Μαρινοπούλου. Ήταν μάλιστα εισαγόμενη μπίρα, που παρασκευαζόταν στην Ολλανδία.

***

Όπως σε αρκετές οικογενειακές επιχειρήσεις έτσι και στους Φιξ οι έριδες και τα πάθη δεν έλειψαν. Πήραν μάλιστα διαστάσεις όταν ο Ιωάννης Καρόλου Φιξ πέθανε τον Αύγουστο του 1943.

Η σύζυγός του Μαριάνθη λίγο αργότερα παντρεύτηκε τον Πέτρο Γαρουφαλιά, γνωστό νομικό της Αθήνας και άριστο γνώστη του Εμπορικού Δικαίου. Κατόρθωσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των άλλων μετόχων και να τοποθετήσει περί το 1951 στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου τον Κάρολο Ιωάννου Φιξ.

Ο αδελφός του θανόντος, Αντώνης Καρόλου Φιξ, αντέδρασε και φυσικά διέρρηξε τις σχέσεις του με τη νύφη του και τον Γαρουφαλιά, αποχωρώντας από την εταιρεία. Αλλά και άλλοι μέτοχοι της εταιρείας, οι αδελφοί Γεωργιάδη, ο Γεώργιος Φιξ και ο Ε. Δρακούλης, δεν ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένοι με τη διοίκηση του νεαρού Καρόλου. Γρήγορα όμως κατευνάστηκαν οι αντιδράσεις.

 

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Αντώνης Φιξ δημιούργησε εργοστάσιο παγοποιίας και αποθήκες ψυγείων στην οδό Πέτρου Ράλλη. Και λίγο αργότερα άρχισε να συζητεί με τον εφοπλιστή Αντώνη Χανδρή τη δημιουργία νέας ζυθοποιίας.

Αυτό κατέστη δυνατόν μόλις το 1961 και έτσι κυκλοφόρησε η μπίρα Άλφα – εμπορικό σήμα που κατέχει σήμερα η Αθηναϊκή Ζυθοποιία. Τότε ξεκίνησε ο επιχειρηματικός «πόλεμος» με τον Κάρολο. Δεν κράτησε όμως πολύ, διότι το 1962 ο Αντώνης Φιξ πέθανε. Η εταιρεία πέρασε στον όμιλο Μποδοσάκη και σύντομα στα χέρια του ανιψιού του, Καρόλου.

Παναγιώτης ΜήλαςΚάρολος Ιωάννου Φιξ. Μοιραία στα 92 του τα δύο απανωτά ατυχήματα…
Περισσότερα

Η Εθνική Ελλάδας Κωφών Γυναικών Παγκόσμια Πρωταθλήτρια στο μπάσκετ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κωφών Γυναικών, κατέκτησε η Εθνική Ελλάδας, επικρατώντας με 51-42 της Λιθουανίας στον τελικό της διοργάνωσης, το απόγευμα του Σαββάτου 6 Ιουλίου 2019 στο Λούμπλιν της Πολωνίας.

Η Στεφανία Πατέρα αναδείχτηκε η κορυφαία στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Η έμπειρη αθλήτρια του ΚΑΟ Μελισσίων, αγωνίζεται τα τελευταία χρόνια στην Α2 Γυναικών.

Η εθνική μας είναι η κορυφαία ομάδα του κόσμου, εδώ και μια τριετία. Μάλιστα κατέκτησε τον τρίτο συνεχόμενο τίτλο της απέναντι στην ίδια αντίπαλο.

Το 2016 η Εθνική Κωφών Γυναικών κατέκτησε την πρώτη θέση στο EuroBasket της Θεσσαλονίκης, το 2017 πήρε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σαμψούντας.

Οι αθλήτριες της Αθηνάς Ζέρβα έφτασαν στη νίκη έχοντας τον έλεγχο του ρυθμού και του σκορ στη μεγαλύτερη διάρκεια της αναμέτρησης.

Αφού πήραν μια μικρή διαφορά στο δεύτερο δεκάλεπτο, την αύξησαν στο τρίτο και έφτασαν με άνεση στη νίκη απέναντι στις Λιθουανές από τις οποίες είχαν γνωρίσει βαριά ήττα στην πρεμιέρα της διοργάνωσης (62-48).

Τα δεκάλεπτα: 9-9, 20-15, 34-25, 51-42

Τα ομαδικά στατιστικά της Ελλάδας: 10/28 δίποντα, 8/24 τρίποντα, 7/14 βολές, 35 ριμπάουντ (28 αμυντικά – 7 επιθετικά), 12 ασίστ, 10 κλεψίματα, 2 κοψίματα, 15 λάθη.

MVP του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος αναδείχθηκε η Στεφανία Πατέρα, η οποία οδήγησε την Εθνική Κωφών Γυναικών στην κορυφή για τρίτη συνεχόμενη διοργάνωση. Στην καλύτερη πεντάδα και η Ανθή Χαϊνά.

 

 

ΕΛΛΑΔΑ (Ζέρβα): Χαϊνά 10 (1), Σαρακατσάνη 3 (1), Αγαγιώτου 5 (1), Κοτσιρέα, Σπίνου 7 (8 ριμπάουντ), Μελίνη, Βεράνη 1, Βουδούρη, Κοτσιάφτη 10 (1 τρίποντο, 9 ριμπάουντ, 1 ασίστ, 1 κλέψιμο, 1 μπλοκ), Πατέρα 15 (4/8 τρίποντα, 5 ριμπάουντ, 3 ασίστ, 3 κλεψίματα)

 

 

Παναγιώτης ΜήλαςΗ Εθνική Ελλάδας Κωφών Γυναικών Παγκόσμια Πρωταθλήτρια στο μπάσκετ
Περισσότερα

Βάλτερ Γκρόπιους: «Η γλυπτική και η ζωγραφική είναι τμήματα του οικοδομείν»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

 

Ο αρχιτέκτων Walter Gropius πέθανε την 5η Ιουλίου 1969 στη Βοστόνη, σε ηλικία 86 ετών, γνωρίζοντας μία μοναδική αναγνώριση: Το Bauhaus και το όραμά του, θα επηρεάζουν για χρόνια την αρχιτεκτονική.

Ο Γκρόπιους πίστευε πως οι καλλιτέχνες και οι τεχνίτες πρέπει να έχουν την ίδια, θεμελιακή, αισθητική μόρφωση και ανάπτυξη. Στο μανιφέστο του αναφέρει: «Δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις εφαρμοσμένες τέχνες, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, είναι όλα τμήματα του οικοδομείν».

 

***

 

 

 

Οι κάτοικοι της Αθήνας από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 γνώρισαν το έργο και τη φιλοσοφία του Γερμανού αρχιτέκτονα βλέποντας να χτίζεται το εμβληματικό κτήριο της πρεσβείας των ΗΠΑ.

 

Τα έργα άρχισαν το 1959 και ολοκληρώθηκαν το 1961, με συνολικό κόστος 1,5 εκατομμύριο δολάρια.
Ο αρχιτέκτονας Περικλής Σακελλάριος ήταν ο άνθρωπος που είχε αναλάβει την επίβλεψη του έργου, συντονίζοντας τους περίπου 350 μηχανικούς και εργάτες που έφεραν εις πέρας τις εργασίες.

 

Η πρεσβεία των ΗΠΑ εγκαινιάστηκε με μία λαμπρή τελετή στις 6 Σεπτεμβρίου του 1961.

 

Ύστερα από 56 χρόνια και συγκεκριμένα από τον Σεπτέμβριο του 2018 στο εσωτερικό της άρχισαν εργασίες ανακαίνισης του κτηρίου. Το κόστος τους θα αγγίξει τα 345 εκατομμύρια δολάρια. Θα ολοκληρωθούν το 2022.

 

Την αρχιτεκτονική επίβλεψη του έργου, έχει η εταιρεία Ann Beha Architects, με έδρα τη Βοστόνη. Το κατασκευαστικό κομμάτι θα φέρει εις πέρας η εταιρεία Caddell Construction Company.

 

Το έργο προβλέπει την κατασκευή νέων χώρων γραφείων, αναβάθμιση της δομής του αρχικού κτηρίου της πρεσβείας και του παρακείμενου παραρτήματος, αλλά και την εγκατάσταση ηλεκτρονικών και μηχανολογικών συστημάτων τα οποία θα ανταποκρίνονται στα σύγχρονα κατασκευαστικά κριτήρια.

 

Στόχος των εργολάβων είναι να διατηρήσουν πολλά από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του κτηρίου, όπως το κύριο λόμπι, τη μαρμάρινη πρόσοψη και τις μοναδικές σκάλες.

 

 

 

 

Επίσης, πρόκειται να κατασκευαστεί ένας νέος, αντιπροσωπευτικός χώρος για την πρεσβεία, ο οποίος θα συνδέει το αρχικό κτήριο με το μεταγενέστερο παράρτημα.

 

Περισσότεροι από 620 άνθρωποι θα απασχοληθούν στο έργο, εκ των οποίων οι 500 θα είναι εργαζόμενοι στην ελληνική αγορά, ενώ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η συνεισφορά στην τοπική οικονομία θα είναι της τάξεως του 1,2 εκατομμυρίου ευρώ το μήνα.

 

Ο σχεδιασμός του έργου θα είναι φιλικός προς το περιβάλλον, με βασικό στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας. Για το σκοπό αυτό, το νερό της βροχής θα χρησιμοποιείται ξανά για να καλύπτονται οι ανάγκες ποτίσματος, μειώνοντας το κόστος ύδρευσης.

 

***

 

Ο Βάλτερ Γκρόπιους (Walter Gropius) γεννήθηκε στο Βερολίνο στις 18 Μαΐου 1883. Ήταν το τρίτο παιδί του Βάλτερ Άντολφ Γκρόπιους και της Manon Auguste Pauline Scharnweber. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Μόναχο και στο Πολυτεχνείο στο Σαρλόττενμπουργκ του Βερολίνου.

 

Το 1911, παντρεύτηκε τη χήρα του διάσημου συνθέτη Γκούσταβ Μάλερ, Άλμα Μάλερ, με την οποία απέκτησε μία κόρη, τη Μανόν. Η Μανόν πέθανε το 1935 από πολιομυελίτιδα. Ο Βάλτερ Γκρόπιους και η Άλμα χώρισαν το 1920. Το 1923, παντρεύτηκε την Ise Frank. Μαζί ζήσανε μέχρι τον θάνατό του. Το ζευγάρι, υιοθέτησε μία κόρη, την Beate Gropius, γνωστή ως Ati.

 

Το 1908 o Γκρόπιους βρήκε απασχόληση στην εταιρεία του Πέτερ Μπέρενς (Peter Behrens), ενός από τους πρώτους βιομηχανικούς σχεδιαστές. Ανάμεσα στους συναδέλφους του συγκαταλέγονταν οι Μις φαν ντερ Ρόε (Mies van der Rohe) και Ντίτριχ Μαρκς.

 

Το 1910 o Γκρόπιους άφησε την εταιρεία Μπέρενς και μαζί με το συνάδελφό του Άντολφ Μέγερ άνοιξε ένα γραφείο στο Βερολίνο.

 

 

 

 

 

Μαζί μοιράστηκαν τις ιδέες για ένα από τα δημιουργικά νεωτεριστικά κτήρια που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το εργοστάσιο παπουτσιών Φάγκους στο Άνφελντ της Γερμανίας, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά στοιχεία άγνωστα και πρωτοποριακά για την αρχιτεκτονική της εποχής, όπως το γυαλί. Τα αρμόδια μέλη της UNESCO αποφάσισαν να αποδώσουν σε αυτό το κτήριο, τον τίτλο του Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

 

Οι γυάλινοι τοίχοι-κουρτίνες αυτού του κτηρίου κατέδειξαν και τη νεωτεριστική ανησυχία ότι η μορφή απεικονίζει τη λειτουργία και την υποστήριξή του για την εργατική τάξη. Άλλες εργασίες αυτής της πρόωρης περιόδου περιλαμβάνουν το κτήριο για την έκθεση Werkbund στην Κολωνία, το 1914.

 

***

 

Στόχος του ήταν «να κτίσει το μέλλον» και σε όλη τη του ζωή εργάστηκε προς αυτή την κατεύθυνση.
Με την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ιδρυτής και διευθυντής της σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών, Bέλγος ζωγράφος – αρχιτέκτονας Ανρί βαν ντε Βέλντε που δέσποζε στην καλλιτεχνική ζωή της πόλης, διόρισε διάδοχό του τον Βάλτερ Γκρόπιους στη θέση του διευθυντή της σχολής όταν θα επαναλειτουργούσε.

 

 

 

 

Το 1919 η σοσιαλιστική συμμαχία της Θουριγκίας με πρωτεύουσα τη Βαϊμάρη, έδωσε άδεια στον Γκρόπιους να συγχωνεύσει τη Σχολή των Εφαρμοσμένων Τεχνών και την Ακαδημία Καλών Τεχνών, δημιουργώντας έτσι το Μπαουχάουζ (Bauhaus), όπου όλες οι τέχνες συνέκλιναν με την αρχιτεκτονική.

 

 

Διάσημο είναι το χερούλι πόρτας που σχεδίασε ο Γκρόπιους το 1922 με τον Adolf Meyer και το οποίο αποτελεί μόνιμο έκθεμα του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στην Ν.Υ (ΜοΜΑ).

Από το 1923, αρχίζει η κοινή πορεία του Γκρόπιους και του Μις βαν ντερ Ρόε, στο Bauhaus.
Ήδη, από τα τέλη του 1919, οι αρχές της Βαϊμάρης κατηγόρησαν το Μπαουχάουζ ότι είχε αριστερίζουσες πολιτικές κατευθύνσεις, και είχαν εν μέρει δίκιο, αν και ο Γρόπιους προσπαθούσε να αποφεύγει κάθε πολιτική σχέση με τα κόμματα, καθώς πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο προστάτευε τη σχολή.

 

Οι αρχές από την πλευρά τους κατέκριναν τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του Μπαουχάουζ, λέγοντας ότι προτιμούσε τους Eβραίους και τους «ξένους» από τους Γερμανούς.

 

Από τους πρώτους «ξένους» δασκάλους που διάλεξε ο Γκρόπιους ήταν ο γερμανο-αμερικανικής καταγωγής ζωγράφος Λάιονελ Φάινινγκερ και ο αυστριακός ζωγράφος Γιοχάνες Iτεν, ενώ λίγο αργότερα εντάχθηκαν στα εργαστήρια ο Pώσος Βασίλι Καντίνσκυ, ο Eλβετός Πάουλ Κλέε και ο Oύγγρος Λάζλο Μοχόλυ-Νάγκυ.

 

Το 1925, η σχολή Bauhaus, επαναλειτουργεί στη πόλη Ντεσσάου. Ο δήμαρχος της πόλης Φριτς Xέσσε, προσδοκώντας ότι η πόλη του θα αποκτήσει αίγλη, χρηματοδότησε και την κατασκευή των νέων κτιρίων όπου θα στεγαζόταν η σχολή.
Οι νέοι χώροι σχεδιάστηκαν από τον Γκρόπιους και ολοκληρώθηκαν το 1926. Το αρχιτεκτονικό αυτό σύμπλεγμα με τη ρευστότητα, τη διαφάνεια και την ασυμμετρία του, αποτέλεσε το πραγματικό μανιφέστο της μοντέρνας αρχιτεκτονικής.

 

Ο Γκρόπιους αρνήθηκε την αμοιβή του για να κατασκευαστεί το αρχιτεκτονικό ατελιέ που δεν υπήρχε μέχρι τότε, το οποίο ανέλαβε το 1927 να σχεδιάσει ο Χανς Μάιερ.

 

Το 1928 αποχωρεί ο Γκρόπιους από το Bauhaus και εγκαθίσταται ως ελεύθερος αρχιτέκτων στο Βερολίνο.

 

 

***

 

 

 

 

Το 1934 αρχίζει προπαγάνδα των ναζί ενάντια στον κύκλο των αρχιτεκτόνων, οι οποίοι χαρακτηρίζονται «εβραιο-μπολσεβίκοι» και το Bauhaus περιγράφεται ως «εκκλησία του μαρξισμού».

 

***

 

 

 

 

Η παραγωγικότερη και σημαντικότερη αρχιτεκτονικά περίοδος της ζωής του ήταν η δεκαετία 1923-1934.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 κατάφερε να αποδράσει από το ναζιστικό καθεστώς. Πήγε πρώτα στην Αγγλία και λίγα χρόνια αργότερα, το 1937, εγκαταστάθηκε στην Αμερική. Εκεί γίνεται καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Χάρβαρντ ενώ παράλληλα εργάζεται ως ελεύθερος αρχιτέκτων.

 

Το 1945 ίδρυσε το γραφείο The Architects Collaborative (TAC) στο Κέιμπριτζ.

 

***

 

 

 

Από το 1950 επανέρχεται επαγγελματικά στη Γερμανία και αναλαμβάνει τη σχεδίαση κτιριακών συγκροτημάτων στο Βερολίνο. Το 1960 κατασκευάζει στο Βερολίνο την «πόλη του Γκρόπιους» (Gropiusstadt).

 

Τα έργα του δρομολόγησαν αλλαγές στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Ο δημιουργός του Bauhaus, σχεδίασε προϊόντα, σπίτια, εργοστάσια, νοσοκομεία, παιδικούς σταθμούς, πανεπιστήμια, ουρανοξύστες και μια ολόκληρη πόλη στη Γερμανία. Όλα στη σχεδιαστική φιλοσοφία που ο ίδιος οραματίστηκε.

 

***

 

ΕΔΩ, ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΟ CATISART  ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΛΤΕΡ ΓΚΡΟΠΙΟΥΣ

Παναγιώτης ΜήλαςΒάλτερ Γκρόπιους: «Η γλυπτική και η ζωγραφική είναι τμήματα του οικοδομείν»
Περισσότερα

«Itsy Bitsy Teeny Weeny Yellow Polka Dot Bikini». Ακούστε το τραγούδι – διαβατήριο για το μπικίνι

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Λουί Ρεάρ, ένας πρώην μηχανικός αυτοκινήτων, του οποίου η οικογένεια είχε ένα κατάστημα εσωρούχων, παρατήρησε ότι οι γυναίκες στις παραλίες της Γαλλίας που βρέχονταν από τη Μεσόγειο, δίπλωναν όσο μπορούσαν τα μαγιό τους για να «δει» μεγαλύτερο μέρος του κορμιού τους ο ήλιος.

Αυτή ακριβώς η παρατήρηση του έδωσε την ιδέα για το μπικίνι, το οποίο πήρε το όνομά του από την ατόλη (κοραλλιογενές νησί) «Bikini», όπου οι ΗΠΑ εκείνη την εποχή ξεκινούσαν να δοκιμάζουν την πυρηνική βόμβα.

 

 

 

Λίγο μετά τον πόλεμο οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ξεχύνονταν στις παραλίες για να απολαύσουν τον ήλιο για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά δηλαδή από μια μακρά περίοδο κατά την οποία οι Ναζί και οι καταστροφές εμπόδιζαν την ηλιοθεραπεία.

Ο συγγραφέας μόδας Τζέιμι Σάμερ έλεγε: «Θυμάμαι ότι κανείς δεν είχε πάει στην παραλία για χρόνια, οι άνθρωποι λαχταρούσαν τις απλές χαρές που προσφέρει η θάλασσα και ο ήλιος. Για τις γυναίκες, το να φορέσουν ένα μπικίνι σηματοδοτούσε κάποιου είδους απελευθέρωση. Δεν υπήρχε κανένα σεξουαλικό υπονοούμενο πίσω από το μπικίνι. Αντίθετα ήταν κάτι σαν μια γιορτή ελευθερίας και επιστροφής στις χαρές της ζωής».

Όμως, για να είναι επιτυχής η εφεύρεση του Ρεάρ, θα έπρεπε αναγκαστικά να ξεπεραστούν τα συντηρητικά κοινωνικά ήθη που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο. Ο δημιουργός του διασημότερου μαγιό προσπάθησε να εισάγει το μπικίνι σε μια εκδήλωση μόδα στην πισίνα Molitor στο Παρίσι.

 

 

Ωστόσο, καμία επαγγελματίας μοντέλο δεν ήταν πρόθυμη να το φορέσει. Έτσι, ο Ρεάρ απευθύνθηκε στην 19χρονη Γαλλίδα στρίπερ Μισελίν Μπερναντίνι, η οποία εργαζόταν ως χορεύτρια στο δημοφιλές Casino de Paris η οποία και τελικά το φόρεσε.

Στις ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, οι αρχές αρχικά απαγόρευσαν το μπικίνι και απομάκρυναν από τις παραλίες όσες τουρίστριες το φορούσαν. Ακόμη και στα τέλη της δεκαετίας του 1950 το μπικίνι δεν ήταν αποδεκτό ένδυμα ούτε στις ΗΠΑ.

Στην Ελλάδα η αποδοχή και η υποδοχή του μπικίνι έγινε κυρίως μέσα από τις γελοιογραφίες του Βασίλη Χριστοδούλου, του Αρχέλαου, του Μιχάλη Γάλλια, του Σταμάτη Πολενάκη και άλλων στα περιοδικά ποικίλης ύλης της εποχής: Ρομάντσο, Πάνθεον, Θησαυρός…

 

 

 

Αντιθέτως στις ΗΠΑ το κλίμα άλλαξε από το 1960, όταν το μπικίνι έγινε αναπόσπαστο μέρος της αμερικανικής λαϊκής κουλτούρας.

Τότε βγήκε και το τραγούδι «Itsy Bitsy Teeny Weeny Yellow Polka Dot Bikini» που ερμήνευσε η ηθοποιός Ανέτ Φουνιτσέλο στην ταινία «Beach Party».

 

***

 

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΔΙΑΣΗΜΟ ΤΟ ΜΠΙΚΙΝΙ

Παναγιώτης Μήλας«Itsy Bitsy Teeny Weeny Yellow Polka Dot Bikini». Ακούστε το τραγούδι – διαβατήριο για το μπικίνι
Περισσότερα

Ο Mordillo στα 86 του έκανε νόημα στον προπονητή και ζήτησε αλλαγή…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

Ο Mordillo στα 86 του «σταμάτησε να παίζει μπάλα» με τα πενάκια του. Μέχρι και το τελευταίο λεπτό του αγώνα ήταν μαχητικός.

Όμως αργά το βράδυ της Κυριακής 30 Ιουνίου 2019 ήταν σε εστιατόριο κοντά στο τουριστικό θέρετρο Παλμανόβα. Λίγο μετά το δείπνο που μοιράστηκε με την οικογένειά του ο Guillermo Mordillo Menéndez (Γκιγιέρμο Μορδίγιο Μενένδεθ), ο αγαπημένος μας γελοιογράφος Mordillo, αισθάνθηκε μια μικρή αδιαθεσία.

Έκανε νόημα στον προπονητή και ζήτησε αλλαγή…

 

 

Βγήκε «από το γήπεδο» της Μαγιόρκα και πέρασε στην απέναντι όχθη.

Οι Ισπανοί γονείς του ήταν φανατικοί ταξιδιώτες, έτσι ο Mordillo είδε το πρώτο φως αυτού του κόσμου στις 4 Αυγούστου του 1932, στην Αργεντινή, κοντά στο Μπουένος Άιρες. Αυτό το πρώτο φως που είδε στην περιοχή της Caballito ήταν μια πολύχρωμη απεικόνιση πλήρους σελίδας, μπαρόκ σε σύνθεση, γεμάτη από φυτά, στρογγυλεμένα ζώα.

Ασφαλώς δεν έλειπε από αυτή τη σύνθεση η αγαπημένη του καμηλοπάρδαλη.

 

 

Αγαπημένη του έγινε αργότερα και η ποδοσφαιρική ομάδα της Ρίβερ Πλέιτ ενώ στη συνέχεια έκανε τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα ως εικονογράφος παιδικών βιβλίων.

Συνέχισε σχεδιάζοντας διαφημίσεις πρώτα στη Λίμα του Περού (1955 – 1960) και μετά στην Αμερική. Εκεί αφοσιώθηκε στην εκμάθηση του animation στα στούντιο της Walt Disney.

Δούλεψε φτιάχνοντας κινούμενα σχέδια στην Paramount. Εκεί εργάσθηκε ως σχεδιαστής σε ορισμένες πολύ γνωστές σειρές κινουμένων σχεδίων, όπως στον Popeye (Ποπάι) και τη «Μικρή Λουλού».

 

 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 γύρισε στην Ισπανία. Όμως η δικτατορία του Φράνκο τον ανάγκασε να φύγει και να αναζητήσει δουλειά ως εικονογράφος στο Παρίσι. Ανάμεσα σε άλλα, είχε εικονογραφήσει τα παραμύθια του Αίσωπου αλλά και τα παραμύθια του Περό. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Match, Lui και Marie Claire. Στη Γαλλία έμεινε μέχρι και το 1966. Επόμενος σταθμός του ήταν το Μονακό.

Η εκδοτική του δραστηριότητα επεκτάθηκε στη συνέχεια και στη Γερμανία, όπου δημοσίευε σχέδιά του στο περιοδικό Stern και τη γερμανική τηλεόραση.

Ο διάσημος κωμικός της εποχής του βωβού κινηματογράφου, ο Μπάστερ Κήτον, τον είχε επηρεάσει στα σκίτσα του. Έτσι ο Mordillo κατάφερε να χτίσει το δική του στυλ με πολύ χρώμα, πολύ ποδόσφαιρο και πολύ εγκεφαλικό χιούμορ.
Εν τω μεταξύ οι εφημερίδες της Αργεντινής τον διεκδικούσαν αλλά μόνο το περιοδικό της εφημερίδας La Nacion τον κέρδισε και τον είχε ανάμεσα στους συνεργάτες του για πολλές δεκαετίες.

 

 

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, έκανε μόνο τρεις εκθέσεις: Μία στο Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μία στη Βαρκελώνη και η τελευταία έγινε στην Πάλμα ντε Μαγιόρκα το Νοέμβριο του 1989. Τα χρήματα που εισπράχθηκαν σε αυτές τις εκθέσεις δόθηκαν όλα για τη θεραπεία αυτιστικών παιδιών στη νήσο Μαγιόρκα.

*

Ο Mordillo ήταν παντρεμένος με την Amparo Camarasa και είχε δύο παιδιά, τον Sebastién και τον Cécile.

Παναγιώτης ΜήλαςΟ Mordillo στα 86 του έκανε νόημα στον προπονητή και ζήτησε αλλαγή…
Περισσότερα