Κάρτα Μνήμης

Το ΚΘΒΕ αποχαιρετά τον Γιώργο Σκούρτη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για την απώλεια του Γιώργου Σκούρτη, ενός σπουδαίου λογοτέχνη και θεατρικού συγγραφέα που «πλούτισε» τα ελληνικό γράμματα και σφράγισε με την τολμηρή γραφή του και το ελεύθερο πνεύμα του το νέο Ελληνικό Θέατρο, επηρεάζοντας τους μετέπειτα θεατρικούς συγγραφείς.

Ο Γιώργος Σκούρτης γεννήθηκε το 1940 στην Αθήνα. Πρωτοεμφανίστηκε το 1970 στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν με το έργο «Οι νταντάδες», ένα έργο-σταθμό της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, και ακολούθησαν πολλά και σημαντικά θεατρικά έργα του.

Έγραψε πολλά θεατρικά έργα, μυθιστορήματα, διηγήματα, στίχους τραγουδιών, σενάρια και δεν σταμάτησε μέχρι το τέλος να είναι ενεργός και δημιουργικός.Επίσης, είχε σκηνοθετήσει όλα του τα θεατρικά έργα, στη σκηνή, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο. Έχει ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία και έχει υπογράψει μεταφράσεις του Αριστοφάνη και του Σαίξπηρ.

Με το μυθιστόρημα «Mπαρμπα-Tζωρτζ… Mια φορά ήταν ένας μόνος του» (1980) και εν συνεχεία, τα αφηγήματα «Aυτά κι άλλα πολλά» (1981) και «Ιστορίες με πολλά στρας» (1989) δημιούργησε «τομή» στο μέχρι τότε ελληνικό λογοτεχνικό πεδίο. Ο ποιητικός του κύκλος «Μετανάστες» έχει μελοποιηθεί από τον Γιάννη Μαρκόπουλο και περιγράφει με τον πιο αυθεντικό τρόπο τη μοίρα χιλιάδων Ελλήνων που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στις φάμπρικες της Δύσης. Το λόγο του φέρουν το «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί», κορυφαίο αντιπολεμικό τραγούδι, σε ερμηνεία Νίκου Ξυλούρη… μέχρι και ο «Ανεπανάληπτος» σε μουσική του Κώστα Καράλη και ερμηνεία του Τόλη Βοσκόπουλου, ενδεικτικό της πολυδιάστατης γκάμας του.

Είχε διατελέσει Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.

Συνεργάστηκε με το ΚΘΒΕ στις εξής παραστάσεις:
• «Εφιάλτες» του Γιώργου Σκούρτη, σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζηβανού (2005)
• «Κύκλωπας» του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιώργου Σκούρτη και σκηνοθεσία Γιώργου Αρμένη (1988)
• «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, σε μετάφραση Γιώργου Σκούρτη και σκηνοθεσία Έρσης Βασιλικιώτη(1986)
• «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, σε μετάφραση Γιώργου Σκούρτη και σκηνοθεσία Γιώργου Ρεμούνδου (1978)

 

∼•∼

 

Ο συγγραφέας Γιώργος Σκούρτης πέθανε, χθες, 19 Νοεμβρίου 2018, ύστερα από βαριά επιδείνωση στην υγεία του, σε ηλικία 78 ετών, .

Ο Γιώργος Σκούρτης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου και έζησε όλη τη ζωή του.

Είχε γράψει πολλά θεατρικά έργα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, σενάρια, καθώς και στίχους τραγουδιών.

Ο Γιώργος Σκούρτης πρωτοεμφανίστηκε το 1970 στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν με το θεατρικό έργο «Οι νταντάδες», ένα έργο-σταθμό της σύγχρονης δραματουργίας μας.

Ακολούθησαν: Οι μουσικοί, Οι εκτελεστές, Οι ηθοποιοί, Κομμάτια και θρύψαλα, Ο Καραγκιόζης παρά λίγο Βεζύρης, Απεργία, Το θρίλερ του έρωτα, η άπαιχτη ακόμα Ιστορική τριλογία (Η δίκη του Σωκράτη, Η κωμωδία του βασιλιά Ιουγούρθα, Υπόθεση Κ.Κ.), Εφιάλτες και πολλά άλλα, γραμμένα σε μια πρωτόφαντη για το ελληνικό ρεπερτόριο σκληρή και συνάμα αποκαλυπτική γλώσσα, με πολύ χιούμορ, προσωπικές και συλλογικές τραγωδίες.

Τα έργα αυτά, μαζί με τα πεζογραφήματά του (Mπάρμπα-Tζωρτζ, Αυτά κι άλλα πολλά, Ιστορίες με πολλά στρας, Το χειρόγραφο της Ρωξάνης, Το συμπόσιο της Σελήνης, Πήδημα Θανάτου, Ο Κίλερ, Αυτός ο μπάτσος), δημιούργησαν «τομή» στο ελληνικό θεατρικό και το λογοτεχνικό πεδίο, επηρεάζοντας τους νεότερους συγγραφείς, με το καινούργιο ήθος και ύφος γραφής.

Τα θέματα του Γιώργου Σκούρτη έχουν να κάνουν με το «δίδυμο» Πολίτης-Εξουσία, με ξεκάθαρο το στοιχείο της κοινωνικοπολιτικής καταγγελίας, αλλά και την ψυχολογική εμβάθυνση στις διαπροσωπικές σχέσεις και τις υπαρξιακές αγωνίες του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου ανθρώπου.

Τα δύο -μικρά, αλλά πολυδιαβασμένα- βιβλία του Εκποίηση, και Νύχταθλο, είναι μια «εκ βαθέων» καταγραφή στίχων, ερωτικών σπαραγμάτων και νυχτερινών κατανύξεων.

Ο Γιώργος Σκούρτης αφήνει έναν γιο από τον γάμο του με την ποιήτρια και ηθοποιό Αγγελική Ελευθερίου, αδελφή του Μάνου Ελευθερίου.

eirini aivaliwtouΤο ΚΘΒΕ αποχαιρετά τον Γιώργο Σκούρτη
Περισσότερα

Το Θέατρο Τέχνης αποχαιρετά με θλίψη τον συγγραφέα Γιώργο Σκούρτη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το Θέατρο Τέχνης αποχαιρετά με θλίψη τον σπουδαίο συγγραφέα Γιώργο Σκούρτη. To έργο του υπήρξε άρρηκτα συνδεδεμένο με το Θέατρο Τέχνης και την ιστορία του. O Γιώργος Σκούρτης πρωτοεμφανίστηκε στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν με τους «Νταντάδες» το 1970. Ακολουθούν τα έργα «Οι μουσικοί» τη θεατρική περίοδο 1972-73, «Καραγκιόζης παρά λίγο Βεζίρης» το 1976-77, «Κομμάτια και θρύψαλα» το 1976-77, «Πού πάει το λεωφορείο…» το 1978-79, «Οι εκτελεστές» το 1988-1989 και το 2001-2002 και «Οι ηθοποιοί» το 2008-2009. Το κενό του Γιώργου Σκούρτη για τα ελληνικά γράμματα και το ελληνικό θέατρο είναι δυσαναπλήρωτο.

eirini aivaliwtouΤο Θέατρο Τέχνης αποχαιρετά με θλίψη τον συγγραφέα Γιώργο Σκούρτη
Περισσότερα

Βίντεο: Ο Ανδρέας Μπόμης συνομιλεί με τον αεικίνητο «Πινόκιο» και με τον θρυλικό «Μιζούρι»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

– Ποιος γιατρός πρωτοστάτησε στην κατασκευή του γηπέδου της Λεωφόρου Αλεξάνδρας;
– Ποιος γιατρός από το Μαρούσι γιάτρευε τα προβλήματα της Εθνικής στη δεκαετία του ’30;
– Ποιος γιατρός έκανε το ντεμπούτο του με τα εθνικά χρώματα στις 12 Μαρτίου του 1969;
– Ο αξέχαστος «Μπρακ», τι προσέφερε στο αλβανικό έπος;
– Ποια σχέση έχει ο μοναδικός γελοιογράφος ΚΥΡ με τη διαιτησία;
– Ποια σχέση έχουν οι ποδοσφαιριστές της εθνικής ομάδας του 1953 με τον σκηνοθέτη Βασίλη Γεωργιάδη;
– Τέλος, θα δείτε μια εκπληκτική σύμπτωση: Δύο παίκτες που πέτυχαν «σημαδιακά» γκολ (στον αγώνα 1 και στον αγώνα 495) ταιριάζουν σε ένα σημείο.

 

Ο Θανάσης Μπέμπης, ο μοναδικός «Πινόκιο», συνομιλεί με τον Ανδρέα Μπόμη.

 

Αυτά και άλλα πολλά. Αμέτρητα διαμαντάκια μαζεμένα με κόπο. Ένα ένα, με μαεστρία και εξαιρετικό επαγγελματικό ζήλο. Όλα αυτά συνθέτουν το πολύτιμο βιβλίο για την Εθνική μας, που εκτός από τις γνώσεις που προσφέρει, δίνει επίσης τη συνταγή για την επιστημονική αξιοποίηση όλων των στοιχείων που περιστρέφονται γύρω από έναν κοινό άξονα.

 

***

 

Ο ανίκητος «Μιζούρι», ο Ανδρέας Μουράτης (στο τέλος του βίντεο) θυμίζει στον Ανδρέα Μπόμη τι έλεγε – όταν ήταν αρχηγός της εθνικής ομάδας – στους άλλους αρχηγούς όταν έκαναν ανταλλαγή ενθυμίων πριν αρχίσει ο αγώνας.

 

Το βιβλίο με τον τίτλο «Αυτή είναι η ιστορία της εθνικής Ελλάδας», είναι μια εξαιρετική δουλειά του Ανδρέα Μπόμη.
Πρόκειται για ένα αφιέρωμα στη «γαλανόλευκη». Την εθνική μας ομάδα με τους 536 παίκτες που τίμησαν τη φανέλα της.
Είναι ένα ειδικό βιβλίο 600 σελίδων που διαβάζεται πολλές φορές σαν να είναι πάντα η πρώτη φορά. Σε κάθε ανάγνωση ανακαλύπτεις και κάποια άλλη κρυφή είδηση από τους αγώνες της εθνικής ομάδας των ανδρών. Επίσημοι (495) και ανεπίσημοι αγώνες, με όλες τις λεπτομέρειες. Από την εποχή που η αθλητική δράση ήταν γύρω από το Ποδηλατοδρόμιο, με πρωταγωνιστή τον Πανελλήνιο Ποδοσφαιρικό Όμιλο αλλά και τον… Όμιλο Φιλομούσων (!).

 

 

Δεκέμβριος 2009. Από την παρουσίαση του βιβλίου «Αυτή είναι η ιστορία της εθνικής Ελλάδας». Μια φωτογραφία, χίλιες λέξεις, όπως λένε οι δάσκαλοι της δημοσιογραφίας: Σε ένα «κλικ» του Αλβανού φωτορεπόρτερ Lato Klodian, καταγράφονται τα καλύτερά μας χρόνια. Αρχίζουμε από τα «ορεινά» και από αριστερά: Κώστας Πολυχρονίου, Κώστας Καραπατής, Αριστείδης Καμάρας, Μίμης Παπαϊωάννου, Γιώργος Δέδες και Δημήτρης Γράφας. Από κάτω: Ο «δάσκαλος» Γιάννης Παπαντωνίου, ο Λώρης Θεοφάνης, ο Ανδρέας Μπόμης (με το βιβλίο) και ο Στέλιος Σεραφείδης. Στη μεσαία σειρά Γιάννης Φρονιμίδης, Αντώνης Αντωνιάδης, Κώστας Βαλλιάνος, Βαγγέλης Πανάκης, ο «καπετάνιος» Γιώργος Βαρδινογιάννης, Μάικ Γαλάκος, Βασίλης Σιώκος, ο «τσαφ» Τάκης Χατζηϊωάννου, Άρης Τσαχουρίδης και Γιώργος Κουρτζίδης. Κάτω, με τη χαρακτηριστική στάση της οικογενειακής φωτογραφίας των γηπέδων: Σάββας Παπάζογλου, ο «στρατηγός» Μίμης Δομάζος και ο Νίκος Καρούλιας.

 

***

 

Ας ελπίσουμε ότι οι αρμόδιοι περί τον αθλητισμό θα το τοποθετήσουν, πρώτο αυτό, στο μουσείο για το ελληνικό ποδόσφαιρο που κάποτε θα πρέπει να αποκτήσουμε…

 

***

Το βιβλίο από τις «Εκδόσεις Ερεχθηίδας», βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία.

 

***

Ο Ανδρέας Μπόμης είχε περισσότερες από 300 εμφανίσεις σε δικές του τηλεοπτικές εκπομπές. Εδώ, στο βίντεο που ακολουθεί θα τον δούμε να συνομιλεί με δύο άσους του της Εθνικής και του Ολυμπιακού. Είναι 1970…

 

***

 

ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ» ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΘΑ ΑΚΟΥΣΕΤΕ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΜΠΟΜΗ ΜΕ ΤΟΝ «ΠΙΝΟΚΙΟ» ΚΑΙ ΤΟΝ «ΜΙΖΟΥΡΙ»

 

Παναγιώτης ΜήλαςΒίντεο: Ο Ανδρέας Μπόμης συνομιλεί με τον αεικίνητο «Πινόκιο» και με τον θρυλικό «Μιζούρι»
Περισσότερα

Ανδρέας Μπόμης. Play maker, αρσιβαρίστας, libero, φοβερός γκολτζής, «κατοστάρης», μαραθωνοδρόμος…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Του Παναγιώτη Μήλα

«Στο δημοσιογραφικό επάγγελμα ποτέ δεν μπορείς να πεις ότι τα έχεις μάθει όλα. Όση εργατικότητα κι αν δώσεις, όση φαντασία κι αν έχεις, όσο πάθος κι αν μπορείς να διαθέσεις για δημιουργία, δεν αρκούν… Αυτό που χρειάζεται είναι η συνεχής προσπάθεια. Πρέπει να προχωράμε ακάθεκτοι διδάσκοντας καθημερινά αυτούς που ακολουθούν»…

Λόγια του Ανδρέα Μπόμη, εντός εισαγωγικών από το κείμενο που έγραψε στο λεύκωμα για την πρώτη εξαετία (1981-1987) από τότε που κυκλοφόρησε και πάλι το «Έθνος».

 

Ο Ανδρέας Μπόμης, στο λεύκωμα για την πρώτη εξαετία της εφημερίδας «‘Εθνος» (1981 – 1987).

Ο Μπόμης μας έλεγε: «Όλα τα κείμενα πρέπει να γράφονται: Δια των προσώπων»… Αυτή ήταν η συνταγή του. Έτσι και το κείμενο αυτό άρχισε με τον ίδιο τρόπο. Με δικά του λόγια…

Αυτή η συνταγή – εφιάλτης τελικά αποδείχθηκε θησαυρός για όλους μας. Για την ομάδα του αθλητικού τμήματος στην εφημερίδα «Έθνος», της δεκαετίας του ’80. Ήταν μια συνταγή του Μπόμη η οποία μας άνοιξε δρόμους και μας έδωσε τη δύναμη να βγαίνουμε νικητές σε όλους τους αγώνες, στην κανονική διάρκεια. Δεν χρειαστήκαμε ποτέ παράταση.

Ο Ανδρέας Μπόμης ΔΕΝ υπήρξε δάσκαλός μας. Ήταν κάτι περισσότερο. Ήταν αδελφός και φίλος. Κυρίως όμως ήταν πατέρας μας. Με αυτή την ιδιότητα «έχτισε» το αθλητικό τμήμα στο «Έθνος», με αυτή την ιδιότητα σμίλευσε το επαγγελματικό μας προφίλ. Με τις ανεξάντλητες ιδέες του δημιούργησε το «Εθνοσπόρ», την εβδομαδιαία πολυσέλιδη αθλητική έκδοση η οποία στήριξε την εφημερίδα στους δύσκολους καιρούς της. Με το πάθος του ο Ανδρέας Μπόμης κατάφερε να σηκώσει το βάρος του ιστορικού περιοδικού «Εικόνες» αφού πέτυχε να ξεπεράσει το πρωτότυπο της Ελένης Βλάχου και να βάλει την προσωπική του σφραγίδα στη νέα εποχή του περιοδικού.

 

***

 

Η «χρυσή ομάδα» του 1987 στο «Έθνος». Από αριστερά: Ανδρέας Μπόμης, Νίκος Νικολαΐδης, Αλέκος Φιλιππόπουλος, Αφροδίτη Δεϊμέζη, Γιώργος Μπόμπολας, Πέλλη Κεφαλά, Γιώργος Λεβεντογιάννης, Τόλης Γαρουφαλής, Δημήτρης Βάρος.

 

ΤΕΡΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ. Δεν άφηνε κανένα «παραθυράκι» ακάλυπτο. Και στις «εξόδους» και κάτω από τα δοκάρια ήταν ανίκητος. Σε κοιτούσε στα μάτια και δεν υπήρχε περίπτωση να τον κοροϊδέψεις…

ΣΤΗΝ ΑΜΥΝΑ; Μοναδικός ηγέτης. Βράχος. Άπιαστος στο ψηλό παιχνίδι και δεξιοτέχνης στα «κοψίματα». Δεν είχες τύχη να τον ξεπεράσεις ούτε μια στις χίλιες… Ήταν libero. Δεν άφηνε πουθενά κενό. Με τις ντρίπλες δεν μπορούσες να τον νικήσεις. Ούτε με αντιαθλητικά τάκλιν.

ΣΤΑ ΧΑΦ. Δημιουργούσε τις προϋποθέσεις στην ομάδα του για να αποτρέψει κάθε τι επικίνδυνο. Παράλληλα προετοίμαζε το έδαφος για τις επιθετικές αποστολές. Ήταν μαέστρος…

ΣΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ; Είχε το γκολ στο τσεπάκι. Γκολτζής από κάθε απόσταση. Από το κόρνερ με μπόλικο φάλτσο. Από το σημείο του πέναλτι είχε επιτυχία 100% αλλά και μπροστά από οποιοδήποτε ανυπέρβλητο τοίχος, αυτός έβρισκε το πέρασμα για τα δίχτυα. Ήξερε να ξεσηκώνει ενθουσιασμό στην εξέδρα των αναγνωστών σε κάθε έντυπο που δούλευε.

 

***

 

Ο Ανδρέας Μπόμης. ως διευθυντής ορχήστρας, στο αθλητικό τμήμα της εφημερίδας «Έθνος». Από αριστερά: Στέλιος Σαρέσκος, Νίκος Νάρνος, Μένιος Σακελλαρόπουλος, Παναγιώτης Μήλας, Στάθης Βαρυτιμιάδης, Στέλιος Καραγιάννης. Όρθιοι από αριστερά: Στράτος Σεφτελής, Αργύρης Κοκκινάκης, Άγγελος Βουτσέλης, Κώστας Χαβέλας.

 

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Πολλές ομάδες σήκωσαν την κούπα με την καθοδήγησή του. Και το «Έθνος», και οι «Εικόνες». Από την 1η Απριλίου 1984 έφτιαξε το ανίκητο αθλητικό τμήμα στην εφημερίδα με τις 12 – 16 αθλητικές σελίδες κάθε Δευτέρα.

 

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 1988, ώρα 2.45 μ.μ. Στο Ολυμπιακό Στάδιο, για την 7η αγωνιστική του Πρωταθλήματος Α’ Εθνικής: Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός 2-1 (1-0). Ο Μπανιώτης του Ολυμπιακού αυτογκόλ στο 37’. Ισοφάρισε με κεφαλιά ο Αλεξίου στο 78’ και ο Σαραβάκος με πέναλτι (μετά από ανατροπή του Τσαλουχίδη) κάνει το 2-1 στο 80’. Ήταν το 40ο γκολ του «μικρού» με την πράσινη φανέλα. Προπονητής του Παναθηναϊκού ο Σουηδός Γκίντερ Μπένγκστον και του Ολυμπιακού ο Πολωνός Γιάτσεκ Γκμοχ. Η «Μοβιόλα του Έθνους» – που καθιέρωσε ο Ανδρέας Μπόμης – διέγραφε κάθε αμφισβήτηση των φιλάθλων για την ακρίβεια των φάσεων. Το σκίτσο είναι του Πάνου Μαραγκού. Γίνονταν σκίτσα για όλα τα γκολ. Αν ήταν πολλά τότε η «Μοβιόλα» έπιανε δύο σελίδες. Το σκίτσο και τα παραπάνω στοιχεία είναι από το βιβλίο του Ανδρέα Μπόμη «Γκολ 2000. Ένας αιώνας ποδόσφαιρο» (Εκδόσεις Πελεκάνος)

 

 

Με τη moviola όπου απεικονίζονταν από τους γελοιογράφους Πάνο Μαραγκό και Χάρη Αναστασόπουλο όλα τα γκολ της αγωνιστικής με ακρίβεια χιλιοστού. Είχε επίσης τα καθημερινά αποκλειστικά θέματα και τις ξεχωριστές συνεντεύξεις. Το «Εθνοσπόρ» ανέβαζε στα ύψη την κυκλοφορία της εφημερίδας αλλά και τη στήριξε πολύ αργότερα όταν ήρθαν οι δύσκολες εποχές λόγω των πολιτικών συγκυριών.

Ασφαλώς όλοι θυμόμαστε την εποχή που ήταν επικεφαλής στο αθλητικό τμήμα στην εφημερίδα «Απογευματινή», τότε που τους τίτλους του, τους αντέγραφαν και ιταλικές εφημερίδες ή ακόμη πιο σημαντικό όταν με τη στήλη «Τσούζουν» που καθιέρωσε άνοιξε νέους ορίζοντες στους αθλητικούς συντάκτες και στο αθλητικό παρασκήνιο.

 

***

 

Χαρακτηριστικό του Ανδρέα Μπόμη ο σεβασμός των συναδέλφων του. Εδώ με τον Χάρη Λυμπερόπουλο. Τον πρώτο του διευθυντή στο αθλητικό τμήμα στην εφημερίδα «Απογευματινή». Την ώρα που τους φωτογράφιζα άκουσα τον Μπόμη να μιλάει στον Λυμπερόπουλο στον πληθυντικό…

 

Το άστρο του Μπόμη στο «Έθνος» δεν έσβησε ούτε όταν παρασύρθηκε από τον κυκλώνα των ημιμαθών που «πάντρεψαν» τις ανικανότητές τους για να γκρεμίσουν τα πάντα. Ο Ανδρέας Μπόμης δεν χάθηκε αφού ο μεγάλος του «αντίπαλος», ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, ζήτησε τη βοήθειά του. Και εδώ επαληθεύθηκε – για άλλα μια φορά – η ρήση του Αλέκου Φιλιππόπουλου ότι «πάντα δουλεύουμε για τον επόμενο εργοδότη μας». Ο Μπόμης λοιπόν προσέφερε τις ιδέες του στον ΔΟΛ ως επικεφαλής του τμήματος ειδικών εκδόσεων για πολλά χρόνια πριν συνταξιοδοτηθεί.

 

 

Φεβρουάριος 2018. Η εκδήλωση της Ένωσης Συντακτών για τη βράβευση των βετεράνων αθλητικών συντακτών. Στο βήμα η πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ Μαρία Αντωνιάδου. Δίπλα της ο Ανδρέας Μπόμης, μέλος στο ΔΣ του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ.

 

***

Αν ο Φιλοποίμην Φίνος ήταν ο θρυλικός «κατσαβιδάκιας» του ελληνικού κινηματογράφου, τότε ο Ανδρέας Μπόμης ήταν, είναι και θα είναι, το έντυπο google του ελληνικού ποδοσφαίρου. Τα 11 βιβλία που εξέδωσε είναι το ιερό ευαγγέλιο κάθε αθλητικού συντάκτη που σέβεται τον εαυτό του και τους αναγνώστες του. Ο Μπόμης δημιούργησε το αθλητικό google πριν καν αυτό το ανακαλύψουν τα αστέρια του ηλεκτρονικού στερεώματος.

***

Όμως ο Μπόμης είχε διαπρέψει και στον ηλεκτρονικό Τύπο. Είχε κάνει στην τηλεόραση περισσότερες από 300 εκπομπές. Αν εκείνη την εποχή υπήρχαν τα περίφημα social media ο Μπόμης θα είχε χιλιάδες followers.

***

 

Και μία selfie μετά τη βράβευση του Ανδρέα Μπόμη τον Φεβρουάριο του 2018. Δεξιά ο εξαιρετικός μπασκετικός ρεπόρτερ Τάκης Ευσταθίου.

 

Ασφαλώς πρέπει να πω ότι δεν ήταν μόνο οι αθλητές που γέμιζαν τον τηλεφωνικό του κατάλογο. Ήταν και οι καλλιτέχνες που του προσέφεραν αμέριστη την εμπιστοσύνη τους αφού βρισκόταν πάντα στο πλευρό τους, σε κάθε τους δραστηριότητα. Και από την εποχή που ήταν στο περιοδικό «Πρώτο» της εφημερίδας «Απογευματινή», αλλά κυρίως όταν ήταν επικεφαλής του περιοδικού «Εικόνες».

***

 

Ο Ανδρέας Μπόμης έτσι όπως θα τον θυμόμαστε πάντα. Με το χαμόγελο… Εδώ με τον Λάκη Πετρόπουλο, τον διεθνή άσο του Παναθηναϊκού και προπονητή της Εθνικής, του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού.

Μπορεί το ποδόσφαιρο να ήταν η μεγάλη του αγάπη αλλά δεν έπαυε να έχει και κρυφούς έρωτες…

PLAY MAKER. Όπως οι κορυφαίοι MVP στο μπάσκετ έτσι και ο Μπόμης ήταν άριστος στο μοίρασμα του παιχνιδιού. Αναγνώριζε τις αξίες και το ταλέντο των «συμπαικτών» της ομάδας του και τους έδινε assist για να πετύχουν καλάθι. Δεν έβαζε ποτέ τρικλοποδιές στους αντιπάλους του. Έπαιζε πάντα καθαρά.

ΑΡΣΙΒΑΡΙΣΤΑΣ. Πριν γίνουμε θαυμαστές του Πύρρου Δήμα μάθαμε από τον Μπόμη να σηκώνουμε κάθε βάρος. Σηκώναμε αυτό που μας αναλογούσε κι ακόμα παραπάνω. Μας είχε προπονήσει για τα δύσκολα…

«ΚΑΤΟΣΤΑΡΗΣ». Στους δρόμους ταχύτητας; Πρώτος! Χαρακτηριστική «κούρσα» του ήταν όταν κατάφερνε να ολοκληρώνει την έκδοση του πολυσέλιδου και πολύχρωμου «Εθνοσπόρ» σε φανταστικό χρόνο την εποχή που η φωτοσύνθεση δεν είχε τις σημερινές της δυνατότητες… Άριστος και στις σκυταλοδρομίες. Πάντα έδινε τη σκυτάλη στον επόμενο. Ποτέ δεν την κρατούσε για τον εαυτό του…

ΜΑΡΑΘΩΝΟΔΡΟΜΟΣ. Είχε φοβερή αντοχή. ΚΑΙ στο αθλητικό τμήμα της εφημερίδας. ΚΑΙ στις «Εικόνες». ΚΑΙ στη συμμετοχή στη διοίκηση της εφημερίδας. ΚΑΙ στον προγραμματισμό και έλεγχο κάθε διαφημιστικής καμπάνιας. ΚΑΙ στο «χτίσιμο» διαγωνισμών και χίλια δυο άλλα…

ΔΕΚΑΘΛΗΤΗΣ. Αναλάμβανε από την πιο εύκολη μέχρι και την πιο δύσκολη αποστολή. Ήταν κορυφαίος σε όλα…

***

 

Φυσικά όπως κάθε άνθρωπος είχε και τα ελαττώματά του. Μάλλον είχε ΕΝΑ ΜΟΝΟ ελάττωμα: ΔΕΝ έδινε ποτέ εντολές, ΔΕΝ διέτασσε, ΔΕΝ σε υποχρέωνε να κάνεις αυτό που ήθελε. Σε άφηνε ελεύθερο να το καταλάβεις μόνος σου…

 

***

 

Ο Μπόμης γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου του 1938 στην Καστέλλα, έζησε όμως και σε μια γειτονιά της Αθήνας. Στον Νέο Κόσμο. Έμενε στην οδό Θεοφιλοπούλου, αριστερά από τη Λεωφόρο Συγγρού όπως κατεβαίνουμε λίγο πριν από το –τότε– εργοστάσιο του ΦΙΞ. Πέθανε ύστερα από σκληρή μάχη με τον καρκίνο, την Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018.

***

Ο αποχαιρετισμός από τη σύζυγό του Μίνα, τα παιδιά του Παναγιώτη και Πέννυ, τον εγγονό του Ανδρέα και τους φίλους του, θα γίνει τη Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018 στις 3 το μεσημέρι από τον Ιερό Ναό της Ζωοδόχου Πηγής στα Μελίσσια.
Λεωφόρος Δημοκρατίας 57
Μελίσσια 151 27
Τηλέφωνο: 210-804.16.65

***

Η ταφή του θα γίνει στο Δημοτικό Κοιμητήριο των Μελισσίων.
Τέρμα Μουσών
Μελίσσια, 151 27
Τηλέφωνο: 213-205.00.36

Παναγιώτης ΜήλαςΑνδρέας Μπόμης. Play maker, αρσιβαρίστας, libero, φοβερός γκολτζής, «κατοστάρης», μαραθωνοδρόμος…
Περισσότερα

Ο Τύπος χωρίς τον Ανδρέα Μπόμη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Τον θυμόμαστε και πάντα θα τον θυμόμαστε. Ο Ανδρέας Μπόμης ήταν εμβληματικό πρόσωπο της δημοσιογραφίας. Άνθρωπος δραστήριος, ανήσυχος, με δημιουργικές ιδέες. Δημοσιογράφος σπάνιος, με όσφρηση λαγωνικού και μάτι αετίσιο, ήξερε να πιάνει το σφυγμό του αναγνωστικού κοινού και υπήρξε πρωτοπόρος και καινοτόμος στο χώρο του Τύπου.

Δημοσιογράφος με πολύχρονο και πλούσιο έργο, στο αθλητικό ρεπορτάζ, αναγνωρισμένος – κορυφαίος στο είδος του – συγγραφέας, δάσκαλος και σεβαστός από τους συναδέλφους του, ο Ανδρέας Μπόμης, αγαπητότατος, επιπλέον, ως άνθρωπος, σε όσους είχε συμβεί να τον γνωρίσουν και να συναναστραφούν, έφυγε από τη ζωή, το βράδυ της Παρασκευής, έπειτα από ολιγοήμερη ασθένεια, σε ηλικία 80 ετών.

Γεννημένος στον Πειραιά το 1938 και στη δημοσιογραφία από το 1959, εργάστηκε ως συντάκτης, συνεργάτης, αρχισυντάκτης διευθυντής σύνταξης και διευθυντής ξεκινώντας από το περιοδικό «Πρώτο» και στη συνέχεια στις εφημερίδες «Ακρόπολις», «Απογευματινή», «Ελεύθερος Τύπος» και «Εθνος», του οποίου υπήρξε εμπνευστής του υποδειγματικού αθλητικού ένθετου «Εθνοσπόρ» και της εφημερίδας «Η Πράσινη», σε συνεργασία με τον γιο του Παναγιώτη, ο οποίος ακολουθεί επίσης τη δημοσιογραφική διαδρομή. Και ακόμα, γενικός διευθυντής στο περιοδικό «Εικόνες», ενώ υπήρξε και στέλεχος στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη. Εργάστηκε επίσης στην τηλεόραση, ως υπεύθυνος της εκπομπής «Αθλόραμα», σχολιαστής στον «Κόσμο των Σπορ» και δημιουργός του τηλεοπτικού παιχνιδιού «1.Χ.2». Επιπλέον, συγγραφέας έντεκα βιβλίων και Αλμανάκ αθλητικού περιεχομένου. Για την προσφορά του έχει τιμηθεί με το Βραβείο Μπότση και από το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ, σε εκδήλωση μαζί με 15 βετεράνους του αθλητικού ρεπορτάζ.

Ο Ανδρέας Μπόμης αφήνει πίσω του μια ζηλευτή καριέρα στη δημοσιογραφία. Εργάστηκε σε διευθυντικές θέσεις για δεκαετίες και υπήρξε δάσκαλος για πλήθος νέων συναδέλφων. Δίδαξε, επίσης, εκτός από τους χώρους της δουλειάς και σε ιδιωτικές σχολές δημοσιογραφίας. Ήταν ένας δάσκαλος της δημοσιογραφίας κυριολεκτικά. Όσοι είχαν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν και να συνεργαστούν μαζί του θα θυμούνται πάντοτε τον αδαμάντινο χαρακτήρα του, τη φυσική του ευγένεια, το χιούμορ και το αιώνιο χαμόγελο που τον χαρακτήριζαν.

Στις αρχαιρεσίες του περασμένου χρόνου είχε εκλεγεί μέλος στο Δ.Σ. του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ, και στους λίγους μήνες που ανήκε στο δυναμικό του, ανέπτυξε εξαιρετική δραστηριότητα σε ιδέες και στην πραγματοποίηση εκδηλώσεων, αφήνοντας με την εκδημία του αισθητό κενό.

Το Δ.Σ. του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ -με ανακοίνωσή του- εκφράζει τη βαθιά του οδύνη για την απώλεια του Ανδρέα Μπόμη, συλλυπείται την οικογένειά του και συμμετέχει στο πένθος της.

Επίσης, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ συλλυπείται τη λατρεμένη του σύζυγό Μίνα και το γιο του Παναγιώτη, ο οποίος βαδίζει στα ίδια χνάρια συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση και αποχαιρετά τον καλό συνάδελφο που τίμησε το επάγγελμα και δίδαξε ήθος.

Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί τη Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018, στις 15:00, από τον Ιερό Ναό Ζωοδόχου Πηγής Μελισσίων και η ταφή του θα γίνει στο νεκροταφείο των Μελισσίων.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου

eirini aivaliwtouΟ Τύπος χωρίς τον Ανδρέα Μπόμη
Περισσότερα

Κώστας Βρεττάκος. Στο τελευταίο πλάνο της ζωής του τον αποχαιρετούν τα «παιδιά της Χελιδόνας»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

«Η ποίηση δεν προσφέρεται

σε επιπόλαιες συγκινήσεις.

Σκέψεις καταγράφει, πικρές

κι αδιέξοδες συχνά.

Θνήσκοντα αισθήματα

Αναλαμπές αισιοδοξίας

διαπιστώσεις ήττας»…

***

Αυτό έγραφε σε ένα από τα ποιήματά του ο Κώστας Βρεττάκος που ολοκλήρωσε την ταινία της ζωής του στα 80. Πολλά προβλήματα υγείας τον ταλαιπωρούσαν από καιρό. Τελευταία νοσηλευόταν στο νοσοκομείο «Σωτηρία».

 

Ο Κώστας Βρεττάκος, στο εξώφυλλο του τελευταίου του βιβλίου με τον τίτλο «Προστιθέμενη αξία» (εκδόσεις Πόλις).

Γεννημένος στην Αθήνα το 1938, ο Κώστας Βρεττάκος σπούδασε κινηματογράφο στην Ελλάδα και την Ιταλία. Από το 1977 ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο, γυρίζοντας ως το 1987 μια σειρά ταινιών – ντοκιμαντέρ από τις οποίες ξεχώρισαν «Το στρώμα της καταστροφής» (1980), «Τα Παρκαβενέικα της Μοντρεάλης» (1984) και τη «Διάσωση του μνημείου» (1986).

Η μοναδική ταινία μεγάλου μήκους που γύρισε είναι πολυβραβευμένη «Τα παιδιά της Χελιδόνας» (1987).

Τον καιρό της δικτατορίας εργάστηκε ως μεταφραστής λαϊκών μυθιστορημάτων και ως φωτογράφος εγκυκλοπαιδειών. Τις πρώιμες λογοτεχνικές συνεργασίες με την «Επιθεώρηση Τέχνης» ακολούθησαν δύο ποιητικές συλλογές το 1971 και 1977 με τον τίτλο «Ανάριθμα».

Παράλληλα η μακροχρόνια φωτογραφική του συνεργασία με την Εμμανουέλα ντε Νόρα οδήγησε στην ίδρυση του εκδοτικού οίκου «Τρία Φύλλα».

Από το 1990 εγκατέλειψε πάλι τις εκδόσεις, τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο και ασχολήθηκε με την πολιτική διαχείριση της ελληνικής κινηματογραφίας αρχικά ως ειδικός σύμβουλος Κινηματογραφίας του Υπουργείου Πολιτισμού (1989), σε συνέχεια ως πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (1991-1998) και εκπρόσωπος της Ελλάδας στο Eurimages, στο Συμβούλιο της Ευρώπης (1991-2006).

Το 2016 ο Βρεττάκος δημοσίευσε το βιβλίο «Ασκήσεις περιέργειας» (εκδόσεις Ποταμός), που απέσπασε το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών. Ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει το βιβλίο ως «καταβύθιση στον βυθό της μνήμης». Οι «Ασκήσεις Περιέργειας» αποτελούν ένα είδος οικογενειακού χρονικού με πρωταγωνίστρια τη μητέρα του Πιπίτσα και τον πατέρα του Νικηφόρο.

Ένα ταξίδι στη μνήμη αποτελεί και η πρώτη πεζογραφική προσπάθεια του Βρεττάκου, το μυθιστόρημα «Περαστικός από το Ρέικιαβικ», που κυκλοφόρησε το 2009 (εκδόσεις Ποταμός).

Το καλοκαίρι του 2018 κυκλοφόρησε την τελευταία ποιητική συλλογή του με τον τίτλο «Προστιθέμενη αξία» (εκδόσεις Πόλις). Πρόκειται για τα ποιήματα που έγραψε σε νεανική ηλικία, προχωρώντας σε ένα είδος απολογισμού. Όπως παρατηρούσε στον περιεκτικό του πρόλογο, σκοπός του με αυτή την έκδοση δεν ήταν να προβληθεί ως όψιμος ποιητής, αλλά να κοιτάξει ξανά ποιητικά κατάλοιπα της νεότητάς του και να ενεργήσει, για άλλη μια φορά, ως «συλλέκτης μνήμης».

Ο αναγνώστης καλείται – σε αυτή τη συλλογή – να γίνει συνένοχος στην τακτοποίηση-ανασκόπηση της ζωής του ποιητή, που αντιμετωπίζει πλέον τα ποιήματά του ως βιογραφικά στοιχεία – όπως κάποια αντικείμενα που τον περιβάλλουν και θεωρεί απαραίτητο να τα διασώσει.

 

***

Την Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018 στη 1 το μεσημέρι θα τελεστεί στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας η πολιτική κηδεία του Κώστα Βρεττάκου.

 

***

 

ΕΔΩ Η ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΡΕΤΤΑΚΟΥ

«ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΧΕΛΙΔΟΝΑΣ»

Παναγιώτης ΜήλαςΚώστας Βρεττάκος. Στο τελευταίο πλάνο της ζωής του τον αποχαιρετούν τα «παιδιά της Χελιδόνας»
Περισσότερα

Δημήτρης Βαζογιάννης. Σφύριγμα της λήξης για έναν ακούραστο «μέρμηγκα» του αθλητικού ρεπορτάζ…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Του Παναγιώτη Μήλα

***

«Τον μέρμηγκα να μην τον κλαις
δουλεύει και δεν κάθεται
ούτε εκδρομές και τεμπελιές
ούτε στα γλέντια χάνεται
*
Κι όταν χειμώνας με βροχές
και χιόνια πλησιάζει
κανένας φόβος μες τη γη
χώνεται κι ησυχάζει
*
Εργάτης τόσο ακούραστος
άλλος κανείς δεν βρίσκεται
τον έχουν για παράδειγμα
μ’ αυτός ούτε που νοιάζεται…

 

***

Έτσι ακριβώς ήταν ο Δημήτρης Βαζογιάννης που τον γνώρισα στην «Αθλητική Ηχώ» του Κλεομένη Γεωργαλά, με διευθυντή τον Σταμάτη Γρατσία και αρχισυντάκτη τον Κώστα Θωμόπουλο, στα γραφεία επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως, τον Οκτώβριο του 1991.

Δημήτρης Βαζογιάννης. Ακούραστος εργάτης στο αθλητικό ρεπορτάζ…

Ένας ακούραστος «μέρμηγκας» ο κύριος Μίμης σκυμμένος πάνω στα χειρόγραφά του. Με το ακουστικό του τηλεφώνου κολλημένο στο αυτί και το στυλό στο χέρι.
Εκείνη την εποχή στην «Ηχώ» όλα γίνονταν με τον κλασικό τρόπο. Όλα στο χέρι. Ούτε κομπιούτερ, ούτε λάπτοπ, ούτε κινητά. Υπήρχε μόνο πάθος για τη δουλειά από μικρούς και μεγάλους. Από «στρατηγούς» και από «φαντάρους», από «τζίτζικες» κι από «μέρμηγκες».
Ο Μίμης Βαζογιάννης ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Ήταν «φαντάρος» αλλά στην πρώτη γραμμή. Από εκεί κάλυπτε τα κενά όπου τον καλούσε ο διευθυντής: Και στα περιφερειακά αθηναϊκά πρωταθλήματα, και στις μικρές κατηγορίες, και στις επαρχίες αλλά και στο ρεπορτάζ της αγαπημένης του ΑΕΚ.

Αργά και που, σήκωνε το κεφάλι και σχολίαζε κάτι που άκουγε να συζητούν οι συνάδελφοί του. Είχε πάντα αιχμηρό χιούμορ, δεν ήταν οπαδός αλλά αγνός φίλαθλος.

Τις ώρες που πήγαινα στην «Ηχώ» – λίγο μετά το μεσημέρι – συνεργάστηκα μαζί του και θα έχω να θυμάμαι κυρίως τον τρόπο με τον οποίο έγραφε. Πάντα αφοσιωμένος στα κείμενά του, πάντα στην ώρα του, χωρίς καθυστερήσεις, πάντα άψογα χειρόγραφα. Αν και το κλίμα στον χώρο εργασίας ήταν ευνοϊκό για κάθε είδους αντεγκλήσεις – αφού όπως καλά ξέρουμε ο καθένας από μας θα ήθελε να είναι ο προπονητής της ομάδας που υποστηρίζει – ο κύριος Μίμης δεν έμπαινε ποτέ σε τέτοιες συζητήσεις, δεν έχανε ούτε δευτερόλεπτο από το γράψιμο… Σταματούσε μόνοn αν ήθελε να δώσει κάποια συμβουλή στους νέους συναδέλφους.

 

***

 

Τη Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018 έμαθα ότι ο Δημήτρης Βαζογιάννης «άκουσε το σφύριγμα της λήξης του αγώνα» στα 86 του…

Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1932. Το 1955, αφού τελείωσε το γυμνάσιο και τη στρατιωτική του θητεία, άρχισε τον «μαραθώνιό» του στις αθλητικές εφημερίδες. Το 1970 έγινε συντάκτης στην «Αθλητική Ηχώ», εφημερίδα στην οποία εργάστηκε έως το 1992. Υπήρξε ακόμη συνεργάτης των εφημερίδων «Αθλητική Φωνή», «Εμπρός», «Εθνικός Κήρυκας» και «Προγνωσπόρ». Στο ραδιόφωνο εργάστηκε στην ΕΡΑ4 ενώ μέχρι τη συνταξιοδότησή του συνεργάστηκε στο τμήμα ειδήσεων της ΕΤ2.

Η συλλυπητήρια ανακοίνωση του Πανελλήνιου Συνδέσμου Αθλητικών Συντακτών αναφέρει μεταξύ των άλλων:

«Ο Δημήτρης Βαζογιάννης ήταν ένας συνάδελφος χαμηλών τόνων, ευγενικός και ιδιαίτερα αγαπητός που πάντα βοηθούσε τους νεαρούς συναδέλφους του. Την αγάπη του για τον αθλητισμό μετέφερε και στον γιο του Αντώνη, ο οποίος είναι εξέχων δημοσιογράφος και μέλος του Συνδέσμου μας».

Επίσης η ΑΕΚ στην ανακοίνωσή της τονίζει:

«Η κιτρινόμαυρη οικογένεια αποχαιρετά τον δημοσιογράφο Δημήτρη Βαζογιάννη ο οποίος υπηρέτησε στη διάρκεια της πολυετούς δημοσιογραφικής του διαδρομής στα Μέσα στα οποία εργάστηκε και το ρεπορτάζ της ΑΕΚ και ήταν με συνέπεια κοντά στην ομάδα μας, από τα δημοσιογραφικά θεωρεία του Ολυμπιακού Σταδίου, μέχρι τέλους».

 

***

Ο αποχαιρετισμός στον καλό συνάδελφο από τη σύζυγό του Φιλοξενία, τα παιδιά του, Αντώνη και Φώφη, καθώς και από τους συγγενείς, τους φίλους και τους συναδέλφους του, έγινε το μεσημέρι της Τρίτης 30 Οκτωβρίου 2018 στο Νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου.

Παναγιώτης ΜήλαςΔημήτρης Βαζογιάννης. Σφύριγμα της λήξης για έναν ακούραστο «μέρμηγκα» του αθλητικού ρεπορτάζ…
Περισσότερα

«Στο Mega νιώθαμε σαν σχολιαρόπαιδα στην πενταήμερη, μια ατέλειωτη εκδρομή σχεδόν 30 χρόνια»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Του Μένιου Σακελλαρόπουλου (*)

 

Νύχτα Σαββάτου, σαν Μεγάλη Παρασκευή, σαν επιτάφιος, σαν θρήνος μέσα μου, περιμένοντας να δω με τα ίδια μου τα μάτια το τέλος, αυτό το μαύρο, σαν σάβανο, σαν νεκρική πλάκα που σκεπάζει για πάντα την ανάσα, το ΟΧΙ στην επέτειο του ΟΧΙ…

Πριν, μέρες πριν όταν όλα είχαν δρομολογηθεί κι έμενε μόνο η τοποθέτηση της ταφόπλακας, άκουγα δακρυσμένος τους ιερούς στίχους του θείου Μάνου (Ελευθερίου) και βούρκωσε η ψυχή μου. Μα βουρκώνουν οι ψυχές; Καμιά φορά ναι…

*

 

Τελειώνουν ποτέ οι αναμνήσεις που γέμισαν τις αποθήκες της ψυχής; Τελειώνουν τα ανεξίτηλα σύμβολα; Τελειώνει ο υπέροχος ζάλος της καρδιάς ως τον ουρανό; Ποτέ. Κι όλα θα με ακολουθούν όσο θα θυμάμαι. Ήταν το σπίτι μου για 27 χρόνια, η ζωή και η ψυχή μου. Τα φυλάω μέσα μου σαν θησαυρό σε σεντούκι. Για πάντα…

 

Φαρμακωμένος ο καιρός παραμονεύει
μες τα στενά του κάτω κόσμου να σε βρει
και δεκατρείς αιώνες άνεργος γυρεύει
την κιβωτό σου και το αίμα να σου πιει…

 

***

Έτσι νιώθουν πολλοί από τους εργαζόμενους του Mega, που έγινε Τιτανικός και βυθίστηκε, παρασύροντας στο μαύρο σκοτάδι πλήθος κόσμου.

Μια διάταξη διέταξε το τέλος. Αλλά δεν τελειώνουν ποτέ οι αναμνήσεις που γέμισαν τις αποθήκες της ψυχής, ούτε τα υπέροχα σύμβολα ούτε ο μοναδικός ζάλος της καρδιάς ως τον ουρανό, αυτό το μοναδικό ταξίδι που χάραξε το είναι μας.
Για μένα, όπως και για εκατοντάδες άλλους ανθρώπους με τους οποίους συμπορευτήκαμε, ήταν το σπίτι μου για 27 χρόνια, η ζωή και η ψυχή μου, όλα αυτά που φυλάω για πάντα σαν θησαυρό σε σεντούκι.

Αυτές ήταν οι πρώτες βουρκωμένες σκέψεις μου όταν άκουσα την απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, κι ας ξέραμε ότι όλα έχουν τελειώσει εδώ και καιρό.

Προσπαθώ ακόμα να βάλω το μυαλό μου σε μια τάξη, τα συναισθήματά μου σε μια σειρά. Με δυσκολεύει η ταξινόμηση, με το νου να ταξιδεύει λίγο πριν από το τέλος.

 

*

 

Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος εν δράσει. Και στον λόγο το ίδιο δυνατός όπως και στο γράψιμο…

 

***

 

Κι εγώ που ζω για πάντα εδώ
κι όλο φεύγω το τέλος πριν να δω
κάθε νύχτα που περνάει γυρίζω ξανά
σκοτάδι γίνομαι και παραδίνομαι
στο ρυθμό σου που καίει ακόμα
αυτό το σώμα που μένει χρόνια χωρίς σκιά
κάθε νύχτα που περνάει σαν ταινία
κι ό,τι ζήσαμε προβάλλεται με φόντο την πλατεία…

 

***

Όχι Bill, δεν μου ταιριάζει, δεν μας ταιριάζει ο στίχος της Λίνας.
Κι όλο φεύγω πριν μείνουμε μόνοι το τέλος μη δω…

*

 

ΣΑΝ ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ…

 

Το είδα το τέλος, το είδα, όπως όλους αυτούς τους εφιάλτες που περάσαμε όχι με σκέτο φόβο, με τρόμο…
Βλέπαμε, νιώθαμε τα νερά να μπαίνουν ορμητικά -όπως τότε, στον Τιτανικό- αλλά θεωρούσαμε, όπως κι εκείνοι τότε, 15 Απριλίου 2012, ότι το σκάφος είναι αβύθιστο και με κάποιο τρόπο θα σωθεί, θα καταφέρει να μείνει στην επιφάνεια και να μην παρασύρει στο βυθό τόσο κόσμο.

Κι όπως τότε, στο αβύθιστο πλοίο, έπαιζε η ορχήστρα μέχρι που την κατάπιε κι αυτή το μαύρο νερό, το ίδιο κάναμε κι εμείς μέχρι την τελευταία ώρα, όταν όλα έδειχναν μη αναστρέψιμα…

Θυμάμαι σαν τώρα εκείνες τις αγωνιώδεις απορίες στην κουζίνα του έκτου ορόφου, όπου μαζευόμαστε για καφέ και τσιγάρο αλλά κυρίως μήπως μάθουμε κάτι, τότε που είχε ήδη συμβεί η πρόσκρουση στα βράχια.

«Πάτε καλά ρε; Θα κλείσει το Mega; Είναι σαν να λέτε ότι θα ξυπνήσουμε μια μέρα και δεν θα υπάρχει ήλιος και τράπεζες!», έλεγαν αρκετοί, αυτοί που προσπαθούσαν να παρηγορήσουν τους αγωνιούντες.

Τους απλήρωτους επί μήνες αγωνιούντες, πολλοί από τους οποίους ζούσαν κάτω από τα όρια της φτώχειας, για την ακρίβεια επιβίωναν με δανεικά, φιλανθρωπίες συγγενών και κοντινών τους ανθρώπων, αδυνατώντας να πληρώσουν οτιδήποτε!

Και μαθαίναμε για εμφράγματα και θανάτους, για εξώσεις λόγω αδυναμίας πληρωμών, για διαμαρτυρία των δανείων αρκετών εργαζόμενων για έντονες οχλήσεις των τραπεζών, για διακοπή σπουδών των παιδιών κάποιων συναδέλφων.

Ακούγαμε φίλους μας, αδέρφια μας, να μην έχουν να βάλουν βενζίνη στο αυτοκίνητό τους, να μη μπορούν καν να βγάλουν εισιτήριο για να έρθουν με τη συγκοινωνία στο γραφείο, να πεινάνε κυριολεκτικά αφού δεν υπήρχε πια εισόδημα.

Και για τους όποιους εκπλήσσονται, είναι η ΑΠΟΛΥΤΗ πραγματικότητα, δίχως ίχνος υπερβολής. Ας σκεφτεί ο καθένας πώς είναι η ζωή του με μηδέν ευρώ το μήνα…

 

 

Συγκινημένοι ο Παναγιώτης Φασούλας κι ο Παναγιώτης Γιαννάκης, βλέπουν τις υπογραφές τους πάνω στη χρυσή μπάλα του 1987. ΔΕΟΣ!

 

Πονούσαμε πολλαπλά, βλέποντας κομμάτι της κοινωνίας να… πανηγυρίζει επειδή θα κλείσει το Mega! Και κοιταζόμασταν με απορία εκεί στις «γιάφκες» των ορόφων, τις μικρές κουζίνες, κάτι σαν καφενείο της μικρής μας Βουλής.

Μας καρτερούσαν μαστιγωτές και συμπληγάδες, αυτοί που δεν ήξεραν, δεν ήθελαν να ξέρουν, δεν νοιάζονταν γι’ αυτό.
Γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των όσων είχαν την τιμή να εργάζονται εκεί, είχαν ματώσει για την κάθε δεκάρα που πήραν και δεν είχαν καμιά σχέση με τα όποια «κονκλάβια» ή οτιδήποτε άλλο υπήρχε.

«Φάγαμε» λάσπη που δεν αξίζαμε, και μιλάω για το πλήθος των εργαζομένων, που έκαναν τίμια τη δουλειά τους, δίνοντας και την ψυχή τους, τον ιδρώτα, το αίμα τους.

Ένας «φορέας» γίνεται μεγάλος από τους ανθρώπους του, όχι από τα κτήρια ή άλλα μεγαλεία.
Κι αυτό το πλήθος των ανθρώπων -η συντριπτική πλειοψηφία-, όλοι αυτοί που βρέθηκαν στο μαύρο σκοτάδι, ήταν, είναι περήφανοι για τη δουλειά τους. Κι ήταν όλοι πρωτοπόροι, εκτινάσσοντας στο φεγγάρι έναν τηλεοπτικό σταθμό που δεν ήταν ένα κανάλι αλλά το ίδιο μας το σπίτι.

Γιατί οι περισσότεροι πήγαμε εκεί παιδιά, ξεκινώντας ένας δύσκολο ταξίδι στο άγνωστο που εξελίχτηκε σε πορεία στα άστρα!

Πολλοί, πάρα πολλοί, ανδρώθηκαν εκεί, παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά, τα είδαν να ανθίζουν σαν τα λουλούδια, όσο οι γονείς τους ξημεροβραδιάζονταν στο κανάλι για να το κρατήσουν ΜΕΓΑΛΟ.
Κανείς δεν κοιτούσε το ρολόι για να φύγει. Η δουλειά διέταζε, όχι η ώρα. Μόνο έτσι γινόταν.

ΥΠΕΡΩΚΕΑΝΙΟ!

Παιδιά πήγαμε σ’ αυτό το γιγάντιο υπερωκεάνιο, που από τις 20 Νοεμβρίου 1989, στις τρεις το μεσημέρι, άλλαξε τις συνήθειες μιας ολόκληρης χώρας.

Γιατί τις άλλαξε! Τα δελτία του, οι εκπομπές του, οι αναλύσεις του, τα αθλητικά του, οι παραγωγές του, τα σίριαλ, το ψυχαγωγικό πρόγραμμα, οι ταινίες, κουβεντιάζονταν σε όλη τη χώρα.

Και, για να ξέρουμε τι λέμε, επί σειράν (πολλών) ετών ίσχυε απολύτως αυτό που έγινε σλόγκαν:

«Το είπε το Mega»…

Παιδιά πήγαμε γαμώτο! Και δακρύζαμε από χαρά ακούγοντας εκείνο τη χαρακτηριστική μουσική που συνόδευε το σήμα του σταθμού, εκείνη την πολύχρωμη βεντάλια που έδινε χρώμα στην ψυχή μας.

Κι ήταν η… συνωμοσία της επιτυχίας, αφού όλοι -θα το λέω πάντα- έδιναν την ψυχή τους ΕΠΕΙΔΗ ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥΣ.

Αυτοί που έμειναν ως το τέλος. Αυτοί που πέρασαν κι έβαλαν το λιθαράκι τους, μικρό ή μεγάλο, όλοι αυτοί που έκαναν κατάθεση ψυχής.

 

 

Στα 30χρονα τους θριάμβου της εθνικής ομάδας στο Ευρωμπάσκετ. Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος τρίτος από αριστερά με το μπεζ κοστούμι… Μαζί του ο Παναγιώτης Γιαννάκης και τα άλλα παιδιά: Νίκος Φιλίππου και Παναγιώτης Φασούλας.

 

 

Εκεί, στην Παιανία, ήταν μια κοσμογονία για να βγει ένα συγκλονιστικό αποτέλεσμα που χάραξε για πάντα την ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης.
Τρέχαμε στην εξωτερική σιδερένια σκάλα του αθλητικού -αυτήν που πλήγωσε η ρουκέτα του Κουφοντίνα- για να προλάβουμε να δώσουμε την κασέτα για να παίξει το θέμα στο δελτίο ή την εκπομπή.
Και παρά το τρελό άγχος και την πίεση, νιώθαμε σαν σχολιαρόπαιδα στην πενταήμερη, μια ατέλειωτη εκδρομή για σχεδόν τρεις δεκαετίες.

 

*

Μόνο η Δημητρούλα (Γαλάνη) κατάλαβε τα εσώψυχά μας.

 

*

Θέλω μια εκδρομή των μυστικών
των φανερών και των χαμένων εαυτών…

 

Η ταυτότητα του Μένιου ως διαπιστευμένου συντάκτη στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες της Αθήνας το 1982.

ΓΙΓΑΝΤΕΣ!

Γύριζαν οι ρεπόρτερ διαλυμένοι από τα δακρυγόνα, άυπνοι επί μέρες στις φωτιές και τις πλημμύρες και τους σεισμούς και τα ναυάγια, αλλά χαμογελούσαν γιατί είχαν δώσει την ψυχή τους.
Χαμογελούσαμε -μέσα μας πρώτα και μετά στο κυλικείο- όταν μας κατσάδιαζε ο Γιώργος Λεβεντογιάννης που πετούσε από τηλέφωνα μέχρι τηλεφωνικούς καταλόγους, ο τελειομανής Νίκος Χατζηνικολάου που μας ζητούσε να… γίνουμε αόρατοι για να περάσουμε από τις συμπλοκές των ΜΑΤ με διαδηλωτές και να φτάσουμε έγκαιρα στη σύσκεψη, ο αγλαός Χρήστος Παναγιωτόπουλος που αγαπούσε την τάξη και το τσέλο, ο Νίκος Στραβελάκης με τις τεράστιες γνώσεις και τους τερατώδεις βιορυθμούς, ένα σωρό άνθρωποι που κι αυτοί έδιναν την ψυχή τους.
Κυκλώναμε αυτό το μεγάλο αντράκι όταν γύριζε από τους πολέμους, τη Μαρία Καρχιλάκη, για να μάθουμε καμιά λεπτομέρεια παραπάνω. Τον Πάνο Σόμπολο που είχε συναντήσει τον τελευταίο φονιά, τον Μιχάλη Ιγνατίου όποτε ερχόταν από την Αμερική για να μας πει με ακρίβεια τις διεθνείς εξελίξεις, όλους αυτούς τους γίγαντες -και ήταν πολλοί- που βρίσκονταν εκεί που γραφόταν η Ιστορία…

 

*

 

Όλοι μια αγκαλιά, και στη μέση οι τεχνικοί, συγκλονιστικοί εργαζόμενοι που έφτυναν αίμα για να βγει ένα άρτιο αποτέλεσμα. Τα μοντάζ, τα εξωτερικά συνεργεία, οι κάμερες, τα λινκ, το μάστερ, κι από κοντά το αρχείο, η ταινιοθήκη, ένας ατέλειωτος κόσμος.
Ήταν η πιο καλαίσθητη τηλεοπτική εποχή αυτή του Mega και ήταν σε όλους τους τομείς, με την απόλυτη πρωτοπορία και τους αντιγραφείς να μην μπορούν να τα καταφέρουν να βρουν το μυστικό.
Τίποτα δεν βυθίζεται όταν η μνήμη ξεχύνεται σαν χείμαρρος.

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Κι αν στο τηλεκοντρόλ πήρε αρχικά τη θέση νούμερο 4, ύστερα από τα κρατικά κανάλια, μπήκε από εκατομμύρια ανθρώπους στη θέση νούμερο 1. Για πάρα πολλά χρόνια έτσι;
Για την καλαισθησία και το κύρος του. Για την ενημέρωση και τις ειδήσεις του. Για τις εκπομπές του, από Λιάνα Κανέλλη και Μαλβίνα Κάραλη και τόσα και τόσα άλλα. Για τα μοναδικά και ανεπανάληπτα αθλητικά του, από Λεπτό προς Λεπτό μέχρι Τσάμπιονς Λιγκ, Εθνική και τόσα άλλα. Για τους Αυθαίρετους, τους Απαράδεκτους, τις Τρεις Χάριτες, τους Δέκα Μικρούς Μήτσους, τους Δύο Ξένους, το Ντόλτσε Βίτα και τους Ευτυχισμένους Μαζί, το 50-50, το Λόγω Τιμής και το Κλείσε τα Μάτια, την Αναστασία και το Παρά Πέντε, την Αίθουσα του Θρόνου και το Είσαι το Ταίρι μου, το Νησί…
Τα μοναδικά τηλεπαιχνίδια, τα ντοκιμαντέρ, την Μπουκιά και Συχώριο!

Εδώ είναι όλα αυτά, στις μνήμες και τις ψυχές, ως ανεπανάληπτα.

 

ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΠΑΝΔΑΙΣΙΑ

 

Ανεπανάληπτο ήταν και το στίγμα στα αθλητικά, αφού έγιναν πράγματα πρωτοποριακά που δεν τα συναντούσε κανείς ούτε στα μεγαλύτερα διεθνή δίκτυα.

 

 

Η επιθετική τετράδα του Mega. Κατσαρός, Σκουντής, Σωτηρακόπουλος, Σακελλαρόπουλος.

 

 

Με κολοσσούς κι εκεί, όπως ο συγκλονιστικός Γιάννης Διακογιάννης που συνεργάστηκε με το Μεγάλο Κανάλι, ο αείμνηστος Φίλιππος Συρίγος και τα παιδιά του που αποδείχτηκαν πανάξια, ο υπέροχος Νίκος Κατσαρός που με τη νηφαλιότητά του στεκόταν βράχος στις μπόρες, αυτός που εμπνεύστηκε το Λεπτό προς Λεπτό και υλοποίησαν πανάξιοι άνθρωποι –κι ανάμεσά τους ο παραγωγός Κώστας Ιντζές-, ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος με τα… μικροτσίπ στον εγκέφαλο που άφησε τη σημαντική του σφραγίδα στο Τσάμπιονς Λιγκ, ο εξαιρετικός Αλέξης Σπυρόπουλος με την ολύμπια ηρεμία του και την παροιμιώδη ευγένεια και κουλτούρα, τόσοι και τόσοι.

 

 

 

Την εποχή που δεν υπήρχε η selfie και ο Ροναλντίνιο ήθελε φωτογραφικό στιγμιότυπο με τον Έλληνα ρεπόρτερ.

 

 

Μαζί, δίπλα δίπλα, βρεθήκαμε εκεί που γραφόταν η Ιστορία, στους ιερούς ναούς του ποδοσφαίρου. Γουέμπλεϊ, Μπερναμπέου, Καμπ Νόου, Άνφιλντ, Ολντ Τράφορντ, Χάιμπουρι, Ντέλε Άλπι, Σαν Σίρο, τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω…
Και δεν μπορώ να ξεχάσω τις πασούλες με τον Ροναλντίνιο και τον Μέσι, τον Ζιντάν, τον Μπέκαμ, τον Ρομπέρτο Κάρλος, τον Κριστιάνο Ρονάλντο, τον Καντονά, τον Γκούλιτ, τον Νταλγκλίς, τον Ρας, τον Ρομπέρτο Μπάτζο, τον Ντελ Πιέρο, τον Ραούλ, τον Φίγκο, τον Ανρί, τον Ρεμπρόφ, τον Σεβτσένκο και εκατοντάδες άλλοι τους οποίους συνάντησα στο γρασίδι του Τσάμπιονς Λιγκ, εκεί δίπλα στους πάγκους.

 

Αυτό είναι ευλογία, που δεν μπορεί να σκιάσει κανένα μαύρο…

 

Κι αφού μιλάμε για αθλητικά, δεν υπήρχε διοργάνωση στην οποία δεν έδωσε το «παρών» το MEGA. Από Ολυμπιακούς Αγώνες και Παγκόσμια Κύπελλα, Πανευρωπαϊκά Πρωταθλήματα σε κάθε άθλημα (!), μέχρι ημερίδες!
Θυμάμαι σαν τώρα τα ξενύχτια του Τσάμπιονς Λιγκ –Τρίτες και Τετάρτες στην αρχή!- την ασφυκτική πίεση και την τρομερή κούραση αλλά και τα χαμόγελα χαράς στο τέλος.

 

Και θυμάμαι σαν τώρα εκείνη τη φωτογραφία με Λίνα Ροδίτου, Δήμο Μπουλούκο, Αλέξη Σωτηρόπουλο, Γιάννη Κουριδάκο, Γιάννη Θειακό, Αντώνη Καλκαβούρα, Γιώργο Θαναηλάκη, Τέλη Τσιπιανίτη, Βαγγέλη Πήχα, Ζέτα Θεοδωρακοπούλου, Αντώνη Κατσαρό, Γιάννη Δάρα, Χρήστο Σωτηρακόπουλο, Παύλο Παπαδημητρίου, Άγγελο Μενδρινό και Αλέξη Σπυρόπουλο, με τον Περικλή Στέλλα, υπόδειγμα επαγγελματία κι από τα καλύτερα παιδιά του χώρου, να έχει μείνει έξω, κυνηγώντας τηλεφωνικά μια είδηση.

 

Όλες οι μεγάλες μορφές του αθλητισμού της χώρας μας -και όχι μόνο- πέρασαν από τα πλατό. Γιατί MEGA -και στα αθλητικά- σήμαινε εγγύηση ποιότητας.
Σήμαινε και οικογένεια για μας. Περισσότερο βλέπαμε τους συναδέλφους παρά τις οικογένειές μας.

 

 

Ο Μένιος με τα δυο χρυσά του μετάλλια: Τον Γιώργο και την Κορίνα.

 

 

Και στις δύο γέννες των παιδιών μου, του Γιώργου και της Κορίνας, από το γραφείο έφυγα για το μαιευτήριο.
Πώς να ξεχαστούν όλα αυτά;

 

Και παρότι βρεθήκαμε εκεί που «άνθρωποι τρίζουν κι ακονίζουν τα σαγόνια, πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά», θυμόμαστε με αγάπη όλη αυτή την πολύχρωμη πανδαισία…
Κάθε νύχτα που περνάει πάντα εδώ…
Κι όλοι εμείς; Ταπεινοί προσκυνητές που θέλουμε να κρατάμε τα χαμόγελα, αυτά που κάποτε γέμισαν τις ζωές μας…

 

***

 

(*)Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε και ανήκει © στο SPORTSDNA 2018 και στην ιστοσελίδα www.sdna.gr. Στην ίδια ιστοσελίδα ανήκει και η βασική φωτογραφία. Το κείμενο αναρτήθηκε την Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018 στις 10.28 το πρωί, δηλαδή 8 ώρες και 20 λεπτά μετά το «μαύρο» που έπεσε στο Mega την ώρα που οι «Απαράδεκτοι» ήταν στην οθόνη…

 

ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΕΝΙΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ SDNA

 

-Οι υπόλοιπες φωτογραφίες ανήκουν στην προσωπική σελίδα του Μένιου Σακελλαρόπουλου στο facebook [Μένιος Γεώργιος Σακελλαρόπουλος].

 

Παναγιώτης Μήλας«Στο Mega νιώθαμε σαν σχολιαρόπαιδα στην πενταήμερη, μια ατέλειωτη εκδρομή σχεδόν 30 χρόνια»
Περισσότερα

Μιχάλης Πράσινος. Από τα Κατάπολα της Αμοργού ο πρώτος Έλληνας νεκρός του Αλβανικού Πολέμου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

 

Ο πρώτος Έλληνας νεκρός του Αλβανικού Πολέμου, από τις τάξεις των εφέδρων, ήταν νησιώτης. Ο Μιχάλης Πράσινος από τα Κατάπολα της Αμοργού (στη βασική φωτογραφία). Για χάρη του ο στιχουργός Πυθαγόρας έγραψε το ποίημα με τον τίτλο «Ο έφεδρος». Το μελοποίησε ο Γιώργος Κατσαρός και το τραγούδησε η Μαρινέλλα.

Το τραγούδι ήταν ένα από τα δώδεκα του δίσκου με τον τίτλο «Αλβανία» ο οποίος κυκλοφόρησε στις αρχές Οκτωβρίου του 1973 από την Polygram. Λίγες ημέρες μετά, την παραμονή της 28ης Οκτωβρίου, τα τραγούδια παρουσιάστηκαν σε συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και μεταδόθηκαν σε ζωντανή μετάδοση από την τηλεόραση.

Τα δώδεκα τραγούδια είναι:

Δυο παιδιά απ’ το Βραχώρι. Οι Ηπειρώτισσες. Ο έφεδρος. Μάνα θα τους περιμένει. Γράμμα απ’ το μέτωπο. Πήραμε τ’ Αργυρόκαστρο. Ο Ναπολιτάνος. Ένας Θεσσαλός φαντάρος. Νύχτα ευλογημένη. Η κατάρρευση. Η οπισθοχώρηση. Μάνα μου κρύψε το σπαθί.

 

***

 

Επέλαση. Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940. Έργο του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη.

 

Ο έφεδρος

Στίχοι: Πυθαγόρας
Μουσική: Γιώργος Κατσαρός
1973

***
Τι γύρευες στ’ αλβανικό βουνό,
μονάκριβε νησιώτη;
Και λαβωμένο κλαίει το δειλινό
την ακριβή σου νιότη…

*
Πάει ο ήλιος, πάει κι η Αμοργός,
στα μάτια του νυχτώνει.
Κι ο έφεδρος ανθυπολοχαγός
κοιμάται μες στο χιόνι.

*
Τα χρόνια σου καπνός τα παιδικά,
ανάσα η εφηβεία.
Στον τοίχο ματωμένα ιδανικά
μετάλλια και βραβεία…

*
Πάει ο ήλιος, πάει κι η Αμοργός,
στα μάτια του νυχτώνει.
Κι ο έφεδρος ανθυπολοχαγός
κοιμάται μες στο χιόνι.

 

*

 

Αλέξανδρος Διάκος, από τη Χάλκη. Ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός ο οποίος έπεσε μαχόμενος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940.

 

 

Νησιώτης ήταν και ο πρώτος ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεσε κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Ήταν ο Αλέξανδρος Διάκος από τη Χάλκη της Δωδεκανήσου. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος ήταν διοικητής του 2ου λόχου του 1ου τάγματος του 4ου συντάγματος Πεζικού της Λάρισας. Το τάγμα του ανήκε στις πρώτες μονάδες που έσπευσαν να ενισχύσουν το Μικτό Απόσπασμα Πίνδου, που διοικούσε ο αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης και δεχόταν το βάρος της ιταλικής επίθεσης. Το πρωί της 1ης Νοεμβρίου 1940, στο πλαίσιο της ελληνικής αντεπίθεσης, πήρε τη διαταγή να επιτεθεί και να καταλάβει την Τσούκα, ένα απότομο και καλυμμένο βουνό, που ορθώνεται δυτικά της Ζούζουλης και το οποίο κατείχαν οι Ιταλοί Αλπινιστές. Οι Έλληνες στρατιώτες κατάφεραν να καταλάβουν το ύψωμα. Όμως μία ισχυρή ιταλική αντεπίθεση αναγκάζει το λόχο να αναδιπλωθεί στη βάση της κορυφής. «Πρέπει να ξαναπάρουμε το ύψωμα», φωνάζει ο Διάκος στους φαντάρους του κι επικεφαλής του λόχου σε μία θυελλώδη εξόρμηση ξαναπαίρνει την Τσούκα, για να συμπτυχθεί και πάλι στη βάση του υψώματος κατόπιν νέας ισχυρής ιταλικής αντεπίθεσης. Ο Διάκος και πάλι δεν απελπίζεται. Στις 12 το μεσημέρι συγκεντρώνει για τρίτη φορά τους άνδρες τού λόχου του και τους ωθεί για νέα επίθεση. «Εμπρός, παιδιά, για μια ελεύθερη Ελλάδα και για μια ελεύθερη Δωδεκάνησο» τους φωνάζει και ορμάει με τους άνδρες του με τη λόγχη εφ’ όπλου κατά των Ιταλών. Η πρώτη εχθρική γραμμή καταλαμβάνεται και πάλι. Ο λόχος συνεχίζει την επίθεση, όταν ξαφνικά ο Διάκος αντικρίζει απέναντί του ένα ιταλικό πολυβόλο. «Προσέξατε, κύριε υπολοχαγέ», του φωνάζει ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ελευθέριος Ντάσκας. Όρθιος ο Διάκος σημαδεύει με το όπλο του τον Ιταλό πολυβολητή, αλλά το ξερό κροτάλισμα του πολυβόλου συνεχίζεται και ο Διάκος πέφτει νεκρός. Είναι ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός, που πέφτει στο πεδίο της μάχης στα βουνά της Πίνδου.

 

***

 

«Εφ’ όπλου λόγχη». Έργο του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη, από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940.

 

Με καταγωγή από την Αμοργό είναι και ο τρίτος πρωταγωνιστής αυτού του θέματος. Είναι ο Αλέξανδρος Αλεξανδράκης ο ζωγράφος που έγινε γνωστός για την εξαιρετική απεικόνιση των μαχών στα βουνά της Αλβανίας. Το σύνολο του έργου του μετά τον πόλεμο ήταν παραπεταμένο σε στρατιωτικές αποθήκες. Ο αδελφός του ζωγράφου, ο Ευτύχιος Αλεξανδράκης, ο πασίγνωστος έμπορος της οδού Ερμού είχε άλλη γνώμη. Πρώτα συγκέντρωσε όλα αυτό το υλικό και στη συνέχεια το εξέδωσε σε ένα πολυτελές λεύκωμα. Ο Ευτύχιος σε μια συνέντευξή του στην τηλεόραση της Βουλής – ένα χρόνο πριν πεθάνει – είχε δηλώσει πως σπούδασε με δαπάνες της Μονής Χοζοβιώτισσας και ότι από τους μοναχούς το πρώτο που είχε μάθει ήταν να φροντίζει και για τη σωτηρία της εθνικής μας κληρονομιάς. Αυτό και έκανε με τα έργα του αδελφού του τα οποία στη συνέχεια τα δώρισε στο Πολεμικό Μουσείο.

 

***

 

Εδώ ακούστε το τραγούδι του Πυθαγόρα για τον Αμοργιανό ήρωα.

 

«Ο ΕΦΕΔΡΟΣ», ΤΩΝ ΚΑΤΣΑΡΟΥ, ΠΥΘΑΓΟΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ

Παναγιώτης ΜήλαςΜιχάλης Πράσινος. Από τα Κατάπολα της Αμοργού ο πρώτος Έλληνας νεκρός του Αλβανικού Πολέμου
Περισσότερα

«Το τελευταίο τραγούδι στην ξενιτιά». Το ντοκιμαντέρ της Αθηνάς Σκότη για τη γιαγιά της, στο Άλφα-Ιδέα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Το ντοκιμαντέρ της Αθηνάς Σκότη, «Το τελευταίο τραγούδι στην ξενιτιά» θα προβληθεί στο θέατρο Άλφα-Ιδέα την Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018, στις 7:00 μ.μ.

Όλα τα έσοδα θα συλλεχθούν για δύο υποτροφίες νέων Ελλήνων, ώστε να σπουδάσουν στο Berkelee school of music.

Σε ηλικία εκατό ετών, υπαγόρευσε στον γιο της περισσότερα από 340 παλαιά τραγούδια που θυμόταν ακόμη από το χωριό της. Τα τραγούδια αυτά έχουν γίνει ένα δίγλωσσο πολύτιμο βιβλίο, με τίτλο «Το υφάδι της μνήμης». Σε ηλικία 103 ετών ταξίδεψε για τελευταία φορά στην Ελλάδα, έχοντας μαζί της το βιβλίο αυτό. Μερικά από τα ποιήματά της μελοποιήθηκαν από τον γνωστό μουσικό Λάκη Χαλκιά.

Σύνοψη

Η ζωή της γιαγιάς μου είναι γνωστή σε εκατομμύρια μετανάστες. Η Βασιλική εγκατέλειψε την Ελλάδα για να παντρευτεί, προσδοκώντας μια καλύτερη ζωή στην Αμερική.

Οι Έλληνες την ονομάζουν ξενιτιά, που σημαίνει να ζεις σαν ξένος, σε άλλη χώρα. Στην Αμερική βίωσε την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Δημιούργησε την οικογένειά της και εργάσθηκε σκληρά. Ευγνωμονούσε την Αμερική, για ό,τι της προσέφερε αλλά ποτέ δεν ξέχασε τη γενέτειρά της. Ζώντας για περισσότερα από ογδόντα χρόνια στην Αμερική, κράτησε ζωντανά στη μνήμη της την ελληνική παραδοσιακή ποίηση και τα ελληνικά τραγούδια που γνώριζε μικρή στο χωριό της. Αυτά τη συνέδεσαν με την πατρίδα που άφησε πίσω της και που αγαπούσε πολύ, ζώντας στην ξενιτιά. Αυτοί οι στίχοι και τα τραγούδια της έφεραν γλυκόπικρες μνήμες. Γιατί αυτή, όπως και τόσοι άλλοι, αναγκάσθηκαν να ξεριζωθούν από τον τόπο τους, για να ψάξουν να βρουν μια καλύτερη τύχη, σε άλλη χώρα.

Η Βασιλική τραγουδούσε αυτά τα παλαιά τραγούδια στα παιδιά της και στα εγγόνια της.
Σε ηλικία εκατό ετών, υπαγόρευσε στον γιο της περισσότερα από 340 παλαιά τραγούδια που θυμόταν ακόμη από το χωριό της. Τα τραγούδια αυτά έχουν γίνει ένα δίγλωσσο πολύτιμο βιβλίο, με τίτλο «Το υφάδι της μνήμης».
Σε ηλικία 103 ετών ταξίδεψε για τελευταία φορά στην Ελλάδα, έχοντας μαζί της το βιβλίο αυτό.

Τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας ως ένα άτομο που διατηρεί την αρχαία ελληνική παράδοση αλλά και ως ποιήτρια η ίδια.

Μερικά από τα ποιήματά της μελοποιήθηκαν από τον γνωστό μουσικό Λάκη Χαλκιά. Στο ντοκιμαντέρ αυτό παρουσιάζεται και μια συναυλία με τα τραγούδια της, να ακούγονται πέρα στα ψηλά βουνά του χωριού της.

Ερχόμενη στην Ελλάδα, βρίσκει τη χώρα σε μια μεγάλη κρίση. Οικονομική, πολιτιστική και ίσως σε μια κρίση ταυτότητας.
Ταξιδέψαμε μαζί στην Ελλάδα και συναντήσαμε νέους που αντιμετωπίζουν ξανά το δίλημμα, να φύγουν από τον τόπο τους, για να ζήσουν στην ξενιτιά.

Η Βασιλική πέρασε τη ζωή της στην ξενιτιά. Για αυτήν και τη γενιά της, ήταν η λύση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων επιβίωσής τους.

Τώρα η ίδια, συμβουλεύει τους νέους ότι για αυτούς, η ξενιτιά, ίσως να μην είναι η λύση, στα προβλήματά τους.

eirini aivaliwtou«Το τελευταίο τραγούδι στην ξενιτιά». Το ντοκιμαντέρ της Αθηνάς Σκότη για τη γιαγιά της, στο Άλφα-Ιδέα
Περισσότερα