Κάρτα Μνήμης

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Η μνήμη των αναμνήσεων»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Η ανύψωσις του χεριού σου

Έχει τη χάρι ζαρκαδιού που τρέχει

Σε χλόη γαλάζια σαν τα φύλλα της καρδιάς σου

Το στεφάνι που έρριξες στο λαιμό του αλόγου

Είναι από άνθη λεπτότερα και από πτερά εντόμων

Η συλλογή των λουλουδιών αυτών είναι πολύτιμη

Δεν είναι συλλογή κολεοπτέρων

Δεν είναι συλλογή αγαλμάτων εξ ελεφαντοστού

Είναι μια συλλογή ενθυμημάτων

Που η διαφάνειά των ξεπερνά τα πέρατα του κόσμου

Οι πληθυσμοί της οικουμένης σε λατρεύουν

Οι σκέψεις σου είναι διάφανες όπως εσύ η ίδια

Στην επιφάνειά των πλέχουν χίλιες μικρές πομφόλυγες

Περιέχουν το πεντάσταγμα της απαλής καρδιάς σου

Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μου

Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μας

Είμαι στην άκρη του δάσους και συγκρατώ τους χθεσινούς ψιθύρους

Μπροστά μου το λειβάδι απλώνεται όπως χθες

Στην χλωρασιά του έφθασε το άλογο που αγάπησες

Όμως εσύ δεν ήλθες

Τα βήματα του αλόγου είναι ο βηματισμός του ονείρου μας

Είναι οι θάλασσες που διαβήκαμε

Τα τρεχαντήρια που χρωματίσαμε μαζί

Το άλογο αυτό κρατά στο στόμα του μια ημισέληνο

Χωρίς να την αφήση χλιμιντρίζει

Το άλογο αυτό και εγώ μαζί του

Στεκόμαστε στην άκρη του δάσους και σε περιμένουμε

Το άλογο αυτό και εγώ

Είμεθα πλάσμα εν και αδιαίρετο

Είμεθα κένταυρος που σε αγαπά

Είμεθα κένταυρος που ξέρει

Ότι δεν είναι δυνατόν να μη ξανάρθης.»

(Από τη συλλογή «Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες»)

  • Πίνακας: Le Blanc Seing, 1965 by Rene Magritte
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΑνδρέας Εμπειρίκος, «Η μνήμη των αναμνήσεων»
Περισσότερα

Πίτσα Καπιτσινέα: Έργο ζωής η δουλειά μου στο Εθνικό και στον Πειραϊκό Σύνδεσμο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Πέθανε τον Οκτώβριο του 2018 η Πίτσα Καπιτσινέα και το μάθαμε …τον Μάιο του 2019. Ήταν 87 ετών. Γεννήθηκε το 1931. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε μεγάλο πρόβλημα με τα μάτια της…

«Οι βυθοί των ματιών σου είναι καμένοι», της είπε ο οφθαλμίατρός της, όταν διαπίστωσε εκφύλιση της ωχράς κηλίδας.
Εκείνη τότε με ψυχραιμία και με το κεφάλι ψηλά απάντησε: «Αν βλέπεις κατάματα τους προβολείς της Επιδαύρου για περισσότερα από 40 χρόνια, είναι φυσικό επακόλουθο. Αμ, του Ηρωδείου; Και μήπως πάνε πίσω τα φώτα του Εθνικού μας Θεάτρου;».

 

 

«Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1963). Σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, μουσική Βιττόριο Ριέττι, σκηνικά – κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη. Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή. Από αριστερά: Όλγα Τουρνάκη (Δούλα), Βέρα Ζαβιτσιάνου (Αδέλα), Πόπη Παπαδάκη (Αμέλια), Κατίνα Παξινού (Μπερνάρντα), Πίτσα Καπιτσινέα (Μαγδαλένα), Ελένη Χατζηαργύρη (Μαρτίριο), Ρίτα Μυράτ (Ανγκούστιας), Μυρσίνη Σαντοριναίου (Προυντέντσια). Πίσω της: Ελένη Ζαφειρίου (Πόνθια).

 

 

Από το 1949 έως το 1982, έλαβε μέρος σε 80 παραστάσεις του Εθνικού. Έπαιξε στην ταινία «Το λάθος», (1965) και στην τηλεοπτική μεταφορά του έργου «Ένα μικρό λάθος», (1979).

Η αγαπημένη ηθοποιός και δασκάλα ήταν σύζυγος του ηθοποιού Γκίκα Μπινιάρη και πάντα έλεγε ότι η ζωή της ήταν το Θέατρο και ο Γκίκας. Πρόσθετε μάλιστα: «Ήμασταν ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια του ελληνικού θεάτρου και μείναμε μαζί ως το τέλος. Για μένα έργο ζωής ήταν η δουλειά μας μαζί με τον Γκίκα και άλλους σπουδαίους ηθοποιούς του Εθνικού (Σαρρής, Φιλιππόπουλος, Μετσόλης, Νικηφοράκη), στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου που για πάνω από 20 χρόνια διδάξαμε τους νέους ηθοποιούς πως θα εργαστούν με ήθος πάνω στη δουλειά που αγάπησαν.

 

 

«Η έβδομη ημέρα της δημιουργίας», του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη και σκηνικά Κλεόβουλου Κλώνη. (Ιανουάριος 1956). Στο Εθνικό Θέατρο: Δευτέρα Σκηνή. Από αριστερά: Πίτσα Καπιτσινέα (Ελένη), Τζένη Καρέζη (Χριστίνα), Αίας Τριάντης (Κώστας), Παντελής Ζερβός (Γυρολόγος), Θάνος Κωτσόπουλος (Γιατρός).

 

Βγάλαμε σπουδαία παιδιά που μας έκαναν υπερήφανους (Ρουγγέρη, Δαμάτης, Χουβαρδάς, Μπιμπίλας, Κωνσταντινίδου, Χάνος, Νινιός, Σταυράκης, Ροντήρη, Προκοπίου και άλλοι). Ήταν η μόνη Σχολή που είχε Πειραματική Σκηνή όπου μαθητές έπαιζαν σαν επαγγελματίες με αποκορύφωμα την παράσταση «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» με την οποία επαναλειτούργησε το Αρχαίο Θέατρο Πυθαγορείου της Σάμου. Στην παράσταση αυτή έπαιζαν μαζί καθηγητές και μαθητές. Το χειροκρότημα εκείνης της παράστασης χαράχτηκε στη μνήμη μου περισσότερο από όλα όσα έχω εισπράξει παίζοντας μεγάλους ρόλους στην Επίδαυρο».

 

***

 

Η Πίτσα Καπιτσινέα δέχτηκε για πολλά χρόνια την αγάπη και τη φροντίδα του Ταμείου Αλληλοβοηθείας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΤΑΣΕΗ). Έτσι εξηγείται και η πικρία του Σπύρου Μπιμπίλα, Προέδρου του ΤΑΣΕΗ, ο οποίος και γνωστοποίησε την είδηση του θανάτου της ηθοποιού μέσα από τον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook.

 

 

«Ματωμένος Γάμος», του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1981), σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Σκηνικά – κοστούμια της Λίζας Ζαΐμη. Από αριστερά: Νόρα Κατσέλη (Γυναίκα του Λεονάρντο), Χρήστος Πάρλας (Λεονάρντο), Πίτσα Καπιτσινέα (Πεθερά του Λεονάρντο).

 

 

 

Ο κ. Μπιμπίλας, αναφερόμενος και στο θάνατο της Βιβέτας Τσιούνη – που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγο καιρό – δήλωσε ότι και στις δύο περιπτώσεις οι συγγενείς δεν ενημέρωσαν φίλους και συναδέλφους για το τελευταίο αντίο.

Συγκεκριμένα έγραψε: «Ακόμα μια θλιβερή αποχώρηση. Η λατρεμένη μου δασκάλα στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου και σπουδαία ηθοποιός του Εθνικού μας Θεάτρου, Πίτσα Καπιτσινέα, δεν είναι πια ανάμεσά μας. Είναι το δεύτερο …κρούσμα μετά την περίπτωση της Βιβέτας Τσιουνη – που έφυγε πριν από λίγο καιρό – που ουδείς συγγενής της ειδοποίησε ένα όργανο των Ηθοποιών αν και τα τηλέφωνα των Οργανισμών και των Σωματείων μας δεν είναι δυσεύρετα.

Η αγαπημένη μας δασκάλα έφυγε τέλος Οκτώβρη. Της είχαμε αφιέρωμα στο Ημερολόγιο ΤΑΣΕΗ του 2019».

Έγραψε χαρακτηριστικά ο Σπύρος Μπιμπίλας: «Θα σε θυμάμαι ΠΑΝΤΑ για τα τόσα ωραία που ζήσαμε και που μας έμαθες».

 

***

 

 

«Δόνα Ροζίτα», του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1959), σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Ενδυματολόγος ο Αντώνης Φωκάς. Στο Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή. Όρθιες, από αριστερά: Χριστίνα Καλογερίκου (Η Νένα), Πίτσα Καπιτσινέα (Πρώτη γεροντοκόρη), Κική Ρέππα (Πρώτη Αγιόλα), Βάσω Μεριδιώτου (Δεύτερη Αγιόλα), Ελένη Νενεδάκη (Τρίτη γεροντοκόρη), Πόπη Παπαδάκη (Δεύτερη γεροντοκόρη). Καθιστές: Άννα Συνοδινού (Ροζίτα), Κυβέλη (Η Θεία), Δέσπω Διαμαντίδου (Η μητέρα των γεροντοκόρων).

 

 

*Κάποια στοιχεία για την Πίτσα Καπιτσινέα είναι από το Θεατρικό Ημερολόγιο 2019, έκδοση του Ταμείου Αλληλοβοηθείας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (Κείμενα – επιμέλεια: Σίσσυ Καπλάνη, Σπύρος Μπιμπίλας) και από τη σελίδα του ηθοποιού Σπύρου Μπιμπίλα στο facebook.

 

 

***

 

 

“ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΛΑΘΟΣ” ΜΕ ΤΗΝ ΠΙΤΣΑ ΚΑΠΙΤΣΙΝΕΑ

Παναγιώτης ΜήλαςΠίτσα Καπιτσινέα: Έργο ζωής η δουλειά μου στο Εθνικό και στον Πειραϊκό Σύνδεσμο
Περισσότερα

«Σαμψών». Ο θρυλικός λαϊκός ήρωας που δίδασκε ήθος… Δείτε το βίντεο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχε μια γειτονιά με το όνομα Δουργούτι. Εκεί χτίστηκαν το 1924 τα περίφημα «Ιταλικά» για να στεγαστούν οι πρόσφυγες. Ήταν 24 μονώροφα σπίτια σε έξι σειρές που στέγασαν τα όνειρα 100 οικογενειών Αρμενίων.

Δέκα χρόνια αργότερα στο Δουργούτι χτίστηκαν οι πρώτες προσφυγικές πολυκατοικίες από τους αρχιτέκτονες Δημήτρη Κυριακό και Κίμωνα Λάσκαρι.

Στους χωματόδρομους αυτής της γειτονιάς – που σήμερα λέγεται Νέος Κόσμος – μαζί με τους συμμαθητές μου στο ΣΤ’ Γυμνάσιο Αρρένων, τον Αιμίλιο, τον Γιάννη, τον Θανάση, τον Ιορδάνη, τον Αριστοτέλη, τον Κωνσταντίνο απολαύσαμε έναν μεγάλο ήρωα και αγωνιστή της ζωής: Τον Σαμψών…

 

 

 

 

Οι θεατές είχαμε κάνει έναν κύκλο γύρω του κι εκείνος στο κέντρο έδινε την παράστασή του: Στράβωνε ατσαλόπροκες με το ένα χέρι, έσκιζε 2-3 τράπουλες μαζί σαν να ήταν τσιγαρόχαρτο, ξιφολόγχες έπεφταν στην κοιλιά του, τού έσπαζαν βράχια με βαριοπούλες πάνω στο κεφάλι του. Κάποιοι που τον είχαν δει στη Νέα Ιωνία μας έλεγαν ότι τραβούσε λεωφορεία με τα δόντια του, αλλά και κάποια ΙΧ περνούν από πάνω του!

Μόλις ολοκλήρωσε το πρόγραμμά του γύρισε και ζήτησε τον οβολό όσων τον παρακολούθησαν.

Εκείνη τη στιγμή τον ρώτησα:

-Πώς τα καταφέρνετε όλα αυτά χωρίς πόνο;

Κι εκείνος με χαρακτηριστική άνεση μου είπε:

*Τα πάντα μπορεί να κάνει πραγματικότητα ο άνθρωπος. Αρκεί να το θέλει!

***

Αυτή η φράση του «Σαμψών» με έφερε από τους έσχατους, στους πρώτους στις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο.

***

Ο κύριος Γιάννης, ο ανίκητος Πόντιος Γιάννης Κεσκιλίδης, ο θρυλικός και αγαπημένος «Σαμψών» έφυγε από τη ζωή στα 90 του το Σάββατο 25 Μαΐου 2019.

 

***

 

 

 

Ο «Σαμψών» δεν είχε τελειώσει ούτε το Δημοτικό, ήταν όμως Δάσκαλος. Δεν είχε τελειώσει το Πανεπιστήμιο, ήταν όμως Καθηγητής.

Κάθε φορά πριν από την παράσταση έκανε κάτι που ήταν μοναδικό. Κάτι που δεν το έχουν κάνει ποτέ ούτε οι καθ’ ύλην αρμόδιοι.

Ξεκίνησε τις υπαίθριες επιδείξεις από τη δεκαετία του 1950, για να εξελιχθεί γρήγορα σε έναν από τους αγαπημένους του κοινού.

Γύρισε όλη την Ελλάδα δεκάδες φορές, προσφέροντας θέαμα. Πήγε παντού. Παρά τους τραυματισμούς του δεν σταμάτησε ούτε για μια μέρα τις εμφανίσεις του γιατί έπρεπε να επιβιώσει η οικογένειά του.

Ο κύριος Γιάννης Κεσκιλίδης σε κάθε υπαίθρια παράστασή του και πριν μπει στη διαδικασία να κερδίσει το μεροκάματο του πόνου, έβγαζε ένα μικρό λόγο αναφερόμενος στα καλά της άθλησης για το σώμα και την ψυχή.

 

***

Από τη Δευτέρα 20 Μαΐου 2019 νοσηλευόταν στο νοσοκομείο «Αγία Όλγα», έχοντας στο πλευρό του την οικογένειά του έως και την τελευταία του στιγμή. Όπως είπαν τα παιδιά του, «ο κύριος Γιάννης έφυγε, όπως το επιθυμούσε, γρήγορα και ανώδυνα».

 

***

 

Οικονομολόγος δεν ήταν, ήξερε όμως να διαχειρίζεται άψογα το σπιτικό του. Ο πρωταθλητής της ζωής ήταν νοικοκύρης και οικονόμος. Με τους αγώνες του σπούδασε τα δύο αγόρια του και ως αυτασφαλιζόμενος κατάφερε να βγάλει σύνταξη. Δεν χρειάστηκε να ζητιανέψει «τιμητική σύνταξη». Είχε πάντα ψηλά το κεφάλι.
Να θυμίσω ότι ο «Σαμψών» δεν δοκίμασε ποτέ το πικρό ποτήρι της ήττας. Μόνο μια φορά έπεσε στο καναβάτσο. Μια φορά ηττήθηκε και αυτό το πέτυχε μια γυναίκα. Ήταν η γυναίκα του. Η σύντροφός του…
Όταν η μάνα των παιδιών του πέρασε στην απέναντι όχθη, τότε ο ανίκητος υπεράνθρωπος λύγισε. Εκείνη ήταν το στήριγμά του. Μέχρι να φύγει κι αυτός από τη ζωή έπαιρνε δύναμη από τα εγγόνια και από τα παιδιά του.

***

Ο Γιάννης Κεσκιλίδης γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου 1929 στην Καλαμαριά. Προερχόταν από οικογένεια Ποντίων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Όταν ήταν μικρός, η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα. Εκείνος ασχολήθηκε με τον αθλητισμό ως αθλητής ελευθέρας πάλης του Πειραϊκού Συνδέσμου. Εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία. Τα επόμενα χρόνια διακρίθηκε σε πάμπολλες διοργανώσεις στη χώρα μας και στο εξωτερικό, ενώ από τη δεκαετία του ’50 ασχολήθηκε με αγώνες επίδειξης της τεράστιας δύναμής του σε ανοιχτούς χώρους, δίνοντας παραστάσεις που τον κατέστησαν πάρα πολύ δημοφιλή.

***

 

 

 

Στο Δουργούτι, στα Αρμένικα, όταν τον είδαμε σε εκείνη την υπαίθρια παράσταση ζήτησα να μου πει το μυστικό της επιτυχίας του κι εκείνος χωρίς δισταγμό μου είπε:

«Όποια δουλειά διαλέξεις να τη λατρέψεις, να την ερωτευτείς. Αν το κάνεις αυτό, η δουλειά σου δεν θα σε απογοητεύσει ποτέ».

Μάθημα ζωής από έναν αγράμματο που είχε πάρει μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο της ζωής…

***

-Ο αποχαιρετισμός την Τρίτη 28 Μαΐου 2019 το απόγευμα στις 5, στον Ιερό Ναό του Αγίου Στεφάνου Νέας Ιωνίας. Στην Πλατεία Αγίου Στεφάνου. 14233 Νέα Ιωνία. Τηλέφωνο: 210-279.17.39

-Η ταφή θα γίνει μετά τις 5.30 μ.μ. στο Κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου της Νέας Φιλαδέλφειας . Στην οδό Φιλαδέλφειας 396, Αχαρνές 136 71. Τηλέφωνο: 210-23.13.205

 

***

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ «ΣΑΜΨΩΝ»

Παναγιώτης Μήλας«Σαμψών». Ο θρυλικός λαϊκός ήρωας που δίδασκε ήθος… Δείτε το βίντεο
Περισσότερα

Ηλιόπουλος: Με προσφωνούσαν «Ντίνο, Ντινάκο, Ντινάρα», ήταν η πιο γλυκιά μουσική που είχα ακούσει

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Να είσαι κάτι το ’49 (όπου αναδείχτηκα) και να εξακολουθείς να είσαι κάτι το ’99, είναι επίσης κάτι! Μου το δείχνει η τρυφερότητα του κόσμου, των συναδέλφων μου, της κριτικής… Μου το δείχνουν οι δυο- τρεις γενιές που μεγάλωσα, που καταφθάνουν πάνω μου συγκινημένοι να τους μείνω κι άλλο παρών. Οι στενοί μου άγνωστοι του δρόμου, ο φοιτητής, το κοριτσόπουλο, ο φορτηγατζής, ο μηχανόβιος που ανάμεσα στο «γέρασε» που τους ξεφεύγει και το «δεν το έκανα επίτηδες» που τους απαντάω, με φέρνουν στην ηλικία τους και με προσφωνούν «Ντίνο, Ντινάκο, Ντινάρα». Αν υπάρχει σ’ αυτό τον κόσμο μια μουσική πιο γλυκιά, δεν την έχω ακούσει»!

 

***

 

Τα παραπάνω λόγια είχε γράψει ο Ντίνος Ηλιόπουλος στο βιβλίο – αυτοβιογραφία του με τον τίτλο «Ένας Ηλιόπουλος ονόματι Ντίνος».

 

***

 

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου 1913, στην Αλεξάνδρεια. Πέθανε στις 4 Ιουνίου 2001, στην Αθήνα, σε ηλικία 88 χρόνων. Στο μνήμα του, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, υπάρχει μια πλάκα, που γράφει κατ’ απαίτησή του: «Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ»…

 

***

 

Γιόρταζε στις 21 Μαΐου. Δύο συνονόματοί του, ο ζωγράφος Κώστας Ι. Σπυριούνης με το γραμματόσημο που φιλοτέχνησε το 2009 και ο συγγραφέας και κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος, με το κείμενο του 1999 που ακολουθεί, συνθέτουν αυτό το μικρό αφιέρωμα για έναν μεγάλο του ελληνικού θεάτρου.

 

***

 

Ντίνος Ηλιόπουλος

 

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

 

«Η κωμική τέχνη του κ. Ηλιόπουλου ξεκινάει από την Κομέντια ντελ Άρτε, όχι τόσο γιατί ακολουθεί κάποιον συγκεκριμένο τύπο αυτής της υποκριτικής παράδοσης, αλλά γιατί οικοδομεί τους ρόλους με τον ίδιο τρόπο.
Ο Ηλιόπουλος παίζει ένα ρόλο και, ταυτόχρονα, τον τόπο του μέσα στο ρόλο.

Είναι ο κατεξοχήν ηθοποιός με τα τυποποιημένα τερτίπια, με τη διαφορά πως δεν είναι ένας τυποποιημένος ηθοποιός.
Έχει κατασκευάσει έναν κωμικό κώδικα τελείως προσωπικό, ύστερα από μελέτη των προσόντων του και των ελαττωμάτων του. Μεγάλοι κωμικοί είναι εκείνοι που, κωδικοποιώντας τα μέσα τους, εξαίρουν υπερτονίζοντας, υπογραμμίζοντας το ελάττωμά τους.

Αυτή η μέθοδος απαιτεί ένστικτο και μεγάλη φαντασία, δύο προσόντα που διαθέτει αφειδώλευτα ο Ηλιόπουλος. Το ελάττωμα του Ηλιόπουλου ως ηθοποιού είναι η δυσχέρειά του ν’ απομνημονεύει το λόγο, και μια έμφυτη αφηρημάδα.

Ο Ηλιόπουλος μαθαίνει -υποπτεύομαι- με το αφτί. Ακούει αυτοσχεδιάζοντας στα κενά, ώσπου να κατανοήσει το λόγο.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα έναν ιδιάζοντα ρυθμό, ο οποίος από τη φύση του, είναι κωμικός.

Τυπικό γνώρισμα του ρυθμού του είναι η εναλλαγή αργής κίνησης και γρήγορης εκφώνησης του λόγου.

Σπάνια κινείται όταν μιλά, έτσι ώστε η παρουσία του στη σκηνή είναι μια συνεχής χορευτική κίνηση που διακόπτεται από στάσεις, όπου εκφωνείται ο λόγος, πάντα σε αργότερο ρυθμό από το ρυθμό της κίνησης που προηγείται ή έπεται.

Η κίνηση, όμως, δεν είναι τυχαία, πολλές φορές, φτάνει στο αραβούργημα με τη συμμετοχή όλου του σώματος.

Ποτέ ο Ηλιόπουλος δεν αποκρυσταλλώνει την κίνηση σε μια πάγια έκφραση. Ενώ δίνει την εντύπωση του τέλεια μελετημένου, ένα είδος γοητευτικής άμυνας που τον συνέχει, αφήνει γύρω από τις κινήσεις του ένα ασαφές μετείκασμα, με αποτέλεσμα να φαίνεται πως συνεχώς εφευρίσκει το ρυθμό κι αυτοσχεδιάζει.

Έχω την εντύπωση πως δεν υπάρχει πιο σχολαστικός ηθοποιός κατά τη διάρκεια της δοκιμής.

Μένω με τη γνώμη, όπως τόσα χρόνια τον παρακολουθώ, πως έχει μετρήσει με το χιλιοστό κάθε βήμα του, κάθε απόσταση και κάθε φωτοσκίαση των αντιδράσεών του.

Κι όμως, όταν τον βλέπεις στην παράσταση, νομίζεις πως ψάχνει να βρει την επόμενη κίνηση, πως τώρα μαθαίνει τις θέσεις του και πως με κόπο εκφωνεί τα λόγια του.

Η όλη του προσπάθεια αφήνει στον θεατή τη γεύση του ανολοκλήρωτου, κι εδώ ακριβώς είναι το μυστικό της μεγάλης του τέχνης, αλλά κι ο μεγάλος του εχθρός.

Είναι ένας κωμικός δύσκολος, γιατί δεν κολακεύει ποτέ με ευκολίες το κοινό.

Η αφέλεια και η αμηχανία του δημιουργούν στον θεατή μιαν ανασφάλεια, κι ο ρυθμός του έχει ένα υπόγειο χρώμα που, όταν έρχεται πότε-πότε στην επιφάνεια, τρομάζει.

Η ανασφάλεια και ο τρόμος δημιουργούν στον θεατή μια διαθεσιμότητα και του επιβάλλουν το δίλημμα αν πρέπει ή δεν πρέπει να γελάσει – και σωστά, γιατί ο Ηλιόπουλος είναι ο κωμικός που, όταν είναι παγιδευμένος, θύμα, σου δίνει την εντύπωση πως πίσω απ’ τα φαινόμενα κυριαρχεί μια δική του διαβολική συνέργεια που τα ελέγχει και τα κατευθύνει.

Η τέχνη του κωμικού στον Ντίνο Ηλιόπουλο είναι μια επιβεβαίωση του κανόνα πως, η μεγάλη τέχνη είναι αδιαίρετη, μία, πως δεν υπακούει σε είδη ἡ μόδες ή ευκολίες. Σ’ ένα κοινό όπως το ελληνικό, που τροφοδοτήθηκε πάντα με ευκολίες, ο κώδικας του Ηλιόπουλου είναι δυσκολονόητος, γιατί είναι επιθετικός και ανοίκειος».

 

***

 

Το παραπάνω κείμενο του Κώστα Γεωργουσόπουλου, δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Ένας Ηλιόπουλος ονόματι Ντίνος» που κυκλοφόρησε το 1999 από τις «Εκδόσεις Άγκυρα».

Παναγιώτης ΜήλαςΗλιόπουλος: Με προσφωνούσαν «Ντίνο, Ντινάκο, Ντινάρα», ήταν η πιο γλυκιά μουσική που είχα ακούσει
Περισσότερα

«Rock Around the Clock». Ακούστε τον Bill Haley στο τραγούδι που άλλαξε την Ιστορία της μουσικής

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Λένε πως ο Elvis Presley ήταν ο μεγαλύτερος, ισχυρίζονται πως ο Chuck Berry ήταν ο καλύτερος, όμως κανείς δεν αμφισβητεί πως ο Bill Haley ήταν ο πρώτος.

20 Μαΐου 1954, ακριβώς πριν από 65 χρόνια ο Bill Haley και το συγκρότημά του, οι Comets, κυκλοφορούν το τραγούδι «Rock Around the Clock». Ασφαλώς όλοι οι ιστορικοί στο χώρο της μουσικής συμφωνούν ότι αυτός δεν ήταν ο πρώτος δίσκος rock’n’roll που ηχογραφήθηκε, αναγνωρίζουν όμως πως ήταν εκείνος που αποτέλεσε το ορόσημο μιας καινούργιας εποχής και μιας νέας μουσικής κουλτούρας.

Ο Bill Haley, νωρίτερα είχε ηχογραφήσει το «Shake, Rattle and Roll» όμως δεν βρήκε ανταπόκριση στο κοινό. Το 1954 παρουσίασε το «We’re Gonna Rock Around the Clock Tonight» και πάλι με σχετική αποτυχία όμως ένα χρόνο αργότερα, το 1955, το τραγούδι με τον νέο του τίτλο «Rock Around the Clock» αποτέλεσε το soundtrack της ταινίας «Η ζούγκλα του μαυροπίνακα». Αυτή η επιλογή θεωρείται από πολλούς πως σημάδεψε το ξεκίνημα της rock εποχής. Το 1982 δόθηκε το βραβείο «Grammy Hall of Fame» στο «Rock Around the Clock» επειδή με τον τρόπο του επηρέασε την ιστορία της μουσικής.

Με το Rock μπήκε τέλος στην προβληματισμένη μεταπολεμική περίοδο και άρχισε η εποχή κατά την οποία οι νέοι έκαναν τα πρώτα βήματα να απελευθερώνονται οικονομικά, πολιτιστικά και ηθικά και να χαράσσουν τη δική τους πορεία, πολλές φορές σε διαφορετική κατεύθυνση από αυτή των γονέων τους.

Ο Bill Haley βρέθηκε στο κατάλληλο σημείο, την κατάλληλη στιγμή και έκανε την επιτυχία. Ήταν ένας βετεράνος τραγουδιστής του country swing, τριαντάρης, παντρεμένος με τέσσερα παιδιά. Χαρακτηριστικό στην εμφάνισή του ήταν το παχουλό πρόσωπο και ένα σταθερά κολλημένο τσουλούφι. Από το 1958 και μετά δεν κατάφερε να κάνει άλλη επιτυχία. Στο μεταξύ το προσκήνιο είχαν καταλάβει ο Chuck Berry, o Little Richard, o Jerry Lee Lewis, o Elvis Presley και ο Buddy Holly.

 

Ο Bill Haley με το …τσουλούφι του και τους Comets.

 

Ο Haley γεννήθηκε στο Μίσιγκαν, το 1925. Στα δεκαπέντε του χρόνια έφυγε από το σπίτι με στόχο να γίνει τραγουδιστής της country. Ύστερα από πολλές περιπέτειες τον πλησίασε ο συνθέτης Jimmy Myers, και του έδωσε ένα τραγούδι που είχε γράψει μαζί με τον Max Freeman. Το τραγούδι ήταν το «Rock Around the Clock». O Bill Haley ενθουσιάστηκε με το τραγούδι, κι άρχισε να το παίζει στις συναυλίες του, με μεγάλη επιτυχία. Χάρη στον Myers, o Bill Haley και οι Comets υπέγραψαν το 1954 συμβόλαιο με την Decca. Την πρώτη τους ηχογράφηση ανέλαβε ο βετεράνος παραγωγός Milt Gabler, και στις 12 Απριλίου του 1954, κλείστηκε για την ηχογράφηση ένα παλιό κλαμπ της Νέας Υόρκης, το Pythian Temple, που είχε μετατραπεί σε στούντιο.

Το τραγούδι αποτέλεσε το σύμβολο της δεκαετίας του ’50, της νεανικής επαναστατικότητας και της εφηβικής εξέγερσης. Γνώρισε γύρω στις 200 εκτελέσεις, και έχει πουλήσει, σύμφωνα με μέτριες εκτιμήσεις, 100.000.000 αντίτυπα περίπου. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ανέβηκε ξανά στους καταλόγους των επιτυχιών, όταν χρησιμοποιήθηκε στους τίτλους της επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς «Happy Days», ενώ το 1974, βρέθηκε για τρίτη φορά στα charts, όταν ο Bill Haley έκανε μια τελευταία προσπάθεια να επιστρέψει στο προσκήνιο. Ο Haley πέθανε το 1981 σε ηλικία 56 ετών πάμπλουτος, αλλά πικραμένος…

 

***

 

ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ “ΚΛΙΚ” ΤΟ ΔΙΑΣΗΜΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ…

 

Παναγιώτης Μήλας«Rock Around the Clock». Ακούστε τον Bill Haley στο τραγούδι που άλλαξε την Ιστορία της μουσικής
Περισσότερα

«Τραπεζούντα. Η πρωτεύουσα των Κομνηνών». Από το ιστορικό βιβλίο του Δημήτρη Ψαθά «Γη του Πόντου»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Μια σειρά από εύθυμα σημειώματα γύρω απ’ τα παιδικά μου χρόνια -δημοσιευμένα στον «Ταχυδρόμο» – ήταν το ξεκίνημα που με παρέσυρε σιγά-σιγά να γράψω ένα Χρονικό για τον ελληνισμό του Πόντου. Όχι εύθυμο, βέβαια, γιατί ένα τέτοιο γραφτό δεν γίνεται να είναι εύθυμο, και πολύ λιγότερο όταν αφορά στην χρονική περίοδο της Ιστορίας του Πόντου, που μπαίνει σε τούτο το βιβλίο -1914-1922- δηλαδή, τα χρόνια που αντιστοιχούν στην τελευταία φάση της τραγωδίας και το τελικό ξερίζωμα του ελληνισμού του Πόντου». Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον δημοσιογράφο και συγγραφέα Δημήτρη Ψαθά, στον πρόλογο του βιβλίου του. Να σημειώσουμε ότι το 1966 που γράφτηκε η «Γη του Πόντου», η Γενοκτονία των Ποντίων δεν είχε ακόμα αναγνωριστεί και επιπλέον η γνώση για το τι πραγματικά συνέβη στον Πόντο… χανόταν μέσα στα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής και λίγοι γνώριζαν τα δραματικά ιστορικά γεγονότα στη γη του Πόντου.
Ο Ψαθάς έγραφε επίσης στον πρόλογο: «Δεν έχει αντιτουρκικό χαρακτήρα το βιβλίο τούτο. Αντιτουρκικό χαρακτήρα έχουν τα ίδια τα γεγονότα, που δείχνουν τους Τούρκους όπως ήσαν και όπως έδρασαν τα χρόνια εκείνα. Ούτε επιτρέπεται να θυσιάζουμε την ιστορική αλήθεια σε καμιά σκοπιμότητα, όπως, δυστυχώς, καθιερώθηκε να γίνεται απ’ τον καιρό που χαράχτηκε η λεγόμενη ελληνοτουρκική φιλία. Η άστοχη τακτική της αποσιώπησης των γεγονότων της Ιστορίας ήταν ίσως κι ένας απ’ τους λόγους που τόσο άσχημα πορεύτηκε η «φιλία» με τους Τούρκους».

 

 

***

 

 

 

 

 

ΕΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΙ, ΕΤΟΣ…

 

 

 

Νάτην η Τραπεζούντα —πρωτεύουσα ιστορική των Κομνηνών— γεμάτη εκκλησιές, κάστρα βυζαντινά, τζαμιά κι ορθοδοξία, που από τη μια μεριά της σκαρφαλώνει στον λόφο του «Ποζ Τεπέ» κι απ’ την άλλη δροσολογιέται ανέμελα στην θάλασσα του Ευξείνου, που πότε χαϊδεύει τις αμμουδιές της καταγάλανη, και πότε ανασηκώνεται θυμωμένη, σε κύματα θεόρατα, που σπάζουν και βροντολογούν στα βράχια του γιαλού της.
Σπίτια μικρά, μεγάλα, που οι αυλές τους —πλακόστρωτες αλλού κι αλλού με καρφωμένα βοτσαλάκια— λαμποκοπάνε από πάστρα κι οι κήποι τους ολούθε είναι πνιγμένοι στο λουλούδι, στις συκιές ή τις ροδιές ή τις μανόλιες.

 

Να το μεϊτάνι με τα μεγάλα καφενεία, όπου σεβάσμιοι Τούρκοι τραβούν μακάριοι τους ναργιλέδες, κι οι δρόμοι με τα μαγαζιά, τα σεκερτζίδικα με τα πολύχρωμα ζαχαρωτά, τα χαλβατζίδικα με τους πελώριους άσπρους χαλβάδες, τις λεμονάδες, τα σερμπέτια και πέρα τα κεμπαπτζίδικα με τα ντονέρ κεμπάπια, όπου ο κεμπαπτζής ξεσπά μερακλωμένος σε κραυγές:

 

—Βάι, βάι, βάι!..

 

Μπαρμπέρικα με τις κρεμαστές αυλαίες από χάντρες, φίσκα τα μπακάλικα και τα μανάβικα απ’ του πουλιού το γάλα, βουτυράτα, τυριά, φρούτα σωροί και ζαρζαβατικά της πλούσιας γης, ψαράδικα με τα λαχταριστά μπαρμπούνια και τα καλκάνια του Ευξείνου, γεμάτοι οι δρόμοι από τα φέσια —Τούρκοι και Ρωμιοί— κι από τις φωνακλάδικες κραυγές των γυρολόγων:

 

—Λιμοναντά τουρ μπουζ γκιπίίίίί!..

 

«Παγωμένη είναι η λεμονάδα», αλλά και κρύο το «αϊράνι»— δροσιστικό πιοτό από γιαούρτι:

 

—Αϊράν, σοούκ τουουουρ!…

 

Πεντακάθαρα είναι τα μεγάλα εστιατόρια στο μεϊτάνι —τραπέζια με κάτασπρα τραπεζομάντιλα έξω στον δρόμο— που έχουν τόσο γούστο στις μέρες του ραμαζανιού. Νηστικοί, τότε, οι Τούρκοι όλη τη μέρα, αμίλητοι, κατσούφηδες, τρέχουν μόλις αρχίσει να σουρουπώνει και στρώνονται νωρίς ‐ νωρίς να πιάσουν θέση, παραγγέλνουν τα φαγιά τους, αλλά δεν τ’ αγγίζουν, περιμένουν. Όπου ξαφνικά αντιλαλά στην πόλη το κανόνι:

 

—Μπούούούούμ!..

 

Και τότε πέφτουν σαν τρελοί στα πιάτα, ολούθε, σ’ όλα τα εστιατόρια, στα μαγέρικα, στα σπίτια και γίνεται μύλος και θρήνος στα πιλάφια, στα ιμάμ μπαϊλντί, στα παχιά κρέατα και τις σάλτσες —αμάν, αμάν!— μαχαίρια, πηρούνια, κουτάλια και σαγόνια. .. τι οργασμός!

 

Όσο μακρύτερα πάει η θύμηση, τόσο πιο καθαρά βλέπει τις εικόνες —εκεί στον κεντρικό δρόμο προς το λιμάνι και το τελωνείο ξανοίγει το μαγαζί του πατέρα με τα τενεδιώτικα κρασιά και την ταμπέλα από πάνω:

 

 

ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΠΩΛΕΙΟΝ Η ΩΡΑΙΑ ΤΕΝΕΔΟΣ.

 

 

Κυρίαρχη μορφή εκεί μέσα ο πατέρας, με το καλοσυνάτο πρόσωπο, όρθιος, σοβαρός, μπροστά στον πάγκο να περιποιείται τους πελάτες, αλλά χωρίς να ξεκολλά το μάτι απ’ τον γιο, που καθισμένος στην πόρτα φυλλομετρά το αλφαβητάριό του και θαυμάζει τα θεάματα του δρόμου.

 

Πόσα και πόσα θεάματα, αλήθεια, αλλά το πιο μαγευτικό απ’ όλα είναι σίγουρα εκείνες οι γκαμήλες κι όταν ακούεται από μακριά το καραβάνι που ζυγώνει, τινάζεται απ’ την καρέκλα του ο μικρός και τρέχει με τ’ άλλα τα παιδιά που αφήνουν χαρούμενες φωνές:

 

—Τα καμέλια! Τα καμέλια!

 

Ντιν, νταν, ντουν οι πελώριες κουδούνες —πέρα απ’ το Ερζερούμ μας έρχονται— πόσο ξεκούραστες! Ψηλές και λιγνοπόδαρες, με τις πλατιές πατούσες, τον μακρύ κυματιστό λαιμό κι ένα κεφάλι μακρουλό στην άκρη —το στόμα όλο να μασά— περνάνε με το πάσο τους σε μια ατέλειωτη σειρά, στρέφοντας την κεφάλα πότε από δω και πότε από κει, με μια μακάρια αδιαφορία.

 

Εκεί στην γωνιά του δρόμου είναι ο φούρνος με τα κάτασπρα ψωμιά, όπου οι «φουρουντζήδες» δουλεύουν το ζυμάρι ασταμάτητα επάνω σε πλατιές αλευρωμένες τάβλες και πλάθουν γρήγορα — μαέστροι στην δουλειά— τα πεϊνιρλία, τα τιρνακλία, τους τοπχανάδες που μπαίνουν αμέσως επάνω στα μακριά τους φτυάρια και —τακ— ρίχνονται πλάι στη φωτιά, μεθοδικά, προσεκτικά, για νάβγουν σε λίγο ροδοψημένα, μοσχομυριστά.

 

Συγκινημένη η θύμηση παίρνει τους δρόμους και περπατά: Ρωμαίικες γειτονιές, τούρκικοι μαχαλάδες, τζαμιά και μιναρέδες που λογχίζουν τον αέρα, αλλά και εκκλησιές —πόσες εκκλησιές!— περιοχές ολόκληρες της πόλης όλο ελληνισμός, χωρίς κανέναν Τούρκο.

 

Βραδιάζει. Και να που εκεί ψηλά στον μιναρέ πρόβαλε ο «μολλάς», που με το ένα χέρι στο αυτί διαλαλά στα πέρατα του κόσμου, ότι ένας είναι ο Αλλάχ και προφήτης του ο Μωάμεθ.

Αλλαάάάάάάχ μπιρ Αλάάάάάάάχ!..

 

Αλλά η απάντηση έρχεται από πλήθος καμπαναριά που χαλούν τον κόσμο με τις γλυκόλαλες καμπάνες, απ’ όπου δοξολογιέται ο αληθινός Θεός των Χριστιανών και προσκαλούνται οι πιστοί στις εκκλησιές, όπου οδεύουν —ολόκληρος λαός— με πίστη και κατάνυξη, Κυριακές, γιορτές, εωθινά, εσπερινούς, Χριστούγεννα και Πάσχα.

 

—Εδώ;

 

Θεέ μου, τι ανοιχτόκαρδα, πόση απεραντοσύνη —ο γιαλός μας!— πέρα προς την ανατολή τ’ ωραίο «Γκιουζέλ σαράι» μ’ απείραχτα τα τείχη των Κομνηνών και προς την δύση τα μεγάλα βράχια, απ’ όπου πηδάμε στο νερό τα καλοκαίρια ή και κρυφοκοιτάμε καμιά φορά τα χανουμάκια, που έρχονται, κρύβονται εκεί να κολυμπήσουν και δεν βγάζουν, βέβαια, μόνο τον φερετζέ τους για να δροσιστούν…

 

Να κι ο Άη Γρηγόρης, η μεγαλόπρεπη μητροπολιτική μας εκκλησιά, όπου ο μητροπολίτης Χρύσανθος δεν αφήνει σχεδόν καμιά Κυριακή χωρίς να θυμηθεί στο κήρυγμά του τους θρυλικούς «μυρίους» του Ξενοφώντος που απ’ τα ψηλά βουνά της Τραπεζούντας αντικρύσαν το γαλάζιο πέλαγος και φώναξαν:

 

—Θάλαττα! Θάλαττα!

 

Εδώ στην Τραπεζούντα κατέβηκαν, κι εδώ σε τούτον τον γιαλό λούστηκαν, ύστερα από πολλές περιπλανήσεις, μάχες, δοκιμασίες —λέει ο δεσπότης— αιώνων ιστορία ελληνική έχει η πόλη τούτη, όλα το μαρτυρούν, αρχαίοι συγγραφείς, αρχαία τείχη και κάστρα, τάφοι αυτοκρατόρων, εκκλησιές και προ πάντων ο λαός ο ριζωμένος στ’ άγια τούτα χώματα, που τα ποτίζει με δάκρυ και ιδρώτα και συνεχίζει από γενιά σε γενιά την προαιώνια ιστορία της Ελλάδας.

 

Κοιτάζω τον πατέρα μου, δακρύζει:

 

—Γιατί, πατέρα;

 

Σκύβει πολύ ο πατέρας μου για να με φτάσει:

 

—Σώπα παιδί μου, τα καλά παιδιά δεν μιλάνε στην εκκλησιά.

 

Κι ενώ σκουπίζει τα μάτια του με το μαντήλι:

 

—Άμα θα μεγαλώσεις, θα καταλάβεις.

 

 

Πολλά είν’ αυτά που δεν καταλαβαίνω ακόμα, κι όχι μονάχα έξω, αλλά και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, όπως εκείνα τα περίεργα κάδρα με τα παράξενα πρόσωπα που βρίσκονται κρεμασμένα γύρω τριγύρω στο σαλόνι μας —τα τόσο αγριωπά— άλλος με περικεφαλαία, άλλος με πιστόλες και μαχαίρες, άλλος με μακριά κυματιστά μαλλιά κι όλοι τους με μάτια φλογερά, με άφθονα γένια και μουστάκια, αν και μπορώ να διαβάζω χωρίς κόπο τα ονόματα που είναι γραμμένα από κάτω:

 

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ, ΜΙΑΟΥΛΗΣ, ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ, ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ, ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΡΑΙΟΣ κτλ.

 

Στην γιορτή του πατέρα μου, που έρχονται και Τούρκοι, φίλοι και πελάτες του, για να του πουν «χρόνια πολλά», κοιτάζουν και κείνοι με μεγάλη απορία όλα αυτά τα κάδρα και ρωτούν:

 

—Κυρ Γιάννη, γιάχο, τι είναι όλοι τούτοι;

 

—Συγγενείς μου είναι, Χασάν εφέντη.

 

—Μεγάλο συγγενολόι έχεις, κυρ Γιάννη.

 

—Ναι, όλους τους συγγενείς μου τους έχω εδώ. Μακρινούς και κοντινούς.

 

—Ασκ ολσούν, κυρ Γιάννη, καλός άνθρωπος είσαι για ν’ αγαπάς έτσι όλο σου το σόι!

 

Σε μένα, όμως, ο πατέρας μου κάποτε έδωσε άλλη εξήγηση:

 

—Αυτοί, παιδί μου, είναι εκείνοι που δώσαν στην Ελλάδα μας την λευτεριά.

 

—Και τι θα πει, πατέρα, λευτεριά;

 

 

 

Το “Φροντιστήριον Τραπεζούντος” και η χειρόγραφη λεζάντα του Δημήτρη Ψαθά.

 

 

 

Αναστέναξε εκείνος:

 

—Άμα θα μεγαλώσεις θα τα μάθεις.

 

Όταν βρίσκεσαι σε μια ηλικία που σκύβει πολύ ο πατέρας σου για να σε φτάσει, δεν μπορείς, βέβαια, να νοιώσεις την σημασία της λέξης «λευτεριά». Τα χρόνια εκείνα, άλλωστε, παίζαμε με τα «τουρκοπούλια» κι όταν μας δέρνανε, τα δέρναμε, χωρίς κανένα φόβο. Αργότερα ήταν αλλιώς.

 

Τότε, όμως, όλα ήσαν όμορφα, κι ο κόσμος γύρω μας ένας σωστός παράδεισος. Θα πρέπει να ήμουν πάρα πολύ μικρός τον καιρό που ο κόσμος ήτανε παράδεισος, αφού όταν ξεκινούσαμε για την έξοχη το καλοκαίρι, ερχόντουσαν τ’ άλογα στην πόρτα μας κι ένα απ’ αυτά το φόρτωναν με δυο πελώρια καλάθια και μέσα στα καλάθια στρώναν κουβέρτες, σεντόνια, μαξιλάρια και βάζανε στο ένα τη μια αδελφή μου και στ’ άλλο εμένα.

 

Κι ύστερα ξεκινούσαν τ’ άλογα —τζου, τζου, οι αγωγιάτες— μπροστά η μητέρα, πίσω η γιαγιά, κι εγώ στο αναπαυτικό καλάθι μου, πότε κοιμόμουν τρισευτυχισμένος και πότε ξυπνούσα κι έβλεπα τα τόσα όμορφα και θαυμαστά του μαγικού εκείνου ταξιδιού, βουνά, φαράγγια, δέντρα, ποτάμια και γεφύρια —τζου, τζου— κι αλλού ολόκληρους ουρανούς από θεόρατα πλατάνια, βελανιδιές, νερά ολόδροσα που ξεπηδούσαν απ’ την γη και μυρουδιές ζαλιστικές που έφερνε ο αέρας απ’ τα χωράφια, τα καπνά, τις φουντουκιές, απ’ τα λουλουδισμένα δέντρα.

 

Στα πλευρά του βουνού σκαμμένο το μονοπάτι —κάτω γκρεμός και βούιζε το ποτάμι— κατέβαινε, όμως, άφοβα η γιαγιά και μάζευε εκείνα τα χρυσοκίτρινα λουλουδάκια που μύριζαν τόσο όμορφα και τα βάζαμε ξερά πλάι στα εικονίσματα όλο τον χρόνο.

 

—Της Παναγιάς τα δάκρυα.

 

Και γιατί, γιαγιά, τα λένε της Παναγιάς τα δάκρυα; Γιατί, παιδάκι μου… «όνταν εσταύρωσαν τον Χριστόν οι Εβραίοι, η Παναΐα έκλαιεν κι όπου έσταζαν τα δάκρυά της φυτρώνανε λουλούδια, να αυτά».

 

—Επέρασεν η Παναΐα από εδώ;

 

—Επέρασεν!

 

Αυτό τόλεγε με μεγάλη σιγουριά η γιαγιά —καμιά αμφιβολία δεν υπήρχε— πώς ήταν δυνατόν, άλλωστε, να μην είχε περάσει η Παναγιά από εκεί, αφού μέναν ακόμη τα δάκρυα της ανθισμένα, κι αφού πέρα εκεί, στις άγριες βουνοκορφές, υπήρχε και το μοναστήρι της —της Παναγίας Σουμελά— και το άγιο εικόνισμά της, που τόσα θαύματα είχε κάνει;

 

Βρισκόταν τάχα κανένας χριστιανός που να μην ήξερε την ιστορία εκείνου του μοναστηριού; Αν ήταν δυνατόν! Όλοι το ξέραν ότι εδώ κι αιώνες, καθώς περνούσε μια φορά με τον στρατό του από κει ένας άγριος σουλτάνος, είδε το μοναστήρι κρεμασμένο εκεί ψηλά, στην αγκαλιά του Θεού, απόρησε και ρώτησε:

 

—Αλλάχ, Αλλάχ, τ’ είναι εκείνο εκεί;

 

—Μοναστήρι χριστιανικό, ω, πολυχρονεμένε μας, του είπαν. Θύμωσε ο σουλτάνος και διέταξε:

 

—Να το κάψετε αμέσως!

 

Τρέχουν οι άνθρωποί του να το κάψουνε, αλλά την ίδια στιγμή πέφτει ξερός ο σουλτάνος, χτυπιέται και βγάζει αφρούς από το στόμα.

 

—Έλεος, Έλεος, αμάν!.. φωνάζει, σταματάτε, μη το πειράζετε το μοναστήρι.

 

Δεν κάψαν το μοναστήρι οι άνθρωποί του και ο σουλτάνος αμέσως έγινε καλά κι έδωσε καινούργια διαταγή να το χρυσώσουνε όλο, κι αυτό και την εικόνα της Παναγιάς. Και από τότε, όλοι οι σουλτάνοι μαθαίνοντας τα θαύματα της Παναγιάς, όλο και του δίναν τιμές και δικαιώματα κι έτσι η Παναγία η Σουμελά έζησε απείραχτη μέσα στους αιώνες. Αυτά κι αλλά πολλά, τέτοια πολύ χοντρά παραμύθια, έλεγε η γιαγιά. Αλλά και πάρα πολλές αλήθειες.

 

Καμάρι ήταν του ελληνισμού η Παναγιά η Σουμελά κι εκεί στην Κρώμνη —το φημισμένο για την εξυπνάδα και την παλικαριά του ορεινό χωριό— όνειρο τώχε ο «Κρωμέτες»:

 

 

Κρωμέτες σκύλ’ υιός είμαι
κανέναν κι φοούμαι,
στην Σουμελάν την Παναγιάν
θα πάω να στεφανούμαι!..

 

 

Αλλά είχε και το ποτάμι της η Παναγιά, που δεν κουραζόντουσαν να τραγουδάνε οι κεμεντσετζήδες:

 

 

Ση Παναΐας το ποτάμ’
ερούξεν η κλειδίτσα μ’.

 

Τι πλήθος, Θεέ μου, μαζευόταν εκεί κάθε χρονιά —Δεκαπενταύγουστο— απ’ όλο τον Πόντο και την Ρωσία και τι τραγούδια και χοροί και κεμεντζέδες και νταούλια, μέρες ολόκληρες, κι οι καλόγεροι να έχουν ετοιμασμένα τα καζάνια με τα φαγιά και τα ψωμιά, να τραβάνε τις κάμες οι λεβέντες ζιπκαλήδες για την «σέρα» και δόστου χοροί και τουφεκιές και κουμπουριές ν’ αντιλαλάνε την χαρά της Ρωμιοσύνης.

 

Λέει η γιαγιά κι ο πιτσιρίκος ακούει και τα βλέπει όλα —με το μυαλό του— θαμπωμένος.

 

Καλά τα χωριά κι οι εξοχές, αλλά η γειτονιά μας; Ω, δεν μπορούσε να γίνει σίγουρα σ’ όλο τον κόσμο πιο όμορφη και πιο ευτυχισμένη γειτονιά απ’ την δική μας! Απέναντι απ’ την πόρτα μας ήταν το σπίτι των Εβραίων, με την καλοσυνάτη εκείνη οικογένεια —τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, την Φουρτουνί και την Ρεβέκκα, που κρατούσε πάντα ένα μωρό στην αγκαλιά της και το ρωτούσε:

 

—Κομάν τυ τ’ απέλ;

 

Κι εκείνο απαντούσε:

 

—Τιοκομόόόόόζο!

 

 

Πώς καταλάβαινε την άγνωστη γλώσσα εκείνο το μωρό, ήταν, βέβαια, ένα θαύμα, αλλά όχι και το μόνο μέσα στο σπίτι των Εβραίων. Σωστή «αυλή των θαυμάτων» ήταν η αυλή του εβραίικου σπιτιού, προ πάντων όταν έφτανε απ’ την Κωνσταντινούπολη η πραμάτεια μέσα σε μεγάλες ξύλινες κασόνες. Γιατί ο καλός μας Αβραάμ ήταν γυρολόγος έμπορος γυαλικών και κάθε πρωί έβγαινε απ’ το σπίτι του φορτωμένος μ’ ένα πελώριο μακρύ καλάθι, γεμάτο όλων των ειδών τα γυαλικά, πιάτα, ποτήρια, και γύριζε όλη την Τραπεζούντα διαλαλώντας το εμπόρευμά του.

 

Τρέχαμε όλα τα παιδιά μέσα στην αυλή, όταν ξεκάρφωναν κι άνοιγαν τις κασόνες και τότε τι να δουν τα μάτια σου! Μα ήταν ένα όνειρο τα πράματα που βγάζαν πολύ προσεκτικά ο Αβραάμ κι ο Ιακώβ —βοηθούσαν κι η Φουρτουνί με την Ρεβέκκα— ποτήρια όμορφα, καράφες ολοστρόγγυλες μ’ ένα στενό λαιμό, κανάτες με τα χερούλια τους κι ένα κεφάλι κόκορα απ’ όπου θάτρεχε το νερό —άκουσον, άκουσον! —φρουτιέρες χρωματιστές, κίτρινες, πράσινες, με ζωγραφισμένα μέσα αχλάδια, μήλα, σταφύλια, αλατιέρες που αντί για χερούλι είχαν ένα κεφάλι αραπάκου που γελούσε —άκουσον, άκουσον!— και τι πιάτα πελώρια, άλλα μακρουλά, άλλα στρογγυλά, του κόσμου τα γυαλικά, ατελείωτα κι αστραφτερά. Από κάθε κασόνι, βγάζαν όλο και κάτι καινούργιο.

 

—Αυτό τι είναι, Αβραάμ;

 

Κι όλο μας εξηγούσε ο Αβραάμ που τον θεωρούσαμε τον μεγαλύτερο έμπορο του κόσμου και τον αγαπούσαμε, όπως και τους άλλους, και η αυλή τους μας ήταν πάντα ανοιχτή, να βλέπουμε ή να παίζουμε τα παιδιά —του Ταργοντζίδη, του Καράλη, γείτονες, τ’ «αρμενοπούλια» με τον Αράμ, που καθόντουσαν λίγο παρακάτω, και τα «τουρκοπούλια», το Χασανάκι και τον Ιλιάς, που μέναν λίγο πάρα πέρα.

 

Πειράζαμε, βέβαια, τ’ αρμενοπούλια εμείς, φωνάζοντας:

 

 

Αρμενί κουκούτς κουκούτς
Πασκαλίνα τρουτς προυτς!..

 

Πειράζαμε και τα τουρκοπούλια, χτυπώντας τις γροθιές μας την μια απάνω στην άλλη:

 

Ιλιά, κουλιά
χέσον και κουμουλιά!…

 

Χωρίς καυγάδες γινόντουσαν όλα αυτά, εκτός, φυσικά, απ’ τον πετροπόλεμο που άρχιζε αμέσως. Συχνά έτρεχα στην μητέρα μου, που βλέποντας το αίμα στο κεφάλι μου έφερνε γρήγορα καπνό να μου βάλει στην πληγή, φωνάζοντας:

 

—Ποίον αφορισμένον έτον; Σην γην να εμπαίν’!

 

Αυτά, όμως, ήταν τίποτα μπροστά στην χαρά του παιχνιδιού και των ωραίων θεαμάτων στην αυλή των Εβραίων, που μας τραβούσε σαν μαγνήτης όλο τον χρόνο, εκτός, απ’ την Μεγαλοβδομάδα. Τότε απότομα κοβόντουσαν οι σχέσεις μας, ούτε ο πατέρας μου, ούτε κανείς από το σπίτι λέγαν μήτε την «καλημέρα» στους Εβραίους. Κι εμείς τα παιδιά, ξεχνώντας μονομιάς το καλοσυνάτο φέρσιμο των γειτόνων μας, κοιτούσαμε με φρίκη την πόρτα τους, πίσω από την οποία —ξέραμε καλά— ο Αβραάμ έστηνε ένα βαρέλι με καρφιά κι όποιο χριστιανικό παιδί κατάφερνε να πιάσει, τόβαζε μέσα, κυλούσε το βαρέλι, κι έπινε ύστερα το αίμα του.

 

 

—Πρόσεχε, μου έλεγε η μητέρα μου. Αφορισμένοι είν’ αυτοί!

 

Αμέ δεν πρόσεχα; Τις νύχτες έβλεπα ολοκάθαρα αυτό το βαρέλι και ζαρωμένος στο κρεβάτι μου δεν μπορούσα να κλείσω μάτι από φόβο. Αυτοί που σταύρωσαν το Χριστό θα τόχαν τίποτα να με αρπάξουν κι εμένα και να με βάλουν στο βαρέλι;

 

Θα ξέραν, φυσικά, οι καημένοι οι Εβραίοι το τι πιστεύαμε για δαύτους και βλέποντας, εξ άλλου, την απότομη έχθρα μας —τι να κάνουν;— κλείναν παράθυρα και πόρτες όλη την Μεγάλη Εβδομάδα κι αυτό ήταν η ολοφάνερη απόδειξη για μας το τι θα κάναν μέσα οι αφορισμένοι και το τι παιδιά θα είχε κουβαλήσει ο Αβραάμ —κρυμμένα μέσα στο καλάθι του— και θα τάχει στριφογυρίσει σίγουρα μέσα στο βαρέλι.

 

Μετά το Πάσχα, όμως, όλα ξεχνιόντουσαν. Άνοιγαν οι Εβραίοι τα παραθύρια τους κι οι σχέσεις μας ξανάρχιζαν το ίδιο στενές κι εγκάρδιες όπως και πρώτα.

 

Ναι, όλα ήσαν τότε χαρούμενα κι ας μας τρόμαζε καμιά φορά ο «Βελονάς», που όταν ακούγαμε την φωνή του από μακριά παίρναμε δρόμο τα παιδιά —πω, πω, τι πανικός!— και τρέχαμε σαν παλαβά να διπλαμπαρωθούμε.

 

Μα να τον έβλεπες και σήμερα ακόμα θα φοβόσουν! Τ’ ήταν εκείνος ο άνθρωπος! Οι Τούρκοι τον πίστευαν άγιο και στεκόντουσαν ευλαβικά στο πέρασμά του, προσφέροντάς του τα γροσάκια τους. Ψηλός, θεόρατος, με πρόσωπο άγριο και πυκνά κατάμαυρα μαλλιά που πέφταν στους ώμους του, μέχρι την μέση, γύρω ‐ τριγύρω στο κορμί του. Από τη μέση κι απάνω ολόγυμνος και παρακάτω τυλιγμένος με προβιά. Στο στήθος του χοντρές βελόνες —σαν σακκοράφες— που τρυπούσαν το πετσί του από την μια μεριά και βγαίνανε από την άλλη, πολλές τέτοιες, να τις κοιτάς και ν’ ανατριχιάζεις. Κρατούσε στο ένα χέρι του μια στρογγυλή σφαίρα, με μακριά λαβή, όπου ήσαν εφαρμοσμένα αλυσιδάκια με μετάλλινες μπαλίτσες, τίναζε θυμωμένα το χέρι του και κουδούνιζαν οι μπαλίτσες.

 

Στο άλλο χέρι του κρατούσε ένα μεγάλο κέρατο, κυρτό, που το άπλωνε στους περαστικούς του δρόμου, βγάζοντας μια απίθανη, υπόκωφη φωνή:

 

—Χούούού! Αλα ‐ χούούού!

 

Ήταν σαν μια κραυγή ζώου αυτή, παράξενη, βαθειά, που λες κι έβγαινε από τα σωθικά του, διαπεραστική ωστόσο σε τέτοιο σημείο που την ακούγαμε από πολύ μακριά και καθώς τον είχαμε δει πολλές φορές από κοντά ν’ απλώνει το κέρατό του και να τινάζει την μπιχλιμπιδωτή του σφαίρα, τέτοιος φόβος μας έπιανε που βάζαμε φωνή:

 

—Ο Βελόνας!

 

Και παίρναμε την τρεχάλα, σκοντάφταμε και κυλιόμαστε και θυμώνανε οι Τούρκοι γιατί το θεωρούσαν πολύ προσβλητικό να φοβόμαστε τον άγιό τους —ποιος ξέρει τι παραμύθια μας λέγανε γι’ αυτόν οι πατεράδες μας, γκιαούρ ογλού γκιαούρ! Σπάνια, όμως, ο τρομερός τούτος άγιος των Τούρκων έκανε την εμφάνισή του στην πόλη μας γιατί φαίνεται ότι γύριζε κι αλλού —σε άλλες πολιτείες και χωριά— κι έτσι, ευτυχώς, δεν μας χάριζε πάρα πολύ συχνά την ευκαιρία να τον ακούμε.

 

 

Άλλωστε, τον ξεχνούσαμε γρήγορα τον Βελονά, γιατί κάθε τόσο είχαμε και μια καινούργια ευχαρίστηση στην γειτονιά μας —να, έξαφνα, όπως το «σουνέτι», πότε του ενός και πότε του άλλου φίλου μας τουρκόπουλου, του Ιλιάς, του Χασανίκου, του Σουκρή.

 

Με περιέργεια περιμέναμε την μέρα, επειδή ξέραμε ότι κανένα από τα «Τουρκοπούλια» δεν μπορούσε να ξεφύγει εκείνο, που αν για κείνα ήταν μια δοκιμασία για μας όμως ήταν πολύ μεγάλη ευχαρίστηση επειδή συνοδευόταν με γλέντια, νταούλια και ζουρνάδες.

 

—Πότε θα σε κόψουν Ιλιάς;

 

Θύμωνε ο Ιλιάς και στην απλή ιδέα ότι ζύγωνε ο καιρός του:

 

—Σικτίρ, γκιαούρ!..

 

Η απάντησή μας ήταν η κατάλληλη με απαραίτητη συνέχεια τον πετροπόλεμο. Όσο, όμως, και νάθελε το «τουρκοπούλι» να διώξει απ’ το μυαλό του την ιδέα, έφτανε κάποτε η μέρα και νάσου η γειτονιά μας αντηχούσε απ’ το νταούλι, νάτος που ερχότανε κι ο χότζας με το ξουράφι για το ιερό καθήκον.

 

Μας ήταν κάτι το ακατανόητο —να τους κόβουν «εκεί πέρα»— αλλά τι μας ένοιαζε εμάς;

 

Εμείς χαιρόμαστε τα νταούλια και τους ζουρνάδες και την άλλη μέρα τ’ άφθονα ζαχαρωτά που μας μοίραζαν, πολύχρωμα «σεκέρια» και Χατζημπεκίρ λουκούμια, μπακλαβάδες, καταΐφια —τι όμορφη που ήταν η μικρή εκείνη Αϊσέ χανούμ καθώς έβγαινε στην πόρτα και μας φώναζε, δίχως φερετζέ— σωστή ζωγραφιά, με τα φρύδια τραβηγμένα και κατακόκκινα νυχάκια:

 

—Γκελ, γκελ, γκελ!…

 

Ύστερα από λίγες μέρες έβγαινε κι ο τυχερός —που τον είχαν κόψει «εκεί πέρα»— θυμάμαι τον κακομοίρη τον Ιλιάς που ερχόταν μαζί μας με το νυχτικό και περπατούσε με ανοιχτά τα πόδια, επειδή ακόμα τον εμπόδιζε η πληγή. Τον σεβόμαστε, δεν τον πειράζαμε, αλλά όταν έγινε καλά και ξαναφόρεσε το παντελόνι, δόστου απάνω του:

 

 

Ιλιάς, κουλιάς
πώς ατώρα κατουράς;

 

 

Γιατί νομίζαμε ότι με την περιτομή —το «σουνέτι»— η αποκοπή ήταν… ολοκληρωτική κι εκείνος ο κακομοίρης, πειραγμένος, όλο και καμωνόταν πως ήθελε να κάνει το ψιλό του και στυλωνόταν επιδεικτικά στους τοίχους.

 

 

Άλλη μεγάλη απόλαυση ήταν η μέρα του λουτρού.

 

Πηδούσα απ’ τη χαρά μου γιατί δεν ήταν μια απλή υπόθεση καθαριότητας η μέρα του λουτρού, αλλά κάτι σαν ολοήμερη εκδρομή με προετοιμασίες και φασαρίες. Ολόκληρη η οικογένεια ξεκινούσε απ’ το πρωί για το χαμάμι, με τους μπόγους της, έπαιρνε μαζί και τα φαγιά της γιατί θα έτρωγε εκεί το μεσημέρι —σε χώρους ειδικούς— θάπαιρνε τα καφεδάκια ή τα σερμπέτια, το αϊράνι ή τ’ άλλα δροσιστικά της.

 

 

Κάπου εκεί στο μεϊτάνι ήταν το μεγάλο χαμάμι, που το ξεχώριζες απ’ την φτιάξη του και προ πάντων απ’ τους τρούλους με τις γυάλινες φούσκες —κολλημένες επάνω σαν βεντούζες— πάντα γεμάτες αχνούς. Μέχρι την πόρτα του μας συνόδευε ο Χασάνης, που κρατούσε τους μπόγους και τα φαγιά, εκείνος ο πιστός κι αφοσιωμένος χαμάλης του πατέρα μου, με το ξουρισμένο το κεφάλι και την πελώρια κοιλιά, που μπορούσε να σηκώσει άνετα στην πλάτη του πελώριες κασόνες κι όταν του έβαζε η μητέρα μου να φάει άδειαζε τους τεντζερέδες.

 

—Τον αφορισμένον, έλεγε, που βάλ’ ατόσον φαΐν!

 

Που τόβαζε, ο αφορισμένος; Δεν την είχε, όμως, για φιγούρα την κοιλιά του ο Χασάνης.

 

Μπαίνοντας στο χαμάμι βρισκόσουν σ’ ένα μεγάλο χώρο απ’ όπου ξυλένιες σκάλες οδηγούσαν σε δυο σειρές από εξέδρες με κάγκελα —τα «παρμακλούκια»— που απλωνόντουσαν γύρω ‐τριγύρω και χωριζόντουσαν σε ιδιαίτερα, σαν είδος θεωρείων, όπου γινόταν η εγκατάσταση της κάθε οικογένειας, το γδύσιμο, ο εφοδιασμός με τα ψηλά τσόκαρα, τα τάσια κ.λπ.

 

Στο κέντρο του μεγάλου αυτού χώρου βρισκόταν η βαριά ξυλένια πόρτα απ’ όπου… άρχιζες να μπαίνεις στο εσωτερικό του χαμαμιού. Και λέω «άρχιζες», γιατί για να φτάσεις στον κύριο χώρο —εκεί όπου γινόταν το μεγάλο νταβαντούρι— περνούσες από δύο φάσεις, την χλιαρή κι ύστερα την πιο ζεστή.

 

Έσπρωχνες την πρώτη πόρτα, που είχε από πίσω ένα χοντρό τετράγωνο βαρύ ξύλο — ανέβαινε όταν άνοιγε η πόρτα κι ύστερα κατεβαίνοντας την έκλεινε— κι εκεί βρισκόσουν σ’ έναν άλλο χώρο, χλιαρό, με βρύσες κι αυλακάκια όπου τρέχανε νερά. Δεύτερη παρόμοια πόρτα σε περίμενε απέναντι για να σε μπάσει σ’ ένα χώρο πιο ζεστό, ώστε να συνηθίσεις λίγο, να προετοιμαστείς και να μη βρεθείς απότομα μέσα στα ζεματιστά.

 

 

 

 

 

—Άιντε, ελάτεν.
—Ναι, μητέρα.
—Προσέχετε τα ναλία.

 

«Ναλία» ήσαν τα ψηλά τσόκαρα, δουλεμένα με φίλντισι, που η κάθε οικογένεια είχε ειδικά για το χαμάμι. Ένα σπρώξιμο στην τρίτη πόρτα και νάμαστε μέσα σε μια απίθανη ατμόσφαιρα, ζεστή, σχεδόν αποπνιχτική, γεμάτη υδρατμούς και απερίγραπτη οχλοβοή, παράξενη αντήχηση και πλήθος από γυναίκες όλων των ηλικιών και όλων των σχημάτων, που τις διέκρινες αχνές μέσα στους υδρατμούς, άλλες μπροστά σε γούρνες να σαπουνίζωνται μισοσκεπασμένες με τα ειδικά τους λουτρικά, άλλες επάνω στην μεγάλη στρογγυλή μαρμαρένια εξέδρα που βρισκότανε στο κέντρο, άλλες μέσα στα καμαράκια με τις θολωτές εισόδους, φασαρία, φωνές, χτυπήματα τασιών επάνω στα μάρμαρα, αχνιστά νερά να τρέχουν απ’ τις βρύσες, τούφες από ατμούς ν’ ανεβαίνουν από ολούθε, τι θέαμα παράξενο!

 

Την εποχή εκείνη μ’ έπαιρνε ακόμα η μητέρα μου μαζί της στο γυναικείο χαμάμι, επειδή δεν είχα φανερώσει ακόμα καμιά από τις ανδρικές ιδιότητες, εκτός, ίσως, από μια ολότελα υποτυπώδη περιέργεια για τα γυναικεία κορμιά, που δίχως τους φερετζέδες ή τα φουστάνια —ολόγυμνα σχεδόν— μου έκαναν μια παράξενη εντύπωση, καθόλου όμως δυσάρεστη. Νομίζω, μάλιστα, ότι η χαρά που δοκίμαζα όταν ήταν να πάμε στο χαμάμι, δεν είχε μεγάλη σχέση με την καθαριότητα, αλλά μάλλον με το παράξενο εκείνο θέαμα που παρουσίαζαν τα χανουμάκια, απαλλαγμένα ολότελα απ’ τα ρούχα τους και τα κουκουλώματα του δρόμου.

 

Αλλά και οι δικές μας —οι Ρωμιές— είχαν το ίδιο ενδιαφέρον, πολύ περισσότερο γιατί ενώ έξω στον δρόμο καθώς τις έβλεπες, ήσαν διαφορετικές απ’ τις Τουρκάλες, μέσα στο χαμάμι γινόντουσαν αμέσως όμοιες και δεν μπορούσες εύκολα να ξεχωρίσεις ποια ήταν η Ρωμιά και ποια η Τουρκάλα. Είτε δικές μας ήσαν, όμως, είτε χανουμάκια, μέσα εκεί, μπροστά στις γούρνες, ανάμεσα στους αχνούς απ’ τα ζεστά νερά, τραβούσαν αρκετά την προσοχή του μέλλοντος… ανδρός. Προ πάντων άμα τους ξεφεύγανε τα λουτρικά κι έβλεπες… τι μυστήρια!

 

Είχε μανία η μητέρα μου με τα ζεστά νερά και τ’ άγρια τριψίματα στην πλάτη —υπήρχαν ειδικά σκληρά πλεχτά για την δουλειά αυτή— δεν ήταν δα πολύ ευχάριστο να με παίρνει στα χέρια της μπροστά στη γούρνα που άχνιζε ή να με πνίγη στα σαπούνια. Όμως με ιώβεια υπομονή τα δεχόμουν όλα, ίσως γιατί αποζημιωνόμουν με κείνα τα περίεργα κι ολότελα ασυνήθιστα θεάματα, επειδή καμιά απ’ τις γυναίκες δεν έβλεπε τον λόγο να κρύβει πάρα πολλά μέσα στο γυναικείο χαμάμι.

 

Το μεσημέρι τρώγαμε στα «παρμακλούκια» κι αργά το απόγευμα γυρνούσαμε στο σπίτι, φρεσκοπλυμένοι, μοσχομυριστοί. Ναι, μου έδινε πολλή χαρά και πολύ μεγάλη ευχαρίστηση το χαμάμι.
Πολύ όμορφη ήταν η γειτονιά μας και το βραδάκι. Νάτος που γύριζε ο Αβραάμ με το καλάθι του, νάτος που έφτανε κι ο «αναφτής» κρατώντας την σκάλα του στον ώμο, για να την στήσει μπροστά στις λάμπες του δρόμου, ν’ ανέβη, να βάλει πετρέλαιο, να καθαρίσει το γυαλί τους και να τις ανάψει.

 

Καταφώτιστος τώρα πια ο δρόμος μας και που να προχωρούσες και λίγο πάρα πέρα προς τα μαγαζιά να δεις το τι φωτοχυσία γινόταν με κείνες τις θεόρατες λάμπες —τα λουξ με το αμίαντο— κρεμασμένες στα μαγαζιά έτσι που να λάμπει ο κόσμος όλος, καλύτερα και από μέρα.

 

 

***

 

 

Ο Δημήτρης Ψαθάς καταγόταν από την Τένεδο αλλά γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου στις 21 Οκτωβρίου του 1907.

Το 1923, με τη Μικρασιατική καταστροφή, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του και αφιερώθηκε στη δημοσιογραφία, την ευθυμογραφία και το θέατρο.

Τα περισσότερα από τα θεατρικά του έργα έχουν γίνει κινηματογραφικές ταινίες με τεράστια επιτυχία. Τα έργα του γνώρισαν τη διεθνή αναγνώριση και μεταφράστηκαν στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ρωσικά, τα ρουμανικά και τα τουρκικά, και παίχτηκαν σε πολλές χώρες του κόσμου.

Υπήρξε σύμβουλος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων καθώς και μέλος της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ).

Πέθανε στις 13 Νοεμβρίου 1979 στην Αθήνα.

***

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ…

 

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΡΑΣΟΥΝΤΑ ΣΤΗ “ΓΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ”

 

Παναγιώτης Μήλας«Τραπεζούντα. Η πρωτεύουσα των Κομνηνών». Από το ιστορικό βιβλίο του Δημήτρη Ψαθά «Γη του Πόντου»
Περισσότερα

“Έφυγε” επί σκηνής ο Δημήτρης Χατζής

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Κιθαρίστας, συνθέτης και ιδιοκτήτης του ιστορικού δισκάδικου «Music Machine» στην οδό Διδότου 16, στο Κολωνάκι, ο Δημήτρης Χατζής πέθανε από ανακοπή καρδιάς στα 57 του χρόνια.

Ο μουσικός συμμετείχε την Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019, το βράδυ στο αφιέρωμα για τον Νικόλα Άσιμο που ολοκλήρωνε τον κύκλο του στο «Ρομάντζο» της οδού Αναξαγόρα.

Ήταν γύρω στα μεσάνυχτα όταν οι One Nation Underground, το συγκρότημα του Δημήτρη Χατζή, μέλος των οποίων εδώ και δύο μήνες ήταν ο έμπειρος ντράμερ Μάνος Νεόφυτος, έπαιζαν το τέταρτο κομμάτι τους.

Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, φαίνεται ότι ένιωσε κάποια αδιαθεσία και θέλησε να βγάλει την κιθάρα του κατεβαίνοντας από τη σκηνή. Δεν πρόλαβε όμως και σωριάστηκε στο έδαφος. Στην αίθουσα επικράτησε πανικός, αρκετοί προσπάθησαν να του κάνουν μαλάξεις, ειδοποιήθηκε το ΕΚΑΒ που τον μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε και ο θάνατός του.

O Δημήτρης Χατζής, εκτός από κιθαρίστας και συνθέτης του ψυχεδελικού garage-rock συγκροτήματος Allison, διατηρούσε το ιστορικό δισκάδικο «Music Machine» στην οδό Διδότου 16, στο Κολωνάκι, το οποίο είχαν επισκεφθεί μεταξύ άλλων, όταν ήρθαν για συναυλίες στην Αθήνα, ο Έρικ Μπάρτον αλλά και η Lady Gaga. Στο συγκεκριμένο δισκάδικο έχουν γίνει μεταξύ άλλων γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς «Τα στέκια».

Το δισκοπωλείο του είχε αμερικάνικη ατμόσφαιρα, καθώς ο ίδιος είχε ζήσει εκεί και ήταν λάτρης των 50s-60s αλλά και των παλιών αυτοκινήτων που οδηγούσε κι ο ίδιος. Τζουκ μποξ στη βιτρίνα και vintage έπιπλα. Αρχικά, το 1982, το «Music Machine» είχε ανοίξει στη Σόλωνος, με 50s πάντα αισθητική.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Έφυγε” επί σκηνής ο Δημήτρης Χατζής
Περισσότερα

Πώς είδαν τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού πριν 100 χρόνια οι Αμερικανοί και οι Ρώσοι επίσημοι

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Την Κυριακή 19 Μαΐου 2019 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη Γενοκτονία των Ποντίων. Θυμίζουμε ότι με αρκετή καθυστέρηση, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου 1994 την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού. Με αφορμή αυτή την επέτειο το catisart κάνει ένα μικρό αφιέρωμα με δύο κείμενα που υπογράφει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τάσος Κοντογιαννίδης ο οποίος γεννήθηκε στο χωριό Κομνηνά Ξάνθης. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Σταυρουπόλεως, στη δημοσιογραφική σχολή του Σπύρου Μελά και είναι πτυχιούχος του Παντείου Πανεπιστημίου.

***

 

Γράφει ο δημοσιογράφος Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης
akontogiannidis@yahoo.gr

 

 

Με τη συμπλήρωση 100 ετών της Γενοκτονίας των Ποντίων από τις ορδές του Μουσταφά Κεμάλ, οι χιλιάδες των Ποντίων και γενικά όλοι οι Έλληνες, τιμούν τη μνήμη των εκτελεσθέντων και ζητούν από τους θύτες μια συγγνώμη, για να αναπαυθούν οι ψυχές των θυμάτων τους.
Τις μέρες λοιπόν αυτές, που οι Έλληνες ετοιμάζονται να τιμήσουν στις 19 Μαΐου τους 353.000 νεκρούς Έλληνες του Πόντου, ο πρώην πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών κ. Αντώνιος Κουνάδης, φέρνει στην επικαιρότητα μία ηχηρή παρέμβαση των Ελλήνων διανοουμένων, που με κοινή διακήρυξή τους, καλούσαν τους διανοούμενους της Δύσης να καταδικάσουν και να καταγγείλουν τη Γενοκτονία των Ελλήνων από τους Τούρκους.

Αυτήν τη Γενοκτονία, κάποιοι σημερινοί ημέτεροι, που παριστάνουν τους διανοούμενους, αμφισβητούν και σκοπίμως… αγνοούν, για να βγάλουν προφανώς την Τουρκία από τη δύσκολη θέση της αναγνώρισης και εν όψει μάλιστα της υποχρεώσεως της χώρας, για εκδημοκρατισμό και προσέγγισή της, πολιτισμικώς και πολιτιστικώς, με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Πτώματα Ποντίων αραδιασμένα έξω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του χωριού Πάτλαμα Κερασούντος.

 

 

 

«Στο πλαίσιο της επιχειρούμενης προσπάθειας του κ. Ερντογάν – τονίζει ο κ. Αντ. Κουνάδης – να πείσει τη Δύση για δήθεν βήματα εκδημοκρατισμού και προσέγγισης της χώρας του με την Ευρωπαϊκή Ένωση, διερωτάται κανείς κατά πόσον αυτό είναι αληθές. Αν πράγματι η προσπάθεια αυτή είναι ειλικρινής, γιατί δεν προχωρεί, αν όχι στην υπέρβαση να αναγνωρίσει με βάση αδιάσειστα ιστορικά δεδομένα τις Γενοκτονίες Αρμενίων και Ελλήνων του Πόντου, τουλάχιστον να μετριάσει τη σφοδρή αντίδραση του, στις αναγνωρίσεις των γενοκτονιών αυτών, από άλλες χώρες».

 

 

Ο ακαδημαϊκός και πρώην πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Αντώνης Κουνάδης (πρωταθλητής Ελλάδος και Βαλκανιονίκης στη Δισκοβολία) φέρνει στο φως της δημοσιότητας τις έντονες διαμαρτυρίες κορυφαίων Ελλήνων διανοουμένων για τις σφαγές των Ποντίων από τους Τούρκους το 1921

 

 

Ο κ. Κουνάδης φέρνει στο προσκήνιο τη Διακήρυξη – Διαμαρτυρία των Ελλήνων Διανοουμένων για την τραγωδία του Πόντου προς τους συναδέλφους τους στην Ευρώπη και στην Αμερική που δημοσιεύτηκε στα τέλη Νοεμβρίου του 1921 στον Ελληνικό Τύπο και υπογράφεται από κορυφαίους Έλληνες συγγραφείς, ποιητές και πνευματικές προσωπικότητες.

 

Η Διακήρυξη των διανοουμένων για την τραγωδία του Πόντου

 

«Μετά βαθυτάτης συγκινήσεως οι συγγραφείς και καλλιτέχναι της Ελλάδος απευθύνονται προς τους διανοουμένους του πεπολιτισμένου κόσμου, όπως γνωστοποιήσουν εις αυτούς την τραγωδίαν χιλιάδων οικογενειών του Ελληνικού Πόντου. Ξηρά, εξηκριβωμένα και αναμφισβήτητα τα γεγονότα, είναι τα εξής:

Οι Τούρκοι εφόνευσαν όλους ανεξαιρέτως του κατοίκους της πόλεως Μερζιφούντος, αφού την ελεηλάτησαν και την πυρπόλησαν. Τους προσπαθήσαντας να διασωθούν ετυφέκισαν και εθανάτωσαν καταλαβόντες τας διόδους. Μετετόπισαν όλον τον άρρενα πληθυσμόν των πόλεων Τριπόλεως, Κερασούντος, Ορδούς, Οινόης, Αμισσού και Πάφρας και καθ’ οδόν κατέσφαξαν τους πλείστους εξ αυτών. Έκλεισαν εντός του ναού του χωρίου Έλεζλη εν Σουλού-ερέ 535 ΄Ελληνας και τους κατέσφαξαν διασωθέντων μόνον τεσσάρων. Πρώτους έσφαξαν 7 ιερείς δια πελέκεως προ της θύρας του ναού.

 

Μητροπολίτες, προεστοί, δάσκαλοι στην αγχόνη με συνοπτικές διαδικασίες

 

 

Απηγχόνισαν εν Αμασεία 168 προκρίτους Αμισού και Πάφρας. Εβίασαν όλας ανεξαιρέτως τας γυναίκας, τας παρθένους και τα παιδία των άνω πόλεων, τας ωραιοτέρας δε παρθένους και νέους έκλεισαν εις τα χαρέμια. Πλείστα βρέφη εφόνευσαν, σφενδονίζοντες αυτά κατά των τοίχων.

Οι υπογεγραμμένοι θέτουσι τα ανωτέρω υπ’ όψιν των διανοουμένων της Ευρώπης και της Αμερικής θεωρούντες, ότι όχι μόνον τα γεγονότα ταύτα αλλά και η ανοχή αυτών αποτελεί πένθος της ανθρωπότητος. Αθήναι 22 Νοεμβρίου 1921»

Οι υπογράφοντες:

Χαρ. Άννινος, Μάρκος Αυγέρης, Ιωάννης Βλαχογιάννης, Γερ. Βώκος, Ιωάννης Γρυπάρης, Α. Δούζας, Γεώργιος Δροσίνης, Α. Ζάχος, Αύρα Θεοδωροπούλου, Κ. Θεοτόκης, Γ. Ιακωβίδης, Νίκος Καζαντζάκης, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Αρ. Καμπάνης, Δημήτρης Καμπούρογλου, Π. Καρολίδης, Διον. Κόκκινος, Γ. Κορομηλάς, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Κων. Μαλέας, Σ. Μένανδρος, Θεολ. Νικολούδης, Παύλος Νιρβάνας, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Κωστής Παλαμάς, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Κ. Παράσχος, Κ. Πασσαγιάννης, Φώτος Πολίτης, Γ. Πώπ, Ιωάννης Σβορώνος, Άγγελος Σικελιανός, Σωτήρης Σκίπης, Γ. Στρατήγης, Δ. Ταγκόπουλος, Γ. Τσοκόπουλος, Ρ. Φυλλήρας, Γ. Χατζηδάκης, Δ. Χατσόπουλος, Παντελής Χορν.

 

 

Τοπάλ Οσμάν, ο εκτελεστής των εντολών του Κεμάλ στην σφαγή των Ποντίων.

Μουσταφά Κεμάλ. Κάλεσε τους Τούρκους λέγοντας «σφάξτε τους γκιαούρηδες!»

 

 

Ψήφισμα Αμερικανικής Γερουσίας

 

Στην Τουρκία, κατά τη διάρκεια των τουρκικών ωμοτήτων, βρίσκονταν πολλοί περιηγητές, αλλά και Επιτροπές που περιόδευαν, κατέγραφαν και φωτογράφιζαν τα γεγονότα που συναντούσαν. Ο ταγματάρχης Όουελ, επικεφαλής Αμερικανικής Επιτροπής έγραψε:

-«Από τους 30.000 εκτοπισθέντες Έλληνες, εκ των παραλίων του Πόντου το 1921 στο Χαρπούτ, έφτασαν μόλις 5.000! Οι άλλοι εκτελέστηκαν ή πέθαναν στον μακρύ δρόμο της εξορίας. Μετρήσαμε καθ’ οδόν 3.000 πτώματα κατά μήκος των οδών, βορά των σκύλων, των λύκων και των γυπαετών, διότι απαγορεύουν οι Τούρκοι στους συγγενείς τους να τους θάψουν! Τούρκοι αξιωματικοί και στρατιώτες προβαίνουν σε ανήκουστους βιασμούς γυναικών και παρθένων, τας οποίας εγκαταλείπουν ημιθανείς επί των οδών «για να ψοφήσουν εκεί» όπως έλεγαν… Είναι απερίγραπτος ο κυνισμός τους, που ομολογούν ότι μέσα από τις μάζες των εκτοπισμένων συλλαμβάνουν γυναίκες και τις οδηγούν στα χαρέμια τους».

Ο αμερικανός γερουσιαστής Κινγκ συνέταξε έκθεση απαριθμώντας τα τουρκικά εγκλήματα και με βάση αυτήν, η Αμερικανική Γερουσία εξέδωσε ψήφισμα με δριμύ κατηγορώ κατά των τουρκικών ωμοτήτων. Έλεγε το ψήφισμα:

«Η Γερουσία εκφράζει αποστροφήν και κατάκρισιν της βαρβάρου και αγρίας καταδιώξεως των Ελλήνων του Πόντου υπό της κυβερνήσεως του Κεμάλ Πασά. Η γερουσία ζητεί παρά του προέδρου των ΗΠΑ όπως φέρει τας θηριωδίας του Πόντου εις την προσοχήν των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και εις το Συμβούλιον της Κοινωνίας των Εθνών»

Το ψήφισμα αυτό της Αμερικανικής Γερουσίας, οι Πόντιοι πρέπει να το κάνουν σημαία και να το δείχνουν σ’ εκείνους που αμφισβητούν τη Γενοκτονία…

 

Θρηνούν εκτελεσθέντες συγγενείς τους…

 

 

Τι κατέγραψαν Ρώσοι επίσημοι

 

Ο Ρώσος στρατηγός Φρούντζε, επίσημος στρατιωτικός απεσταλμένος του Λένιν και σύμβουλος του Κεμάλ, στη διάρκεια της γενοκτονίας των Ποντίων, έγραψε στο βιβλίο του «Αναμνήσεις από την Τουρκία»:
«Από τις 200 χιλιάδες Έλληνες που ζούσαν στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια, έμειναν μόνο λίγοι αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Η περιοχή ερημώθηκε. Οι Τσέτες του Τοπάλ Οσμάν Πασά έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους έλληνες που βρήκαν μπροστά τους. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ έως το Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα…»

 

Ο άνθρωπος αυτός που δεν μασά τα λόγια του, ήταν στρατιωτικός σύμβουλος των σοβιετικών δίπλα στον Κεμάλ!
Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, έγραφε :

«Όταν έμαθα για τις μαζικές σφαγές των Ελλήνων στη Σαμψούντα, συνάντησα τον Κεμάλ και έχοντας υπ’ όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μη θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, με προσοχή του ανέφερα το γεγονός. Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής: «Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες κι έχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο… Πρέπει να καταλάβετε το λαό μας. Είναι εξαγριωμένος. Ποίοι πρέπει να κατηγορηθούν γι’ αυτό; Ασφαλώς εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα «Ποντιακό Κράτος» μέσα στην Τουρκία».

Μία αδικαιολόγητη και αστήρικτη δικαιολογία του Σφαγέα των Ελλήνων που προέτρεπε τους Τούρκους: «αν εξοντώσετε τους Γκιαούρηδες, ο πλούτος και οι περιουσίες που έχουν, θα γίνουν δικά σας!».

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ…

Εκατό χρόνια Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού μετά τον πύρινο λόγο του Κεμάλ

Παναγιώτης ΜήλαςΠώς είδαν τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού πριν 100 χρόνια οι Αμερικανοί και οι Ρώσοι επίσημοι
Περισσότερα

Βιβέτα Τσιούνη. Η λαμπερή «Ελίνα» έφυγε στα 85 της «αθόρυβα», όπως ακριβώς το είχε ζητήσει

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Τη Δευτέρα 6 Μαΐου 2019 την αποχαιρέτησαν οι δικοί της έτσι ακριβώς όπως το είχε ζητήσει: Χωρίς θόρυβο. Το ανακοίνωσαν μόλις μία εβδομάδα μετά η αδελφή της Πόπη Τσιούνη και τα ανίψια της, Ελιάννα και Βασίλης Ρεμεντζής.

Αυτή ήταν η τελευταία επιθυμία της Βιβέτας Τσιούνη.

Ήθελε να τη θυμόμαστε έτσι όπως την αγαπήσαμε…

 

***

 

Γεννήθηκε το 1934. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου μαζί με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και τη Δέσποινα Νικολαΐδου. Σπόυδασε επίσης στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης του Λονδίνου, αλλά και στο «Actor’s Studio» της Νέας Υόρκης.

 

Από το 1955 έως το 1993 έλαβε μέρος σε 35 παραστάσεις του Εθνικού.

 

Η Βιβέτα Τσιούνη, ως «Ελίνα Ζορμπά», στην ταινία “Μικροί και μεγάλοι εν δράσει”.

 

Τη λατρέψαμε ως «Ελίνα Ζορμπά», κόρη του Λάμπρου Κωνσταντάρα και νύφη της Μαίρης Αρώνη, στην ταινία «Μικροί και μεγάλοι εν δράσει» το 1963. Πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη την είδαμε το 1962 ως «Τερέζα Βενιέρη» στην «Οργή».

 

Βασιλεύς ο Ροδολίνος (1962), σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού. Εθνικό Θέατρο. Κεντρική Σκηνή. Ελένη Χατζηαργύρη (Αννάζια), Βιβέτα Τσιούνη (Ροδοδάφνη).

 

Την είδαμε επίσης στις ταινίες: «Αυτό το κάτι άλλο» το 1963 ως Έλλη Σπαρτάλη. Το 1964 στις «Αμφιβολίες» ως Λένα Κορωνέλου. Το 1965 στην ταινία «Και οι 14 ήταν υπέροχοι». Το 1966 στο «Une balle au coeur», επίσης το 1966 στο «Ξεχασμένοι ήρωες» και τέλος το 1969 στην ταινία «Ο θαυματοποιός».

 

***

 

Ως μέλος του Σ.Ε.Η. ανέπτυξε συνδικαλιστική δραστηριότητα, ενώ επί δυο έτη παρουσίαζε δική της πολιτιστική εκπομπή στο Κανάλι «902» του ΚΚΕ. Η Τσιούνη έγραψε θεατρικά έργα και το μυθιστόρημα «Η θηλειά» (1994). Στη «Φιλολογική Πρωτοχρονιά ’97» δημοσιεύτηκε το διήγημά της «Το σπίτι».

Στο ενεργητικό της είχε επαίνους από την «Πανελλήνια ‘Ενωση Λογοτεχνών» για δυο θεατρικά της έργα (1991) ενώ έιχε κερδίσει το Κρατικό Βραβείο παιδικού Θεατρικού έργου (1993).

 

***

 

Συμβιβαστήκαμε (1992), σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου. Εθνικό Θέατρο: Νέα Σκηνή. Μαριάνθη Τεχριτζόγλου (Φούλα), Βιβέτα Τσιούνη (Ελένη).

 

Τη Βιβέτα Τσιούνη τη θυμόμαστε και από τη συμμετοχή της στην αστυνομική σειρά «Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα», (το 1987) που βασίστηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή, σε σκηνοθεσία του Ερρίκου Ανδρέου.

 

Συμβιβαστήκαμε (1992), σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου. Εθνικό Θέατρο: Νέα Σκηνή. Βιβέτα Τσιούνη (Ελένη), Μάκης Ρευματάς (Σωτήρης), Ντίνα Ανδριοπούλου (Κατερίνα).

 

Επίσης έκανε μια χαρακτηριστική εμφάνιση στις «Τρεις Χάριτες» το 1990, στο επεισόδιο με τον τίτλο «Σκυλίσια ζωή» όπου ήταν η κυρία που είχε τη σκυλίτσα με την οποία ζευγάρωσε ο σκύλος της Όλγας, ο Πατσατσούφας…

 

Στο βυθό (1981), σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου. Εθνικό Θέατρο: Σκηνή Κοτοπούλη-REX: Λυκούργος Καλλέργης (Λουκάς), Βιβέτα Τσιούνη (Άννα).

 

Είχε συμμετοχή στις τηλεοπτικές παραγωγές: Ξενοδοχείο ο 7ος Ουρανός 1972, Αξιωματικός υπηρεσίας 1972, Το μαύρο κλειδί 1973, Ελληνικοί Μύθοι: Θηβαϊκός κύκλος 1975, Το ταξίδι 1976, Οι παραστρατημένοι 1979, Κόντρα στον άνεμο 1980, Ιστορίες με απρόοπτο τέλος 1991.

 

Παναγιώτης ΜήλαςΒιβέτα Τσιούνη. Η λαμπερή «Ελίνα» έφυγε στα 85 της «αθόρυβα», όπως ακριβώς το είχε ζητήσει
Περισσότερα

Γεώργιος Παπανικολάου. Ο «άγιος» των γυναικών

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Δεν είμαι πλέον ονειροπόλος. Η επιστήμη με άρπαξε από τα χέρια του Νίτσε. Πατώ απάνω σε έδαφος στερεό. Το ιδανικόν μου δεν είναι να πλουτίσω ούτε να ζήσω ευτυχής, αλλά να εργασθώ, να δράσω, να δημιουργήσω, να κάμω κάτι τι αντάξιον ενός ανθρώπου ηθικού και δυνατού»… Αυτά έλεγε ο Γεώργιος Παπανικολάου, ο οποίος γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1883 στην Κύμη. Οι ζωές των γυναικών που έχουν σωθεί παγκοσμίως από την εφαρμογή του «Pap test» μετριούνται σε εκατομμύρια. Το πόσο σημαντικό είναι το Τεστ Παπανικολάου για την υγεία των γυναικών προκύπτει περίτρανα από τα στατιστικά στοιχεία, που δείχνουν ότι μέσα στα πρώτα 60 χρόνια της εφαρμογής του, ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας από πρώτη αιτία θανάτου στις γυναίκες έπεσε στην 13η θέση. Κορυφαίο είναι το σύγγραμμά του «Άτλας Αποφολιδωτικής Κυτταρολογίας». Ο Παπανικολάου ήταν πάντα ένας σιωπηλός αγωνιστής του πνεύματος και της επιστήμης, επίμονος και ατάραχος, ακούραστος και ταπεινός, ευγενής και αξιοπρεπής, ακόμα και όταν αδικήθηκε όπως στην περίπτωση του Νόμπελ Ιατρικής, για το οποίο είχε προταθεί δύο φορές από πολλούς Έλληνες και ξένους ερευνητές. Πέθανε στις 19 Φεβρουαρίου 1962 στο Μαϊάμι της Φλώριδα.

 

 

Η γυναίκα του, Μάχη Μαυρογένη (στη φωτογραφία) προσπάθησε να συνεχίσει το έργο του στο Μαϊάμι μέχρι το θάνατό της, στις 13 Οκτωβρίου 1982, σε ηλικία 92 ετών.

Παναγιώτης ΜήλαςΓεώργιος Παπανικολάου. Ο «άγιος» των γυναικών
Περισσότερα