Κάρτα Μνήμης

Η Πόπη Χριστοδουλίδου μας αποχαιρέτησε ύστερα από σκληρή μάχη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Από το αναμνηστικό λεύκωμα της εφημερίδας “Έθνος” το 1987.

Η Πόπη Χριστοδουλίδου όπως την είχε σκιτσάρει τον Μάιο του 2008 ο αξέχαστος γελοιογράφος Γιάννης Ιωάννου.

Πέθανε τα ξημερώματα της Τετάρτης 30 Οκτωβρίου 2019 η δημοσιογράφος Πόπη Χριστοδουλίδου. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα υγείας.

Γεννήθηκε στο Αιγάλεω το 1961. Μετά την αποφοίτησή της από το Λύκειο, φοίτησε στο «Εργαστήρι Δημοσιογραφίας». Στην ελληνική δημοσιογραφία ξεκίνησε το 1982, καλύπτοντας το καλλιτεχνικό ρεπορτάζ για το εβδομαδιαίο περιοδικό «Μουσική». Από τα τέλη του 1982 έως τον Ιούνιο του 1986 εργάστηκε στην εφημερίδα «Αυριανή», αρχικά στο ελεύθερο και στη συνέχεια στο πειραϊκό – ναυτιλιακό ρεπορτάζ. Από το 1986 έως το 2011 εργάστηκε στην εφημερίδα «Έθνος» καλύπτοντας το πειραϊκό ρεπορτάζ.

Είχε διατελέσει εκπρόσωπος των εργαζομένων στην εφημερίδα «Έθνος» και πρόεδρος του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΕΣΗΕΑ από το 2015 έως και το 2017. Τα τελευταία χρόνια εκλεγόταν στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΔΟΕΑΠ.

Υπήρξε μάχιμη δημοσιογράφος ενώ, παράλληλα, ανέπτυξε πλούσια συνδικαλιστική δράση με στόχο την υπεράσπιση των συναδέλφων.

***

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ ανακοίνωσε ότι η κηδεία της Πόπης Χριστοδουλίδου θα γίνει την Παρασκευή, 1η Νοεμβρίου 2019, στις 15:00, στο Γ’ Νεκροταφείο Αθηνών. Επίσης, στην κηδεία θα παρευρεθεί κλιμάκιο της «Κιβωτού του Κόσμου» για όποια δωρεά.

 

 

 

 

Παναγιώτης ΜήλαςΗ Πόπη Χριστοδουλίδου μας αποχαιρέτησε ύστερα από σκληρή μάχη
Περισσότερα

Μίμης Φωτόπουλος: Μια «μικρή αγγελία» άνοιξε διάπλατα «Το ποτάμι της ζωής μου»…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Στα «Μπουλούκια», όπως αποκαλούσαν τους μικροθιάσους στα παλιά χρόνια, που οι θεατρίνοι τους, όλη τους τη ζωή περιόδευαν από χωριό σε χωριό χωρίς ποτέ να τους αγκαλιάσει η δόξα, είναι αφιερωμένα τα ποιήματα της ομώνυμης βραβευμένης ποιητικής συλλογής του Μίμη Φωτόπουλου.

Οι θεατρίνοι των «Μπουλουκιών» αυτών, που τους τιμούσε ο Βεάκης με την αγάπη του, είχαν ένα πάθος: το θέατρο και ζούσαν μόνο γι’ αυτό.

Κι ήταν τα Μπουλούκια αυτά το «Πανεπιστήμιο των ηθοποιών», όπως τα αποκαλούσε ο Αλέκος Λειβαδίτης.

*

Γράφει ο Μίμης Φωτόπουλος:

«Τα μπουλούκια»

*
Είμαστε όλοι πολύ μικροί.
Δίχως φίρμα,
Μπουλούκι μας λένε.
*
Άγνωστοι θεατρίνοι.
Ένας Μίμης, μια Κατινίτσα,
Κάποια Ίρμα
Κι άλλοι πολλοί ακόμη, θλιμμένοι Αρλεκίνοι.
*
Αποχαιρετήσαμε κάθε χαρά μας κοινή.
Και τραβήξαμ’ έν άγνωστο δρόμο.
Μα με τον καιρό πνίξαμε τα όνειρά μας
κι ένα βαρύ σταυρό επήραμε στον ώμο.
*
Τώρα η θλίψη μας συντροφεύει κι η πείνα πάντα.
Στα χείλη ποτέ πια δε θ΄ ανθίσει χαρά.
*
Τα προχτές μια μικρή μπαλαρίνα – ένα ρόδο χλωμό
– τη θέρισ΄ η φθίση.
*
Ποιος ξέρει αλήθεια, καθενός ο πατέρας
Πόσα όνειρα ωραία, για τον γιό του έχει πλέξει.
Να γινόταν της επιστήμης αστέρας!
Μ’ αυτός στο ζάρι τη ζωή του έχει παίξει!
*
Και σεις πέρα κει, στις μακριές επαρχίες
που τα «Μπουλούκια» σας διώχνουν την πλήξη,
αν μαθαίνατε τις θλιβερές μας ιστορίες
ο πόνος, την καταφρόνια θα ΄χε πνίξει.

*

Όλα τα παραπάνω τα έχει γράψει ο Αρτέμης Μάτσας.

*

Τα «Μπουλούκια» τυπώθηκαν το 1940 και κυκλοφόρησαν μια ιστορική ημερομηνία: στις 28 Οκτωβρίου.
Η σπάνια αυτή τύχη τους στάθηκε και η αφορμή να περάσουν απαρατήρητα -καταποντισμένα μέσα στη δίνη του πολέμου που ματοκύλισε την ανθρωπότητα.
Από μια σύμπτωση αυτό το βιβλίο το 1942 πήρε μέρος σ’ έναν κρατικό διαγωνισμό όπου κέρδισε έπαινο.
Ίσως από τότε να άρχισε η «καριέρα» του, που το γνώρισε στο πλατύτερο κοινό και εξάντλησε και το τελευταίο του αντίτυπο.
Ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «24 Γράμματα» το 2019.

*

 

Στο βιβλίο του «Το ποτάμι της ζωής μου», ο Μίμης Φωτόπουλος γράφει:

«Γεννήθηκα των Βαΐων. Σημαδιακή μέρα. Ώς τα 33 μου χρόνια η ζωή δεν ήταν σπαρμένη με βάγια, αλλά με αγκάθια. Και σε μια στιγμή, στο απόγειο της κινηματογραφικής μου καριέρας, μπήκα σαν Μεσσίας στη Λάρισα. Βέβαια, δεν μπήκα «επί πώλου όνου», αλλά οι θαυμαστές μου σήκωσαν στα χέρια ένα μικρό «οστενάκι» που είχα. Αυτό ήταν το πρώτο γλυκό ποτήρι που ήπια ύστερα από τόσα και τόσα πικρά. (…)

Αν υπάρχουν μοιραίες μικρές αγγελίες, τότε η μικρή αγγελία που διάβασα ήταν η μοιραία της ζωής μου.

Έχουν περάσει 50 χρόνια από τότε και ακόμα δεν μπορώ να εξηγήσω πώς μου ‘ρθε, έτσι στα καλά καθούμενα, να δώσω εξετάσεις στη Δραματική. Ώς εκείνη τη στιγμή δεν είχα πατήσει σε θέατρο παρά μονάχα 2 φορές. Τη μια είχα δει τον Βασίλη Αργυρόπουλο και την άλλη τα Καλουτάκια.
Εκείνο που λάτρεψα ήταν ο κινηματογράφος. Πιστεύω ότι εκείνο που με θάμπωσε ήταν οι δύο τίτλοι: φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και σπουδαστής της Δραματικής Σχολής του Βασιλικού Θεάτρου. Μεγάλη υπόθεση».

*

Το βιβλίο είχε πρωτοεκδοθεί το 1984 από τις «Εκδόσεις Gutenberg» και στη συνέχεια από τις «Εκδόσεις Καστανιώτη» το 2002.

*

Ο Μίμης Φωτόπουλος γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1913, την Κυριακή των Βαΐων και έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου του 1986, σε ηλικία 73 ετών.

***

ΓΛΥΚΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΜΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Παναγιώτης ΜήλαςΜίμης Φωτόπουλος: Μια «μικρή αγγελία» άνοιξε διάπλατα «Το ποτάμι της ζωής μου»…
Περισσότερα

Η «Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940» όπως την είδε ο Άγγελος Σικελιανός

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο Αλέξανδρος Αλεξανδράκης. Μαζί με τα 5 αδέλφια του πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο κατά την ιταλική εισβολή και επιστρέφοντας ζωγράφισε σκηνές από τον πόλεμο, όπως ακριβώς τις έζησε. Στην Αθήνα γεννήθηκε το 1913 και πέθανε το 1968.

Ο Άγγελος Σικελιανός ήταν ένας από τους μείζονες παραδοσιακούς ποιητές. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο. Γεννήθηκε στις 28 Μαρτίου του 1884 στη Λευκάδα και πέθανε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 1951.

«Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940»

 

Το γένος βουλιαγμένο μες στον αιώνα
να λυτρωθεί μονάχο του μπορεί
μα να ξυπνήσει πρέπει η πλέρια Μνήμη
βαθειά του, αδάμαστη και τρομερή.
*
Κανείς δε θα ξεφύγει τη γενιά του!
το βάρος της θα σπάσει ως τη στιγμή,
που βγαίνοντας από τη λησμονιά του
στο φως που πια δεν στέκουν δισταγμοί.
*
Της ζωής θε να ντυθεί την πανοπλία,
και μ’ ακέριο τον άγιο σκελετό
των περασμένων, θα στηθεί στη γη του
με το κεφάλι αλύγιστο κι ορτό!
*
Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε: Ακόμα ένα εικοσιένα! Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, οπού αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, στον υπέρτατο τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό!
*
Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων! Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου! Και μαζί, ω γιγάντια, πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία, ..Νικητές, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, πρωτοπόροι της πνευματικής ανάπλασης ολόκληρης της γης!
*
Ω Μέρα-Μάννα, που μας έσπασες ακέρια κι ως το ύστατο, όλα τα κρυφά εσωτερικά δεσμά μας! Ω κοσμοϊστορική Ελευθερία, τόσο βαθειά λαχταρισμένη! Να Σε! Σε κατέχουμε! Σε νιώθουμε! Σε θέλουμε!
*
Και θε να Σε κρατήσουμε όλοι, στο τεράστιο ύψος που μας φανερώθηκες απ’ τα χαράματα των Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940, κι ως με τη συντέλεια των αιώνων, είτε ζήσουμε, είτε, αύριο που θα φέγγεις πάνω απ’ όλο τον πλανήτη το γιγάντιο φως Σου, θα βρισκόμαστε στα σπλάχνα Σου, ω Μητέρα, αθάνατοι νεκροί!
*
15 Νοεμβρίου 1940 Νέα Εστία

 

Παναγιώτης ΜήλαςΗ «Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940» όπως την είδε ο Άγγελος Σικελιανός
Περισσότερα

Οκτώβριος 1940: «Βασειληκει Φροντισαι για την Μητερα Ναμι Στεναχοριεται. Περιμενο γραμασου…»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

 

Βρισκόμαστε στον Οκτώβριο του 1940. Βαριά και μαύρα τα σύννεφα. Τον Δεκαπενταύγουστο οι Ιταλοί είχαν κάνει την πρώτη τους επίθεση βυθίζοντας το καταδρομικό «Έλλη» μέσα στο λιμάνι της Τήνου και αφήνοντας πίσω 8 νεκρούς. Ήδη ο Μπενίτο Μουσολίνι, έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, ήθελε να αποδείξει στο Βερολίνο πως μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες. Η Ιταλία είχε κατακτήσει την Αλβανία από την άνοιξη του 1939, καθώς και πολλές βρετανικές βάσεις στην Αφρική, όπως τη Σομαλιλάνδη, το καλοκαίρι του 1940.
Παράλληλα ο Μουσολίνι και οι στρατηγοί του θεωρούσαν ότι η κατάκτηση της Ελλάδας θα ήταν κάτι σαν εκδρομή…

 

Στρατεύσιμοι και εθελοντές σπεύδουν με κάθε μέσο προς τις στρατιωτικές τους μονάδες.

 

Η επιλογή της ημερομηνίας καθόλου τυχαία: στις 28/10/1940 συμπληρώνονταν 17 χρόνια από την «πορεία προς τη Ρώμη» με την οποία το 1923 είχε εγκαθιδρυθεί το φασιστικό καθεστώς. Η εντός ολίγων ημερών κατάληψη της Ελλάδας ήταν ζήτημα γοήτρου για τον Ντούτσε, ο οποίος ήθελε να στείλει ένα μήνυμα στους συμμάχους του Γερμανούς ότι είναι και αυτός ισάξιος και ισότιμος κατακτητής με τον Φύρερ.
Διαβάζουμε από το ημερολόγιο του Ιταλού υπουργού Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο στις 12 Οκτωβρίου του 1940:

«Ο Ντούτσε είναι αγανακτισμένος. Λέει ότι η κατάληψη της Ρουμανίας από τη χιτλερική Γερμανία, έχει επηρεάσει αρνητικά την ιταλική κοινή γνώμη. Είπε ο Μουσολίνι: «Ο Χίτλερ με φέρνει πάντα προ τετελεσμένων γεγονότων. Αυτή τη φορά θα τον πληρώσω με το ίδιο νόμισμα. Θα πληροφορηθεί ότι κατέλαβα την Ελλάδα από τις εφημερίδες. Έτσι, θα αποκατασταθεί η ισορροπία». Ρώτησα τον Ντούτσε, γράφει ο Τσιάνο, αν έχει συμφωνήσει με τον στρατάρχη Πιέτρο Μπαντόλιο. «Όχι ακόμη», απάντησε. «Αλλά θα απολύσω όποιον θεωρεί δύσκολο να χτυπηθεί με τους Έλληνες». Τώρα πια ο Ντούτσε φαίνεται αποφασισμένος να δράσει. Εγώ -λέει ο Τσιάνο- πιστεύω ότι η επιχείρηση είναι χρήσιμη και εύκολη».

Την ίδια εποχή η Ελλάδα με αργούς ρυθμούς ενίσχυε τις δυνάμεις της στα σύνορα. Από την οικογένειά μας πέντε 30χρονοι βρίσκονται στην Ήπειρο. Ο Νίκος Συμιγδαλάς, ο Πέτρος Σίμος, ο Λευτέρης Τζερέτας (στα έμπεδα) και τα αδέλφια Γιώργος και Θανάσης Μήλας (ο πρώτος αξιωματικός του Πυροβολικού). Κανένας νέος δεν είχε μείνει στη γειτονιά. Μύριζε μπαρούτι. Μανάδες, κόρες και νύφες κρατούσαν τα σπίτια. Η αγωνία βρισκόταν στο κατακόρυφο, αν και ακόμη δεν υπήρχε κάτι χειροπιαστό.

 

***

 

 

Όμως οι φαντάροι της οικογένειας διαισθάνονταν τις δύσκολες μέρες που έρχονταν. Το μόνο που είχαν να κάνουν λοιπόν ήταν να καθησυχάζουν με κάθε τρόπο τα αγαπημένα τους πρόσωπα στην Αθήνα.

 

***

 

Λόγια παρηγοριάς πίσω από τη φωτογραφία

 

Δεν υπήρχαν τότε ούτε σταθερά τηλέφωνα, ούτε κινητά, ούτε SMS. Υπήρχε μόνον τρόμος. Έτσι ένα γράμμα από τα σύνορα μπορούσε να γλυκάνει κάθε πόνο.

 

Τρεις γιαγιάδες: Η Άννα, η Ουρανία και η τυφλή Παναγιώτα στηρίζονταν στις κόρες τους Δέσποινα, Ποθητή, Βασιλική, Νίνα, Άννα, Νίτσα και στη νύφη τους, Άννα. Ραδιόφωνο δεν υπήρχε. Ελάχιστα τα νέα από τις εφημερίδες ώσπου ένα μήνυμα έσπασε τη σιωπή. Ένα μήνυμα γραμμένο μία εβδομάδα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Έφτασε όμως αφού είχαν ακουστεί οι σειρήνες. Ένα μήνυμα που ήρθε αφότου σήμαναν οι καμπάνες για την επιστράτευση. Το μήνυμα αυτό γράφτηκε πίσω από μια φωτογραφία. Τη φωτογραφία τη βρήκα πριν από τρία – τέσσερα χρόνια μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Μια φωτογραφία με ζωή 74 χρόνων:

***

 

22/10/1940


Βασειληκει ημαι καλα και ναμη στεναχοριεσαι. Φροντισαι για την Μητερα Ναμι Στεναχοριεται. Περιμενο γραμασου χερετισμους ης ολους. Σε φιλο Αθ Μηλας

 

***

Είκοσι λέξεις γραμμένες από εκείνον που ήταν 30 ετών προς εκείνη που ήταν 21. Εκείνος στρατιώτης. Στην πρώτη γραμμή. Εκείνη πίσω στην Αθήνα. Ο πόλεμος μόλις είχε ξεσπάσει… Όλη η οικογένεια πέρασε όσα πέρασαν κυρίως όλοι οι Αθηναίοι. Το μόνο που δεν τους έλειψε ήταν το χαμόγελο και η πίστη για τη ζωή. Αυτά τους κράτησαν ζωντανούς.

 

***

 

Η εφημερίδα “Βραδυνή”, το ξημέρωμα της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου 1940, καλεί τους Έλληνες σε αγώνα μέχρι την τελική νίκη.

 

 

Από τη μεγάλη παρέα των φίλων της γειτονιάς δεν γύρισε μόνο ένας. Ήταν ένας ψηλέας που ερχόταν από του Ζωγράφου. Το παρατσούκλι του ήταν «Μπρακ». Η παρέα έτρεχε και τον έβλεπε κάθε Κυριακή. Πήγαιναν στη Λεωφόρο. Ήταν ο Μίμης Πιερράκος, βασικός ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Παναθηναϊκού μαζί με τον αδελφό του, τον Στέφανο. Μόλις κηρύχθηκε ο πόλεμος, ο Μίμης παρουσιάστηκε στο στρατό και υπηρέτησε στο Μέτωπο ως ασυρματιστής. Στις 18 Νοεμβρίου 1940 μάλιστα αιχμαλώτισε έναν Ιταλό αεροπόρο, που καταρρίφθηκε το αεροπλάνο του, κοντά στο χωριό Διποταμιά, στο δρόμο για το Πόγραδετς. Λίγες ώρες αργότερα κάθισε να γράψει γράμμα στους δικούς του. Οι βόμβες έσκαγαν δίπλα του. Εκείνος συνέχισε να γράφει. Κι εκεί τον βρήκε ο χάρος.

 

 

Ο Μήτσος Αϊβαλιώτης (αριστερά) σε αναμνηστική φωτογραφία, κάπου στο μέτωπο. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, έφερε τη φωτογραφία, ένα μετάλλιο ανδρείας και …μια σφαίρα, λίγο κάτω από τον ώμο του, που την είχε μαζί του μέχρι τα 92.

 

 

Από την υπόλοιπη παρέα ευτυχώς γύρισαν όλοι ζωντανοί. Μόνον ένας τραυματίστηκε βαριά στα μάτια όταν σε μικρή απόσταση μπροστά του έσκασε χειροβομβίδα. Από τη λάμψη έχασε το φως του για μερικές εβδομάδες.

 

Η συνάντηση με τη Σοφία Βέμπο

 

Στο νοσοκομείο που τον μετέφεραν έμεινε 5 μήνες. Εκεί «γνώρισε» και τη Σοφία Βέμπο. Για την ακρίβεια την άκουσε μόνο. Δεν μπορούσε να τη δει. Εκείνη όταν διαπίστωσε πως ο φαντάρος δεν βλέπει, πήγε και κάθισε στο κρεβάτι του και από εκεί τραγούδησε το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά…». Μετά τη μικρή γιορτή δόθηκαν αναμνηστικά μετάλλια στους τραυματίες. Ανάμεσα στους τραυματίες και ένας Μυτιληνιός, ο Δημήτρης Αϊβαλιώτης. Πήρε κι εκείνος αναμνηστικό μετάλλιο. Τα χρόνια πέρασαν και οι δύο τραυματίες συναντήθηκαν και πάλι. Αυτή τη φορά όμως γνωρίστηκαν.

Στις συνηθισμένες διηγήσεις των ανδρών για τα πολεμικά τους κατορθώματα έφθασαν κάποια στιγμή να λένε και για το νοσοκομείο όπου έγινε η τιμητική τους βράβευση μετά τη γιορτή με τη Σοφία Βέμπο. Ο Θανάσης που είχε χάσει την όρασή του και ο Δημήτρης που είχε τραυματιστεί στα πόδια και είχε επίσης μια σφαίρα λίγο πιο κάτω από τον ώμο, βρέθηκαν ύστερα από 41 χρόνια. Αναγνώρισε ο ένας τον άλλον και αγκαλιάστηκαν. Αγκαλιάστηκαν όμως και για έναν ακόμη λόγο. Πάντρευαν τα παιδιά τους. Την Ειρήνη και τον Παναγιώτη. Έτσι γράφτηκε η ιστορία. Σαν το παραμύθι που μας έλεγε η γιαγιά τυλίγοντας στην ανέμη την κόκκινη κλωστή…

 

*Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά εδώ στο catisart.gr στις 22 Οκτωβρίου 2014.

 

Άλλη μια φωτογραφία από το μέτωπο. Στιγμές ανάπαυσης. Στην παρέα, στην άκρη δεξιά ο Μήτσος Αϊβαλιώτης.

diaxeiristisΟκτώβριος 1940: «Βασειληκει Φροντισαι για την Μητερα Ναμι Στεναχοριεται. Περιμενο γραμασου…»
Περισσότερα

Τιτίκα Νικηφοράκη. Μια ολόκληρη ζωή άστραφτε… Ήταν ένα αστέρι 100 καρατίων

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

-Ένα βράδυ, ύστερα από μία παράσταση μπήκαμε σε ένα ταξί δύο, τρεις ηθοποιοί, εγώ κι ο Χατζίσκος να πάμε από τη Θεσσαλονίκη σε μια άλλη πόλη της Μακεδονίας.

Ο ταξιτζής μας έπιασε κουβέντα:

«Είδα απόψε μια παράσταση καταπληκτική, ακόμα γελάω… Κι εκείνη που έπαιζε ήταν διαβόλου κάλτσα… Δεν θυμάμαι το όνομά της… Ήταν όμως κοπελάρα»!

-Του έπιασα την κουβέντα και τον ρωτάω: Πώς ήταν αυτή;

-Μου την περιέγραψε…

-Καλά, τώρα εγώ που σου μιλάω τίποτα δεν σου θυμίζω;

«Τι να μου θυμίζεις κυρά μου»; Μου λέει «αυτή άστραφτε»!

-Του λέω: Εγώ είμαι! Ο άνθρωπος «έπαθε» βέβαια. Αυτό είναι το θέατρο…

***

 

«Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας» το 1953. Πρώτη σειρά, στο πάτωμα: Χαράλαμπος Πλακούδης, Αλέξης Σολομός (Σκηνοθέτης), Μιχάλης Μπούχλης (Παυλάκης), Βάσω Μεταξά (Όρσολα). Δεύτερη σειρά, στις καρέκλες: Κλεόβουλος Κλώνης (Σκηνογράφος), Κυβέλη (Κοντέσα Βαλέραινα), Τιτίκα Νικηφοράκη (Τασία), Θάνος Κωτσόπουλος (Μανώλης, κόντε Βαλέρης). Πίσω από την Κυβέλη, με το κασκόλ: Άρης Βλαχόπουλος (Τζώρτζης Πάπουζας).

 

Την παραπάνω ιστορία διηγήθηκε η Τιτίκα Νικηφοράκη στον Σπύρο Μπιμπίλα για το «Θεατρικό Ημερολόγιο του 2019.

Πράγματι: όπως είπε τότε και ο ταξιτζής: «αυτή άστραφτε»…

Ήταν ένα αστέρι που ανέτειλε στο Ηράκλειο της Κρήτης στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα. Είχε ξεπεράσει προ πολλού τα 100.

Άστραφτε μια ολόκληρη ζωή φωτίζοντας το δρόμο δεκάδων ηθοποιών και ως συνάδελφός τους και – κυρίως – ως δασκάλα τους για περισσότερα από 20 χρόνια.

Άστραφτε όμως και ως μεταφράστρια και ως ποιήτρια.

Άστραφτε με τις γνώσεις, άστραφτε με το ήθος της.

***

 

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής», το 1954: Από αριστερά: Τιτίκα Νικηφοράκη (Μπελίνα), Χριστόφορος Νέζερ (Αργκάν), Άγγελος Γιαννούλης (Κύριος Μπονφουά).

 

Η Νικηφοράκη πρωτοεμφανίστηκε ως ηθοποιός το 1935 στο Εθνικό Θέατρο, στη θεατρική παράσταση του Ερρίκου Ίψεν με τίτλο «Πέερ Γκυντ» και άστραφτε.

-Άστραφτε με το πεντακάθαρο μυαλό της μέχρι τώρα. Τώρα που είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα 100.

 

«Το κοντσέρτο», το 1939. Από αριστερά: Ελένη Παπαδάκη (Μαρία), Νέλλη Μαρσέλλου (Δις Βέρνερ), Ρένα Ροζάν (Δεσποινίς Μάιερ), Τιτίκα Νικηφοράκη (Μις Γκάρτερ), Ελένη Ζαφειρίου (Κυρία Φλόντερερ).

 

-Στα παιδικά μου μάτια άστραφτε και όταν την είδα για πρώτη φορά στο Θέατρο του Εθνικού Κήπου στο πλευρό του Νίκου Χατζίσκου στην παράσταση «Ο Μιμήκος και η Μαίρη» το καλοκαίρι του 1956.

-Αργότερα, το 1974, την είχα δει στο ιστορικό «Θέατρο Κάβα», στην οδό Σταδίου 50 όταν ως συνθιασάρχης με τον Νίκο Χατζίσκο, παρουσίασαν το έργο του Νότη Περγιάλη «Αυτό το δέντρο δεν το λέγανε υπομονή» με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, σκηνικά του Περικλή Δουραμάνη και χορογραφίες της Τατιάνας Βαρούτη.

 

 

Ο Γιώργος Ανεμογιάννης παρουσιάζει το σκηνικό για τον “Έμπορο της Βενετίας”.

 

-Το καλοκαίρι του 1976, η Τιτίκα Νικηφοράκη και ο Νίκος Χατζίσκος έκαναν πραγματικότητα ένα μεγάλο τους όνειρο: Έφτιαξαν το «Θέατρο μέσα στη θάλασσα», στο «Δέλτα» του Φαλήρου. Εκεί παρουσίασαν το κλασικό έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Ο έμπορος της Βενετίας». Σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζίσκου, μουσική από τον Σταύρο Ξαρχάκο, σκηνικά – κοστούμια του Γιώργου Ανεμογιάννη και χορογραφίες του Μανώλη Καστρινού.

-Κλείνω με άλλη μια ανάμνηση τότε που η Τιτίκα Νικηφοράκη άστραφτε σε άλλη μια ιδιαίτερη παράσταση: Το 1977 στο έργο «Τέσσερις ερημιές» της Κωστούλας Μητροπούλου, σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζίσκου και σκηνικά Κάτιας Μητροπούλου. Επίσης στο «Θέατρο Κάβα».

***

Κοντά στα μεσάνυχτα του Σαββάτου 19 Οκτωβρίου 2019, η Τιτίκα Νικηφοράκη πέρασε στην απέναντι όχθη…

 

Το καλοκαίρι του 1962 στο Κηποθέατρο του Πεδίου του Άρεως ο Νίκος Χατζίσκος και η Τιτίκα Νικηφοράκη ανέβασαν το μουσικό έργο του Bertolt Brecht «Το ρομάντσο της πεντάρας», σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζίσκου. Εκτός από την Κάκια Αναλυτή που είναι μαζί τους στην παραπάνω φωτογραφία έπαιξαν επίσης οι ηθοποιοί: Γιάννης Αργύρης, Σπύρος Ευαγγελάτος, Αρτέμης Μάτσας, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Νίκος Παπαναστασίου, Μαρία Γιαννακοπούλου, Αγνή Βλάχου.

***

Ο αποχαιρετισμός της Τιτίκας Νικηφοράκη την Τρίτη 22 Οκτωβρίου στις 12.30 το μεσημέρι από το Νεκροταφείο Ζωγράφου.

 

***

Διαβάστε επίσης:

Τιτίκα Νικηφοράκη – Αποχαιρετισμός στην πολυαγαπημένη δασκάλα του ελληνικού θεάτρου

Παναγιώτης ΜήλαςΤιτίκα Νικηφοράκη. Μια ολόκληρη ζωή άστραφτε… Ήταν ένα αστέρι 100 καρατίων
Περισσότερα

Τιτίκα Νικηφοράκη – Αποχαιρετισμός στην πολυαγαπημένη δασκάλα του ελληνικού θεάτρου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Πριν από λίγες ώρες πληροφορηθήκαμε ότι κοιμήθηκε η αγαπημένη δασκάλα του ελληνικού θεάτρου, Τιτίκα Νικηφοράκη. Μια ιδιαίτερη και χαρισματική προσωπικότητα που άφησε εποχή ως ηθοποιός, μεταφράστρια, ποιήρια αλλά και ως δασκάλα υποκριτικής. Ήταν 107 ετών. Είχε πλήρη διαύγεια μέχρι το τέλος και άφησε τους πάμπολλους μαθητές της συντετριμμένους.

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Υπήρξε σύζυγος του θιασάρχη Νίκου Χατζίσκου όπου εκείνη για μια περίοδο διετέλεσε ως συνθιασάρχης στο πλάι του. Πρωτοεμφανίστηκε ως ηθοποιός στο “Εθνικό Θέατρο”, στη θεατρική παράσταση του Ερρίκου Ίψεν με τίτλο “Πέερ Γκυντ”.

***

Από το χρονολόγιο της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο F/B αντιγράφουμε την ανάρτησή της:

“Η αγαπημένη μας Δασκάλα, η σπουδαία πρωταγωνίστρια Τιτίκα Νικηφοράκη έφυγε απόψε από τη ζωή σε ηλικία 107 ετών. Είχε πλήρη διαύγεια ως το τέλος. Το αστραποβόλο πνεύμα της, το σπάνιο ταλέντο της -ηθοποιός μοναδική, μεταφράστρια, ποιήτρια, δασκάλα ηθοποιών στη Δραματική Σχολή του Εθνικού για περισσότερα από 20 χρόνια-, η παιδική της περιέργεια, το σαρκαστικό της χιούμορ θα μείνουν χαραγμένα για πάντα στην καρδιά μας. Ήταν μια σπάνια, εξαιρετική προσωπικότητα, μια αγωνίστρια της Τέχνης πολύ μπροστά από την εποχή της. “Σε τι δουλεύεις αυτή την εποχή”, με ρωτούσε συνεχώς, μέχρι πριν από λίγο καιρό. Της έλεγα τον τίτλο του έργου και αμέσως αναφωνούσε, “Να μου το φέρεις να το διαβάσω” ή “Θέλω να διαβάσω αυτήν τη νέα μετάφραση, θέλω να μου πεις τι πράγματα ανακαλύπτετε στην πρόβα”! Οι συζητήσεις μας μετά, πάντοτε αποκαλυπτικές. Θαύμαζα βαθιά την ακαταπόνητη δύναμη του νου της, τη διεισδυτική ματιά της. Ήταν μια συναρπαστική συνομιλήτρια. Αντίο αγαπημένη μου Τιτίκα… Στο Φως, στο Φως… (Στο βίντεο διαβάζει απόσπασμα από τη “Μαρία Νεφέλη” του Οδυσσέα Ελύτη, αγαπημένο της έργο, που μας το δίδασκε και στη σχολή του Εθνικού, στο πρωτοποριακό της μάθημα για τη Λογοτεχνία στη Σκηνή)”.

 

 

***

Από το χρονολόγιο του Νίκου Ξανθόπουλου, μια παλαιότερη ανάρτηση:

“Κατηφορίζαμε τη Θησέως προς τις Τζιτζιφιές. Μου δείχνει ο άλλος αριστερά ένα κτήριο, εδώ θα καταλήξουμε όλοι. Τι με κοιτάς; Οι φυλακές της Καλλιθέας, όλοι οι κινηματογραφιστές εδώ θα καταλήξουμε… Μόλις είχε αρχίσει να παίρνει τ’ απάνω του ο κινηματογράφος, μπαίνανε στα έξοδα και τους έπιανε σύγκρυο. Το θυμήθηκα τώρα που είδα αυτή τη φωτογραφία. Βρίσκομαι ανάμεσα στην Τιτίκα Νικηφοράκη και τον Νίκο Χατζίσκο, μεγάλο πρωταγωνιστή του Εθνικού Θεάτρου, δραστήριο και ευρηματικό επιχειρηματία ο οποίος μονίμως χρώσταγε. Αγωνιζόταν, έφτιαχνε νέα θέατρα, το Κάβα, το Θέατρο της Θάλασσας, τον Εθνικό Κήπο, το Πεδίον του Άρεως, αεικίνητος, ενθουσιώδης, ακούραστος. Αλλά μονίμως με χρέη. Ήμουνα στο θίασο του Κατράκη που έπαιζε τον Πραματευτή του Γ. Ρούσου και επειδή δεν είχα ρόλο με δάνεισε στον Χατζίσκο που ανέβαζε την Πάπισσα Ιωάννα στο Πεδίον του Άρεως, δίπλα στο Γκριν Παρκ. Να πας να τον βοηθήσουμε, μου λέει ο Κατράκης. Τι ρόλο θα παίξω; Του Ροΐδη. Καλά αυτόν τον παίζει ο Χατζίσκος. Σωστά αλλά θα λείψει μερικές μέρες. Ο ρόλος είναι εύκολος, κάνεις το Ροΐδη, αφηγείσαι την ιστορία της Πάπισσας. Θα κρατάς ένα βιβλίο ανοιχτό και θα διαβάζεις από μέσα… Έγινε.
Το βράδυ στην παράσταση το θέατρο γεμάτο κόσμο, – ανοιχτό θέατρο μέσα στο πάρκο- σκάνε μύτη δυο λεβέντες μέσα στην παράσταση, βλέπω τον ένα να με δείχνει φωνάζοντας στο χωροφύλακα αυτός είναι πιάστε τον. Γίνεται σούσουρο, σταματάει η παράσταση, με τραβάνε έξω. -Επιτέλους έλα εδώ κύριε Χατζίσκο. -Ρε παδιά λάθος κάνετε δεν είμαι εγώ. Δεν τ’ αφήνεις αυτά κύριε Χατζίσκο, εσύ είσαι, εσύ που κάνεις το Ροΐδη. Είδα κι έπαθα να γλιτώσω. – …τρελάθηκε ο τύπος, φτου να πάρει…
Από τότε γίναμε φίλοι με τον Χατζίσκο. Όταν με συναντούσε μου έλεγε – Καλώς τον κύριο Ροΐδη, πώς είναι η υγεία σας σήμερα;”…

 

Φωτογραφία από το προσωπικό αρχείο του Νίκου Ξανθόπουλου

 

***

Δίπλα στην Κάκια Αναλυτή είναι ο Τσέχος συγγραφέας Πάβελ Κόχοουτ του οποίου το έργο “Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι” σας λέει τίποτα ο τίτλος; …είχαμε ανεβάσει στο θέατρο “Διάνα” με έναν υπερθίασο, Μάνος Κατράκης, Νίκος Χατζίσκος, Τιτίκα Νικηφοράκη, Κακιά Αναλυτή, Κώστας Ρηγόπουλος, Λούλα Ιωαννίδου, Κώστας Παπάς, Γιώργος Βλαχόπουλος, Κλεώ Σκουλούδη κ.λπ. Ο Κόχοουτ μαζί με μια ομάδα συγγραφέων είχαν υπογράψει τη χάρτα εναντίον του Ντούμτσεκ για την επέμβαση στην Πράγα. Αυτό είναι το νεανικό τραπέζι μετά την πρεμιέρα στην ταβέρνα του “Κωστόγιαννη”. Από το χρονολόγιο του Νίκου Ξανθόπουλου στο Facebook.

 

Φωτογραφία από το προσωπικό αρχείο του Νίκου Ξανθόπουλου

 

***

“Η δασκάλα μας Τιτίκα Νικηφοράκη κοιμήθηκε σήμερα το βράδυ. Καλό ταξίδι στην ψυχούλα της. Της κρατούσαμε το χέρι ως το τέλος. Να μη φοβάται και να μην αισθάνεται μόνη. Καληνύχτα αγαπημένη μας”, έγραψε ο ηθοποιός Δημήτρης Καραβιώτης, που ήταν κοντά της μέχρι το τέλος και ήταν αυτός που ανακοίνωσε το δυσάρεστο νέο.

 

Φωτογραφία: Δημήτρης Καραβιώτης

 

***

Τον σκηνοθέτη Σπύρο Ευαγγελάτο, απ’ όσο θυμάμαι, τον γνωρίσαμε στο θέατρο Κάβα, στην αρχή της οδού Σταδίου, αριστερά μετά τα Χαυτεία. Όταν ο Νίκος Χατζίσκος και η Τιτίκα Νικηφοράκη άφησαν το θέατρο αυτό, το πήρε ο Ευαγγελάτος για να στεγάσει το Αμφι-Θέατρό του. Εκεί παρουσίασε τα έργα που ως ερευνητής είχε ανακαλύψει ύστερα από… ανασκαφές στα σεντούκια της λογοτεχνίας.

***

Τι έχουν πει σε συνεντεύξεις τους στο catisart.gr ηθοποιοί για τη δασκάλα τους Τιτίκα Νικηφοράκη.

Δεν ξεχνώ τον Νικήτα Τσακίρογλου, ούτε και την κυρία Τιτίκα Νικηφοράκη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι επειδή είναι πιο παλιάς σχολής, θα ήταν και εκτός εποχής. Όμως συνέβη το αντίθετο. Η κυρία Νικηφοράκη είχε την πιο σύγχρονη ματιά που έχουμε δει, στα θεατρικά πράγματα. Ήταν πολύ μπροστά σε όσα μας δίδασκε. Ιωσήφ Ιωσηφίδης

Αγαπημένη μου δασκάλα στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου ήταν η Τιτίκα Νικηφοράκη. Ένιωθα απελευθερωμένος στο μάθημά της. Σπύρος Περδίου

Η Τιτίκα Νικηφοράκη, η οποία ζει και την επισκέπτομαι ακόμα, είναι μεγάλη σε ηλικία, το μυαλό της όμως είναι τόσο λαμπρό. Ήταν πρωτοποριακή από τότε, θα ήθελα πολύ να σκηνοθετούσε ακόμη.

Με τον Νίκο Χατζίσκο είχαν δημιουργήσει στην οδό Σταδίου το θέατρο «Κάβα». Ένα μικρό χώρο μακριά από τις γνωστές εμπορικές πιάτσες, όπου έκαναν δουλειά έρευνας.

Η Τιτίκα Νικηφοράκη ήταν η πρώτη η οποία μας έκανε δραματοποιημένη ποίηση, πριν γίνει μόδα, με την καλή έννοια, γιατί έτσι μαθαίνει και πιο καλά ο κόσμος τους ποιητές μας.

Τον Παπαδιαμάντη, τον Μακρυγιάννη, τον Ροΐδη, τον Σολωμό, τους είχαμε παρουσιάσει με κείμενα δραματοποιημένα. Μάλιστα θυμάμαι πως επειδή αυτό το δίδασκε η κυρία Νικηφοράκη στο δεύτερο έτος, μαζέψαμε υπογραφές και κάναμε αίτηση στη γραμματεία και την πήραμε και στο τρίτο έτος. Ευτυχώς καταλάβαμε πόσο ωφέλιμο ήταν για εμάς και πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε στην εκπαίδευσή μας η Τιτίκα Νικηφοράκη. Πρόσφατα η Εθνική Τράπεζα εξέδωσε μια ποιητική συλλογή της κυρίας Νικηφοράκη, που λέγεται «Στο βάθος Κήπος». Να προσθέσω εδώ ότι έχει τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών και ζωγραφίζει καταπληκτικά. Όταν τη συναντώ τη ρωτώ τι κάνει και μου απαντά: «Διαβάζω, σκέφτομαι, γράφω και ντρέπομαι λίγο που ζω…». Βίβιαν Κοντομάρη

Η Τιτίκα Νικηφοράκη, η Μαρία Σκούντζου, η Ελένη Χατζηαργύρη, η Μαρία Χορς, ο Ιάκωβος Ψαρράς, ο Διαγόρας Χρονόπουλος άφησαν τη σφραγίδα τους στη σχολή σε μένα που είχα την τύχη να τους γνωρίσω. Βαγγέλης Ψωμάς

Με σφράγισαν πολλοί άνθρωποι που γνώρισα ως φοιτήτρια στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, οι οποίοι ήταν καθηγητές μου. Κι αναφέρομαι σε ανθρώπους που έχουν ιστορία μέσα στο ελληνικό θέατρο, όπως η Μαρία Χορς, η Ελένη Χατζηαργύρη και η Τιτίκα Νικηφοράκη… Κόρα Καρβούνη

Αγαπημένοι μου δάσκαλοι: Η Τιτίκα Νικηφοράκη… Γιώργος Καραμίχος

Στη Δραματική Σχολή του Εθνικού θεάτρου είχα την τύχη να διδαχτώ από σπουδαίους δασκάλους, ξεχωριστή θέση όμως κατέχει η αγαπημένη μου Τιτίκα Νικηφοράκη, μια σπουδαία γυναίκα με ένα λαμπρό, προοδευτικό μυαλό, με την οποία βρισκόμαστε ανά τακτά διαστήματα μέχρι σήμερα και τη συμβουλεύομαι. Νιώθω πολύ τυχερή που τη γνώρισα. Κατερίνα Ευαγγελάτου

 

Ο Νίκος Βασταρδής Κοβάλσκι με Μπλανς Ντιμπουά την Τιτίκα Νικηφοράκη στο Λεωφορείο ο Πόθος. Θέατρο Κάβα.

 

 

***

 

Ο Ἰάνης Λὸ Σκόκκο, επίσης στο FB, κοινοποίησε μια παλιότερη δημοσίευσή του για τη δασκάλα του Τιτίκα Νικηφοράκη. Τη μεταφέρουμε αυτούσια.

Νομίζω πρωτοεῖδα τὴν Τιτίκα Νικηφοράκη στὸ “Λεωφορεῖον ὁ Πόθος” ἑπτὰ φορές. Κατ’ εὐθείαν μπῆκα στὸ καμαρίνι της νὰ τὴν συγχαρῶ. Πιὸ ποιητικὸ ἐρείπιο ἀπὸ τὴν Μπλάνς ντὺ Μπουά της δὲν θὰ μποροῦσα νὰ φαντασθῶ. Ἤξερα τὸ ἔργο ἀπὸ τὴν ταινία, 1951, αὐστηρῶς ἀκατάλληλον, στὸν κινηματογράφο Ἀθηναΐς, λεωφ. Βουλιαγμένης. Ἤμουν 7 χρονῶν. Εἶχα μάθει τὸ “κόλπο”: ἔκλαιγα καὶ στὸ τέλος οἱ ἀστυνομικοὶ μὲ μπουζουριάζανε μέσα (μὲ τοὺς γονεῖς μου, βέβαια), ἐνάντια σ’ ὅλον ἐκεῖνον τὸν κόσμο ποὺ ἔκανε οὐρὰ τὶς Κυριακές, ποὺ περίμενε καὶ… 2 ὧρες γιὰ νὰ καταφέρει νὰ μπεῖ. Τὸ ἔργο μοῦ… ἄρεσε ἐξ ἀρχῆς! Μάλιστα, “ἔπιασα” καὶ τὸ νόημα στὴν πιὸ σπουδαία στιγμή, ἐκεῖ ποὺ ἡ Μπλὰνς ἐξηγοῦσε γιὰ τὸν Ἄλαν, στὸν Μίτς, καὶ γιὰ τὴν ὁποία, σκηνή, οἱ γονεῖς μου δὲν θέλησαν νὰ μοῦ ποῦνε τίποτα.
Δικαιώθηκα (ὅτι σωστὰ κατάλαβα), μεγάλος πιά, στὸ θέατρο Κάβα, μὲ τὴν Τιτίκα, ποὺ τόσο ἀγαπῶ – κι’ ἐλπίζω νὰ μὲ πιστεύει. Ἐπίσης, ἀπὸ τὸ ἄψογο παίξιμό της, ἔμαθα… καὶ τὸν ρόλο της, τὰ λόγια. Κάθε της λέξη ἔβγαινε σὰν πολύτιμο πετράδι καὶ καθόταν στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιά μου. Μόνον ἡ Παξινοῦ καὶ ἡ Λαμπέτη κατεῖχαν αὐτὴν τὴν τεχνική.
Κι’ ἄλλωστε, στὸ θέατρο Κάβα ἔκανα τὸ ξεκίνημά μου. Περίμενα πῶς καὶ πῶς νὰ πάρω τὴν Ἄδεια, τελειώνοντας τὴν Σχολή, καὶ μετὰ νὰ τρέξω στὸν Νίκο Χατζῖσκο, μήπως μὲ ἔπαιρνε στὸν “Ἔμπορο τῆς Βενετιᾶς”.
– Τώρα ἦρθες, παιδί μου; Τώρα οἱ ρόλοι εἶναι δοσμένοι. Μόνο κομπάρσο μπορῶ νὰ σὲ πάρω.
– Ἔρχομαι.
Εἶχα πάρει μαζύ μου καὶ τὴν συμμαθήτριά μου (καὶ φυσικὰ καλὴ ἠθοποιό, ἀλλοιῶς οὔτε ποὺ θὰ μ’ ἐνδιέφερε) Εὔη Τζανάκη. Τὴν πῆρε κομπάρσα, ἀλλὰ δὲν τὴν πείραζε, ἐκτιμοῦσε κι’ ἐκείνη τὸν χῶρο ποὺ πρωταρχίσαμε.

Τὸ ἀπόγευμα, ὁ Χατζῖσκος, ἄνθρωπος ποὺ ἤξερε τί θὰ πεῖ Θέατρο, μοῦ σκάρωσε δύο ρόλους, δὲν ἄντεχε οὔτε αὐτὸς οὔτε ἡ Τιτίκα νὰ μ’ ἔχουν βουβὸ πρόσωπο.
Ὡστόσο, πέρασα μεγάλα μαρτύρια, ὁ πρωτάρης ἐγώ, ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστές τους, τοὺς ἆντρες, τοὺς τηλεπροερχόμενους. Πλὴν τοῦ Ἀνδρέα Παπαδόπουλου, ὁ ὁποῖος καὶ μὲ ξεχώρισε καὶ ὅλο συμβουλὲς μοῦ ἔδινε.
Ψώνιο μὲ ἀνεβάζανε, ψώνιο μὲ κατεβάζανε. Καὶ μὲ ἐξαναγκάσανε, μὲ ἀπειλὲς νὰ μὴν μπορέσω νὰ ξανασταυρώσω θέατρο στὴν ζωή μου, (συνδικαλιστὲς αὐτοί), νὰ κάνω κι’ ἐγώ καταγγελία στὸν θιασάρχη.
Στὸ δικαστήριο, ἔβγαλα τὸ ἆχτι μου. Ἔδειξα τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὸν Χατζῖσκο καὶ τὴν Νικηφοράκη. Εἶπα τὴν ἀλήθεια.
Ὅμως εἶχα τρομοκρατηθεῖ ἀπὸ ἐκείνους τοὺς… συναδέλφους, γιὰ καιρό.
Μὲ μία ἐξαίρεση: μὲ εἶδε κρυφὰ ὁ Χρῆστος Νομικὸς νὰ κάνω, μόνος μου, Σάυλοκ καὶ τἄχασε. Μὲ πῆγε στὸν Χατζῖσκο νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Ὁ Χατζῖσκος μὲ ρώτησε ἄν… τοῦ ἐπέτρεπα νὰ κάνει τὸ ἴδιο! Καὶ τὸ ἔκανε.

Τέλος πάντων, ἡ Τιτίκα, ὁ Χατζίσκος, τὸ θέατρο Κάβα (ποὺ τώρα ρημάζει, ἔχει γίνει στοιχειωμένο χτικιὸ τοῦ Ἔντγκαρ Ἄλαν Πόε) εἶναι στὴν καρδιά μου, χαρὰ καὶ πληγή.
Ἐκεῖ γνώρισα καὶ δύο καλοὺς ἠθοποιοὺς ποὺ γίναμε καὶ φίλοι καὶ ξαναβρεθήκαμε, ἀλλοῦ, μαζύ: τὸν Γιῶργο Μπαρμπαρέσο καὶ τὸν Μπάμπη Κισόγλου.
Ἐκεῖ γνώρισα τὸν Μανώλη Καστρινό, ποὺ ἀμέσως μὲ ξεχώρισε κι’ ἔβαλε τὸν θίασο ν’ ἀκολουθήσει τὸ παράδειγμά μου στὴν “χορευτικὴ κίνηση” τῆς Ἔναρξης. Μ’ ἔφαγε νὰ τοῦ πῶ “ποιάν Σχολὴ χοροῦ” ἔβγαλα καὶ θαρροῦσε πὼς ἔλεγα “ὄχι, δὲν ἔχω σπουδάσει χορό” ἀπὸ φόβο μὴ… μοῦ βγεῖ κανένα ὄνομα!!!
Εὔχομαι ὅλοι (ὁ Χατζῖσκος καὶ ὁ Καστρινὸς ἀπὸ χρόνια δὲν ζοῦν) νὰ εἶναι καλά, θἄθελα ὅλους κάπου νὰ τοὺς ξαναδῶ.
Καὶ τὴν Τιτίκα Νικηφοράκη νὰ τὴν φιλήσω, ὅπως πρὶν κάπου δέκα χρόνια[;] στὴν Δραματικὴ Σχολὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου, ὅπου τὴν ἀναζήτησα.
Καὶ ἀκόμη πιὸ θερμά.
Μὲ ἀγάπη,
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο,
κλινοσοφιστής.

 

Η Τιτίκα Νικηφοράκη με τον Νίκο Χατζίσκο

 

Δείτε ένα ακόμη βίντεο με την Τιτίκα Νικηφοράκη:

 

 

***

Στη βασική φωτογραφία η Τιτίκα Νικηφοράκη το 1940 ως Άμπιγκαιηλ στο «Ένα ποτήρι νερό». Εθνικό Θέατρο.

 

***

Ο αποχαιρετισμός της Τιτίκας Νικηφοράκη την Τρίτη 22 Οκτωβρίου στις 12.30 το μεσημέρι από το Νεκροταφείο Ζωγράφου.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤιτίκα Νικηφοράκη – Αποχαιρετισμός στην πολυαγαπημένη δασκάλα του ελληνικού θεάτρου
Περισσότερα

Αλίσια Αλόνσο. Στα 99 της «έφυγε» η Prima ballerina assoluta…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

«Εγώ χορεύω μέσα στο κεφάλι μου», συνήθιζε να λέει η Κουβανέζα Αλίσια Αλόνσο (Alicia Alonso).
Η κορυφαία χορεύτρια και χορογράφος, ο θρύλος του μπαλέτου, πέθανε αργά το βράδυ της Πέμπτης 17 Οκτωβρίου 2019 πλήρης ημερών.
Αυτό ανακοινώθηκε από το Εθνικό Μπαλέτο της Κούβας.

Η Αλόνσο γεννήθηκε στην Αβάνα στις 21 Δεκεμβρίου 1920. Ήταν η μόνη Λατινοαμερικάνα στην Ιστορία που υπήρξε «Prima ballerina assoluta», – ένας συμβολικός τίτλος που δίνεται στις πλέον εξαίρετες μπαλαρίνες της γενιάς τους.

Στην Κούβα, την οποία ουδέποτε θέλησε να εγκαταλείψει, παρά τις προτάσεις που είχε οι οποίες θα της χάριζαν πλούτη και δόξα στο εξωτερικό, η Αλίσια Αλόνσο είχε ιδρύσει μια ξεχωριστή σχολή στον κόσμο του μπαλέτου: την κουβανέζικη σχολή, η οποία συνδυάζει ρυθμούς και φυλετική καταγωγή.

Πολλοί θυμούνται την καταπληκτική «Ζιζέλ», την πειθαρχημένη χορεύτρια αλλά με το μεγάλο ταμπεραμέντο, να προσελκύει το κοινό με τις φιγούρες της και να μπορεί στα 40 της να αιχμαλωτίζει τα βλέμματα χορεύοντας τη «Λίμνη των Κύκνων». Τη θυμούνται και ως παθιασμένη χορογράφο που συνέχιζε να διδάσκει την τέχνη της μέχρι τα βαθιά της γεράματα.

***

Η Αλίσια Αλόνσο έχασε σχεδόν την όρασή της στην ηλικία των 20 ετών μετά τη διπλή αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς. Η χορεύτρια «που διέκρινε μόνο τις σκιές, χόρεψε σχεδόν όλη τη ζωή της βρίσκοντας τον προσανατολισμό της χάρη στα φωτεινά σημάδια που διέθετε η σκηνή», σύμφωνα με όσα έλεγε ο δεύτερος σύζυγός της, ο διευθυντής του Εθνικού Μουσείου Χορού Πέδρο Σιμόν.

 

 

Η τελευταία της παράσταση ήταν το 1995, όταν η Αλόνσο ήταν 75 ετών. Μετά έγινε μια απαιτητική χορογράφος, πάντα αεικίνητη και κομψή, που επαναλάμβανε ακούραστα κάθε κίνηση μέχρι να φτάσει στην τελειότητα, ακόμη κι αν δεν μπορούσε να δει τίποτα.

*

Στη βασική φωτογραφία η Alicia Alonso με τον Reyes Fernández στη «Ζιζέλ» το 1960.

Παναγιώτης ΜήλαςΑλίσια Αλόνσο. Στα 99 της «έφυγε» η Prima ballerina assoluta…
Περισσότερα

Η Μαρέβα Γκραμπόβσκι για τη Σοφία Κοκοσαλάκη: “Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Αχ Σοφία μας!”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος άνθρωπος, όπως η Ελληνίδα σχεδιάστρια μόδας Σοφία Κοκοσαλάκη, που είχε όλη τη ζωή μπροστά της, έφυγε νικημένη από τον καρκίνο σε μια μάχη άνιση και άδικη.

Η σύζυγος του Κυριάκου Μητσοτάκη, Μαρέβα Γκραμπόβσκι, δεν μπορεί να πιστέψει την τραγική είδηση.

Σε ανάρτησή της στο Instagram, η οποία συνοδεύεται από μια φωτογραφία της ταλαντούχας σχεδιάστριας μόδας, η σύζυγος του πρωθυπουργού αναφέρει:

«Δεν το χωράει ο ανθρώπινος νους ότι έφυγες ταλαντούχα Σοφία μας. Θα μας λείψει πολύ το ζεστό χαμόγελό σου.

Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Αχ Σοφία μας! #RIP My deep condolences to the family of my beautiful Sofia. Miss you. #RIP».

  • Η Σοφία Κοκοσαλάκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972 και σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σε ηλικία 24 ετών έγινε δεκτή στο Κεντρικό Κολέγιο Τεχνών και Διακόσμησης Αγίου Μαρτίνου (Central Saint Martins College of Art and Design) του Λονδίνου από όπου αποφοίτησε το 1998. Στη σχολή μια καθηγήτρια την παρότρυνε να κοιτάξει μέσα της και να βρει τις δικές της εικόνες.

Αργότερα, παράλληλα με την ανάπτυξη του δικού της οίκου, ανέλαβε σε διαφορετικές περιόδους την «προχωρημένη» ιταλική Diesel Black Gold, αλλά και την αναβίωση του ιστορικού γαλλικού οίκου Vionnet. «Μέσα από αυτές τις εμπειρίες έμαθα πώς να προσαρμόζομαι και να οδηγώ μια ομάδα. Έχω διατηρήσει πολύ καλές σχέσεις με όλες τις προηγούμενες ομάδες. Τους σεβόμουν, χρειάζεται πολύ αυτοέλεγχος και να μην είσαι drama queen, να τους ενθαρρύνεις και να τους βοηθάς», είχε δηλώσει σε συνέντευξή της στην «Καθημερινή».

Ενδιάμεσα είχε συνεργαστεί με το ελληνικό περιοδικό “Γυναίκα” σε θέματα μόδας, ενώ ήδη δημιουργίες της πωλούνταν καταστήματα μόδας της Ελλάδας.

Το 1999 παρουσίασε την πρώτη της συλλογή για άντρες και γυναίκες.

Το 2002 έλαβε το βραβείο του περιοδικού ELLE, και την ίδια χρονιά τ;hς ανατέθηκε ο σχεδιασμός των κοστουμιών για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Το 2004 κέρδισε το βραβείο New Generation Designer.

Η Σοφία Κοκοσαλάκη είχε αναπτύξει κατά καιρούς και φιλανθρωπική δράση, όπως μια συλλογή βραχιολιών που κυκλοφόρησαν αποκλειστικά από τα ΕΛΤΑ για τους σκοπούς του ιδρύματος IFG και διατέθηκαν για την αγορά εξοπλισμού για παιδιατρικές μονάδες του νοσοκομείου Ρεθύμνου.

Το 2015 είχε σχεδιάσει τις στολές της Aegean Airlines και το 2004 τα κοστούμια των πάνω από 6.000 ατόμων που πήραν μέρος στην Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004, μεταξύ των οποίων και η Μπιόρκ.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ Μαρέβα Γκραμπόβσκι για τη Σοφία Κοκοσαλάκη: “Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Αχ Σοφία μας!”
Περισσότερα

Σοφία Κοκοσαλάκη. Ύστερα από σκληρή μάχη μας αποχαιρέτησε με το χαμόγελο στα 47 της χρόνια…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Η μάχη που έδωσε με τον καρκίνο ήταν σύντομη. «Έφυγε» στα 47 της χρόνια μέσα σε διάστημα μόλις δύο μηνών από τη στιγμή που η κατάστασή της επιδεινώθηκε.

Τις τελευταίες μέρες νοσηλευόταν ώσπου κατέληξε. Η Σοφία Κοκοσαλάκη αφήνει πίσω της την κόρη, τον σύζυγό της, τους γονείς και τα αδέλφια της.

Πολλές φορές με το έργο της, με τις ενδυματολογικές δημιουργίες της, όπως αυτές που είδαμε στην τελετή έναρξης και στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004, προκάλεσε τα επαινετικά σχόλια του διεθνούς Τύπου.

Ήταν μια Ελληνίδα, μια διεθνούς φήμης. Σχεδιάστρια με καταγωγή από την Κρήτη που τίμησε την πατρίδα της, που τίμησε την Ελλάδα, προβάλλοντας με καινοτόμο τρόπο τη διαχρονικότητα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού στην παγκόσμια σκηνή.

Έκανε παγκόσμια μόδα τα αρχαιοελληνικά μοτίβα και ονειρευόταν να επιστρέψει στη γενέτειρα γη της, την Κρήτη, στα 89 της, όμως ο καρκίνος είχε άλλα σχέδια…

 

 

Η Σοφία Κοκοσαλάκη γεννήθηκε το 1972 και μεγάλωσε στην Αθήνα.
Αρχικά, σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αργότερα έγινε δεκτή στο Κεντρικό Κολέγιο Τεχνών και Διακόσμησης Αγίου Μαρτίνου (Central Saint Martins College of Art and Design) του Λονδίνου από όπου αποφοίτησε το 1998.
Ενδιάμεσα είχε συνεργαστεί με το ελληνικό περιοδικό «Γυναίκα» σε θέματα μόδας, ενώ ήδη δημιουργίες της πωλούνταν σε καταστήματα μόδας της Ελλάδας.

 

 

Το 1999 παρουσίασε την πρώτη της συλλογή για άντρες και γυναίκες. Το 2002 έλαβε το βραβείο του περιοδικού ELLE, και την ίδια χρονιά της ανατέθηκε ο σχεδιασμός των κοστουμιών για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Το 2004 κέρδισε το βραβείο New Generation Designer.

Tα ρούχα της Κοκοσαλάκη χαρακτηρίζονται από τον διεθνή κυρίως Τύπο ως βαθιά επηρεασμένα από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό σε συνδυασμό με σύγχρονη στοιχεία, αλλά ταυτόχρονα διατηρούν ένα διαχρονικό στυλ αντίθετα με τις εφήμερες προσταγές της μόδας.

Τα υλικά που χρησιμοποιούσε η σχεδιάστρια, είναι υψηλής ποιότητας υφάσματα και δέρματα, τα οποία συνήθως ράβονταν στο χέρι, ενώ είχε συνεργαστεί με τεράστια ονόματα της παγκόσμιας σκηνής της μόδας, όπως τον γαλλικό οίκο Vionnet, τον επιχειρηματία Renzo Rosso, την Diesel και τον κολοσσό του Only the Brave.

 

 

H Σοφία Κοκοσαλάκη έντυσε μερικές από τις πιο γνωστές σταρ του Χόλιγουντ, όπως η Γκουίνεθ Πάλτροου, η Κριστίνα Ρίτσι, η Κέιτ Χάντσον, η Νταϊάνα Κρούγκερ, η Κάμερον Ντίαζ και πολλές άλλες. Η σχεδιάστρια ανέδειξε μέσα από τη δουλειά της στον κόσμο την ομορφιά του αρχαιοελληνικού στυλ, στην πιο μοντέρνα εκδοχή του, με κορυφαία περιοδικά μόδας να υμνούν τα ανεπανάληπτα ντραπέ της και να την αποκαλούν βασίλισσα του «Grecian Chic», στην οποία οφείλεται η μεγάλη επιστροφή του αρχαιοελληνικού ρυθμού στον παγκόσμιο χάρτη της μόδας.

Παναγιώτης ΜήλαςΣοφία Κοκοσαλάκη. Ύστερα από σκληρή μάχη μας αποχαιρέτησε με το χαμόγελο στα 47 της χρόνια…
Περισσότερα

Φοίβος Ταξιάρχης. Αγωνίστηκε με ιστορικούς θιάσους σε καιρούς δύσκολους για την τέχνη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2007. Ο Φοίβος Ταξιάρχης στο Νοσοκομείο «Σωτηρία». Ήταν η τέταρτη ημέρα νοσηλείας του λόγω κρίσης των μακρόχρονων καρδιακών και πνευμονολογικών του προβλημάτων…

 

Κάποια στιγμή θέλησε να δει λίγο τα δέντρα από το δωμάτιό του. Για να μην κουράσει καμιά νοσηλεύτρια, σηκώθηκε μόνος από το κρεβάτι, έβγαλε τη μάσκα οξυγόνου και πλησίασε στο παράθυρο. Εκεί υπέκυψε… «Έφυγε» όρθιος…

***

«Ακριβέ μας Φοίβο, τίμησες όσο λίγοι το θέατρο που λάτρεψες, με σπουδαίους ρόλους, σε σπουδαία έργα. Σίγουρα είχες βρει από νωρίς τον ορισμό του ηθοποιού, την ουσιαστική σημασία του. Αγωνίστηκες σε καιρούς δύσκολους για την τέχνη σου, συμμετέχοντας σε ιστορικούς θιάσους. Το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών σου χρωστάει πολλά. Ναι, ξέρουμε, θα πεις πως έκανες την υποχρέωσή σου. Υποχρέωσή σου η ιδέα του εταιρισμού, η συμμετοχή σου στο λαϊκό κίνημα, στην Αντίσταση, στους σκληρούς αγώνες του σωματείου μας. Η φωνή σου, το παράστημά σου, η διακριτική σοφία σου, γέμισαν το Σωματείο μας μέχρι το τέλος και μας έκαναν περήφανους που είμαστε κι εμείς μέλη του».

-Αυτά είπε μεταξύ άλλων η Ελένη Γερασιμίδου, (τότε) πρόεδρος του ΣΕΗ, το Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2007 αποχαιρετώντας τον ηθοποιό.

 

Από τη Θεατρική Βραδιά της Κυριακής, του Α΄ Προγράμματος, μεταδόθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1983, το έργο «Δυνατοί άνεμοι» του Φάνη Καμπάνη σε σκηνοθεσία Φοίβου Ταξιάρχη. Το έργο, που γράφτηκε στον Άη Στράτη το 1951, αναφέρεται στη ζωή των εκτοπισμένων στη Μακρόνησο. Στη φωτογραφία από αριστερά: Μαλαίνα Ανουσάκη, Μύρτα Πολύζου, Γιώργος Βρασιβανόπουλος, Ταϋγέτη (Μπασούρη), Φοίβος Ταξιάρχης, Αιμιλία Υψηλάντη.

 

 

 

***

 

«Συνέδεσε τον αγώνα για μια καλύτερη κοινωνία, με τον αγώνα για τον πολιτισμό και την τέχνη. Γνώριζε καλά πως για ν’ αλλάξει η κοινωνία, δεν φτάνει ο αγώνας για το ψωμί, για το μεροκάματο. Πρέπει ν’ αλλάξει και η συνείδηση, πρέπει οι εργαζόμενοι να γνωρίσουν την ιστορία τους, τη γλώσσα τους και τον παγκόσμιο πολιτισμό. Ανταποκρίθηκε σε κάθε δράση, υπερνικώντας ακόμη και τα προβλήματα υγείας».

 

-Και με αυτά τα λόγια αποχαιρέτισε τον Φοίβο Ταξιάρχη εκ μέρους του ΚΚΕ, η (τότε) βουλευτής Εύα Μελά.

 

***

 

Ο Φοίβος Ταξιάρχης (Ταξιάρχης Κόλλιας, το πραγματικό του όνομα) γεννήθηκε το 1926, στην Καλοσκοπή Φωκίδας, όπου τέλειωσε το Δημοτικό. Ήρθε στην Αθήνα, όπου τέλειωσε πέντε τάξεις του Γυμνασίου. Την τελευταία τάξη την τελείωσε στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας, το 1944, επειδή είχε φύγει ως παράνομος από την Αθήνα, λόγω της συμμετοχής του στην ΕΑΜική Αντίσταση.
Το 1947 μπήκε στη δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, σπουδάζοντας παράλληλα στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1949 προσλήφθηκε στο Εθνικό Θέατρο, αλλά διέκοψε την εργασία του, λόγω της στρατιωτικής θητείας του, μέχρι το 1951. Η πρώτη θεατρική του εμφάνιση έγινε με το ρόλο του Κινησία στη «Λυσιστράτη», από το «Θυμελικό Θίασο» του Λίνου Καρζή.

Το 1952 συμμετείχε στις πρώτες, μεταπολεμικές, «Δελφικές Γιορτές» που είχε καθιερώσει ο Άγγελος Σικελιανός, παίζοντας τους ρόλους «Κράτος» και «Ωκεανός» στον αισχυλικό «Προμηθέα δεσμώτη».

Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τους θιάσους των Βασίλη Διαμαντόπουλου, Καρόλου Κουν, Κυβέλης, Μίμη Φωτόπουλου, Νίκου Χατζίσκου και πολλών άλλων. Πολύχρονη και σημαντική ήταν η συνεργασία του με το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη. Από το 1959 μέχρι το 1962 πρωταγωνιστούσε στο «Πειραϊκό Θέατρο» του Δ. Ροντήρη, που περιόδευε σε πολλές χώρες.
Από μαθητής ακόμα της δραματικής σχολής συνεργάστηκε με πολλές εκπομπές θεάτρου, λόγου και τέχνης στο ραδιόφωνο, όπου και σκηνοθέτησε πολλά νεοελληνικά έργα.

 

 

 

Από τη συνέντευξη Τύπου μαζί με τον συγγραφέα της «Μαρίας Πενταγιώτισσας» Μέντη Μποσταντζόγλου – Μποστ για το ανέβασμα από τον θίασο των «Ελεύθερων Καλλιτεχνών».

Ο θίασος «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες» ιδρύθηκε τον Μάιο του 1975 και υπήρξε ο πρώτος εταιρικός θίασος της Μεταπολίτευσης. Εδώ στο έργο «Ο Αζάρ ποτέ δεν πεθαίνει» του Νότη Περγιάλη.

 

 

Υπήρξε ιδρυτικό και διευθυντικό στέλεχος του πρώτου εταιρικού θιάσου «Άρμα Θεάτρου», τη λειτουργία του οποίου ανέστειλε η χούντα.
Μετά τη δικτατορία είχε την πρωτοβουλία για την ανασύσταση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ) που είχε διαλυθεί το 1967 από τη δικτατορία. Έλαβε μέρος στους επαγγελματικούς αγώνες του κλάδου του και εκλέχτηκε αρκετές φορές μέλος του διοικητικού του συμβουλίου με την παράταξη του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το τέλος της ζωής του.
Επίσης, ήταν υποψήφιος με το ΚΚΕ σε βουλευτικές και αυτοδιοικητικές εκλογές.

 

«Οι Μαυρόλυκοι», με το Εθνικό Θέατρο, από 1 Οκτωβρίου 1971 έως και 3 Οκτωβρίου 1971, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Ο Φοίβος Ταξιάρχης στον ρόλο του Σιλιχτάρ. (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου).

«Αλκιβιάδης», με το Εθνικό Θέατρο: Άρμα Θέσπιδος. Από 30 Ιουνίου έως και 1 Ιουλίου 1973. Ευαγγελική Σχολή Νέας Σμύρνης. Από αριστερά: Ο Σπύρος Ολύμπιος (Φαλίνος) και ο Φοίβος Ταξιάρχης (Τισσαφέρνης).

 

 

Το 1976 δημιούργησε τον εταιρικό θίασο «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες», ο οποίος ανέβασε δεκαπέντε άπαικτα νεοελληνικά έργα, που για διάφορους πολιτικούς κυρίως λόγους ήταν παραγκωνισμένα και αποσιωπημένα.

Έτσι είδαν για πρώτη φορά το φως της σκηνής τα έργα «Κολοκοτρώνης» του Β. Ρώτα, «Χάσης» του Δ. Γουζέλη, «Πιάνο – Καραγκιόζικα», «Ελληνικά νιάτα», «Γραμματιζούμενοι» του Β. Ρώτα, η διασκευή του Δ. Φωτιάδη στους «Μέναιχμους» του Πλαύτου με τίτλο «Ο κόσμος ανάποδα», «Ο Αζάρ» του Νότη Περγιάλη, «Μαρία Πενταγιώτισσα» του Μποστ, «Πέρα από τον ίσκιο των κυπαρισσιών» του Γιάννη Ρίτσου, κ.ά.

 

Στα περισσότερα είχε την ευθύνη της σκηνοθεσίας τους. Ο θίασος αυτός έπαψε να λειτουργεί το 1986 για οικονομικούς λόγους. Το πολυπρόσωπο αυτό συγκρότημα όπως και το προδικτατορικό «Άρμα Θεάτρου» είχαν σαν δεύτερο κύριο στόχο τους, να παρουσιάσουν υπεύθυνα τις παραστάσεις τους – άρτιες καλλιτεχνικά και τεχνικά – όχι μόνο στο κοινό της Αθήνας, στους δήμους και τις κοινότητες, σε εργοστάσια, φοιτητικά και σχολικά αμφιθέατρα, αλλά και σε χωριά και πόλεις της χώρας μας.

 

Ο Φοίβος Ταξιάρχης (δεξιά) με τον Ιορδάνη Μαρίνο στην τηλεοπτική σειρά του Βασίλη Ρώτα «Φωτεινή Ζάρκου», το 1975, στην ΥΕΝΕΔ.

Οι «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες», στην πλατεία Αγίου Μάρκου στη Ζάκυνθο, 7 Αυγούστου 1977. Δεξιά ο Φοίβος Ταξιάρχης, στον ρόλο του «Χάση».

 

Για πολλά χρόνια εργάστηκε σε πολλές ραδιοφωνικές εκπομπές θεάτρου και λόγου και σκηνοθέτησε πολλά νεοελληνικά και ξένα έργα. Έπαιξε σε αρκετές ταινίες («Αστραπόγιαννος», «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», «Η Φόνισσα» «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο») και σε τηλεοπτικές σειρές, όπως «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Αρραβωνιάσματα», «Ουράνιο τόξο», «Φωτεινή Ζάρκου» κ.ά. καθώς και στο ελληνογιουγκοσλαβικό τηλεοπτικό οδοιπορικό «Πλάκα – Σκαρντάλιε».

 

*

 

Διάφορα άρθρα του Φοίβου Ταξιάρχη δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά. Επίσης ο ηθοποιός είχε κάνει διαλέξεις για το θέατρο, τη θεατρική παιδεία και την καλλιτεχνική, πνευματική καλλιέργεια των ευρύτερων στρωμάτων του λαού.

 

*

 

Στην ταινία της Finos Film «Η Δασκάλα Με Τα Ξανθα Μαλλιά», το 1969, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

 

Έλαβε μέρος στους επαγγελματικούς αγώνες του κλάδου του και εκλέχτηκε αρκετές φορές μέλος του ΔΣ του ΣΕΗ.
Διακρίθηκε με: χρυσό μετάλλιο για παραστάσεις αρχαίου δράματος στο «Ελληνικό Θέατρο» του Λος Άντζελες, χάλκινο μετάλλιο για παραστάσεις αρχαίου δράματος στο Ισραήλ, τιμητικό μετάλλιο και δίπλωμα της ΕΡΤ, μετάλλιο και δίπλωμα σε αναγνώριση της συμμετοχής του στην Εθνική Αντίσταση κ.ά.

Μετά τη μεταπολίτευση, με άλλους παλιούς και νέους προοδευτικούς ηθοποιούς, συμμετείχε στην κίνηση για την αποχουντοποίηση και ανασύσταση του ΣΕΗ. Μέχρι το 1971 δίδασκε στη Δραματική Σχολή Αθηνών, από όπου τον απέλυσαν λόγω ιδεολογίας.

 

Παναγιώτης ΜήλαςΦοίβος Ταξιάρχης. Αγωνίστηκε με ιστορικούς θιάσους σε καιρούς δύσκολους για την τέχνη
Περισσότερα