Cat Is Art

Ξεχωριστά – Της Μαρίας Γεωργαντά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Είδα ένα παράξενο όνειρο… ήσουν, λέει, σπάνιο και πολύχρωμο πουλί κλεισμένο σε ένα κλουβί πολυτελείας. Σε ένα χρυσό, λαμπερό, τεράστιο κλουβί με όμορφα στηρίγματα στις άκριες για να παίζεις και δίπλα ένα λαχταριστό στόμιο να απολαμβάνεις την εκλεκτή τροφή σου. Πετούσες ελεύθερος και ας μάγκωναν τα φτερά σου στα κιγκλιδώματα. Ένιωθες μια περίεργη ασφάλεια στο περιβάλλον, που είχες δημιουργήσει. Σαν αυτό το βασιλικό κλουβί να ήταν η ευλογία σου. Ώσπου νύχτωνε. Και το κελάηδημά σου ακουγόταν ισχνό. Μπορεί να έφταιγε ο λαιμός σου, που πιεζόταν στην τραμπάλα, που είχες κρεμαστεί. Έκανες τέτοιες απόπειρες συχνά – σαν να ήθελες, επίτηδες, να βιώνεις μικρούς θανάτους. Ίσως, για να αποζητάς το πέταγμα αλλιώς μετά. Ίσως, για να μοιάζει η «οχυρωμένη» ελευθερία σου πολύτιμη πια.
Ξαφνικά ένα χέρι σε χαϊδεύει τρυφερά στο κεφαλάκι. Μη με ρωτάς πώς άλλαξε το σκηνικό – στα όνειρα όλα συμβαίνουν ακαριαία, χωρίς ειρμό. Δεν μπορώ, να δω σε ποιον ανήκει, αλλά τα δάχτυλά του μου φαίνονται οικεία. «Μερικές φορές συναντάμε έναν άνθρωπο, δεν ξέρουμε ποιος είναι, δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτόν. Μονάχα όταν κοιτάμε τις παλάμες του… εκεί στις κλειστές του χούφτες, στα σφιγμένα του δάχτυλα… σαλεύει η υπόσχεση ότι αυτά τα χέρια θα ξεκλειδώσουν κάτι βαθιά κλειδωμένο μέσα μας…». Από πού ξεπήδησε αυτό τώρα; Συγγνώμη, η μνήμη, βλέπεις… ρίχνει τα βότσαλά της στη θάλασσα των ονείρων και ταράζει… μας ταράζει… πού είχαμε μείνει; Στο χέρι. Άφηνε χάδια σε όλο σου το κορμί, άγγιζε μέχρι και την πιο βαθιά πτυχή -εσύ ήξερες ότι είναι σχισμή- των φτερών σου. Και σε έβγαλε έξω από το κλουβί. Σε σκέπασε με το άλλο χέρι και εσύ δεν τρόμαξες. Ένιωθες ζεστασιά. Αίφνης ακούστηκε ένας ψίθυρος γυναικείος «Πέτα!» και ένα φιλί έμοιαζε να ήταν το σπρώξιμό σου. Άρχισες να πετάς σαν μανιακός, σαν μωρό που μόλις έμαθε να περπατάει και θέλει να ανακαλύψει τα πάντα. Το τιτίβισμά σου ακουγόταν σαν να ξεκαρδίζονται παιδιά. Πετούσες παντού και για δευτερόλεπτα χανόσουν μέσα στο γαλάζιο του ουρανού και το μπλε του ωκεανού – χανόσουν και από εκείνη και της έκοβες ανάσες. Αλλά να, που ερχόσουν πάλι. Κρυβόσουν πίσω από λουλούδια και αρώματα, για να έχετε τη χαρά, να βρείτε ο ένας τον άλλον. Για να μη φθαρεί ο ένας μέσα στον άλλον. «Δεν ξέρω τι σου έχω προσφέρει αλλά αυτό που έκανες σήμερα… με πήγες στον Παράδεισο! Δεν μπορείς να καταλάβεις…». Άσχετο. Άκυρο. Η Μνήμη. Μη δίνεις σημασία. Πίσω στο όνειρο εμείς. Που λες, είχες γείρει στο χέρι της και κελαηδούσες. Και εκείνη σε γέμιζε φιλιά σαν σταγόνες αλμύρας από τα κύματα της νιότης. Και σε γυρνούσε ξανά πίσω. Κάθε φορά σε επέστρεφε στο κλουβί σου. Διακριτικά και ήσυχα. Και σε ξαναέπαιρνε, όποτε σου τελείωναν τα αποθέματα, όποτε βούλιαζες στις «ανελεύθερές σου ώρες» και έβλεπες τα πολύχρωμα φτερά σου για ασπρόμαυρα. «Όλοι δεν αποκτάμε ένα χαρακτηριστικό συγκεκριμένο για κάποιον; Ταυτιζόμαστε με κάτι μέσα του, μας δίνει ένα παρατσούκλι – είτε το θέλουμε είτε όχι. Ε, λοιπόν, για μένα είσαι ξεχωριστός. Έλα, μη με κοιτάς και γελάς. Το ξέρω, ότι όλοι είμαστε, ο καθένας με τον τρόπο του και με την αναπνοή του. Αλλά εσύ είσαι ο Ξεχωριστός! Έτσι θα σε φωνάζω από εδώ και πέρα. Το όνομά σου δεν δηλώνει τίποτα. Δεν σου θυμίζει κάτι. Μπορεί να είναι μια ταυτότητα, δεν λέω. Αλλά δεν κουβαλάει όλα όσα προκαλείς, θυμάσαι, νιώθεις, ζεις. Ενώ το «Ξεχωριστός»; Μένει. Χαράζει. Διαρκεί. Αξίζει». Πώς μου ήρθαν πάλι αυτά; Φεύγεις; Μάλλον για αυτό. Επειδή αξίζει. Δεν σε αλλοιώνει η φυγή σου.
Μόνο στάσου λίγο, να σου ολοκληρώσω το όνειρο. Είχαμε μείνει στο κλουβί. Είχε κάνει μια βαθιά ρωγμή στον τοίχο, από όπου είχε γαντζωθεί – λες, να βάραιναν τα δεσμά; Και ξαφνικά το πουλί με τα σπάνια χρώματα δεν υπήρχε πουθενά. Έγινε εσύ! Είχες πινελιές στην πλάτη σου σαν κάποιος να σου σχεδίαζε φτερούγες. Όμως, το πινέλο ήταν μες στο αίμα και στα χέρια μου – μα τι έκανα; Με το αίμα μου σε ζωγράφιζα; Για αυτό γέμισαν αυλακιές οι παλάμες μου; Λένε ότι το κόκκινο στα όνειρα είναι κάτι «γρήγορο και ευχάριστο». Αλλά εσύ φεύγεις. Όντως, φεύγεις; Η εσάρπα, που μου έφερες δώρο, ήταν αυτή που πήρες και σκέπασες το κλουβί. Και αμέσως με αγκάλιασες σφιχτά. Έτσι όπως ξεκίνησαν όλα. Ή έτσι όπως τελείωναν. Δεν ξέρω, ξύπνησα μετά. Με αγκαλιά, πάντως. Ό,τι και αν ήταν, με αγκαλιά… ξέρεις, Ξεχωριστά!

  • Πίνακας: The Bird Cage by Frederick Carl Frieseke, 1910
Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΞεχωριστά – Της Μαρίας Γεωργαντά

Related Posts