35.8 C
Athens
Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Με σκόρδα, “κρομμύδια δεκαπέντε”, αγγεία και κεντήματα ζούμε τη θεατρική μαγεία στο Μπενάκη

Του Παναγιώτη Μήλα

– Τι σημαίνει το πεπρωμένο ενός ηθοποιού;

* Να παραμείνει ταπεινός υπηρέτης της Τέχνης, σεμνός, σαν ένας κοινός θνητός που κάνει άριστα τη δουλειά του, τότε και μόνον τότε θα εξελίσσεται και θα καλλιεργεί το εαυτό του για κάτι υψηλότερο και ουσιαστικότερο. Ο εγωισμός και η αρρώστια του πρωταγωνιστή στην υποκριτική είναι αυτοκαταστροφική συνήθεια, που μαθηματικά οδηγεί στο χάσιμο του «τάλαντου».

Στρατής Πανούριος. Φωτογραφία: catisart.gr

Αυτό έλεγε μεταξύ των άλλων ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Στρατής Πανούριος στη συνέντευξή του στην Ειρήνη Αϊβαλιώτου και στο catisart.gr τον Μάιο του 2013. Καίριος και ευθύς σαν δυναμίτης ο Στρατής επιβεβαιώνει με τη δουλειά του όσα είπε παραπάνω.

Φέτος μάλιστα προσθέτει και κάτι άλλο στην πολύτιμη συλλογή των έργων που μας έχει χαρίσει.

Όλοι μας έχουμε παρακολουθήσει θεατρικές παραστάσεις σε σκηνές παλιές και νέες. Σε παραδοσιακές και σε μοντέρνες. Σε δώματα, υπερώα, υπόγεια, τουαλέτες και στοές. Σε μπαρ και φουαγιέ. Σε βαγόνι τρένου, αλλά και σε πεζόδρομο. Σε ταράτσες, ακάλυπτους χώρους και σε οικόπεδα. Σε θέατρα μικρής χωρητικότητας, αλλά και σε αντίστοιχα… γήπεδα. Σε διάσημα αλλά και σε λιγότερο γνωστά θέατρα φτιαγμένα χιλιάδες χρόνια πριν.

Σειρά αυτή τη χρονιά είχε ο εκθεσιακός χώρος ενός μουσείου. Συγκεκριμένα, του Μουσείου Μπενάκη, στο κεντρικό κτήριο της οδού Κουμπάρη 1, στο Κολωνάκι. Υπό τον τίτλο «Από τη σιωπή της προθήκης στο θεατρικό λόγο», εγκαινιάστηκε τον Νοέμβριο του 2016 και ολοκληρώνεται τον Μάρτιο του 2017 η συνεργασία του Μουσείου με το Εθνικό Θέατρο σε μια πρωτοποριακή για τα ελληνικά δεδομένα σειρά παραστάσεων. Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική μουσειακή περιήγηση, στην οποία δραματοποιημένα από ηθοποιούς κείμενα φωτίζουν πτυχές της ιστορίας που τα ίδια τα αντικείμενα αφηγούνται.

Η πρόταση και η ιδέα για τη συνεργασία και το πρότζεκτ έγινε απ’ το Μουσείο Μπενάκη και συγκεκριμένα από την Επιμελήτρια κυρία Ειρηνη Παπαγεωργίου προς το Εθνικό. Ο Στάθης Λιβαθινός την αποδέχθηκε και ο Στρατής Πανούριος ανέλαβε την υλοποίηση του εγχειρήματος. Ήδη είχαμε τη μοναδική ευκαιρία να απολαύσουμε τα τρία πρώτα έργα της συλλογής.

Αφορμή για τις θεατρικές και μουσειακές αυτές εμπειρίες αντικείμενα από συλλογές. Αποσπασμένα από την αρχική τους συνάφεια, τα μουσειακά εκθέματα χρειάζονται συνήθως πρόσθετα βοηθητικά μέσα προκειμένου να μεταδώσουν στον επισκέπτη το σύνθετο πλέγμα των πληροφοριών που μεταφέρουν. Κάθε εικόνα εμπεριέχει μια αφήγηση με πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Κείμενα, όχι κατ’ ανάγκη θεατρικά, γραμμένα κοντά στον χρονολογικό ορίζοντα των αντικειμένων αναδεικνύουν όψεις που δεν γίνονται αμέσως αντιληπτές, και αποκαλύπτουν το συναισθηματικό φορτίο που θα συνόδευε τη χρήση τους ή και την ίδια τη δημιουργία τους. Ένα αντικείμενο ανά συλλογή δίνει κάθε φορά το έναυσμα για τη θεατρική δράση. Προηγείται σύντομη παρουσίαση του εκάστοτε εκθέματος από τον αρμόδιο επιμελητή της συλλογής, έτσι ώστε να γίνεται ομαλά η μετάβαση από τη θεματολογία του αντικειμένου στο δραματοποιημένο λόγο.

Προηγήθηκε η παράσταση:

«Νεοπτολέμου Μύησις»

Σε σκηνοθετική επιμέλεια του Στρατή Πανούριου και ενδυματολογική επιμέλεια της Μάιρας Βαζαίου. Ερμήνευσαν οι ηθοποιοί: Δημήτρης Ήμελλος, Στάθης Κόικας, Έλενα Μαρσίδου, Στρατής Πανούριος

Το αντικείμενο του Μουσείου παρουσίασε η Ειρήνη Παπαγεωργίου, επιμελήτρια της Προϊστορικής, Αρχαίας Ελληνικής και Ρωμαϊκής Συλλογής. Η παράσταση «Νεοπτολέμου μύησις» σχολιάζει τη σκηνή που κοσμεί ένα αττικό ερυθρόμορφο αγγείο των μέσων του 5ου αιώνα π.Χ. όπου εικονίζεται έφηβος τη στιγμή που αναχωρεί για τον πόλεμο.

Ακολούθησε με ένα ταξίδι στο Βυζάντιο το

«Σκόρδα κεφάλια δώδεκα, κρομμύδια δεκαπέντε».

Ἀπὸ μικροῦ μὲ ἔλεγεν ὁ γέρων ὁ πατήρ μου·

«Τέκνον μου, μάθε γράμματα, καὶ ὡσὰν ἐσέναν ἔχει,

βλέπεις τὸν δεῖνα, τέκνον μου, πεζὸς περιεπάτει,

καὶ τώρα ἐν διπλοεντέλινος καὶ παχυμουλαράτος.

Αὐτός, ὅταν ἐμάνθανεν, ὑπόδησιν οὐκ εἶχεν,

καὶ τώρα, βλέπε τον, φορεῖ τὰ μακρομύτικά του.

Αὐτὸς μικρὸς οὐδέν εἰδεν τὸ τοῦ λοετροῦ κατώφλιν,

καὶ τώρα λουτρακίζεται τρίτον τὴν ἑβδομάδαν·

ὁ κόλπος του ἐβουρβούρυζεν φθείρας ἀμυγδαλάτας,

καὶ τώρα τὰ νομίσματα γέμει τὰ μανοηλάτα·

τσάντσαλον εἶχεν στούπινον, καβάδιν λερωμένον,

κ’ ἐφόρει το μονάλλαγος χειμῶνα καλοκαίριν,

καὶ τώρα, βλέπεις, γέγονε λαμπρὸς καὶ λουρικάτος,

παραγεμιστοτράχηλος, μεταξοσφικτουράτος.

Το παραπάνω είναι ένα από τα Πτωχοδρομικά ποιήματα που διεκτραγωδούν με σατιρική διάθεση την πείνα και τα δεινά που έζησε ο Βυζαντινός ποιητής του 12ου αιώνα Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος. Είναι γραμμένα στη γλώσσα του λαού, αποτελούν ένα από τα πρώτα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Με αφορμή τα Πτωχοδρομικά ποιήματα, ασημένια πιάτα με μυθολογικά θέματα και κουτάλια με ρήσεις αρχαίων σοφών, κεραμικά πιάτα με δρακοντομαχίες και χιουμοριστικές απεικονίσεις συμποσίων φωτίζουν όψεις της καθημερινής ζωής στο Βυζάντιο και δίνουν το έναυσμα για μια ασυνήθιστη γευσιγνωστική παράσταση.

Σε ό, τι αφορά το διαιτολόγιο των Βυζαντινών του 12ου αιώνα, βάση της διατροφής παρέμεινε το κρασί και το ψωμί. Οι πηγές μαρτυρούν ωστόσο μεγάλη ποικιλία και πλούσια γεύματα. Ο Πτωχοπρόδρομος αναφέρει καρυκεύματα για τα φαγητά, όπως πιπέρι, κύμινο, μέλι, λάδι, ξύδι, αλάτι, μανιτάρια, σέλινο, πράσο, μαρούλι, κάρδαμο, σπανάκι, χηνοπόδαρα, γογγύλια, μελιτζάνες, λάχανα, τεύτλα, αμύγδαλα, ρόδια, καρύδια, μήλα, κανναβούρι, φακές, σταφίδες και άλλα. Είναι συχνές οι περιγραφές για ανθρώπους που ήταν λαίμαργοι, οργάνωναν τεράστια γεύματα ή ακόμη έπιναν πολύ. Ο Νικήτας Χωνιάτης για να περιγράψει τα πλούσια συμπόσια του Ισαάκιου Β’ Κομνηνού (1185-1195) μιλά για “λόφους από ψωμιά, δάση από ζώα, ποτάμια από ψάρια και θάλασσες κρασιού”.

Τα λαχανικά, το ψωμί, τα ψάρια και το κρασί αποτελούσαν τη βασική διατροφή στα μοναστήρια. Πολλοί μοναχοί που ζούσαν ασκητικά διατρέφονταν τις περισσότερες μέρες με το αγιοζούμι, ένα ζωμό που παρασκεύαζαν ρίχνοντας μέσα στο νερό κρεμμύδια, λίγο λάδι και μερικά μυρωδικά. Το τυπικό της Μονής Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη, που ίδρυσε το 1136 ο αυτοκράτορας Ιωάννης Β’ Κομνηνός (1118-1143), είναι αποκαλυπτικό της καθημερινής ζωής και διατροφής των μοναχών. Εκεί ορίζεται πως έπρεπε να τρώνε όλοι μαζί, αμίλητοι, ενώ ένας μοναχός διάβαζε αποσπάσματα από την Αγία Γραφή και τους βίους των αγίων.

– Τις Δευτέρες έτρωγαν λαχανικά ή όσπρια και θαλασσινά μαγειρεμένα με λίγο λάδι.

– Την Τρίτη και την Πέμπτη λαχανικά, αβγά και τυρί.

– Την Τετάρτη και την Παρασκευή, ημέρες νηστείας, διατρέφονταν μόνο με ψωμί και σούπα από χορταρικά ή όσπρια χωρίς λάδι.

– Τέλος, το Σάββατο και την Κυριακή με φρέσκα ψάρια.

Ο Πτωχοπρόδρομος καυτηρίασε στο έργο του μερικούς μοναχούς του 12ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, που έτρωγαν κρέατα με πλούσιες σάλτσες, τυριά, χαβιάρι και γλυκά, χωρίς να τηρούν τους κανόνες της νηστείας.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο, οι κατώτερες τάξεις έτρωγαν κακής ποιότητας ψωμί και «αγιοζούμι» με κρεμμύδι, αλάτι και ελάχιστο λάδι, όταν οι πλούσιοι δειπνούσαν με «μονόκυθρον» – μια πλούσια σούπα με λάχανο, αβγά, τυρί, κρέμα και άφθονο λάδι, την οποία συνόδευαν με ψάρι ή κρέας, φρέσκα λαχανικά και κρασί. Οι φτωχοί αποκαλούνταν «χαβιαροκαταλύτες» αφού δεν μπορούσαν να αγοράσουν ούτε καν το φτηνό χαβιάρι. Πάντως, κάποιες γεύσεις έχουν παραμείνει αναλλοίωτες μέχρι σήμερα -όπως οι τηγανίτες με μέλι, που οι Βυζαντινοί ονόμαζαν «λαλάγκια», ή τα κόλλυβα, τα οποία καταναλώνονταν συστηματικά ως επιδόρπιο.

Ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος υπήρξε βυζαντινός ποιητής που συνέταξε στη δημώδη γλώσσα και σε δεκαπεντασύλλαβους πολιτικούς στίχους έμμετρα σατιρικά και ικετευτικά που φέρουν το γενικό όνομα Πτωχοπροδρομικά. Θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά έργα και ως απαρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, κυρίως επειδή ήταν τα πρώτα που γράφτηκαν στη γλώσσα του λαού και αποτέλεσαν έναυσμα δημιουργίας.

Υπάρχουν πολλές εκδοχές για τα Πτωχοπροδρομικά. Αυτά κυρίως αποδίδονται με βεβαιότητα στον βυζαντινό ποιητή και συγγραφέα του 12ου αιώνα τον Θεόδωρο Πρόδρομο. Σήμερα για το ζήτημα της γνησιότητας των έργων εξακολουθεί να μην υπάρχει απόλυτη ομοφωνία. Τα λεγόμενα Πτωχοπροδρομικά είναι -σύμφωνα με τους περισσότερους ειδικούς- τέσσερα, αν και εκφράζεται η άποψη ότι ίσως στην ίδια ομάδα να ανήκουν και περισσότερα.

Αυτός ή αυτοί που συνέταξαν τα τέσσερα Πτωχοδρομικά, πάντως, αναφέρονται αποκλειστικά στο βίο του «Πτωχοπροδρόμου», το όνομα του οποίου οικειοποιούνται πιθανώς για λόγους ευρύτερης κυκλοφορίας ή για λόγους εντυπωσιασμού του κοινού, μια και το όνομα του Προδρόμου και η μεγάλη πείνα που τον βασάνιζε είχαν μείνει παροιμιώδεις.

Τα χειρόγραφα δεν βρέθηκαν όλα μαζί, αλλά με διαφορά δύο αιώνων. Οι ειδικοί από το ύφος τους όμως εκτιμούν ότι πρωτογράφηκαν ή συντάχθηκαν κατά τον 12ο αιώνα και σε μια περίοδο 20-70 ετών. Όλα έχουν στην εισαγωγή τους το όνομα του συγγραφέα και αναφέρουν “Στίχοι του Θεοδώρου του Πτωχοπροδρόμου” εκτός από ένα που αναφέρει “Στίχοι του Ιλαρίωνος Μοναχού του Πτωχοπροδρόμου” – κάτι που δεν σημαίνει απαραιτήτως άλλο πρόσωπο, αφού όταν μονάζει κάποιος αλλάζει και το κοσμικό όνομά του.

Τα ποιήματα αναφέρονται με αυτοσαρκασμό και καυστική κριτική στην πείνα και τις κακουχίες ή την κακομεταχείριση που υπέστη ο ήρωάς τους.

* Το πρώτο αναφέρεται στα δεινά που πέρασε στα 12 χρόνια του γάμου του με μια “μάχιμη γυναίκα” όπως την αποκαλεί και που, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του ποιήματος, ήταν η χαρακτηριστική περίπτωση της βασανιστικής συντρόφου. Τον έβριζε διαρκώς για ανεπρόκοπο και έλεγε πόσο κατώτερός της ήταν και ότι έπρεπε να είχε παντρευτεί μια όμοιά του – κουτσοπάρδαλη, απένταρη, κόρη ταβερνιάρη, όπως αναφέρει ο ίδιος. Τού παραπονιόταν ότι δεν της είχε φτιάξει ένα φουστάνι, ότι δεν την πήγαινε σε γιορτές, ότι δεν της είχε πάρει ούτε ένα ζευγάρι παπούτσια και άλλα πολλά. Συχνά τον άφηνε νηστικό και μια μέρα απελπισμένος μεταμφιέστηκε σε Ρώσο μοναχό για να μπορέσει να φάει στο ίδιο τραπέζι με τα παιδιά του, έστω και ως ξένος.

* Στο δεύτερο ποίημα αναφέρεται στις δυσκολίες του να θρέψει τα πολλά παιδιά του και τους συγγενείς που εξαρτώνταν από αυτόν και ζητάει την ελεημοσύνη του βασιλιά.

* Στο τρίτο και στο τέταρτο μιλάει ως μοναχός, αλλά πρόκειται για διαφορετικά έργα. Στο ένα περιγράφει τις καταχρήσεις των ηγούμενων των μοναστηριών, που όταν π.χ. αρρώσταιναν οι ίδιοι έφερναν τους καλύτερους γιατρούς ενώ όταν αρρώσταιναν οι απλοί μοναχοί τους επέβαλαν ως θεραπεία τριήμερη νηστεία και τους συνιστούσαν ως φάρμακο λίγο κρεμμυδάκι. Λέει μάλιστα ο Πτωχοπρόδρομος στον Μανουήλ Κομνηνό -στον οποίο απευθύνονται οι στίχοι- να πάρει τον συγκεκριμένο ηγούμενο για γιατρό του παλατιού να βρει την υγειά του. Το ποίημα αυτό τελειώνει με τον Πτωχοπρόδρομο να ζητάει -όπως πάντα- βοήθεια.

Στο άλλο πάλι αναθεματίζει τη μόρφωσή του και αναθυμάται τη φράση “μάθε παιδί μου τα γραμματικά” που του είχε πει κάποτε ο πατέρας του για να προκόψει. Παρομοιάζει τώρα τη ζωή με ένα σωρό απαίδευτων επαγγελματιών και τους βρίσκει όλους καλύτερούς του, ενώ εκείνος “δεν μπορεί να γεμίσει την κοιλιά του με τον Όμηρο”.

* Τί δὲ λοιπόν, ἂν ἔμαθα τοῦ κόσμου τὰ βιβλία,

* καὶ τὸ ψομὶν ἐπιθυμῶ, πότε νὰ τὸ χορτάσω;

H παράσταση είναι διαποτισμένη με το άρωμα της Ορθοδοξίας και των πνευματικών και αισθητικών της αξιών. Διακρίνεται δε για τη φλογερή της πειθώ και για ένα σπάνιο θεολογικό αλλά και πνευματώδη οίστρο.

Ο ποιητής εμφανίζεται σε διαφορετικές και λίαν δραματικές σκηνές: πότε για να εξευμενίσει τη δύστροπη γυναίκα του που τολμάει να τον αποκλείει ακόμη και από το οικογενειακό τραπέζι με αποτέλεσμα να κοντεύει να πεθάνει της πείνας, πότε για να συντηρήσει το ενδεές νοικοκυριό της πολυμελούς οικογένειάς του, πότε για να ζητήσει κάποια αμοιβή για τον εαυτό του ως σπουδαγμένο φιλόλογο (“ανάθεμα τα γράμματα…”) και πότε για να ζητήσει μετάθεση, ως καλόγερος πια, από ένα κακώς διοικούμενο μοναστήρι σε άλλο, προφανώς καλύτερο…

Πέρα από την καθαρά λογοτεχνική τους αξία, τα κείμενα αποτελούν κλειδί για τη μελέτη της εξέλιξης της μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας.

Άνδρας ώριμος, παντρεμένος με γυναίκα δύστροπη και μοχθηρή, που γκρινιάζει ολημερίς και του κλειδώνει το ντουλάπι με τα τρόφιμα. Οικογενειάρχης με δεκατρία παιδιά, τόσο φτωχός που κοντεύει να πεθάνει από την πείνα. Γραμματικός, τεχνίτης του λόγου, μορφωμένος, αλλά τα γράμματα δεν ωφελούν ώστε να χορτάσει το ψωμί και ζηλεύει τους χειρώνακτες τεχνίτες που είναι καλοψωνιστές και το τραπέζι τους είναι πάντοτε γεμάτο. Καλόγερος λαλίστατος, άπορος και ασήμαντος, υπηρέτης των ηγουμένων στο μοναστήρι, που μονίμως υποφέρει από την πείνα.

Οι πληροφορίες που αλιεύουμε από την παράσταση για την καθημερινή και την ιδιωτική ζωή στο Βυζάντιο είναι πλούσιες: για τάξεις, για επαγγέλματα, για νομίσματα και, κυρίως βέβαια, για φαγητά. Χονδρόγυλο (ψωμί), απάκι και τυρίτσιν κρητικό, χορδοκοιλίτσι (πατσάς) και χουρδουβελία (κοκορέτσι), γοφάρια, γαλέοι, θύννες (τόνοι) και ψάρια παστά, σφουγγάτο (ομελέτα) και το περίφημο ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν, που διαρκώς ορέγεται ο Πτωχοπρόδρομος, φαγητό μαγειρεμένο στη χύτρα με πολλά υλικά.

Κωμικά, γοητευτικά, με ένα ελευθέριο λαϊκό χιούμορ που επανεκτιμάται στη μεταμοντέρνα εποχή μας, αυτά τα μεσαιωνικά στιχουργήματα ψυχαγωγούν και τον σύγχρονο θεατή. Η μυθοπλαστική ιδιαιτερότητα του Προδρόμου αναδεικνύεται εξαιρετικά ευφάνταστη.

Τι είδα στην παράσταση με τα «Σκόρδα»

Η μαγεία αυτής της παράστασης άρχισε πριν αρχίσει… Θαυμάζουμε καταρχάς τη βυζαντινή εικόνα με θέμα το δείπνο που παρέθεσε στους τρεις αγγέλους – απεσταλμένους του Θεού, ο Αβραάμ. Ένα τραπέζι πλούσιο, αρχοντικά στρωμένο, με αφράτα ψωμιά και κρασιά κατά τα πρότυπα των ευγενών της εποχής. Επίσης, τα εφυαλωμένα βυζαντινά σκεύη, κατάλληλα για αρτύματα. Η κυρία Αναστασία Δρανδάκη, επιμελήτρια της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Συλλογής, με τρόπο απλό και άμεσο μας μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη του 12ου αιώνα. Με μια εξαιρετική ομιλία της μας ενημέρωσε για την εποχή και τις συνήθειές της. Μας έκανε το τραπέζι προσφέροντας χίλιες εντυπωσιακές πληροφορίες. Έτσι προετοιμαστήκαμε κατάλληλα για να εισέλθουμε κι εμείς με τη σειρά μας στον κόσμο που περιγράφουν με λεπτομέρεια τα Πτωχοπροδρομικά. Το φυσικό σκηνικό περιβάλλον θυμίζει εσωτερικό ναού και δεν αφήνει περιθώρια να κοπεί το νήμα που σε κρατάει δεμένο με την εποχή. Τα γλαφυρά κείμενα είναι ένα λαμπερό φως που μας οδηγεί ακόμη και στις πιο κρυφές γωνιές της σκέψης των ανθρώπων και στον τρόπο που αντιμετώπιζαν τα προβλήματα του καιρού τους.

Η Μάιρα Βαζαίου, με την ενδυματολογική της επιμέλεια ήταν σαν να μετέφερε τους ήρωές της έξω από αγιογραφίες. Οι ηθοποιοί Νέστορας Κοψιδάς, Νίκος Γιαλελής, Έλενα Μαρσίδου, Στρατής Πανούριος ασφαλώς θα έχουν αυτές τις ερμηνείες στην καλύτερη θέση του βιογραφικού τους. Βλέποντάς τους είχα την αίσθηση ότι αυτοί οι καλλιτέχνες ξαναβρήκαν και μας πρόσφεραν απλόχερα τη χαρά της δημιουργίας μέσα στα κείμενα των ποιημάτων του Πτωχοπρόδρομου. Σκεφτόμουνα πόσο όμορφο θα ήταν αν αυτή η παράσταση –μαζί με τις άλλες τρεις– έβρισκαν φιλόξενη στέγη σε κάποιον μεγαλύτερο χώρο. Εντελώς λανθασμένη σκέψη όμως. Το φυσικό περιβάλλον του Μουσείου κανένας άλλος χώρος δεν μπορεί να το συναγωνιστεί σε οικειότητα και φως. Εκεί είναι η ιδανική σκηνή. Αξίζει λοιπόν να ζήσετε αυτή τη μοναδική εμπειρία μόλις οι συντελεστές (Μουσείο και Εθνικό) προχωρήσουν σε επανάληψη αυτής της σειράς των παραστάσεων. Αξίζει να είσαστε παρόντες τη στιγμή της γέννησης «Από τη σιωπή της προθήκης στο θεατρικό λόγο».

Πληροφορίες

Σκηνοθετική Επιμέλεια: Στρατής Πανούριος

Ενδυματολογική Επιμέλεια: Μάιρα Βαζαίου

Ερμήνευσαν: Νέστορας Κοψιδάς, Νίκος Γιαλελής, Έλενα Μαρσίδου, Στρατής Πανούριος

Τα αντικείμενα του Μουσείου παρουσίασε η Αναστασία Δρανδάκη, Επιμελήτρια της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Συλλογής.

«Ερωφίλης κέντημα»

Τρίτο στη σειρά ήταν το «Ερωφίλης κέντημα». Εδώ ανακαλύψαμε ποια δύναμη κινεί τα νήματα στην «Ερωφίλη» του Γεωργίου Χορτάτση; Ο άδολος έρωτας των δύο νέων αντιμάχεται τη δύναμη του άπληστου βασιλιά. Τελικοί νικητές στη σκληρή αναμέτρηση αναδεικνύονται ο θάνατος και το πεπρωμένο, που κατευθύνει τους ανθρώπους σαν άβουλες μαριονέτες. Ένα πολύπτυχο κεντητό φουστάνι από την Κρήτη του 17ου αιώνα, σπάνιο κατάλοιπο της αναγεννησιακής επίδρασης που άφησε η ενετική κατάκτηση στο νησί (1211-1669), μας μετέφερε στην εποχή του Χορτάτση και της ακμής της κρητικής λογοτεχνίας.

Πληροφορίες

Σκηνοθετική Επιμέλεια: Στρατής Πανούριος

Ενδυματολογική Επιμέλεια: Μάιρα Βαζαίου

Μουσική – Τραγούδια: Αλέξης Κωτσόπουλος

Έπαιξαν: Ανδρομάχη Δαυλού, Αλέξης Κωτσόπουλος, Αμαλία Τσεκούρα, Έλενα Μαρσίδου, Στάθης Κόικας, Στρατής Πανούριος

Τα αντικείμενα του Μουσείου παρουσίασε η Ξένια Πολίτου, Επιμελήτρια της Συλλογής Νεοελληνικού Πολιτισμού και Νεοελληνικής Τέχνης.

«Το είπε ο Γέρος»

Τέλος, η σειρά «Από τη σιωπή της προθήκης στο θεατρικό λόγο», κλείνει με το έργο: «Το είπε ο Γέρος». Μια παράσταση βασισμένη στα Απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Η «Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836» φωτίζει άγνωστες πτυχές του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, όπως αυτές τις εμπιστεύθηκε ο Γέρος του Μοριά στον Γεώργιο Τερτσέτη. Το πρότυπο του Έλληνα αγωνιστή, που εικονίζει η ελαιογραφία του Μουσείου, θα μπορούσε –ακόμη και σήμερα ίσως– να ενσαρκώνει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843). Οι ηγετικές αρετές του Γέρου του Μοριά και η αίσθηση ασφάλειας που δημιουργούσε στους συμμαχητές του εξακολουθούν να τον καθιστούν το ιστορικό πρόσωπο με τον υψηλότερο συμβολισμό ως προς τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Σκηνοθετική Επιμέλεια: Στρατής Πανούριος

Ενδυματολογική Επιμέλεια: Μάιρα Βαζαίου

Μουσική επιμέλεια: Αλέξης Κωτσόπουλος

Παίζουν: Ασημίνα Αναστασοπούλου, Στάθης Κόικας, Αλέξης Κωτσόπουλος, Έλενα Μαρσίδου, Φώτης Λαζάρου και Στρατής Πανούριος

Τα αντικείμενα του Μουσείου θα παρουσιάσει ο Τάσος Σακελλαρόπουλος, Επιμελητής των Ιστορικών Αρχείων.

Πληροφορίες

Κάθε Τρίτη στις 8.30 μ.μ.

Μουσείο Μπενάκη

Κεντρικό Κτήριο

Κουμπάρη 1, Κολωνάκι

Τηλέφωνο 210-367.10.15.

Σταθμός μετρό Σύνταγμα

Εισιτήρια

15 ευρώ, 10 ευρώ μειωμένο

Προπώληση στο ταμείο του Μουσείου Μπενάκη

Τετάρτη και Παρασκευή: 9 π.μ. – 5 μ.μ.

Πέμπτη και Σάββατο: 9 π.μ. – 12 το βράδυ,

Κυριακή: 9 π.μ. – 3 μ.μ.

Τηλέφωνο: 210-367.10.15.

Από Δευτέρα έως και Πέμπτη 10 π.μ. -3 μ.μ.

Διοργάνωση

Μουσείο Μπενάκη & Εθνικό Θέατρο

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -