O Πόρος του Γιώργου Σεφέρη

Πάνω: Ο Σεφέρης από το παράθυρο της βίλας “Γαλήνη”

 

«Τη θάλασσα, τη θάλασσα, ποιος μπορεί να την εξαντλήσει;» αναρωτιέται ο Γιώργος Σεφέρης και η φωνή του μοιάζει να έρχεται ώριμη και συγκινημένη από τη βίλα «Γαλήνη», στον Πόρο, πάνω στην κόστα που αρχίζει από την Πέρλα και καμπυλώνει ερωτικά στο Μικρό και το Μεγάλο Νεώριο, στο Λιμανάκι της Αγάπης, στον Ρωσικό Ναύσταθμο, ως τον ρομαντικό φάρο. Σε αυτό τον σαγηνευτικό τόπο, στη θάλασσα και τη φύση του Πόρου, ο ποιητής συντροφιά με τη Μαρώ θέλησε να διώξει από πάνω του τις οδυνηρές μνήμες των πολέμων, του Παγκόσμιου και του Εμφυλίου. Ο Σεφέρης είχε περάσει και παλαιότερα από το νησί με άλλη παρέα, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο Χένρι Μίλερ. Ο προκλητικός Αμερικανός συγγραφέας παρακαλούσε να τον αφήσουν να πετάει σαν καλοσυνάτος γλάρος πάνω από τις στέγες του Πόρου και το γοητευτικό στενό που τον χωρίζει από την πελοποννησιακή ακτή και το «Λεμονοδάσος» του Κοσμά Πολίτη, την ώρα που ο Γιάννης Ρίτσος σκεφτόταν τον ναό του Ποσειδώνα στην ενδοχώρα του νησιού, την πιο μαγευτική διαδρομή στον εσωτερικό του κόσμο. Ο Γιώργος Σεφέρης στο νησί συναντήθηκε με δύο «παιδιά του Πόρου», τον μετέπειτα θρύλο της ευρωπαϊκής ζωγραφικής τον 20ό αιώνα Λούσιαν Φρόιντ και τον άλλο Άγγλο ζωγράφο, τον Τζον Κράξτον, που γλεντούσαν την Ελλάδα και το ελληνικό φως. Οι συντροφιές αυτές στον Πόρο έγραψαν ιστορία, χάραξαν ατμοσφαιρικές διαδρομές και μας καλούν σήμερα νοσταλγικά να γίνουμε συνοδοιπόροι τους.
Ο ήλιος φωτίζει την προκυμαία του Πόρου, αυτό το απίστευτο σκηνικό για να εξελιχθούν τρυφερές ιστορίες και όνειρα θερινής ημέρας και νύχτας. Οι προσόψεις των νεοκλασικών σπιτιών, που υψώνονται μέχρι το ρολόι, καθρεφτίζονται στα ήρεμα νερά, λίμνης θαρρείς, τα οποία αναδεύουν μόνο τα κάθε λογής πλεούμενα – από τα πολυτελή κρουαζιερόπλοια και τα αρχοντικά ιστιοπλοϊκά, ως τα «δελφίνια», τα καράβια της γραμμής και τα μικρά βαρκάκια τα οποία λειτουργούν ως θαλάσσια ταξί – που παρελαύνουν μπροστά τους.
Το βραδάκι η προκυμαία του Πόρου έχει τη γεύση της θάλασσας, του χταποδιού στα κάρβουνα, του ούζου.
Η θάλασσα κινεί την εικόνα της προκυμαίας στον καθρέφτη των νερών, τα πρόσωπα των ανθρώπων που σεργιανούν στην προκυμαία, αλλά και όλες τις εξελίξεις στο νησί. Η θάλασσα κινεί τη ζωή. Το πηγαινέλα των σκαφών είναι ένα είδος επικοινωνίας κι εδώ στον Πόρο είναι τόσο χαρακτηριστικό.
Η θάλασσα είναι γυναίκα. Μητέρα και μαινάδα. Άγρια και τρυφερή. Άλλοτε τόσο σκοτεινή, που τη φοβάσαι. Κι άλλοτε ήμερη και φωτεινή, που και πάλι τη φοβάσαι. Ό, τι αγαπάς πολύ το ξορκίζεις. Τα μάτια και την ψυχή της Ελλάδας. Το φως της θάλασσας. Την ποίηση του Σεφέρη, αλλά και του Καρυωτάκη. Του Ελύτη και του Καβάφη. Η ποίηση μπορεί να προσεγγίσει κοντύτερα από τη λογική τη λύτρωση, την ερμηνεία του σύμπαντος.

Γι’ αυτό το φως της Ελλάδας, ο Γιώργος Σεφέρης πίστευε ότι υπάρχει μια λειτουργία ενανθρωπισμού. Και εκείνο το μικρό καλοκαιράκι του 1946 στον Πόρο ο ποιητής ήθελε να αισθανθεί τη μαγεία της θάλασσας που, καθώς λέει ο Ρόντρικ Μπήτον στη βιογραφία του Γιώργου Σεφέρη («Περιμένοντας τον άγγελο»), βρίσκεται κοντά στη γραμμή διαχωρισμού για έναν άλλο κόσμο. Να φανταστούμε ότι η γραμμή αυτή τρέχει από την Πέρλα ως τον Ρωσικό Ναύσταθμο, κάνοντας δροσερές, προκλητικές, χαριτωμένες καμπύλες στο Μικρό και στο Μεγάλο Νεώριο, το Λιμανάκι της Αγάπης και πλήθος άλλες αισθησιακές αγκαλιές στη σκιά των πεύκων, εκεί που απλώνει τους ψάθινους καναπέδες του το ξενοδοχείο που κάποτε λεγόταν «Ξενία».

Η βίλα “Γαλήνη
Ο Σεφέρης γράφει: «Το ρολόι του χωριού, ένα είδος καμπαναριό στην κορυφή του βράχου του Πόρου… την ώρα τη βλέπεις (από τη “Γαλήνη”) με τα κιάλια. Τα σπίτια, χρώμα και γυαλάδα κάποτε άσπρου σμάλτου. Αυτό το φως…».

Ο Σεφέρης έμπαινε συχνά στον άλλο κόσμο της θάλασσας. Μια μέρα πήρε τη βάρκα για να κολυμπήσει στη διώρυγα που χωρίζει τον Πόρο από τον Γαλατά. Εκεί ήταν βυθισμένη η «Κίχλη», ένα «λάφυρο» του πρόσφατου πολέμου που ο ποιητής πάλευε να λησμονήσει. Αυτό το καραβάκι πυροδότησε το επόμενο ποίημά του, την «Κίχλη»:

Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια·
το ‘λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.

Πάνω σε αυτή τη διαδρομή, με τα τραπέζια του σχεδόν μέσα στη θάλασσα, υπάρχει από το 1909 ο «Άσπρος Γάτος» που πολλά έχουνε δει τα μάτια του στον Πόρο. Τώρα στα τραπέζια του σερβίρονται γαύρος μαρινάτος, μυδοπίλαφο, χταπόδι λιαστό ψητό, ψαράκι ημέρας και γαριδομακαρονάδα.

Ο Σεφέρης έμεινε όλο το φθινόπωρο για να εξαγνιστεί από τις οδυνηρές μνήμες του πολέμου και του εμφύλιου σκοτωμού συντροφιά με τη Μαρώ και το τοπίο του Πόρου. Μάλιστα προχωρούσε παραπέρα, πέρα από τον Ρωσικό Ναύσταθμο, ως τον φάρο: «Περίπατος στο φάρο. Μεταλλικά χρώματα στη θάλασσα· γκρεμίσματα του ρούσικου ναύσταθμου· αφιλόξενο τοπίο. Στο φάρο συκιές κι αγκάθια. Τα κουνέλια τρέχουν αδέσποτα· δεν τα πιάνουν για να τα φάνε, τα σκοτώνουν με το τουφέκι. Μέσα στο μικρό χτίριο, μυρωδιά καραβιού, πιστόλια και τουφέκια στον τοίχο, κι ένα παλιό σπαθί. Αγέρας μοναξιάς».

Δίοδος προς το φως και την ομορφιά

Είχε έλθει εδώ και την περίοδο της πρώτης αγάπης τους με τη Μαρώ το 1936. Ο Σεφέρης είχε περάσει εν τω μεταξύ με τον Κατσίμπαλη, τον Ντάρελ και τον Μίλερ καθώς ταξίδευαν για να συναντήσουν τον άλλον της παρέας, τον Νικολή Χατζηκυριάκο-Γκίκα στην Ύδρα. Ο Μίλερ έγραφε στον «Κολοσσό του Μαρουσιού»: «(…) αφήστε με να αιωρούμαι σαν καλοσυνάτο πνεύμα πάνω από τις στέγες του Πόρου (…). Μπορώ να διακρίνω ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή μέσα από το λαιμό αυτού του μπουκαλιού, καθώς ψάχνω για είσοδο σ’ αυτόν τον κόσμο του φωτός και της ομορφιάς».

Ο Κοσμάς Πολίτης έγραψε το θρυλικό «Λεμονοδάσος» και αισθάνεται τον παλμό του τοπίου: «Σήμερα δεν είναι το πεύκο μόνο που γέρνει για φιλί. Η θάλασσα λυσσασμένη από ερωτικό πόθο τού στέλνει τα φιλιά της στην κορυφή των κυμάτων. Σπρώχνει το ένα το άλλο για να δυναμώσουν, και το τελευταίο χυμά θεριεμένο κατ’ επάνω στο βράχο και φτάνει το λυγερό πεύκο που σείεται λιγωμένο».

Από το γεφύρι που ενώνει τη Σφαιρία με την Καλαυρία ξεκινά η άλλη διαδρομή προς Ασκέλι και Μοναστήρι.

Ακολουθούμε κατά πόδας τον Κοσμά Πολίτη: «(…) Το αυτοκίνητο κάνει τον γύρο της χώρας από πίσω και βγαίνομε σε μιαν άλλη παραλία. Αρχίζει ένας ωραίος δρόμος ανηφορικός φυτεμένος καλαμιές και λυγαριές. Σε λίγο σκαρφαλώνομε τις κορδέλες του βουνού. Δεξιά η θάλασσα με τα λευκά πανιά της και η Πελοπόννησος. Σταματούμε σε μια μικρή πλατεία, μάλλον έναν εξώστη στην πλαγιά του βουνού. Παντού πεύκα. Κάτω στη βαθιά πυκνή ρεματιά τρέχουν τα νερά με θόρυβο. Απέναντι, ανάμεσα στα δέντρα ένα μεγάλο κτήριο μοιάζει με φυλακή. Ένας σταυρός στην κορυφή μού δείχνει πως αυτό είναι το Μοναστήρι».

Ο Σεφέρης στοχάζεται στο μοναστήρι (1940)
Προς το Μοναστήρι πήγαιναν και τα «αγόρια του Πόρου», οι ζωγράφοι Τζον Κράξτον και Λούσιαν Φρόιντ, που γλεντούσαν εκεί το φως και την ανθρώπινη επικοινωνία, καθώς σημειώνει ο Σεφέρης που τους συνάντησε: «Όταν νύχτωσε, έναστρος ουρανός. Εκείνη την ώρα ήρθαν ο Τζον Κράξτον και ο Λούσιαν Φρόιντ που τους ακούω από τότε που ήρθα και που τους γνώρισα μόνο χθες. Μένουν στον Πόρο εδώ και μήνες (…). Ο πρώτος Άγγλος, ο δεύτερος εγγονός του μεγάλου Φρόιντ. Γλεντούν στην Ελλάδα, όπου βρίσκουν πράγματα που τους λείπουν στον τόπο τους. Το φως κι ένα άλλο είδος ανθρώπινης επικοινωνίας, καθώς λένε. Διασκεδάζουν με τον Καραγκιόζη που παίζει στο χωριό. Ξεκινήσαμε όλοι μαζί να πάμε να τον δούμε».
Οι συναντήσεις στον Πόρο ανοίγουν μονοπάτια. Ήρθαν να δουν τον Σεφέρη στη βίλα «Γαλήνη» ο Τζον Λίμαν και οι Άγγλοι φίλοι του, ο Ρεξ Γουόρνερ, ο Μορίς Κάρντιφ, ο Γιώργος Κατσίμπαλης. Στον Λίμαν έκανε εντύπωση η συλλογή μπαστουνιών περιπάτου που ο Σεφέρης είχε συλλέξει στο εσωτερικό του νησιού. Πίσω από το μέτωπο του Πόρου απλώνεται μια ολόκληρη ενδοχώρα που καλεί τον επισκέπτη να την εξερευνήσει. Υπάρχει γι’ αυτό ένα ισχυρό κίνητρο: η θέα της πίσω και της μπροστινής όψης του νησιού καθώς προβάλλεται στη θάλασσα και τα ερείπια του ναού του Ποσειδώνα, ένα ορόσημο της διαδρομής.

Η άσφαλτος ανηφορίζει προς τον ναό του Ποσειδώνα. Ο δρόμος των πέντε χιλιομέτρων ανεβαίνει συνεχώς μέσα στο δάσος, προσφέροντας από ένα σημείο και μετά πανοραμικές εικόνες των κατάφυτων πλαγιών των λόφων και της πολιτείας του Πόρου, ώσπου να βγει από την άλλη μεριά του νησιού, ψηλά πάνω από τον όρμο της Βαγιονιάς, όπου μια άλλη κατεβασιά καταπράσινων λόφων κατεβαίνει προς την πίσω μεριά του νησιού. Τα χαμηλά ερείπια μοιάζουν φτωχά σκορπισμένα ανάμεσα στις σκιές των ελιών και των πεύκων, αλλά αυτό το ιερό της Καλαυρίας ήταν σπουδαίο. Ο Γιάννης Ρίτσος είχε γράψει: «Οι θεοί ξεχνιούνται κι αν απόψε θυμηθήκαμε τον Ποσειδώνα, γυρίζοντας στους έρημους γιαλούς της Καλαυρίας, είναι γιατί εδώ πέρα, στο ιερόν αλσύλλιο, μια νύχτα του Ιουλίου, ενώ φεγγοβολούσαν τα κουπιά στο φεγγαρόφωτο και ηχούσαν μέσα στις βάρκες οι κιθάρες των κισσοστεφάνωτων εφήβων, εδώ, σε τούτο το πευκόφυτο, πήρε το δηλητήριο ο Δημοσθένης αυτός τραυλός, που πάσκισε ως να γίνει ο πρώτος ρήτωρ των Ελλήνων, κι ύστερα καταδικασμένος από Μακεδόνες και Αθηναίους, μέσα σε μια νύχτα, έμαθε την πιο δύσκολη, την πιο μεγάλη τέχνη: να σωπαίνει».
Ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης συνέδεσε το όνομά του με τον Πόρο αφού ήταν συγγενής των απογόνων της Ιουλίας Δραγούμη, και έμεινε πολλά καλοκαίρια στην περήφανη βίλα «Γαλήνη». Το 1946-47 έγραψε τη συλλογή του «Κίχλη» εμπνευσθείς από το πλοίο που βυθίστηκε σκόπιμα στον Πόρο για να μην πέσει στα χέρια των Γερμανών. Ο Σεφέρης παρομοιάζει τον Πόρο, με το μεγάλο κανάλι, και το γεφυράκι, με τη Βενετία- «πας από σπίτι σε σπίτι με βάρκα» ( Ημερολόγιο, 13-8-46).

Το μοναστήρι σε φωτογραφία του Σεφέρη
Εκεί φιλοξένησε, τον Κωνσταντίνο Τσάτσο -η γυναίκα του Τσάτσου, ήταν αδελφή του Σεφέρη- τον Στρατή Μυριβήλη και άλλους. Στον Πόρο γνώρισε τη γυναίκα του Μαρώ Ζάννου που πριν ήταν παντρεμένη με το ναύαρχο Ανδρέα Λόντο (1936 – 1937).

Ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής του Πόρου που τόσο συχνά θυμόμαστε και τον «ξαναζωντανεύουμε» με την κλασική πια φωτογραφία του με τη Μαρώ στο λεμονοδάσος, έχει εκτός των άλλων και ένα πλούσιο ερωτικό βιογραφικό, που μαρτυράει ένα εκρηκτικό ερωτικό ταμπεραμέντο. Μια λατρεία για τη Μαρώ που την έκλεψε από την άντρα της ναύαρχο Ανδρέα Λόντο, και δεν ήταν φυσικά ούτε η πρώτη του «τρέλα», αλλά ούτε η τελευταία. Τον συγκινούσε «ο τύπος της μεγαλύτερης γυναίκας, της καλλονής, της γυναίκας με ισχυρό χαρακτήρα». Πρώτος έρωτας η Μέλπα, μια φίλη της αδελφής του Ιωάννας που «τον ξαπόστειλε». Δεύτερος η Παριζιάνα Σουζόν η κόρη της σπιτονοικοκυράς του, που «τον εξευτέλισε», τρίτος η Νορβηγίδα Κίρστεν, με την οποία κατ’ εξαίρεση «φάνηκε σκληρόκαρδος». Ακολουθεί η Γαλλιδούλα Ζακλίν, που όμως «ήθελε γάμο» και ο δεσμός τους έγινε οδυνηρός, Κατόπιν η αισθησιακή Λουκία Φωτοπούλου, χαϊδευτικά Λου. Ένα ρομάντζο, λιγότερο συναισθηματικό, εντόνως αισθησιακό, καθώς η Λου, παντρεμένη και χωρισμένη, «έχει σχέσεις με γυναίκες όπως και με άντρες και προστατεύει με σθένος την ερωτική ελευθερία της». Πυκνή η αλληλογραφία τους, παραμένει αδημοσίευτη.
Η Μαρώ, Μαρίκα Ζάννου (πέθανε το 2000 – στα 102 της!), σύζυγος του ναυάρχου Ανδρέα Λόντου, και μετέπειτα Μαρώ Σεφέρη, ήταν η θεότητά του.
Η Μαρώ ήταν μια γοητευτική κυρία της καλής κοινωνίας των Αθηνών. Παντρεμένη με τον Ανδρέα Λόντο είχαν δύο κόρες. Στα 38 της (αρχές του ’36) ερωτεύεται τον 36άρη διπλωμάτη συγκλονίζοντας την κοσμική και πνευματική Αθήνα. Παρά τις απειλές του Λόντου ότι δεν θα ξαναδεί τις κόρες της, εκείνη φεύγει με τον Σεφέρη για την Αίγυπτο.
Ακόμη όμως και στη διάρκεια αυτή της ερωτικής θύελλας μαζί της, μπερδεύτηκε και με μια Βολιώτισσα, μιαν άλλη νεαρή υπάλληλο της πρεσβείας, μιαν ακόμη Ρωσίδα, κι ίσως η αδημοσίευτη αλληλογραφία του δείξει κι άλλα τινά σκιρτήματα, ώσπου μια κρίση προστάτη έβαλε τέρμα στις δοσοληψίες των νυκτών του.

Ο Κος Ρωθλάουφ και η Κα Ζεν —ή Κα Ζεν, Το “Alter Ego” του Γ. Σεφέρη

Η Μαρώ στο Κτήμα Τομπάζη. Φωτογραφία Γιώργου Σεφέρη
Πόρος – Φθινόπωρο 1946 – Βίλα Γαλήνη, Οκτώβριος

Γιώργος Σεφέρης (45) εποχή των διακοπών στη “Βίλα Γαλήνη”, Πόρος: Κυρία Ζεν, Κύριος Ρωθλάφουφ… —Πρόκειται για λογοτεχνική επινόηση για να δείξει τα δύο alter ego του Σεφέρη: O διπλωμάτης του υπουργείου, o κινούμενος στους κοσμικούς και λογοτεχνικούς κύκλους των Αθηνών, σε αντίθεση με τον Σεφέρη του Πόρου, τον λογοτέχνη, τον άνθρωπου που αρέσκεται στη μοναξιά της Φύσης, τον σκεπτόμενο άνθρωπο για τα ζητήματα της Φύσης, του Καιρού, της ιστορικής στιγμής – εν αντιθέσει με τον δρώντα κύριο Ρωθλάουφ, που μεταλλάσσεται αναγκαστικά αν και βρίσκεται πάντα σε οξεία αντίθεση με την κοσμοπολίτισσα (!) κυρία Ζέν που εκπροσωπεί το ζητούμενο(;) ξορκισμένο (;) —δεύτερο alter ego του…

Εν ολίγοις το ένα alter ego, αναγκαστικό εκ των κοινωνικών συνθηκών, ανοίγει το δρόμο στο ξορκισμένο 2ο Εγώ – της χλευαζόμενης από τον ίδιο, Κας Ζεν, που βρίσκεται υπό τον “κοσμικό” Κο Ρωθλάουφ. (Ο ένας κοσμικός, η άλλη γίνεται κατά τα αυστηρότατα πάντα κριτήρια του ποιητή “σούργελο”).
Αννίβας= (μτφ) οργίλος, έξαλλος
Ποσειδώνας= ξενοδοχείου του Πόρου
Βαγιονιά= περιοχή του Πόρου
alter ego= Το άλλο εγώ κάποιου (ένας άλλος χαρακτήρας κυριαρχικός στο εγώ)
zen= Απόλυτη Αυτοκυριαρχία, αταραξία

* Το όνομα «Πόρος», όπως εξηγεί σ’ ένα γράμμα προς τον Ντάρελ λίγο μετά την άφιξη του εκεί, «σημαίνει δίοδος, δίοδος όμως προς τα πού; Αυτό είναι το ερώτημα που μου θέτω λοιπόν εδώ. Μετά την ουδετερότητα, μετά τον πόλεμο, μετά την “απελευθέρωση”, εδώ, μου θέτω το ερώτημα αυτό».
Στο ημερολόγιό του κατασκευάζει το λογοπαίγνιο: «Πόρος, πόρος, άπορος».
Στον Πόρο έχει έρθει με τη Μαρώ το καλοκαίρι του 1936 και λέγεται ότι έγιναν για πρώτη φορά εραστές.

Ο Σεφέρης ήταν από τους πιο τακτικούς παραθεριστές του νησιού. Στην ηρεμία της «Γαλήνης» γράφει τις ωραιότερες σκέψεις του για τον Πόρο.
Απ’ αυτό το πλήθος κι αυτές που ακολουθούν:

«Γράφω μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, προχωρημένο απόγευμα. Αργές καμπάνες της Μ. Παρασκευής και κάθε ώρα το κανόνι του Προγυμναστηρίου. Από το παράθυρο πεύκα, ένα κομμάτι θάλασσα, στο βάθος ο ανατολικός κάβος κομμένος στον αυχένα από το δρόμο κατά το μοναστήρι. Εκτός από τις νεκρώσιμες καμπάνες, μεγάλη ησυχία.
Σήμερα το πρωί ανέβηκα στο Μοναστήρι για να ιδώ τον Επιτάφιο με την Μαρώ. Στο δρόμο σταματήσαμε στο νεκροταφείο. Ένα μικρό νεκροταφείο στην ακρογιαλιά.

Θάλασσα εξαιρετικά ήσυχη με μιαν ευκινησία μεταξιού: διαβαθμίσεις του γκρίζου με γαλάζιο, με μενεξεδί, με ρόδινο… Είναι το χρώμα που κυριαρχεί στην Ελλάδα.

Ο Σεφέρης με τη Μαρώ στον Πόρο
Το πρωί εκδρομή με τη Μαρώ στο ναό του Ποσειδώνα…
Αριστερά τα Μέθανα και τα βουνά της «Κοιμισμένης»… Έβλεπα τις βουνοκορφές που εδώ, οι ντόπιοι, τις ονομάζουν «Η Κοιμισμένη». Οι γραμμές της γυναίκας, πλαγιασμένης ανάσκελα, ξεχωρίζουν αρκετά καλά. Το κεφάλι σχεδόν αιγυπτιακό με την οξύτητα που βλέπει κανείς στις χρυσές μυκηναϊκές μάσκες, κάποτε ολοφάνερο και κάποτε απορροφημένο από την όψη του βουνού-πιωμένο από τις πλαγιές, από τους βράχους..

Πρόβλημα Ζεν: Να πάρεις την «Κοιμισμένη» και να τη βάλεις στο κρεβάτι σου, χωρίς να χαλάσει μήτε το κρεβάτι μήτε η κορυφογραμμή της «Κοιμισμένης».
Η ατμόσφαιρα του Πόρου μ’ έχει κερδίσει πέρα για πέρα. Μ’ αρέσει αυτός ο κόσμος, τόσο κλειστός, που η αυγή φέρνει το φως και στους αθανάτους.
Περίπατος στο φάρο. Μεταλλικά χρώματα στη θάλασσα.. Αδύνατο να περιγράψεις: «η θάλασσα που ξετυλίγω και τυλίγω στα δάχτυλά μου..»
Ο Πόρος …έχει κάτι από τη Βενετιά …με πολλά μάγια βέβαια, κάτι από ένα λάκκο λαγνείας, με το φεγγάρι από πάνω, και, όλη μέρα, με το χαλκό της μουσικής του Προγυμναστηρίου.
Το ρολόι του χωριού, ένα είδος καμπαναριού στην κορυφή του βράχου του Πόρου….Τα σπίτια, χρώμα και γυαλάδα κάποτε άσπρου σμάλτου. Αυτό το φως.
Περίπατος προς το Φάρο, χτες. Όχι ως το τέλος. Σταματήσαμε λίγο πιο πέρα από το Ρούσικο Ναύσταθμο.

Η άγκυρα

Ο Πόρος, κλειστός, όπως είναι, μου θυμίζει ωστόσο πως είναι λίγα τα πράγματα που χρειάζομαι, πως θα ‘πρεπε να παραμερίζω πράγματα που μ’ εμποδίζουν να βλέπω.
Το πρωί πήραμε τη βάρκα και πήγαμε γύρω στο Δασκαλειό για μπάνιο. Ανάμεσα στο νησάκι και στην ακτή βουλιαγμένη η Κίχλη.
Αυτή η ατμόσφαιρα θερμοκηπίου του Πόρου… Η «ομορφιά» έξω σε διακόπτει ολοένα…
Ποτέ μου, εδώ και πολλά χρόνια, δεν ξύπνησα τόσο αλαφρύς… Από το παράθυρο το ζωντανό άρωμα του πεύκου… Πραγματικά το τοπίο σε απορροφά, όπως τα τοπία του Θεόφιλου απορροφούν τα πρόσωπα… Έβρεξε όλη τη νύχτα. Το πρωί ο Πόρος χωμένος μέσα σε μιαν υπερβόρεια ομίχλη, τώρα 9.00 μοιάζει να καλυτερεύει ο καιρός. Νωπές μυρωδιές.
Πρωί στο χωριό με τη Μίνα. Ανεβήκαμε στους στενούς δρομάκους ως το Ρολόι.
Κατά τις 6 με ξύπνησαν φωνές… Άνοιξα το παράθυρο. Στο ανοιχτό πέλαγος, πέρα από το Προγυμναστήριο, ο δίσκος του ήλιου μεγάλος, δαγκωμένος ακόμη από τον ορίζοντα, είχε ένα χρώμα που δεν είδα ποτέ μου. Το χρώμα του χυμού των βατόμουρων… Η θάλασσα ατάραχτη, χωρίς ανάσα.
Βγήκα στη βεράντα κατά τη θάλασσα, η ώρα ήταν πια 08.30, ήλιος ψηλά. Αδύνατο να ξεχωρίσεις το φως από τη σιωπή, τη σιωπή και το φως από τη γαλήνη. Η θάλασσα δεν είχε επιφάνεια…
Γύρισα στην κάμαρά μου, ζαλισμένος…, σχεδόν αλαφροΐσκιωτος…
Το πρωί στο λεμονοδάσος με τη Μαρώ…
Ο Πόρος είναι η Καπούη, το κερί μέσα στο νου μου.
Η μέρα κρατάει την αναπνοή της. Τέτοια γαλήνη που κάθε κίνηση-ένα φύλλο, ένας ήχος, ένα πλεούμενο στο κανάλι-θαρρείς και δεν τελειώνει. Μένει εκεί για πολλή ώρα εξαρτημένη από το φως.
Χαρακτήρες των σπιτιών. Τα σπίτια έχουν κι αυτά το σόι τους.
Ίσως να είναι και ο Πόρος. Εδώ το κάθε τι μοιάζει να μην περνά, να στοιχειώνει κάπως… Είναι το νησί της Καλυψώς. Πρέπει να πάρεις τη απόφαση να το αφήσεις κάποτε για την Ιθάκη, την πέτρινη.
Χτες στον «Ποσειδώνα» κι έπειτα στη Βαγιονιά… Κολυμπήσαμε… Μετά το κολύμπι: το φως είναι τέτοιο που σε απορροφά όπως το στουπόχαρτο το μελάνι- απορροφά την προσωπικότητα.
Καταπληκτική μέρα. Ούτε σύννεφα, ούτε μια πνοή… Η θάλασσα, όπου την αγγίξει άνθρωπος, σπάζει και λάμπει σαν το γυαλί. Τη νύχτα πανσέληνος. Ίδια γαλήνη…
Τα φώτα του Πόρου σαν κεριά. Αίσθημα κλειστού χώρου. Ενός ναού άδειου, με αποχρώσεις ψυχρού μαρμάρου στο θόλο, που αναδίνει μια τεράστια κατάνυξη.

Ο Πόρος ήταν για μένα ο πιο «ηδονόπαθος» (γράφω σκόπιμα τη λέξη) τόπος της Ελλάδας που ξέρω…
Φεύγω από τον Πόρο, όπως έφευγα το Μάη του ’41 από την Κρήτη –προς το άγνωστο. Τη μεγάλη γαλήνη που αισθανόμουν τώρα τελευταία, τα πρωινά, εδώ, δεν ξέρω αν θα την ξανάβρω.»
Ο λυρισμός με τον οποίο περιγράφει ο Σεφέρης τον Πόρο είναι γεμάτος από έκσταση και ενθουσιασμό.
Εδώ σε τούτο το νησί ο διπλωμάτης ποιητής θα σημειώσει επίσης τις σκέψεις του για το ναυάγιο της «Κίχλης», που από πολλούς θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα ποιήματά του. Θα γράψει όμως και «Ποιήματα: Με τον τρόπο του Γ.Σ.»
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει…..
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
Αλλά και το πασίγνωστο ποίημα « Άρνηση» που τραγουδήθηκε από χιλιάδες χείλη.

Στην παραλία του Νεώριου, «Στους έρημους γιαλούς της Καλαυρίας», όπως έγραψε ο Ρίτσος στο ποίημα του για τον Πόρο και τον Δημοσθένη, εμπνεύστηκε την «Άρνηση». Ήταν στο κτήμα τότε του Κεφαλλονίτη, γεμάτο λεμονιές και πορτοκαλιές, απέναντι από το περιγιάλι, και πλέον Ξενοδοχείο Παύλου. Συνήθιζε ο ποιητής ύστερα από τη συνηθισμένη καθημερινή πεζοπορία να κάθεται να ξαποστάσει στο πηγάδι . Μια μέρα, δίψασε. Πήρε νερό να πιει… μα το νερό γλυφό…
Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό.
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της
Ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.
Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.
Δεν ξέρω πόσοι γνωρίζουν ότι ο Γ. Σεφέρης εκτός από ποιητής υπήρξε και φωτογράφος. Από τα φοιτητικά του χρόνια στην Αγγλία μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Σεφέρης φωτογραφίζει συστηματικά πρόσωπα και τοπία.
Όπως έχει πει η Μαρώ Σεφέρη, «τον ενδιέφερε πολύ η φωτογραφία ως τέχνη, ως μάθημα. Ξεχώριζε την ωραία από την άσχημη ή την ωραιοπαθή φωτογραφία. Του άρεσε ο άνθρωπος με καλό μάτι». Επίσης τον γοήτευε το φως και η σκιά!

Στο φωτογραφικό αρχείο του Σεφέρη υπάρχουν περισσότερες από 2.500 φωτογραφίες, αριθμός πραγματικά εντυπωσιακός για έναν ερασιτέχνη φωτογράφο. Όλο αυτό το αρχείο του ποιητή φυλάσσεται στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, ύστερα από δωρεά της Μαρώς Σεφέρη το 1984 και στη συνέχεια της Άννας Λόντου το 1999.

Στον Πόρο κατά τη διάρκεια των εκεί διαμονών του τράβηξε αρκετές φωτογραφίες. Αυτές, είτε είναι τοπία είτε πρόσωπα, ιδιαίτερα εκείνο της Μαρώς, αγαπημένο πρόσωπο φωτογράφησης, έχουν βγει μέσα από τον κόσμο της ποίησης του Σεφέρη, αλλά και την αγάπη του για το νησί. Γεμάτες φως και σκιά! Άλλωστε κι ο ίδιος είχε πει: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός»!
Πρόκειται για φωτογραφίες με το Μοναστήρι, την Παναγίτσα στο Ασκέλι, τη Γαλήνη, τη Μαρώ μόνη ή μαζί του, στους κήπους της βίλας ή στο κτήμα Τομπάζη και ιδίως την άγκυρα στο Νεώριο, για την οποία έγραψε:
Νεώριο, 1940
«Σήμερα κρέμασα πάνω από το γραφείο μου τη μοναδική φωτογραφία ενός ελληνικού τοπίου που βρέθηκε, ολωσδιόλου τυχαία, μέσα σε κάτι χαρτιά. Τη φωτογραφία της μεγάλης άγκυρας του Πόρου. Την είχα κάνει ένα πρωί της άνοιξης του 40. Καθώς την κοιτάζω τώρα αισθάνομαι την ψυχή μου πλημμυρισμένη..»
Αλλά, μια άλλη, μάλλον άγνωστη, πλευρά του πολυεδρικού Σεφέρη ήταν εκείνη του κουκλοποιού!
Στον Πόρο, όταν τα τζιτζίκια τον ζάλιζαν και δεν είχε τι να κάνει ή όταν σταμάταγε για λίγο το γράψιμο, ο νομπελίστας ποιητής έφτιαχνε, στη γαλήνη της βίλας «Γαλήνης», παιχνίδια με ό, τι εύρισκε μπροστά του, όπως θα κάνει ακριβώς το ίδιο, λίγο αργότερα σε μιαν άλλη βίλα, λίγα μέτρα πιο κάτω, ο γνωστός ζωγράφος Χατζηκυριάκος – Γκίκας φτιάχνοντας μάσκες.

Ασκέλι, 1940. Φωτογραφία Γιώργου Σεφέρη
Από καιρό άλλωστε μάζευε το υλικό του.

«….Το ακρογιάλι γεμάτο πελαγίσια ξαφρίσματα… ρίζες από καλάμια, παράξενα γλυμμένα ξύλα, φελλοί, ένας παράδεισος παιγνίδια για μένα. Έβαλα στο δισάκι μου αρκετά από αυτά τα σιωπηλά αντικείμενα».
Το 1946, όταν έγραφε την «Κίχλη», συνταίριασε με υλικά της φύσης δυο κούκλες: έναν άντρα από καλάμια και καρυδότσουφλα για καπέλο και κεφάλι, ένα μπαστούνι από καλάμι στο δεξί χέρι, κι ένα μικρότερο καμένο στην άκρη του, για τσιγάρο στο στόμα.
Ήταν ο κύριος ή καλύτερα ο δόκτορας Ρωθλάουφ, πρόσωπο υπαρκτό στον Πόρο που έζησε έναν αιώνα πιο μπροστά, και που έγινε παιχνίδι στα χέρια του ποιητή.

Δυο μέρες μετά, ακόμη μια φορά σε μια στιγμή σχόλης, ο Σεφέρης σκέφτηκε ότι δεν θα μπορούσε ν’ αφήσει τον γιατρό μόνο του κι επεξεργάστηκε πάλι με υλικά της φύσης, το ταίρι του, μιαν αμαζόνα. Κι έτσι δημιούργησε την Κυρία Ζεν, από ένα καρύδι και λίγα βαλανίδια, μια μικρή κούκλα, που θυμίζει, βλέποντάς την, οπλισμένη αμαζόνα. Με το καρυδένιο κεφάλι της, να φορεί θυσανωτή περικεφαλαία, να κρατά σκουτάρι και σπαθί, ασπίδα και ακόντιο. Οι δυο αυτές κούκλες βρήκαν θέση για πολύ καιρό σε μια ξύλινη ντουλάπα στο γραφείο του μαζί με την ημιτελή μελέτη για τον Καβάφη.
Τα δυο αυτά παιχνίδια έγιναν, ίσως, η αιτία να τελειώσει ο Σεφέρης τη μελέτη του «Καβάφης-Έλιοτ Παράλληλοι», αλλά και οι ήρωες των δύο ποιημάτων του: «Η Κυρία Ζεν» κι «Ο δρ.Ρωθλάουφ και η Κα Ζεν».
Ένα χαρακτηριστικό δείγμα από την Κυρία Ζεν:
«Έμεινα χτες τ’ απόγευμα μόνος στην κάμαρά μου… Τα δάχτυλά μου παίζανε μ’ ένα κούφιο καρύδι και μ’ ένα βαλανίδι κι ένα άλλο πιο μικρό και κάτι βέργες που έκοψα μαζί μ’ ένα καλάμι.

κι αυτά τα μικροπράγματα που με τα δάχτυλά μου ταίριαζα, και μακριά μου χανόντουσαν και δεν απόμενε πια τίποτε παρά λίγο φαρμάκι και τούτο τ’ ανθρωπάκι που λέω Κυρία Ζεν».

Και η αρχή από το Ο δρ. Ρωθλαούφ και η Κα Ζεν:

«Ο Δρ.Ρωθλαούφ καπνίζει το τσιγάρο του κοιτάζοντας το κανάλι
του Πόρου.
η Κα Ζεν είναι προκλητική, δημιούργημα της φαντασίας ενός απόρου».
Λίγες μέρες μετά θα φτιάξει τη γοργόνα από βένιο.
«Μεγάλη χαρά. Προτού πλαγιάσω, κάθισα και την κοίταζα πολλή ώρα» γράφει στο ημερολόγιό του.
Τα δάχτυλα του Σεφέρη ήταν σαν εκείνα του πιανίστα, που όταν δεν παίζουν κινούνται συνεχώς, Αλλά όχι μόνον. Στις στιγμές της σχόλης του, ένιωθε μια αδήριτη, εσωτερική ανάγκη, που έβγαινε απ’ τα βάθη της ψυχής του, μια ανάγκη δημιουργίας.
Το γιατί το ομολογεί ο ίδιος:
«Σήμερα πρωί γυρίζω από τις 07.00 ακατάστατος, χωρίς να σταματήσω, πασπατεύοντας με τα χέρια μου, φτιάχνοντας αντικείμενα που προσπαθώ να τους δώσω μια μορφή οικειότητας, πελεκώντας μια βέργα κυπαρίσσι που έκοψα χτες. Η μυρωδιά αυτού του ξύλου, η αρχιτεκτονική του, το χρώμα του, με γεμίζουν αγαλλίαση».
Και την εύρισκε, παίζοντας σαν παιδί, με τα έργα των χεριών του.

Ο Σεφέρης «γαντζώθηκε», από αγάπη, πολλές φορές σε τούτον εδώ τον τόπο, για να ξεχαστεί και να μας χαρίσει όλα αυτά τα αριστουργήματά του γεμάτα Πόρο, κύμα, φως…
Στοιχεία που τόνισε με έμφαση, λαμβάνοντας ως πρώτος Έλληνας, το παγκοσμίως ανώτερο βραβείο πνευματικής προσφοράς:
«Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου».

Έτσι και η ποίησή του υμνεί τον άνθρωπο, τον ήλιο, τη θάλασσα. Κυρίως τον άνθρωπο.
Ας θυμηθούμε, σε τούτο το σημείο, την απάντηση του Οιδίποδα στο αίνιγμα της Σφίγγας, κι ας κρατήσουμε αυτή την απλή λέξη που «χάλασε το τέρας», χαράζοντας βαθειά στην καρδιά μας τα λόγια του ποιητή:
«Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἥλιο. Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἄνθρωπο».

Γιάννης Σουλιώτης
Συγγραφέας-Μεταφραστής

Υ.Γ. Καιρός είναι νομίζω ο Πόρος να θυμηθεί τον Σεφέρη, Εκείνον που τον αγάπησε τόσο, και να τον τιμήσει όπως του αξίζει. Και το αξίζει!

Η ιστορία της “Γαλήνης”

Άλεξ Ζάννου

Οι κάτοικοι

Μόλις τελείωσε η Γαλήνη, αμέσως γέμισε. Και αυτό εξακολουθεί μέχρι σήμερα. Η οικογένεια, οι συγγενείς, οι καλεσμένοι, πηγαινοερχόταν συνεχώς. Δε θυμάμαι φορά που να μην κάθισαν τουλάχιστον δέκα άτομα στο τραπέζι της τραπεζαρίας, χωριστά τα παιδιά στο nursery και η υπηρεσία στην κουζίνα. Οπωσδήποτε, πάνω από χίλιοι άνθρωποι πέρασαν από τη Γαλήνη, είτε μέσα στο σπίτι να κατοικήσουν, είτε απλώς που ήλθαν στην ταράτσα, ευπρόσδεκτοι και μη. Επίσης συχνά η Ιουλία Δραγούμη δάνειζε τη Γαλήνη σε νιόπαντρα ζευγάρια, συγγενών και γνωστών, για τον μήνα του μέλιτος.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μας επισκέφθηκε κι αυτός μια φορά και κάθισε στο μαρμάρινο κιονόκρανο στην ανατολική γωνιά της ταράτσας· από τότε το λέμε «η πέτρα του Βενιζέλου». Υπέγραψε και μία βεντάλια που καδρώθηκε και ήταν πάντα επάνω στη βιβλιοθήκη του σαλονιού. Την έκλεψαν κι αυτήν προσφάτως κάτι παλιόπαιδα τα οποία μπήκαν σπάζοντας την μπαλκονόπορτα της τραπεζαρίας κάποια βροχερή ημέρα του Ιανουαρίου.
Τακτικοί καλεσμένοι στην εποχή του παππού μου ήταν η αδελφή του Ελένη Γεωργαντά, με τον άνδρα της και τα τρία παιδιά τους, Ιάνκο, Νινίκα και Αχιλλέα. Όλη αυτή η νεολαία, μαζί με τους φίλους τους από απέναντι, τους Τομπάζηδες, έκαναν ωραία παρέα. Μάλιστα σε μία Εστία του 1977, στο άρθρο «Προ 80ετίας», βρήκα την περιγραφή μιας παραστάσεως την οποία είχαν γράψει και παίξει όλοι αυτοί οι νέοι, για να βοηθήσουν οικονομικά τους Θεσσαλιώτες πρόσφυγες του άτυχου πολέμου μας με την Τουρκία το 1897. Από την παράσταση εκείνη, συγκέντρωσαν το αρκετά σεβαστό ποσόν, για την εποχή, των 160 δραχμών.
Ο Γεώργιος Σεφέρης πέρασε λίγο καιρό στη Γαλήνη, το φθινόπωρο του ’46 και εκεί, στην ηρεμία, έγραψε το ποίημά του «Η Κίχλη» (η Κίχλη ήταν ένα μικρό βοηθητικό πλοίο του στόλου το οποίο άραζε συνήθως μπροστά στο σπίτι). Στον Β´ τόμο του βιβλίου του Δοκιμές παρατίθεται ένα γράμμα του προς τον Γιώργο Κατσίμπαλη, όπου λέει ο Σεφέρης: «…Εξ άλλου, η “Γαλήνη”, το βικτοριανό εκείνο σπίτι, κόκκινο Πομπηίας, μου έδωσε για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια, το αίσθημα του στερεού σπιτιού, όχι της προσωρινής κατασκήνωσης: αυτής της πραμάτειας που πήρα τη συνήθεια να νομίζω πως δεν κατασκευάζεται πια. Είχε κι ένα μουσικό κασονάκι με πέντε-έξι σκοπούς της εποχής που οι παππούδες μας ήταν ώριμοι άντρες· άμα το άνοιγες τραγουδούσε, πεισματικά και στερεότυπα, τους καιρούς που σύμφωνα με τους δείχτες των κρίσεων, ήταν οι πιο ευτυχισμένοι της Ευρώπης».
Μέχρι σήμερα έξι γενεές κατοίκησαν και κατοικούν στη Γαλήνη.
Η πρώτη είναι ο προπάππος μου Νικόλαος Πασπάτης και η προγιαγιά μου Αριέττα Πασπάτη (έμειναν όμως πολύ λίγο καιρό).
Η δεύτερη: ο παππούς μου Δημήτρης Δραγούμης και η νόνα μου Ιουλία Δραγούμη προς χάριν της οποίας κτίστηκε η Γαλήνη. Στη συνέχεια με γάμους, παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, τρισέγγονα και 4ου βαθμού εγγόνια, η οικογένεια μεγαλώνει.
Η τρίτη γενεά: είναι τα τέσσερα παιδιά του Δημήτρη και της Ιουλίας Δραγούμη: η Λεία που παντρεύεται τον Άλεκ Ράλλη, η Έττα που παντρεύεται τον Γιάννο Γιαννικώστα, ο Ιάνκος (ο ζωγράφος), ανύπαντρος και ο Νέλλος που παντρεύεται την Αμαρυλλίδα Ζάννου.
Και πάμε στην τέταρτη γενεά: η Nadine, κόρη του Άλεκ και της Λείας Ράλλη, τα 4 παιδιά του Γιάννου και της Έττας Γιαννικώστα: Νίκος, Άλεξ που παντρεύεται τον Κλεάνθη Ζάννο, Μελίτα και Παύλος, καθώς και τα παιδιά του Νέλλου και Αμαρυλλίδος Δραγούμη: Μάρκος και Ιάνκος.
Η πέμπτη γενεά είναι τα παιδιά του Κλεάνθη και της Άλεξ Ζάννου: η Αριέττα που παντρεύεται τον Άγι Φλωρά και έπειτα τον Ηλία Μιχαηλίδη και ο Στέφανος που παντρεύεται την Έρα Παπαβασιλείου.
Και φθάνουμε στη νεότερη γενεά, την έκτη: τα παιδιά της Αριέττας, Γρηγόρης Φλωράς, Αλεξάνδρα Φλωρά και Νίνα Μιχαηλίδη και οι κόρες του Στεφάνου και της Έρας: Τατιάνα και Χριστιάνα Ζάννου. Προσετέθη τελευταίως και η Χριστίνα Μελάνι, η γυναίκα του Γρηγόρη και ελπίζω όχι μόνο να πληθύνει ακόμη αυτή η γενεά, αλλά να δω και εβδόμη.
Το 1912 η Ιουλία Δραγούμη άρχισε να γράφει τα βιβλία της. Από μικρή είχε ωραία πένα και οι εκθέσεις της, στο Λίβερπουλ που μεγάλωσε, είχαν εντυπωσιάσει τους δασκάλους της. Ως φαίνεται η ομορφιά και η (τότε!) ησυχία του Πόρου την ενέπνευσαν. Κάθε πρωί ανέβαινε στο βουνό, «στο καταφύγιο» όπως το έλεγε: μια τέντα διπλή για πιο δροσιά, ένα τραπέζι, μια πολυθρόνα και τη γραφομηχανή της. Το πρώτο «καταφύγιο» ήταν στο δυτικό μέρος του σπιτιού, εκεί που στήσαμε κάποτε τις σκηνές μας και το δεύτερο ψηλά, πάνω από τη μεγάλη στέρνα. Η θέα ήταν καταπληκτική, διότι τα πεύκα δεν είχαν μεγαλώσει τόσο όσο σήμερα. Στην αρχή έγραψε αγγλικά ένα μυθιστόρημα και διάφορες άλλες ιστορίες ποριώτικες και παιδικές που εκδόθηκαν στην Αμερική και είχαν πολύ καλή κριτική.
Αργότερα, με την προτροπή της φίλης της Πηνελόπης Δέλτα, η οποία πίστευε και δικαίως ότι δεν υπήρχαν ελληνικά παιδικά βιβλία στη δημοτική, μετέφρασε ελληνικά όσα είχε γράψει αγγλικά (O Μήτρος, Ποριώτικες ιστορίες, Τρία παιδιά) και έγραψε Στην Κοζάνη, που το αφιέρωσε στο Βενιζέλο, Στην ψυχή του άλλου, Ο βάτραχος που βαριέται, Να τα πούμε, Όλοι μαζί και Στο Νησί τους, που κατά κάποιο τρόπο περιγράφει τα καμώματα των δικών της παιδιών. Επίσης έγραψε διηγήματα στο περιοδικό Ελληνίδα.
Η διαμάχη μεταξύ καθαρευουσιάνων και δημοτικιστών εκείνη την εποχή ήταν τόσο μεγάλη, που αρκετοί γνωστοί της τής έκοψαν την καλημέρα! Ο Δημήτρης Δραγούμης φρόντιζε τις διορθώσεις του τυπογραφείου και ιδίως τις φωτογραφίες. Όσες είναι στα βιβλία καθώς και οι καλύτερες που έχουμε της Γαλήνης, τις έκανε εκείνος. Είχε μία μεγάλη μηχανή σε στρίποδα με γυάλινες πλάκες και όχι φιλμ και τις εμφάνιζε και τύπωνε μόνος του στο εργαστήριό του, που ήταν το ακραίο δυτικό δωμάτιο στα παραπήγματα.

(Άλεξ Ζάννου, Η ιστορία της Γαλήνης. Αδημοσίευτο)

Ρόντρικ Μπήτον: Γιώργος Σεφέρης, Περιμένοντας τον άγγελο

Ο Γεώργιος Β’ επιστρέφει στην Ελλάδα την Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου του 1946. Την επόμενη Τετάρτη, αφού παραδώσει τα τελευταία έγγραφα της Αντιβασιλείας, ο Γιώργος αναχωρεί με πλοίο από τον Πειραιά. Έχει εξασφαλίσει δύο μήνες άδεια, την πρώτη μετά από εννέα χρόνια. Προορισμός του είναι και πάλι ο Πόρος· η Μαρώ τον περιμένει ήδη εκεί, στο σπίτι της αδελφής της. Το όνομα που είναι χαραγμένο πάνω από την είσοδο της μεγαλοπρεπούς έπαυλης 19ου αιώνα, χτισμένης ακριβώς δίπλα στο κύμα, δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστό: «Γαλήνη».

Παρ’ όλο το ισχυρό αίσθημα νόστου που είχε νιώσει όταν ήρθε εδώ το καλοκαίρι, ο Πόρος δεν είναι για τον Γιώργο η αληθινή πατρίδα του. Η εβδομάδα που περνούν εκεί με την αδελφή της Μαρώς τον Αύγουστο είναι το πρώτο αναβάπτισμα μετά τον πόλεμο στην παραθαλάσσια αγροτική ζωή της Ελλάδας, αυτήν που είχε γνωρίσει όταν ήταν μικρό αγόρι. Το όνομα «Πόρος», ωστόσο, όπως εξηγεί σ’ ένα γράμμα προς τον Ντάρελ λίγο μετά την άφιξη του εκεί τον Οκτώβριο, «σημαίνει δίοδος, δίοδος όμως προς τα πού; Αυτό είναι το ερώτημα που μου θέτω λοιπόν εδώ. Μετά την ουδετερότητα, μετά τον πόλεμο, μετά την “απελευθέρωση”, εδώ, μου θέτω το ερώτημα αυτό». Στο ημερολόγιό του κατασκευάζει το λογοπαίγνιο: «Πόρος, πόρος, άπορος».

Ακόμη κι αν στην προσωπική μυθολογία του Γιώργου ο Πόρος είναι μάλλον μέσο παρά σκοπός -ένα από τα στάδια ενός ταξιδιού-, παραμένει ωστόσο τόπος με έντονες αναμνήσεις. Εδώ είχε έρθει με τη Μαρώ από την Αίγινα το καλοκαίρι του 1936′ εδώ μάλλον έγιναν για πρώτη φορά εραστές. Εδώ θα ξανάρθουν για την τελευταία τους κλεφτή στιγμή ξεκούρασης κατά τη διάρκεια του «πολέμου των νεύρων» το Πάσχα του 1940. Και ακόμη παλαιότερα, ο Γιώργος είχε περάσει από εδώ με τον Κατσίμπαλη, τον Μίλερ και τον Ντάρελ καθώς πήγαιναν να επισκεφθούν τον Γκίκα στην Ύδρα, τότε που ο Μίλερ όχι μόνον έμοιαζε με Θιβετιανό μοναχό, αλλά έκανε και διάλεξη επί του θέματος στους οικοδεσπότες του. Η μεγαλοποιημένη εκδοχή της διαδρομής μέσω του Πόρου από τον Μίλερ στον Κολοσσό του Μαρουσιού είναι ένα από τα κομμάτια του βιβλίου που ο Γιώργος θαυμάζει περισσότερο· το είχε μεταφράσει για τη Μαρώ και τους φίλους τους στην Αίγυπτο:
Αφήστε τον κόσμο να έχει το λουτρό αίματος που θέλει – εγώ θα γατζωθώ στον Πόρο. […] Η στιγμή εκείνη ήταν μια στιγμή που διαρκεί, που επιβιώνει τους παγκοσμίους πολέμους, που διαρκεί περισσότερο κι από τη ζωή του ίδιου του πλανήτη Γη. Αν ποτέ κατορθώσω να επιτύχω την πλήρωση για την οποία μιλούν οι Βουδιστές μοναχοί, […] το λέω από τώρα, αφήστε με να μείνω πίσω, αφήστε με να αιωρούμαι σαν καλοσυνάτο πνεύμα πάνω από τις στέγες του Πόρου […] Μπορώ να διακρίνω ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή μέσα από το λαιμό αυτού του μπουκαλιού, καθώς ψάχνω για είσοδο σ’ αυτόν τον κόσμο του φωτός και της ομορφιάς.

Roderick Beaton
Μετάφραση: Μίκα Προβατά

Ρόντρικ Μπήτον: Γιώργος Σεφέρης, Περιμένοντας τον άγγελο
Μετάφραση: Μίκα Προβατά
Θεώρηση μετάφρασης: Δημήτρης Δασκαλόπουλος
Εκδόσεις: Ωκεανίδα, 2003