Γράφουν: Ειρήνη Αϊβαλιώτου, Παναγιώτης Μήλας
«Είναι φορές που μπορεί να νιώσεις σαν παιδάκι χαμένο, χαμένο σε ένα δάσος, σε ένα πολύβουο εμπορικό δρόμο, δίχως ένα χέρι να σε κρατάει. Τότε η μοναδική σου ελπίδα είναι κάποιος να σε βρει ή κάτι να βρεις. Να ακούσεις ένα σάλπισμα. Μια ντουντούκα να ηχήσει»…
Αυτή την «ντουντούκα» κρατούσε η Ντίνα Εξάρχου είτε έγραφε μονόστηλα, είτε έγραφε έρευνες, είτε έγραφε αποκλειστικά, πρωτοσέλιδα και συνεντεύξεις, είτε ποιήματα και μυθιστορήματα…
Αυτή την «ντουντούκα» κρατούσε όταν καλούσε τον άνθρωπο που έπαιζε με τα κύματα στον Κόλπο Λεόνε, την άκουσε που τον φώναζε και ήρθε κοντά της.
Αυτή την «ντουντούκα» κρατούσε όταν έχτιζε τις επαρχιώτικες αναμνήσεις της στο όμορφο χωριό των παιδικών της χρόνων: Στο Μαρούσι. Εκεί, στο σπιτάκι με το πηγάδι, με τα γεράνια, τις αγριοτριανταφυλλιές, τα αγιοκλήματα αλλά και το κοτέτσι που ήταν γεμάτο κότες. Εκεί που κουβαλούσε το πόσιμο νερό με στάμνες από την κάτω πλατεία του Αμαρουσίου την πλατεία με τα λιονταράκια, εκεί που η οικογένειά της τραπέζωνε κάθε Κυριακή όλο το σόι. Με γλέντι στις γιορτές, με το προπολεμικό πικάπ, με τις βόλτες τα απογεύματα στο νυφοπάζαρο της Ερμού. Με τους λουκουμάδες στο ζαχαροπλαστείο του Καραμανλάκη, τους μπακλαβάδες και τα κανταΐφια στο καφενείο του Δημητρούλια στην πάνω πλατεία, με τις παραστάσεις του Αγκόπ και τα πυροτεχνήματα στο φημισμένο μαρουσιώτικο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου. Εκεί η Ντίνα είχε ένα περβαζάκι δίπλα στο κρεβάτι της, ένα περβαζάκι παλιού χτισμένου παράθυρου. Εκεί ακουμπούσε τα τσιμπιδάκια και τα κοκαλάκια της προτού κοιμηθεί…
***
Η Ντίνα Εξάρχου – η δική μας Ντίνα – δύσκολα κατηγοριοποιείται. Αναμφισβήτητα δημιουργεί αντιθέσεις και προκλήσεις με μια νοσταλγική, αισιόδοξη και ρεαλιστική ματιά, στοιχηματίζει, ρισκάρει, διαφωνεί, ταυτίζεται.
Σαν ακαταπόνητος διαβάτης, σαν άυπνος ονειροπόλος συλλέγει εντυπώσεις, συγκεντρώνει εμπειρίες, ακατάπαυστα σημειώνει σε ημερολόγιο σκέψης και ο εξωτερικός κόσμος μετατρέπεται για αυτήν σε μια εσωτερική πραγματικότητα.
Αυτός ο ακαταπόνητος διαβάτης, τελικά κουράστηκε και λύγισε αφήνοντας σε μας τα σημειωματάρια με τις σκέψεις της.
***
Η Εξάρχου είναι μια δημοσιογράφος μοναδικής ποιότητας με αληθινό επαγγελματικό ανάστημα και πλείστες πρωτοσέλιδες επιτυχίες και αποκλειστικότητες.
Δεν χαρίζεται σε κανένα, δεν συμβιβάζεται, δεν υποκύπτει, δεν κάνει δεύτερες σκέψεις, δεν αφήνει κανέναν παραβατικό να πάρει ανάσα, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται.
Η Ντίνα έχει μια συμπεριφορά που εμπνέει. Ξεχωρίζει ως αξιαγάπητο άτομο. Είναι επαναστάτρια αλλά πολύ ζεστή, αξιοπρεπής και απέραντα αυθεντική. Αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι η φωτεινότητα, η έντονη παρουσία και η αναμφισβήτητη ευφυΐα της.
***
Πάντα στα κείμενά της είχε ως πρωταγωνιστή τον άνθρωπο. Έγραφε «δια των προσώπων», έτσι ακριβώς όπως ζητούσαν πάντα οι διευθυντές στις εφημερίδες, στα περιοδικά και στην τηλεόραση. Τα πρόσωπα αυτά μπορεί να ήταν κάποιοι κακοί πολιτικοί, κάποιοι επιλήσμονες δημόσιοι λειτουργοί.
***
Με καταγωγή από την Ήπειρο, την Ήπειρο των γενναίων, των ευεργετών, των θεών και των θρύλων, με αμέτρητα ταξίδια ανά την Ελλάδα, η Ντίνα σαν έφηβος με το σακίδιο στην πλάτη, διέσχισε μια εποχή αναζητώντας το πραγματικό της νόημα, γνώρισε καλά τους ξεχασμένους τόπους, προσανατολίστηκε μέσα σε μια γενικότερη παραζάλη.
Ο χειρισμός των εικόνων, το χιούμορ, η σαρκαστική μερικές φορές αντιμετώπιση, η αίσθηση του αλλοτινού, η τρυφερότητα για τους ανθρώπους, η αγάπη της για την ύπαιθρο χώρα απαντούν ούτε λίγο ούτε πολύ στην πραγματικότητά μας την εικονική, αυτή των μέσων ενημέρωσης, της εύκολης πληροφόρησης και παραπληροφόρησης, του ασήμαντου που μέσα σε ένα σάπιο σκηνικό αποκτά δήθεν δραματικές διαστάσεις.
Μέσα σε όλα της τα κείμενα πραγματοποιεί μια σπουδή στον έρωτα και τον χρόνο, την πολιτική και την ιστορία, τον σπαραγμό ενός έθνους. Δεν παύει όμως να αναζητά τα λόγια των άλλων, τις ορμήνειες, την καθημερινή σοφία των απλών, των ταπεινών, των αθέατων, την αγνή και απλοϊκή αλλά μεγαλειώδη τους ποίηση. Τα συνυφαίνει, τα ζυμώνει, τα γυρίζει στη γλώσσα μας, τα καταγράφει, με στιλπνότητα, διαύγεια και ήθος τα αφηγείται σ’ εμάς. Οι εικόνες της;
Πολύχρωμες, ολοζώντανες, ερεθιστικές.
Η φίλη μας η Ντίνα κεντά βελονιά τη βελονιά έναν καμβά που αποκτά μοναδικό λόγο, θελκτικό ρόλο και αυτόνομη δύναμη.
Η φίλη μας η Ντίνα έχει το χάρισμα να σκύβει, να αφουγκράζεται, να ακούει σαν καλλιτέχνης και σαν εξομολόγος ταυτόχρονα και έτσι να εμβαθύνει στους χαρακτήρες της. Με μια ένδειξη καθαρής ανάγκης αφομοιώνει το παρελθόν για να απαντήσει στο παρόν, για να συναντήσει το μέλλον.
***
Για αυτό το δικό της μέλλον φεύγει με σκοπό να συναντήσει τη μητέρα της «που δεν άντεξε φυλακισμένη στο παλάτι της». Φεύγει για να συναντήσει και την αδελφή της που την περιμένει με την τυροπιτούλα…
Η Ντίνα με το ένα πόδι στη φαντασία, με τη μαχητικότητα και το πνεύμα περιέργειας της παιδικής ηλικίας, βάζει όνειρα στον ορίζοντά της. Όνειρα αρκετά μεγάλα, ώστε να μην τα χάνει το βλέμμα της όταν τα κυνηγάει. Και τα κυνηγάει – με την τελευταία της αποστολή – όπως έκανε πάντα στη δημοσιογραφική της διαδρομή.
***
Η Ντίνα Εξάρχου γεννήθηκε το 1946 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Μαρούσι. Έφυγε από τη ζωή στη 15 Μαρτίου 2020. Ο αποχαιρετισμός της την Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2020 στο Μαρούσι. Η τελευταία της κατοικία στην Ελίκα Λακωνίας.



