33 C
Athens
Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022
 

«Μεσάνυχτα» για αητούς, πρόβατα, λαγούς και φίδια

Πάνω: Άλμα Μάλερ

 

 

Κείμενο της Ραχήλ Καπόν

Ο τίτλος του βιβλίου του Dan Franck είναι «Μεσάνυχτα». Εκδόθηκε αρχικά από τον οίκο Grasset και η ελληνική του μετάφραση οφείλεται στην Αναστασία Καραστάθη και στον Φώτη Σιατίτσα. Το θέμα του αναφέρεται στην άνευ προηγουμένου συσκότιση που ξεκίνησε με την έκρηξη του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου: Μεσάνυχτα για την ελπίδα, μεσάνυχτα κι επιθετικότητα στο μυαλό παραφρόνων που νόμισαν πως μπορούν να πάρουν στα χέρια τους τις τύχες του κόσμου. Την 1η Σεπτεμβρίου του 1939 σημαίνουν μεσάνυχτα σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη και εγκαθίσταται για καλά το κράτος του τρόμου.
Ο Dan Franck, μέσα από τα στρατιωτικά γεγονότα αυτής της ζοφερής περιόδου και τα διπλωματικά παρασκήνια, παρακολουθεί και περιγράφει με ζωντανό και γλαφυρό τρόπο το βίο και την πολιτεία διακεκριμένων διανοουμένων, συγγραφέων, καλλιτεχνών, ποιητών, γηγενών ή ξένων που καταφθάνουν στη Γαλλία μέσα στη δίνη των διωγμών και των επιστρατεύσεων. Εβραίοι, προοδευτικοί, καταδιωγμένοι, εξόριστοι και πρόσφυγες, με ή χωρίς χρήματα και διασυνδέσεις, βρίσκονται σε αδιάκοπη μεταναστευτική κίνηση στη διάρκεια της Κατοχής.
Ο Σαρτρ και η Μπωβουάρ, ο Καμύ, ο Πικάσο, ο Κοκτώ, ο Αραγκόν και η Έλσα, ο Ματίς, ο Πρεβέρ, ο Σαιντ Εξυπερύ, ο Μπέκετ, ο Μωριάκ και τόσοι άλλοι στο μεγάλο χορό της Γαλλίας που γράφει, ζωγραφίζει, σχεδιάζει, κινηματογραφεί, δημοσιεύει, συνεργάζεται με τους Γερμανούς, αντιστέκεται, προσαρμόζεται.
Σαν σκηνοθέτης, ο Dan Franck μας παρασύρει στη δίνη. Από το Παρίσι στη Μασσαλία μέσα στον πανικό της μεγάλης φυγής, από τη Μασσαλία στη Νέα Υόρκη μέσα στα πλοία της ελπίδας, από το Παρίσι στο Βερολίνο μέσα στα τρένα της ντροπής, από τους σταθμούς εκτόπισης στα στρατόπεδα της νύχτας και της ομίχλης, ο αναγνώστης βλέπει, εντυπωσιασμένος, άναυδος και δύσπιστος, να διασταυρώνονται οι μοίρες μιας γενιάς που η τραγωδία της Ιστορίας μετέτρεψε τη ζωή της σε μυθιστόρημα.

Χωρίς να θέλω να σας τρομάξω, να πω πως το σπονδυλωτό αυτό βιβλίο είναι ένα ντοκουμέντο 520 σελίδων, συνοδευόμενο από 75 φωτογραφίες των πρωταγωνιστών και της εποχής, –και χάρηκα πραγματικά όταν κοντινός μου φίλος που έλαβε τα δοκίμια, με διαβεβαίωσε πως το διάβασε σχεδόν απνευστί.
Τα κεφάλαια αναφέροντα στις συνήθως διαπλεκόμενες ιστορίες ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης -και στη θέση που κράτησαν απέναντι σε αυτή την παγκόσμια συμφορά. Ξέρουμε όλοι πόσο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα έστρεψαν το μένος τους ενάντια στους προοδευτικούς ανθρώπους και τις ανυπεράσπιστες μειονότητες. Βλέπουμε –δυστυχώς και στις μέρες μας– πόσο τυφλός, βίαιος και ανεξέλεγκτος είναι ο φανατισμός. Νιώθουμε, δυστυχώς και πάλι στο πετσί μας, πόσο θανατερό κακό είναι η μισαλλοδοξία. Ενάντια σ’ αυτά τα δεινά μπορεί να σταθεί μόνο η καλή πληροφόρηση και η συνεργασία των συνειδητοποιημένων πολιτών. Σε ατομικό βέβαια επίπεδο, δοκιμάζεται πάντα η ηθική του κάθε ανθρώπου, οι ψυχικές αντοχές, το θάρρος και η αποφασιστικότητα. Προσέξτε τον ήχο καθεαυτό της τελευταίας λέξης: για να από- φασιστικοποιηθεί ο κόσμος, ναι, σίγουρα χρειάζεται αποφασιστικότητα!
Aπό τα βάθη της Ιστορίας μπορούμε πάντα να ξεχωρίσουμε τα πρόσωπα-σύμβολα, εκείνα που φωτίζουν με το παράδειγμά τους την κατεύθυνση προς την οποία οφείλουμε να εξασκούμε τις αντοχές μας. Το βιβλίο «Μεσάνυχτα», μέσα από τις ιστορίες κατατρεγμένων λόγω της καταγωγής τους πνευματικών ανθρώπων ανοίγει μια υπέροχη χαραμάδα φωτός για την πίστη μας στις αιώνιες αξίες της ελευθερίας και της περηφάνιας. Όλα ανθίζουνε στο άκουσμα της θεϊκής ρήσης: «Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία».
Βέβαια, –και για να μην πετάμε στα σύννεφα, το βιβλίο δεν αναφέρεται μόνο σε ηρωϊκές μορφές της Αντίστασης. Στον πόλεμο, όπως και στη ζωή, υπάρχουν οι αητοί, όπως παράλληλα υπάρχουν τα πρόβατα, οι λαγοί και τα φίδια. Στο μωσαϊκό της αφήγησης δεν παραλείπεται τίποτα. 
Οι γενναίοι πνευματικοί άνθρωποι, αποφασίζουν με ποιους θα πάνε και ποιους θα αφήσουν. Κάποιοι γίνονται πολεμιστές και χύνονται στη μάχη με τα τουφέκια τους, –όπως ο ποιητής Ρενέ Σάρ ή ο συγγραφέας Ζαν Πρεβό. Άλλοι μετέχουν με συνέπεια στην ηθική πλευρά του αγώνα, αφιερώνοντας το ταλέντο και τη δράση τους στο ιδεώδες της εθνικής περηφάνιας. Εδώ θα μπορούσε να χωρέσει ένας τεράστιος κατάλογος ανθρώπων των τεχνών και της διανόησης, από τον Μαλρώ, τον Καμύ, τον Ελυάρ, –μέχρι τον Μεγάλο Πρίγκηπα Σαίντ Εξυπερύ, τον Αραγκόν με τη γυναίκα του Έλσα Τριολέ, το σκηνοθέτη των Παιδιών του Παραδείσου Μαρσέλ Καρνέ, τον Ζαν Πωλάν, το Νομπελίστα χημικό Φρεντερίκ Ζολιό-Κιουρί και τον ακαδημαϊκό Φρανσουά Μωριάκ. Κάποιοι στάθηκαν με κουράγιο μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, όπως ο φιλόσοφος Ζωρζ Πολιτσέρ, ο Ζακ Ντεκούρ κι ο Ζακ Σολομόν. Αξίζει να σας διαβάσω το σύντομο σημείωμα που άφησε στους γονείς του ο 32χρονος Ντεκούρ πριν από τον τυφεκισμό του: «Γνωρίζετε ότι περίμενα εδώ και δύο μήνες αυτό που μού συμβαίνει σήμερα το πρωί και έτσι είχα τον χρόνο να προετοιμαστώ. Άθρησκος όμως καθώς είμαι, δεν βυθίστηκα σε στοχασμούς περί θανάτου. Θεωρώ τον εαυτό μου λιγάκι σαν φύλλο που πέφτει από το δέντρο για να γίνει λίπασμα. Η ποιότητα του λιπάσματος θα εξαρτηθεί από την ποιότητα των φύλλων. Εννοώ τη γαλλική νεολαία, στην οποία εναποθέτω την πάσα ελπίδα μου».
Στον αντίποδα αυτού του κλίματος υπάρχουν τα πρόβατα, όπως ο διάσημος συγγραφέας Πώλ Κλωντέλ, που, κλεισμένος στον πύργο του πουλούσε αυτόγραφα κείμενά του, κοστολογώντας το γνήσιο της υπογραφής του στα 400 φράγκα. Διασημότητες (κυρίως των εικαστικών τεχνών, όπως ο γλύπτης Ντεσπιώ και οι ζωγράφοι Ντεραίν, Βλαμένκ, Βαν Ντόνγκεν) έκαναν επισκέψεις δουλοφροσύνης στη Βαϊμάρη. Ο συνθέτης Νταριύς Μιγιώ, ο Αντρέ Ζιντ, ο Ματίς, ο Σαγκάλ και ο Τριστάν Μπερνάρ, λιάζονταν κι αυτοί στην Προβηγκία και την Κυανή Ακτή. Ο Πικάσσο, εφησυχάζοντας με το αποκτημένο από το 1937 φωτοστέφανο της Γκουέρνικα, έπαιζε δίπορτο ανάμεσα στις γυναίκες του. Σε χαμηλότερους τόνους, ο κόσμος κλυδωνιζόταν ερήμην διπρόσωπων και αμφιλεγόμενων ταλέντων όπως ο Σασά Γκιτρύ, ή κάποιων τζιτζικιών: όπως ο τραγουδιστής Μωρίς Σεβαλιέ, ο χορογράφος Σερζ Λιφάρ, ο σκηνοθέτης Κλωντ Ωτάν-Λαρά, και πλήθος ανέμελων ηθοποιών.

Μαργκερίτ Ντυράς

Επειδή για την ενδεικτική πληρότητα αυτού του μωσαϊκού κουράζει η αναφορά σε τόσο μεγάλο πλήθος ονομάτων, στην κατηγορία των λαγών θα αναφερθώ στο τυπικότερο είδος: τον ιδιοφυή κατά τα άλλα ζωγράφο Σαλβαδόρ Νταλί: ήδη από το 1939, κλεισμένος στα υπόγεια όπου είχε καταφύγει εσπευσμένα εξαιτίας των αεροπορικών συναγερμών, θαύμαζε τους συμπατριώτες του που αντιδρούσαν σαν έμβρυα, νιώθοντας μακαριότητα με την «ενδομήτρια αίσθηση» που τους προκαλούσε ένα «σκοτεινό και υγρό κατώγι». Ένα χρόνο αργότερα, η Γκαλά και ο Σαλβαδόρ, αφού μοίρασαν τα υπάρχοντά τους σε διάφορα παρισινά διαμερίσματα, έβαλαν πλώρη για τη λεκάνη του Αρκασόν όπου νοίκιασαν σπίτι. Ο Νταλί, τρομοκρατημένος τώρα από τον Χίτλερ, ενώ οι φιλοχιτλερικές και προκλητικές του τάσεις είχαν επισύρει την κατακραυγή των σουρεαλιστών πολύ πριν από το ξέσπασμα του πολέμου, έβαλε να του χτίσουν ένα αντιαεροπορικό καταφύγιο στον κήπο. Καθώς το κτίσμα δεν αρκούσε για να τον καθησυχάσει εντελώς, πήρε την Γκαλά από το χέρι, πήγε στην Ισπανία, έπειτα στην Πορτογαλία, από όπου ένα πλοίο θα τους μετέφερε σε λίγο στην Αμερική.
Πριν περάσουμε και στη μαύρη σελίδα των δωσιλόγων, των πρακτόρων και των προσκυνημένων, ας κάνουμε ένα κάπως χαμογελαστό, ίσως και γλυκόπικρο διάλειμμα. Θα αναρωτιόταν κανείς τι θέση μπορεί να μένει κάτω από συνθήκες πολέμου για τον Έρωτα και τις σεξουαλικές διαπλοκές. Λίγο να σκεφθούμε το δίπολο Έρωτος – Θανάτου, θα δούμε πως όχι μόνο δεν καταστέλλονται οι επιθυμίες κάτω από τη Δαμόκλεια σπάθη του Ολέθρου, αλλά αντίθετα, δεδομένων των ζοφερών εποχών, ο Έρως καταφέρνει κι ανθίζει σε όλες του τις εκδοχές. Τι να πρωτοθυμηθούμε; Την εβραϊκής καταγωγής διάσημη Πέγκυ Γκούγκενχάϊμ, συλλέκτρια όχι μόνον άπειρων έργων τέχνης, αλλά και ισάριθμων καλλιτεχνών; Την ανταγωνίστριά της Άλμα Μάλερ, σύζυγο του συνθέτη Γκούσταβ Μάλερ, που στον κατάλογο των μεγάλων της ερώτων στριμώχνονται με τεράστιες ηλικιακές διαφορές τα ονόματα του αρχιτέκτονα Γουώλτερ Γκρόπιους, των ζωγράφων Κλιμτ και Κοκόσκα, καθώς και του συγγραφέα και ποιητή Φραντς Βέρφελ; Σε άλλο επίπεδο σχέσης, θα μπορούσε να γράψει σκαμπρόζικο βιβλίο ο πολύχρονος έρωτας του Ζαν Κοκτώ με το νεαρότατο, διάσημο και πανέμορφο ηθοποιό Ζαν Μαραί. Στους κύκλους των σουρεαλιστών και των επιγόνων τους, χάνει κανείς το λογαριασμό σχετικά με το «ποιος με τη σύζυγο ποιανού». Συνδυασμοί και οικειότητες που αποδεικνύουν μέχρι πού μπορεί να φτάσει το εύρος μιας σεξουαλικά απελευθερωμένης «οικογένειας». Ένα καλό δείγμα μας παρέχει και το πέραν πάσης προκαταλήψεως δίδυμο Ζαν-Πωλ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μπωβουάρ, που, απεξαρτημένο από στερεότυπους ρόλους, άνοιγε μια τεράστια αγκαλιά: σ’ αυτήν χωρούσαν νέοι και νέες, με εντυπωσιακή ευχέρεια μετακύλισης από κρεβάτι σε κρεβάτι. Είναι συγκινητικό να διαπιστώνει κανείς πόσο οι ζωτικές ορμές του ανθρώπινου είδους αντέδρασαν στις αποστειρωμένες και αποστειρωτικές προθέσεις του ναζισμού. Ένα κεφάλαιο υψηλής ανθρώπινης αλληλεγγύης έγραψαν και άνθρωποι του φυσικά προστατευόμενου δυτικού ημισφαιρίου, που για άλλη μια φορά, ύστερα από τον Ισπανικό Εμφύλιο, ένιωσαν την ανάγκη να προστρέξουν για τη σωτηρία της ελεύθερης Ευρώπης. Στο βιβλίο, ο Αμερικανός Bάριαν Φράι μνημονεύεται σαν «ένας δίκαιος των Εθνών», απεσταλμένος της Επιτροπής Επείγουσας Διάσωσης. Γίνεται εκτεταμένη αναφορά στο πρόγραμμα και τους μηχανισμούς που λειτούργησαν για τη φυγάδευση σημαντικών προσώπων. Δεύτερο πρόσωπο που παρουσιάζεται είναι μια νέα και θαρραλέα κοπέλα, η από εβραϊκή οικογένεια της Πράγας Λίζα Εκστάϊν-Φίτκο, που διακινδύνευσε για την ενεργοποίηση της «διαδρομής Λίστερ» που περνούσε από μυστικές διαδρομές τους κυνηγημένους πέρα από τα ισπανικά σύνορα. Ακούγεται οξύμωρο που ξένοι άνθρωποι φέρθηκαν σαν πατριώτες, ενώ εξ αίματος Γάλλοι, ακόμη κι αλλαξοπιστήσαντες Εβραίοι (όπως ο Μωρίς Σακς), προσκύνησαν τον εχθρό και έβγαλαν το αντισημιτικό ή αντικομμουνιστικό μένος ενάντια σε ανυπεράσπιστους συμπολίτες τους.
Δεν είναι τυχαίο που ο μέγιστος συνθηκολογήσας για την κυβέρνηση του Βισύ ήταν ένας πρώην ήρωας: το παλληκάρι του Βερντέν θα γίνει τώρα ο στρατάρχης της υποχωρητικότητας Φιλίπ Πεταίν. Στο ανθρώπινο είδος συχνά σημειώνονται τέτοιες μεταστροφές. Ανοίγουν το δρόμο για τον προδότη Πιέρ Λαβάλ και τους συν αυτώ ανθρώπους γραμμάτων και τεχνών, που από υπέρμετρη φιλοδοξία, αβυσσαλέα συμπλέγματα ή αυτοκαταστροφική ροπή γίνονται όργανα του εχθρού.

Σιμόν ντε Μπωβουάρ
* Χαρακτηριστική είναι η συμπεριφορά του δοτού διευθυντή σύνταξης των εκδόσεων Γκαλιμάρ, του Πιέρ Ντριέ λα Ροσέλ. Ας ακούσουμε λίγα λόγια γι’ αυτόν: Ένας ψηλός, κομψός, ξανθός άντρας, με άκρως βρετανική εμφάνιση. Νευρασθενικός και αλαζόνας. Κατά δική του ομολογία, καλύτερος στα γραπτά απ’ ό, τι στα προφορικά. Σε σημείο ώστε να αναρωτιέται κανείς, διαβάζοντάς τον, μήπως αντιστάθμισε την ιδιότητά του να κοκκινίζει και να σωπαίνει όταν τον προσέβαλαν, με μια πένα βουτηγμένη στο μίσος και το βιτριόλι. Ο δηλωμένος φασισμός του έχει βαθιές ρίζες. Ο Ντριέ, τραυματίας στον πόλεμο του 1914, συνδέθηκε με τον ντανταϊσμό και έπειτα με τον σουρεαλισμό. Υπήρξε ο καλύτερος φίλος του Αραγκόν. Μοιράστηκαν τις μέρες τους, τις νύχτες τους, κάποιες γυναίκες, ηδονές, συνένοχοι σε πολλά. Διάσημος γυναικοκατακτητής, πολιορκούσε ταυτόχρονα δύο ή και περισσότερες γυναίκες. Για ψυχαναλυτικούς λόγους να συνδυάσουμε την πληροφορία με το ότι σε πολιτικό επίπεδο αναζητούσε μια απίθανη σύζευξη δεξιάς και αριστεράς. Να προσθέσουμε ότι το δίλημμα λύθηκε με την προσχώρησή του στο φασισμό. Στη συνέχεια, στη Νυρεμβέργη γοητεύθηκε από τον Χίτλερ και τις εντυπωσιακές παρελάσεις του. Αξιοσημείωτη επίσης η μετά το χωρισμό τους αναφορά στην Εβραία γυναίκα του: «Μισώ τους Εβραίους. Πάντα ήξερα ότι τους μισούσα. Όταν παντρεύτηκα την Κολέτ Ζεραμέκ ήξερα τι βρομιά διέπραττα. Δεν μπόρεσα ποτέ να κάνω έρωτα μαζί της εξαιτίας αυτού».
Το 1945, αμέσως μετά την Απελευθέρωση, ο Ντριέ λα Ροσέλ επέλεξε την αυτοκτονία.
* Εξίσου άθλια ήταν κι η μοίρα του διευθυντή σύνταξης της φασιστικής και αντισημιτικής εφημερίδας “Je suis partout” (=Είμαι παντού). Ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, πάλι μετά την απελευθέρωση, καταδικάστηκε σε θάνατο κι εκτελέστηκε σε ηλικία 36 ετών. Να σημειωθεί η μεταθανάτια ηρωοποίησή του από το ακροδεξιό κόμμα του Λεπέν*. Αν σήμερα ψάξει κάποιος για παράδειγμα στην Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, δεν θα βρει ίχνος πληροφορίας σχετικά με την ηθική πλευρά του διάσημου συγγραφέα Μαρσέλ Ζουαντώ. Πολλά από όσα αναφέρονται τεκμηριωμένα στο βιβλίο μας, φαίνονται να έχουν παραγραφεί στις σημερινές βιογραφικές αναφορές που διαβάζουμε σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες. Δηλωμένα καθολικός και ομοφυλόφυλος, συγκέντρωσε το 1937 συλλογή άρθρων με τον πολλά υποσχόμενο τίτλο «Ο εβραϊκός κίνδυνος». Το έργο ξεκινούσε με ένα κεφάλαιο που έδινε το στίγμα για το περιεχόμενό του: «Πώς έγινα αντισημίτης». Στα δεκαεννιά μου, όταν έφυγα από την επαρχία μου, δεν ήξερα τι σήμαινε εβραίος. Εδώ και τριάντα περίπου χρόνια που μένω στο Παρίσι, έκανα παρέα με πολλούς Ισραηλίτες όλων των αποχρώσεων (…) κατέληξα να θεωρώ τον εβραϊκό λαό ως τον χειρότερο εχθρό της χώρας μου, ως τον εσωτερικό εχθρό.
* Ο Μωρίς Σακς, άνθρωπος που κατάφερε να εισχωρήσει στους κύκλους των ποιητών Μαξ Ζακόμπ και Ζαν Κοκτώ, χαρακτηρίζεται επιεικώς σαν κάθαρμα. Εβραίος που ντρεπόταν για την καταγωγή του, μεταστράφηκε αρχικά στον καθολικισμό και εν συνεχεία στον προτεσταντισμό. Λασπολόγησε ενυπογράφως ενάντια και στους προαναφερθέντες, με την ιδιότητα του πρώην γραμματέα έκλεψε τα χειρόγραφα του Κοκτώ και τα πούλησε όλα. Μαυραγορίτης, καταδότης, κατά προαγωγήν συνεργάτης της Γκεστάπο, υπήρξε τυπικό δείγμα τυχάρπαστου και επικίνδυνου ψευτοδιανοούμενου.
* Τέλος, στο χώρο της δημοσιογραφίας και της κριτικής θεάτρου, δυστυχώς υπήρξαν σε θέσεις-κλειδιά πολλοί επίορκοι του ύφους των Λυσιέν Ρεμπατέ και Αλαίν Λαμπρώ.
Επέλεξα να ανθολογήσω για το τέλος τρεις ιστορίες ελεύθερων ψυχών που έπεσαν μάρτυρες στο ναζιστικό διωγμό και την προσπάθεια εξαφάνισης του εβραϊκού στοιχείου. Τις ιστορίες του φιλοσόφου Βάλτερ Μπένγιαμιν, του ποιητή Μαξ Ζακόμπ και του ιστορικού Μαρκ Μπλοκ. Σίγουρα δεν είναι οι πιο προβεβλημένοι από τις χιλιάδες των διανοουμένων που όρθωσαν το ανάστημά τους στον Όλεθρο. Είναι όμως τυπικές περιπτώσεις ιδεολόγων που αποδεικνύουν πως οι ιδέες είναι σαν τα καρφιά: Όσο περισσότερο τις χτυπάς, τόσο βαθύτερα χώνονται στα μυαλά των ανθρώπων…
* Ο Γερμανοεβραίος κριτικός και δοκιμιογράφος Βάλτερ Μπένγιαμιν (στενός φίλος του Μπέρτολντ Μπρεχτ και του Άρθουρ Καίστλερ, που συστηματικά απέφευγε τον τίτλο του φιλοσόφου, –ίσως γιατί ήταν και φιλόσοφος), στάθηκε πραγματικά άτυχος στη δίνη των ναζιστικών διωγμών. Παρόλο που είχε καταφύγει στο Παρίσι ήδη από το 1933, κυνηγήθηκε αρκετά, έτσι ώστε να χρειαστεί στο τέλος την παρέμβαση της Λίζας Φίτκο για την παράνομη διαφυγή του μέσω ισπανικών συνόρων. Αυτή η δίοδος (που πάντα μέσω Φίτκο λειτούργησε σωτήρια για τη φυγάδευση των ομοϊδεατών του συγγραφέων Λίον Φοϊχτβάνγκερ και Ζαν Μαλακαί), δεν στάθηκε το ίδιο τυχερή και για τον ίδιο. Η δυσκολία της αναγκαίας μακριάς πορείας και η ανάγκη επανάληψής της για να μην πέσει στα χέρια της Γκεστάπο, τον έφεραν στο αδιέξοδο της αυτοκτονίας. Στα 48 του χρόνια, στην πύλη σχεδόν της σωτηρίας του, ο Μπένγιαμιν έδωσε τέλος στον πόλεμο μέσα του.
* Η δεύτερη περίπτωση, αναφέρεται πάλι σε σκληρά κατατρεγμένο Εβραίο, τον ποιητή Μαξ Ζακόμπ, που πέθανε στο στρατόπεδο του Ντρανσύ στις 5 Μαρτίου 1944. Ο κύριος Μαξ, φίλος όλων όπως αποκαλείται στο οικείο κεφάλαιο του βιβλίου, υπήρξε ήδη εξόριστος στο Σαιν Μπενουά από το 1936. Υπήρξε μέντορας του Πικάσο την εποχή του Μπατώ-Λαβουάρ. Του έμαθε γαλλικά, μοιράστηκε το δωμάτιό του μαζί του, πούλησε τους πρώτους του πίνακες στον Βολλάρ. «Η πύλη της ζωής μου», έλεγε. Ήταν κουμπάρος του στο γάμο με την Όλγα Χόκλοβα και τον διάλεξε για ανάδοχό του, όταν ο ίδιος μεταστράφηκε στον καθολικισμό. Είδε τους εν πενία συντρόφους του να γίνονται μεγάλοι και τρανοί, ενώ ο ίδιος παρέμεινε στη φτώχεια, λαμπρός ποιητής αλλά τραγικός παλιάτσος, ομοφυλόφυλος, αιθερομανής, εβραίος που αλλαξοπίστησε και τον απέριψαν οι παλιοί του φίλοι. Τον είχαν κυλίσει στη λάσπη ο Μωρίς Σακς και ο Μαρσέλ Ζουαντώ, τον περιφρονούσαν οι Παριζιάνοι γνωστοί του που ευφράνθηκαν βλέποντάς τον να αποσύρεται σε μια εκκλησία του Λουαρέ, αυτός που οι παπάδες της Μονμάρτρης τον έδιωχναν από το εξομολογητήριο εξαιτίας των επονείδιστων παραπτωμάτων του.
Ήρθε στο Σαιν Μπενουά για πρώτη φορά το 1921, με την ελπίδα να γιατρευτεί από τους πειρασμούς που πολιορκούσαν τη συνείδησή του. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, έζησε εκεί πέρα, αποτραβηγμένος, δυστυχής, χωρίς πόρους: όπως σε κάθε εβραίο συγγραφέα, του απαγορευόταν να δημοσιεύει και του είχαν κατασχεθεί τα συγγραφικά του δικαιώματα. Επιβίωνε πουλώντας δι’ αλληλογραφίας χειρόγραφα τα οποία αντέγραφε για πολλοστή φορά ή τα δικά του βιβλία που τα διακοσμούσε με επίσης δικά του σχέδια (ο Ελυάρ του είχε παραγγείλει μερικά). Αναγκάστηκε να αποχωριστεί έργα που του είχαν δωρίσει παλιά οι φίλου του ζωγράφοι, τα κοσμήματά του, το ρολόι του… Δεν σύχναζε σε εστιατόρια, σε θέατρα, σε αίθουσες συναυλιών. Πεινούσε και κρύωνε. Έμενε σε δύο μικρούτσικα δωμάτια κοντά στο αβαείο. Σηκωνόταν κάθε πρωί στις πεντέμισι για να διακονήσει τη θεία λειτουργία. Δίδασκε κατήχηση στα παιδιά του χωριού. Μέχρι να τον εντοπίσουν οι Γερμανοί εξαιτίας μιας μύτης χαρακτηριστικά σημιτικής, ξεναγούσε στην εκκλησία τους τουρίστες που έκαναν στάση στο Σαιν Μπενουά.
Ζήτησε από τους φίλους να μη γράφουν πια το όνομά του στους φακέλους που του έστελναν. Επειδή φορούσε το κίτρινο αστέρι, απομακρύνθηκε από τα καφενεία όπου οι εβραίοι δεν επιτρεπόταν πια να μπαίνουν. «Αποκτώ σιγά σιγά την πεποίθηση ότι, όπου να ’ναι, θα φτάσουμε σε μαζικό τουφεκισμό όλων των εβραίων», έγραφε προφητικά.
Το Δεκέμβριο του 1941, ο γαμπρός του συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο της Κομπιένης, όπου και πέθανε από τα βασανιστήρια. Ακολούθησε ο θάνατος άλλης του αδελφής και η σύλληψη του αδελφού του Γκαστόν, που εκτοπίστηκε και πέθανε στο Άουσβιτς.
Ήρθε και η δική του σειρά: στις 24 Φεβρουαρίου 1944, ένα μαύρο όχημα σταμάτησε έξω από το αβαείο του Σαιν Μπενουά. Βγήκαν τρεις Γερμανοί με πολιτικά. Κάποιοι ειδοποίησαν τον ποιητή. Αρνήθηκε να το σκάσει. Οι ναζί τού άφησαν το χρόνο να ετοιμάσει μια μικρή αποσκευή. Όταν κατέβηκε, οι κάτοικοι του χωριού είχαν μαζευτεί μπροστά στην εκκλησία μήπως και τον σώσουν. Εκείνος τους χαιρέτησε, ανέβηκε στο όχημα, με μια βαλίτσα στο ένα χέρι και μια κουβέρτα στο άλλο.
Τον οδήγησαν στη στρατιωτική φυλακή της Ορλεάνης, όπου έμεινε για τέσσερις μέρες κλεισμένος σε ένα κελί με καμιά εξηνταριά κρατουμένους. Για να τους παρηγορήσει τους τραγούδησε οπερέτες του Όφενμπαχ. Πρόσφερε ιατρική βοήθεια σε ορισμένους. Έγραψε ποιήματα στους φίλους του Παρισιού, ικετεύοντάς τους να τον σώσουν. Υπέγραφε Μαξ Ζακόμπ, άνθρωπος των γραμμάτων. Στις 28 Φεβρουαρίου μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο του Ντρανσύ, άρρωστος με βρογχοπνευμονία, όπου και πέθανε στις 5 Μαρτίου. Την επομένη, οι φίλοι του πετύχαιναν μια διαταγή απελευθέρωσης που την υπέγραφε ο Γερμανός επίτροπος φον Μπόζε.

* Ο Μαρκ Μπλοκ είχε κι αυτός τραγικό τέλος. Γνωστός πέραν του Ατλαντικού για τη νεωτεριστική του ιστορική μέθοδο, είχε δεχτεί να φύγει για τη Νέα Υόρκη, όπου και του είχε προταθεί πανεπιστημιακή θέση. Είχε απλώς απαιτήσει να πάρει μαζί τα οχτώ παιδιά του, πράγμα που του είχε αρνηθεί η κυβέρνηση του Βισύ.
Καταρχάς είχε αποκλειστεί από το πανεπιστήμιο, ξαναγύρισε όμως όχι τόσο λόγω του εξαιρετικού έργου του, όσο λόγω σεβασμού προς τους στρατιωτικούς του τίτλους: παλιός πολεμιστής που τραυματίστηκε στο Μάρνη, είχε κερδίσει τον πολεμικό σταυρό και τέσσερις εύφημες μνείες στο στρατό.
Το 1940, έχοντας επιστρατευθεί έπειτα από δικό του αίτημα, ο Μαρκ Μπλοκ έλαβε μέρος στη γαλλική εκστρατεία. Πολύ επικριτικός απέναντι στη στρατιωτική διοίκηση, έγραψε ένα σπουδαίο βιβλίο με τίτλο “Η παράξενη ήττα”, στο οποίο καυτηρίαζε την ήττα των ελίτ, που ήταν κατ’ αυτόν υπεύθυνες για την πανωλεθρία.
Όταν το Βισύ ίδρυσε τη Γενική Ένωση των Ισραηλιτών Γαλλίας που θα εκπροσωπούσε τάχα τους εβραίους ενώπιον της δημόσιας διοίκησης, ο Μαρκ Μπλοκ ξεσηκώθηκε ενάντια στο θεσμό που κατά τη γνώμη του θα ξεχώριζε ακόμα περισσότερο τους εβραίους από τον υπόλοιπο γαλλικό πληθυσμό. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του Γάλλο πάνω απ΄ όλα, -και μόνο δευτερευόντως εβραίο αγνωστικιστή:
«Είμαι εβραίος, αν όχι ως προς το θρήσκευμα, διότι δεν θρησκεύομαι ούτε ως εβραίος ούτε ως πιστός άλλης θρησκείας, τουλάχιστον ως προς την καταγωγή. Από το γεγονός αυτό δεν αντλώ ούτε υπερηφάνεια ούτε ντροπή, καθώς είμαι, ελπίζω, αρκετά καλός ιστορικός για να μην αγνοώ ότι οι φυλετικές προδιαθέσεις είναι μύθος και ότι η ίδια η έννοια της καθαρής ράτσας είναι κατάφωρος παραλογισμός (…) Η Γαλλία, τέλος, από την οποία ορισμένοι ευχαρίστως θα με απέβαλαν συνωμοτώντας και ίσως (ποιος ξέρει;) θα το καταφέρουν, θα παραμένει ό, τι και να γίνει, η πατρίδα από την οποία δεν θα μπορούσα να ξεριζώσω την καρδιά μου».
Ύστερα από έντονη αντιστασιακή δράση, τον συνέλαβε η Πολιτοφυλακή και στη συνέχεια τον παρέδωσε στη Γκεστάπο. Τον βασάνισαν άγρια, αλλά δεν μίλησε. Στις 5 Ιουνίου 1944, παρέα με περίπου τριάντα κρατουμένους, φορτώθηκε σε ένα καμιόνι που έφυγε από τη φυλακή του Μονλύκ και σταμάτησε σε ένα άδεντρο σημείο όπου είχαν στηθεί μυδράλια. Ήταν ο γηραιότερος από όλους τους βασανισθέντες. Προσπάθησε να ηρεμήσει τους συντρόφους του, λέγοντάς τους ότι οι εφιάλτες τους θα τέλειωναν σύντομα και ανώδυνα.
Έπεσε φωνάζοντας “Ζήτω η Γαλλία”. Στο βιβλίο του που μόλις μνημονεύσαμε είχε γράψει το εξής: «Οι γιοι μου θα πάρουν τη θέση μου. Να συμπεράνω εξ αυτού ότι η ζωή μου θα έχει γίνει πιο πολύτιμη από τις δικιές τους; Πολύ καλύτερο θα ήταν, αντιθέτως, αν τα νιάτα τους επιζούσαν εις βάρος των δικών μου γηρατειών. Το έχει πει ο Ηρόδοτος εδώ και πολύ καιρό: η μεγάλη ασέβεια του πολέμου είναι το ότι τότε οι πατέρες βάζουν τους γιους τους στο μνήμα. Θα διαμαρτυρηθούμε λοιπόν για μια επιστροφή στο νόμο της φύσης;».
Φοβάμαι πως σας διηγήθηκα ολόκληρο σχεδόν το βιβλίο που παρουσιάζουμε στο ελληνικό κοινό. Δεν ξέρω αν από τα συμφραζόμενα έγινε φανερό πως πρόκειται για ένα σαφέστατα αντιπολεμικό έργο. Ένα βιβλίο – ποταμός που ρέει κι αυτό μήπως ξεπλύνει όχι μόνο το ρύπο του αντισημιτικού φανατισμού, αλλά και κάθε έννοια μισαλλόδοξης αντιμετώπισης σ’ αυτό το πολύχρωμο πλήθος που λέγεται ανθρωπότητα.

* Το κείμενο αποτελεί μέρος της ομιλίας της εκδότριας Ραχήλ Καπόν στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου “Μεσάνυχτα” του Dan Franck, που κυκλοφόρησε πρόσφατα.

* “Μεσάνυχτα” του Dan Franck. Εκδόσεις Καπόν.

 

 

 

 

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
694ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art