Στην πόλη της Μυτιλήνης.
Αρχοντικό Αχιλλέα Βουρνάζου.
Ο Αχιλλέας Βουρνάζος ήταν γόνος μεγάλης μυτιληνιάς οικογένειας γαιοκτημόνων και προεστών και ένας από τους τρεις γιους του Κ. Βουρνάζου. Αναδείχθηκε σε μεγαλέμπορο και επιχειρηματία της διασποράς, μεταναστεύοντας σε νεαρή ηλικία στην Οδησσό της Ρωσίας. Εκεί απέκτησε τεράστια χρηματική και ακίνητη περιουσία από εμπορικές και οικοδομικές επιχειρήσεις. Έκτισε στη Μυτιλήνη σχεδόν ταυτόχρονα δύο κατοικίες. Τη μία στο Κιόσκι ως μόνιμη κατοικία, μετά την οριστική του επιστροφή από τη Ρωσία και μία στο προάστιο Βαρειά ως παραθεριστική. Θεωρείται πιο πιθανό να είχε πρώτα κτίσει την παραθεριστική κατοικία, ενόσω ζούσε ακόμα στη Ρωσία, αφού συνήθιζε να περνά τις θερινές του διακοπές στη Μυτιλήνη. Ο Αχιλλέας Βουρνάζος αναφέρεται σαν ιδιοκτήτης σαπωνοποιείου. Πέθανε νέος σε ηλικία μόλις 42 ετών.
Η κατοικία κτίσθηκε το 1888 σε μεγάλη παραθαλάσσια έκταση στην περιοχή του Κιοσκιού στους πρόποδες του φρουρίου. Η αρχική έκταση ήταν περίπου 5 στρέμματα και μέσα σε αυτή κτίσθηκε αργότερα μια δεύτερη κατοικία της οικογένειας από τη χήρα Πηνελόπη Βουρνάζου. Αρχιτέκτονας ήταν ο Αργύρης Αδαλής και επιβλέποντας της κατασκευής ο Ασ. Φούσκας.
Η κατοικία οργανώνεται σε τέσσερα επίπεδα: το ημιυπόγειο με βοηθητικούς χώρους, δύο ορόφους κύριας κατοικίας και το σερβανί (σοφίτα) για τη διαμονή του υπηρετικού προσωπικού.
Οι επίσημοι χώροι υποδοχής, όπως και τα δωμάτια της πρόσοψης του τελευταίου ορόφου, φέρουν τοιχογραφίες άγνωστων ζωγράφων.
Το μόνιμο υπηρετικό προσωπικό της οικογένειας αποτελούσαν η μαγείρισσα, η νταντά, η νοσοκόμα και η καμαριέρα.
Στον κήπο υπάρχει το βοηθητικό κτίσμα που συγκέντρωνε τις λειτουργίες του πλυσταριού, του αμαξοστασίου και της κατοικίας του αμαξά.
Οι πληροφορίες προέρχονται από τη διδακτορική διατριβή της κ. Ιωάννας Σωτηρίου-Δωροβίνη (2001): «Η αρχιτεκτονική των κατοικιών της ανώτερης αστικής τάξης της Μυτιλήνης (1850 – 1930)».



