Cat Is Art

Η εκχώρηση της Κύπρου στη Βρετανική Αυτοκρατορία από τους Οθωμανούς

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Την 4η Ιουνίου 1878, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εκχωρεί την Κύπρο στη Βρετανική Αυτοκρατορία ως προτεκτοράτο (και αργότερα ως κτήση) με μυστική Συνθήκη Αμυντικής Συμμαχίας, η οποία υπογράφηκε στα παρασκήνια του Συνεδρίου του Βερολίνου (4η Ιουνίου – 1η Ιουλίου 1878).

Για την ιστορία της συνθήκης, η Βρετανική Αυτοκρατορία θα αναλάμβανε την υποχρέωση να βοηθήσει τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ με στρατιωτική δύναμη για την υπεράσπιση των περιοχών Βατούμ, Αρνταχάν και Καρς στην περίπτωση που η Ρωσία ήθελε να κατακτήσει τις περιοχές αυτές, ή θα επιχειρούσε να καταλάβει άλλα οθωμανικά εδάφη επί της Ασίας.

Η Κύπρος βρισκόταν στα ανταλλάγματα αυτής της Συμφωνίας, αφού ο Σουλτάνος συμφώνησε την εκχώρηση του νησιού στην Αγγλία με πλήρη δικαίωμα κατάληψης και διοίκησης. Χρονικό περιθώριο έναρξης ισχύος της συμφωνίας, δινόταν, το αργότερο ένα μήνα από τη συνομολόγηση της συμφωνίας.

Έτσι, 24 μέρες μετά, υψώνεται στη Λευκωσία, η Σημαία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και σηματοδοτείται η έναρξη της Αγγλικής κατοχής της Κύπρου. Πρώτος κυβερνήτης της Κύπρου, υπήρξε ο υποστράτηγος Sir Garnet Joseph Wolseley τον οποίον υποδέχθηκε προσφωνώντας τον ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Σωφρόνιος Γ΄.

Η αγγλοκρατία στην Κύπρο θα διαρκέσει 82 χρόνια και θα περάσει μέσα από αρκετές φάσεις μέχρι την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Αν και οι Κύπριοι είδαν τη μετάβαση της Κύπρου από την Οθωμανική κατοχή προς την Αγγλία με θετικό μάτι, κυρίως λόγω της θρησκείας, του πολιτισμού, αλλά και της ελπίδας πως οι Άγγλοι θα εκχωρούσαν με τη σειρά τους κάποια στιγμή το νησί στον ελληνικό εθνικό κορμό, η άποψη αυτή άλλαξε με το πέρασμα των χρόνων.

Οι σχέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Αγγλία, θα διαλυθούν το 1914, με την είσοδο της πρώτης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας, Ιταλίας). Έτσι η Αγγλία θα προσαρτήσει και θα κηρύξει ως κτήση της την Κύπρο ενώ το 1925, μετά τη συνθήκη της Λωζάνης (1923) η Κύπρος θα ανακηρυχθεί βρετανική αποικία και η Τουρκία θα παραιτηθεί από κάθε δικαίωμά της στο νησί.

Οι Κύπριοι όμως δεν σταμάτησαν να επιζητούν από τους Βρετανούς την εκπλήρωση των πόθων τους για Ένωση με την Ελλάδα. Οι εθνικές διεκδικήσεις των Κυπρίων, διεξάγονταν μέσω της προβολής του αιτήματος για Ένωση με την Ελλάδα με ψηφίσματα, υπομνήματα και εθνικές πρεσβείες στο Λονδίνο, σε μια προσπάθεια κινητοποίησης της βρετανικής κοινής γνώμης.

Επιπλέον οι Κύπριοι συμμετείχαν εθελοντικά στους πολέμους του Ελληνικού Έθνους (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος 1897, Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος 1914 – 1918, Μικρασιατική Εκστρατεία 1922). Συμμετείχαν επίσης στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αφού πίστευαν ότι μετά τον πόλεμο και τη νίκη των συμμάχων, αυτοί θα βοηθούσαν την πατρίδα τους να ελευθερωθεί από τον αποικιακό ζυγό.

Η πορεία των Ελληνοκυπρίων προς τη σύγκρουση με το αποικιακό καθεστώς, ήταν αναπόφευκτη, εξαιτίας της πολιτικής των Βρετανών η οποία επέβαλε σκληρούς τελωνειακούς δασμούς, απαξίωνε το νομοθετικό συμβούλιο των Κυπρίων βουλευτών, ενώ φυλάκιζε και επέβαλε πρόστιμα σε όσους αντιδρούσαν. Αποκορύφωμα στην ήδη τεταμένη κατάσταση ήταν η διακυβέρνηση του Πάλμερ (περίοδος Παλμεροκρατίας 1933 -1939). Κατά την περίοδο αυτή επιβλήθηκαν ανελεύθερα και δικτατορικά μέτρα όπως η κατάργηση του Νομοθετικού Συμβουλίου, λογοκρισία στον Τύπο, απαγορεύτηκαν συγκεντρώσεις πέραν των πέντε ατόμων, απαγορεύτηκαν τα συνδικάτα και 28 συνδικαλιστικοί ηγέτες καταδικάστηκαν σε φυλάκιση μέχρι τέσσερα χρόνια με την κατηγορία της ανατρεπτικής συνωμοσίας.

Επίσης, καταβλήθηκε προσπάθεια αφελληνισμού. Με διατάγματα απαγορεύτηκε η ανάρτηση και εμφάνιση της ελληνικής σημαίας, η χρήση των ελληνικών εθνικών συμβόλων και του Εθνικού Ύμνου, η ανάρτηση εικόνων των εθνικών ηρώων σε σχολεία και σωματεία και περιορίστηκε σε αυστηρά πλαίσια η διδασκαλία της Ιστορίας.

‘Όλα αυτά, οδήγησαν τις εξελίξεις στα γνωστά γεγονότα, στις εξεγέρσεις των Ελλήνων της Κύπρου, στο Ενωτικό Δημοψήφισμα και βεβαίως στον απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ το 1955-1959.

Με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Βρετανία εξακολουθεί να έχει παρουσία στο νησί σε δύο περιοχές (Ακρωτήρι, Δεκέλεια) οι οποίες τελούν υπό βρετανική διαχείριση ως βρετανικό υπερπόντιο έδαφος.

Το Ηνωμένο Βασίλειο απαίτησε και πέτυχε την κατοχή ενός τμήματος της Κύπρου υπό μορφή στρατιωτικών βάσεων, λόγω της στρατηγικής θέσης της Κύπρου στη Μεσόγειο Θάλασσα, προς όφελος των βρετανικών συμφερόντων.

 

 

Βρετανική κυριαρχία (1878–1960)

Όπως τόσο συχνά κατά το παρελθόν, οι αντιπαλότητες και οι στρατηγικές φιλοδοξίες των μεγάλων δυνάμεων ήταν αυτές που οδήγησαν την Κύπρο να αλλάξει χέρια για ακόμα μία φορά.
Το βασικό κίνητρο της Βρετανίας για να αποκτήσει το νησί το 1878 ήταν η επιθυμία της να αναχαιτίσει τη ρωσική επιρροή στη Μεσόγειο και να προστατέψει το πέρασμά της προς την Ινδία. Σύμφωνα με τον διακεκριμένο ιστορικό Α.Τζ.Π. Τέυλορ [A.J.P. Taylor], η Κύπρος αποκτήθηκε για «ορμητήριο (place d’armes) και για να επιτηρεί μία ασταθή Ανατολία». Σε αντίθεση με την οθωμανική κατάκτηση το 1571, η ανάληψη της διοίκησης από τους Βρετανούς ήταν στην ουσία μία ομαλή και παρασκηνιακή επιχείρηση, η οποία εξόργισε ιδιαίτερα τη Γαλλία, που και η ίδια είχε βλέψεις στην Κύπρο. Η Βρετανία, και για την ακρίβεια ο πρωθυπουργός της, Μπέντζαμιν Ντισραέλι, ανησυχούσε για τη ρωσική νίκη επί των Οθωμανών το 1877, η οποία ενίσχυσε τη ρωσική επιρροή στην ανατολική Μεσόγειο, ιδίως με τη δημιουργία μίας μεγάλης
ανεξάρτητης και φιλορωσικής Βουλγαρίας. Έτσι, στο Συνέδριο του Βερολίνου την επόμενη χρονιά, όπου οι Βρετανοί προσπάθησαν να αποδυναμώσουν τη ρωσική επιρροή, υπέγραψαν μία μυστική συμφωνία με τους Οθωμανούς, με την οποία θα εκμίσθωναν την Κύπρο από τους Οθωμανούς, σε αντάλλαγμα της προστασίας των τελευταίων από τη Ρωσία. Αντί να πληρώσει τους Οθωμανούς, ωστόσο, η Βρετανία απλώς διέγραψε μέρος των χρεών της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Όταν ο Βρετανός διοικητής Γούλσυ έφτασε στις 22 Ιουλίου 1878 για να αναλάβει τη διακυβέρνηση του νησιού, ο Επίσκοπος Κιτίου στην ομιλία υποδοχής του αναφέρθηκε στο ότι οι Βρετανοί είχαν παραχωρήσει τα Ιόνια νησιά στην Ελλάδα (περίπου δεκατέσσερα χρόνια νωρίτερα), θέτοντας έτσι τον στόχο για ένωση με την Ελλάδα. Η βρετανική διοίκηση παραχώρησε στον τοπικό πληθυσμό μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας απ’ όσο απολάμβανε προηγουμένως, με τη μορφή ενός Νομοθετικού Συμβουλίου αποτελούμενου από ορθόδοξους χριστιανούς, Βρετανούς αξιωματούχους και μουσουλμάνους. Οι μουσουλμάνοι και οι Βρετανοί αξιωματούχοι εξισορροπούσαν τους ορθόδοξους χριστιανούς, με τη βαρύνουσα ψήφο να ανήκει στον Βρετανό ύπατο αρμοστή. Αυτό ήταν κάποιες φορές εξοργιστικό για το ορθόδοξο τμήμα του πληθυσμού, καθώς οι επιθυμίες τους μπορούσαν να ανατραπούν από μία μειοψηφία του 18 τοις εκατό του πληθυσμού, με την υποστήριξη της αποικιακής δύναμης.

Το 1914, μετά την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με το μέρος της Γερμανίας, η Βρετανία προσάρτησε την Κύπρο, και κατόπιν την πρόσφερε στην Ελλάδα, υπό τον όρο ότι η τελευταία θα λάβει μέρος στον πόλεμο κατά της Γερμανίας. Μέχρι να μπει η Ελλάδα στον πόλεμο το 1917 (μετά την επικράτηση των βενιζελικών σε βάρος της κυβέρνησης του Βασιλιά), η προσφορά είχε αποσυρθεί.

Σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923, η νέα Δημοκρατία της Τουρκίας παραχώρησε την Κύπρο στη Βρετανία και παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα σε περιοχές που βρίσκονταν προηγουμένως στην κυριότητά της. Το 1925, η Βρετανία ανακήρυξε την Κύπρο Αποικία του Στέμματος. Η μοίρα της Κύπρου μπορεί να αντιπαραβληθεί μ’ εκείνην της Κρήτης, η οποία είχε τεθεί υπό την προστασία των Δυνάμεων το 1897, για να ενσωματωθεί στην Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Με δεδομένες τις περιπτώσεις των Ιονίων Νήσων και της Κρήτης, δεν προξενεί ιδιαίτερη έκπληξη ότι υπήρξε κίνημα για ένωση με την Ελλάδα, καθώς επίσης και αναβρασμός, ο οποίος κορυφώθηκε το 1931, όταν ένας Τουρκοκύπριος, μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου, συντάχθηκε με τους Ελληνοκύπριους ψηφίζοντας κατά των βρετανικών φορολογικών μέτρων. Όταν το Λονδίνο αγνόησε το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, σημειώθηκαν ταραχές, πυρπολήθηκε το Κυβερνείο και ανακλήθηκε το σύνταγμα, χωρίς ποτέ να επανέλθει σε ισχύ.

 

Με πληροφορίες από: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΤΕΡΗ, http://www.mfa.gov.cy

  • Εικόνα: Η Κύπρος κηρύσσεται αγγλική αποικία. Αγγλική γκραβούρα του 1878.
Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ εκχώρηση της Κύπρου στη Βρετανική Αυτοκρατορία από τους Οθωμανούς

Related Posts