Γράφει η θεατρολόγος Κατερίνα Δημητρακοπούλου
Υπ. Διδάκτωρ Τμ. Θεατρικών Σπουδών
«Μια βοσκοπούλα αγάπησα, μια ζηλεμένη κόρη,
και την αγάπησα πολύ, ήμουν αλάλητο πουλί,
δέκα χρονών αγόρι.
Μια μέρα που καθόμαστε στα χόρτα τ’ ανθισμένα,
Μάρω, ένα λόγο θα σου πω, Μάρω, της είπα, σε αγαπώ,
Τρελαίνομαι για σένα.
Από τη μέση με άρπαξε, με φίλησε στο στόμα
Και μού ‘πε για αναστεναγμούς, για της αγάπης τους καϋμούς είσαι μικρός ακόμα.
Μεγάλωσα και τη ζητώ…άλλον ζητά η καρδιά της και με ξεχνάει τ’ ορφανό…
Εγώ όμως δε λησμονώ ποτέ το φίλημά της».
Γεώργιος Ζαλοκώστας, Το φίλημα (1851)
***

Αυτό το ποίημα του Ζαλοκώστα υπήρξε η πηγή έμπνευσης του Δημητρίου Κορομηλά για να γράψει το κωμειδύλλιο «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», το 1891 σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο.
Αγαπημένο έργο των υπαίθριων παραστάσεων, θα γίνει θρύλος εκείνα τα χρόνια.
Τον Φεβρουάριο του 1932 θα προβληθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες σε σενάριο Δημήτρη Τσακίρη και σκηνοθεσία Ηλία Παρασκευά και η ασπρόμαυρη βουκολική ομότιτλη ταινία θα γίνει η πρώτη ομιλούσα ελληνική ταινία και η πρώτη έγχρωμη το 1956.
Σήμερα η συνεργασία των Γιάννη Καλαβριανού (κείμενο – στίχοι – σκηνοθεσία) και Θοδωρή Οικονόμου (μουσική – ενορχήστρωση – διδασκαλία τραγουδιών) θα δώσει μία νέα πνοή στο αιωνόβιο κωμειδύλλιο, 135 ετών.
Η άδολη αγάπη, η ελληνική ύπαιθρος, η λεβεντιά, το ήθος, το γινάτι, η κατάρα της μάνας, όλα θα γίνουν ένα μουσικοθεατρικό έργο, ένα δροσερό αεράκι ομορφιάς, δικαίωσης και νίκης του καλού και του ωραίου.
Σκηνοθέτης και μουσουργός «βούτηξαν» χωρίς δίχτυ ασφαλείας σε μία άλλη εποχή, τόσο αγνή όσο και ξεχασμένη. Και όμως, πέτυχαν να μας «στάξουν» έντονο λυρισμό, ελπίδα και κάλλος. Η μητριαρχία συγκρούεται με τη δύναμη του πλούτου. Φαίνεται πως δεν έχει ελπίδα νίκης, αλλά η αγάπη έχει τον τελευταίο λόγο.
Ο Οικονόμου θα «παντρέψει» τις νότες με τον αφηγηματικό λόγο και θα δημιουργήσει συγκινησιακά μοτίβα που συντελούν στη δραματική κορύφωση.

Η Ελένη Ουζουνίδου (μητέρα της Κρυστάλλως, η Μάρω), καταθέτει μία απλή, καθαρή ερμηνεία με σθένος ψυχής. Είναι μία λεβέντισσα που πόνεσε και στερήθηκε, αλλά θα τολμήσει να διεκδικήσει.
Η Τάνια Τσανακλίδου (μητέρα του Λιάκου), ισορροπεί σε ένα ερμηνευτικό αμάλγαμα ηρεμίας και αντάρας. Αφήνεται στην έντονη συναισθηματική φόρτιση χωρίς περιττά καμώματα.
Η Ασημένια Βουλιώτη (Κρυστάλλω) ερμηνεύει τον ρόλο της με τρυφερότητα, συνέπεια λόγου και κίνησης, εσωτερικότητα και ευαισθησία.
Ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης (Λιάκος) υποδύεται τον φτωχό νέο με αμεσότητα, μοιάζει σαν ένας χείμαρρος εκφραστικής και ψυχικής έντασης.
Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος (Μήτρος) δίνει μία αισθαντική ερμηνεία στον χαρακτήρα του ρόλου του. Τους στίχους της χιλιοτραγουδισμένης «Βοσκοπούλας» θα τους ερμηνεύει με τόση συναισθηματική φόρτιση που θα ακουστούν σαν λυγμός.
Ο Γιάννης Αναστασάκης (Γκέρλας) αποτυπώνει με απίστευτη ειλικρίνεια και ζωηράδα τον συμφεροντολόγο και τσιγκούνη τσέλιγκα με αεικίνητο βλέμμα και σωματικό παλμό.
Ο Γιώργος Γλάστρας (αφηγητής) σαν ερωτύλος Πάνας περιφέρεται στη σκηνή ιλαρός, χωρίς ίχνος κομπασμού, δημιουργεί μία σχεδόν αριστοφανική μορφή.
Οι Στέλλα Αντύπα, Χρήστος Γκρόζος, Φάνης Κοσμάς, Ευσταθία Λαγιόκαπα και Μαριάμ Ρουχάτζε είναι οι πυλώνες της ρέουσας δράσης με έντονη προσωπική σφραγίδα και πολλές υποσχέσεις για την καλλιτεχνική τους πορεία.
Η αδιάφορη σκηνογραφία της Εύας Μανιδάκη προκαλεί ηχηρό σχόλιο για την καταστροφή της φυσικής ομορφιάς της υπαίθρου, αλλά μέχρις εκεί.
Τα εύσημα δίνονται στις ενδυματολογικές επιλογές της Βάνας Γιαννούλα που θα αναβιώσουν μία άλλη εποχή.
Την κίνηση και χορογραφία υπογράφει ο Αλέξανδρος Κυριαζής, ο οποίος έχει κάνει εξαιρετική δουλειά και η δράση, οι εσωτερικοί κραδασμοί, οι ψυχικές εντάσεις θα «φωτιστούν» με τα «παιχνιδίσματα» του Νίκου Βλασόπουλου και τους ηχητικούς σχεδιασμούς του Κώστα Μπώκου.
Η πενταμελής ορχήστρα στα αριστερά της σκηνής που αποτελείται από τους Βαγγέλη Παρασκευαΐδη (κρουστά – βιμπράφωνο), Κώστα Φόρτσα (γκάιντα – κλαρίνο – καβάλ), Δημήτρη Χουντή (σοπράνο σαξόφωνο – φλογέρες), Παρασκευά Κίτσο (ηλεκτρικό μπάσο) και Κωνσταντίνο Τσιμπούκη (μπάσο μπουζούκι) είναι ένα ζωντανό πολυφωνικό μέσο συναισθηματικής έκφρασης και ο ακρογωνιαίος λίθος μιας παράστασης μιούζικαλ.
Μία παράσταση φροντισμένη, ειλικρινής, μας ταξιδεύει σε ένα ονειρικό παρελθόν. Φεύγοντας ίσως σκεφτείτε την πρόοδο στη γυναικεία χειραφέτηση, το δικαίωμα της επιλογής συντρόφου, το δικαίωμα στη ζωή, την αγάπη, την ελευθερία και ίσως να σιγοτραγουδήσετε «μια βοσκοπούλα αγάπησα, μια ζηλεμένη κόρη …».
***
«Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» μιούζικαλ σε δεκαπεντασύλλαβο από τον Γιάννη Καλαβριανό



