Αποδράσεις

Τα Λιμανάκια της Βουλιαγμένης και ο μύθος τους

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Τα Λιμανάκια Βουλιαγμένης ανέκαθεν ήταν η Μέκκα της νεολαίας της Αττικής. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, τα περίφημα Λιμανάκια ήταν ένα μέρος που οι νέοι έχουν συνδυάσει με μερικές από τις πιο σημαδιακές στιγμές της νιότης τους. Έρωτες, φίλοι, αποδράσεις και κοπάνα όλα έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Τα Λιμανάκια της Βουλιαγμένης.

Τα Λιμανάκια αποτελούν για χρόνια την ελληνική πίστα του Nürburgring, καθώς είναι από τις πιο γνωστές περιοχές όπου διεξάγονται αυτοσχέδιοι αγώνες (κόντρες) στην Αττική με ατελείωτο αριθμό τροχαίων ατυχημάτων αλλά και δυστυχημάτων.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν “αποχαιρετήσει” το αγαπημένο τους όχημα σε κάποια από της κλειστές στροφές της Βουλιαγμένης και έχουν αναφερθεί μάλιστα και περιστατικά για αυτοκίνητα και μηχανές που κατέληξαν στη θάλασσα.

Μια σειρά από πολλές μικρές παραλίες σε μικρούς φυσικούς κόλπους με βράχια που εντυπωσιάζουν με τη φυσική ομορφιά τους και την άγρια γοητεία του τοπίου απλώνεται στη Βουλιαγμένη, στο δρόμο προς τη Βάρκιζα. Τα γαλαζοπράσινα δροσερά νερά είναι προσβάσιμα με κατάβαση από μονοπάτια ανάμεσα στα βράχια. Οι παραλίες δεν είναι οργανωμένες και κατακλύζονται από λουόμενους τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού.

Τα Λιμανάκια έχουν πάρει και τον αριθμό τους ανάλογα με τη σειρά που τα συναντάμε. Λιμανάκι 0, Πρώτο Λιμανάκι, Δεύτερο Λιμανάκι και Τρίτο Λιμανάκι.
Όλα με εύκολη πρόσβαση, σχεδόν σε όλα τα σημεία και με βάθη που δεν ξεπερνούν τα 17 μέτρα. Μόνη εξαίρεση το Δεύτερο Λιμανάκι όπου εκεί υπάρχει το γνωστό σε όλους πηγάδι, με βάθος τα 30 μέτρα.

Η Βουλιαγμένη είναι παραθαλάσσιος οικισμός, μέρος του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Αθηνών, που βρίσκεται 25 χιλιόμετρα νότια του κέντρου της Αθήνας. Είναι χτισμένη στα παράλια του Σαρωνικού. Μαζί με τη νησίδα Υδρούσα αποτελούν τη Δημοτική Ενότητα Βουλιαγμένης του Δήμου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης. Ο πληθυσμός της, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, είναι 4.180 κάτοικοι. Οφείλει το όνομά της στην ομώνυμη λίμνη που δημιουργήθηκε από καθίζηση του εδάφους (εκεί παραπέμπει και το όνομά της) στο μακρινό παρελθόν. Η περιοχή στην οποία απλώνεται ο οικισμός περιλαμβάνει μία μεγάλη και δαντελωτή παραλιακή ζώνη, στην οποία σχηματίζονται και οι χερσόνησοι του Καβουρίου και του Λαιμού. Αποτελεί μία από τις ακριβότερες περιοχές στην Ελλάδα.

 

Μία από τις πιο γνωστές καντίνες της Αττικής βρίσκεται στα Λιμανάκια Βουλιαγμένης

Ο Μύθος

Στις ακτές του Σαρωνικού κόλπου, 24 χλμ. νότια της πόλης των Αθηνών, ακμάζει από τα προκλασικά χρόνια, ο Δήμος Αιξωνίδων Αλών, η σημερινή Βουλιαγμένη.
Ο μύθος συνδέει άρρηκτα την όμορφη Βουλιαγμένη με τα νησιά των Κυκλάδων, την ιερή Δήλο και τη γέννηση Ολυμπίων θεών.
Σύμφωνα με τον Παυσανία η Τιτανίδα Λητώ, έγκυος από τον πατέρα των θεών Δία και κυνηγημένη από τη ζηλιάρα θεά Ήρα, ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τόπο να γεννήσει τα παιδιά της. Η Λητώ αισθάνεται δυσφορία από τους πόνους της γέννας και πετά τη ζώνη της πάνω από την αμμώδη και πευκόφυτη λεπτή λουρίδα γης, με παραλίες και από τις δύο πλευρές, που δεν είναι άλλη από το Λαιμό Βουλιαγμένης.
Η περιοχή θα ονομαστεί “Ζωστήρ” από τη ζώνη που πέταξε η Λητώ ή, πάντα κατά τον Παυσανία, από τα όπλα που ζώθηκε ο Απόλλωνας για να υπερασπιστεί τη μητέρα του.

Οι ακτές

Οι πανέμορφες ακτές της Βουλιαγμένης είχαν προσελκύσει την ανθρώπινη δραστηριότητα από πολύ νωρίς. Η “Μακρά άκρα”, όπως χαρακτηριστικά ονομαζόταν η χερσόνησος του Λαιμού, υπήρξε μια από τις θέσεις της Αττικής όπου οι ανασκαφές έφεραν στο φως κατάλοιπα ανθρώπινης κατοίκησης του τέλους της νεολιθικής εποχής (3000 π.Χ.) Η ανθρώπινη παρουσία γίνεται ακόμα πιο αισθητή τις επόμενες εκατονταετίες στο Μικρό Καβούρι οι ανασκαφές αποκάλυψαν Πρωτοελλαδικές κατοικίες και ποσότητες οψιανού, σκληρό ηφαιστειακό υλικό το οποίο υπάρχει μόνο στη Μήλο και τη Νίσυρο και μαρτυράει θαλάσσια επικοινωνία με τα νησιά αυτά, τουλάχιστον 4.500 χρόνια πριν από σήμερα.

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές

Στους προκλασικούς χρόνους, γύρω στο δεύτερο μισό του 8ου π.Χ. αιώνα, χτίζεται στη Βουλιαγμένη ναός με τρεις βωμούς αφιερωμένους στη Λητώ, θεά της νύχτας και προστάτιδα των επίτοκων γυναικών και στα δίδυμα παιδιά της Άρτεμης και του Απόλλωνα.
Ο ναός επεκτάθηκε μια φορά τον 6ο αιώνα π.Χ. και άλλη μια το δεύτερο μισό του 4ου. Όπως φαίνεται, λειτουργούσε κανονικά τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 2ου μ.Χ. αιώνα. Στην περιοχή υπάρχει επίσης ναός αφιερωμένος στην Αθηνά, τη θεά της σοφίας, ο οποίος δεν έχει ακόμα βρεθεί. Στο Λαιμό Βουλιαγμένης, έπειτα από ανασκαφές, βρέθηκε το 1936-1938 οικισμός ο οποίος χαρακτηρίστηκε ιερατικός και χρονολογήθηκε γύρω στο τέλος του 6ου, αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα. Η κεντρική οικία χαρακτηρίστηκε μοναδικό παράδειγμα οικίας της εποχής. Επίσης, την ίδια εποχή βρέθηκε οχυρωματικός πύργος των Αθηναίων, ο οποίος χρονολογείται γύρω στο 429 π.Χ., όπως αναφέρεται από τον αρχαίο ιστορικό Θουκυδίδη.
Πολλά από τα ευρήματα αυτά εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.

Καλοκαιρινό προάστιο 

Το πιο “καλοκαιρινό” προάστιο της Αθήνας όμως, έχει τη δική του ιστορία:

– Η κοινότητα της Βουλιαγμένης δημιουργήθηκε το 1935 και περιλαμβάνει το Μικρό και το Μεγάλο Καβούρι, τον Άγιο Νικόλαο αλλά και την περιοχή του Λαιμού.

– Η ονομασία της περιοχής προέρχεται από το “βούλιαγμα” της λίμνης που βρίσκεται εκεί.

– Το σημερινό Καβούρι ήταν παλαιότερα γνωστό και ως “Ζωστήρας”. Πήρε το όνομά του από το Ναό του Ζωστήρα Απόλλωνα που βρέθηκε στην περιοχή.

– Το συγκεκριμένο αυτό ιερό, μπορεί κανείς να δει μέχρι και σήμερα στην Astir Beach πλαισιωμένο από ολόχρυση άμμο.

– Την ανακάλυψη των πρώτων αρχαιολογικών ευρημάτων της Βουλιαγμένης την οφείλουμε στα παιδιά του Εκκλησιαστικού Ορφανοτροφείου; Συγκεκριμένα το 1924, κατά τη διάρκεια παιχνιδιού, βρήκαν μαρμάρινα βάθρα, κομμάτια από κολόνες και ενεπίγραφο κομμάτι που ανέφερε το ιερό του Απόλλωνος Ζωστήρος.

– Η διάσημη παραλία του Αστέρα εγκαινιάστηκε την Άνοιξη του 1959.

– Το 1963, η χρονιά που το θαλάσσιο σκι αναγνωρίστηκε στην Ελλάδα ως επίσημο άθλημα, ο Όμιλος της Βουλιαγμένης ανέδειξε τον πρώτο παγκόσμιο (και χρυσό) πρωταθλητή του.

– Το 1966 δημιουργήθηκε η σχολή θαλάσσιου σκι στον Αστέρα.

– Στην πλαζ του Αστέρα έχουν μεταξύ άλλων απολαύσει τα μπάνια τους η Χριστίνα Ωνάση, η Τζόαν Κόλινς, η Μπριζίτ Μπαρντό αλλά και πλήθος εφοπλιστών, επιχειρηματιών, τραγουδιστών, ηθοποιών και πολιτικών.

– Εκτός από τη γνωστή λίμνη της Βουλιαγμένης, υπήρχε παλαιότερα και μια ακόμη η οποία φημιζόταν για τη “θαυματουργή” λάσπη. Και μάλιστα πολλοί Αθηναίοι την χρησιμοποιούσαν για αναζωογονητικά λασπόλουτρα.

– Στην περιοχή της λίμνης βρίσκεται ένα από τα εντυπωσιακότερα σπηλαιοβάραθρα της Αττικής. Οι πληροφορίες λένε ότι το συγκεκριμένο αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας από τους κατακτητές την περίοδο του 1940;

– Στην ίδια λίμνη υπάρχουν 14 διαφορετικές υπόγειες σήραγγες, μία εκ των οποίων είναι από τις μεγαλύτερες στον κόσμο με μήκος 800 μέτρων.

– Η πρώτη συγκοινωνία μεταξύ Αθήνας και Βουλιαγμένης δημιουργήθηκε γύρω στο 1920 και το πρώτο μεταφορικό μέσο ήταν ένα κάρο.

– Κατά το παρελθόν, την Κυριακή πραγματοποιούνταν ημερήσιες εκδρομές με δύο βαποράκια (την Τρίγλια και τη Χρυσώ), που μετέφεραν αυθημερόν τους εκδρομείς μέχρι τη Βάρκιζα και πάλι πίσω.

– Τα γειτονικά Λιμανάκια υπήρξαν ένα από τα διασημότερα σημεία της Αττικής για γυμνισμό.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤα Λιμανάκια της Βουλιαγμένης και ο μύθος τους
Περισσότερα

Άλλη μία διεθνής κινηματογραφική παραγωγή γοητεύεται από το νησί του απέραντου γαλάζιου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Μια σημαντική διεθνής κινηματογραφική παραγωγή κάνει στάση στην Ελλάδα, με επίκεντρο την Αμοργό, προκειμένου να καταγράψει τη μοναδική άγρια ζωή της Μεσογείου.

Ο καταξιωμένος Γάλλος κινηματογραφιστής Φρεντ Φουζέα ταξίδεψε πολύ, πριν καταλήξει στις ελληνικές τοποθεσίες που αναδεικνύονται στο ντοκιμαντέρ «Μεσόγειος-Η Ζωή σε Πολιορκία».

«Η Ελλάδα είναι το σημείο της Μεσογείου όπου υπάρχουν οι περισσότερες άγριες ακτές. Χιλιάδες χιλιόμετρα παραλίες και πολλές από αυτές χωρίς ανθρώπινη παρουσία. Είναι η περιοχή της Μεσογείου η πιο προστατευμένη από την εισβολή των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Ως αποτέλεσμα, η ποικιλία αυτών των ακτών και των νησιών την καθιστούν ένα πραγματικό φυσικό κόσμημα του πλανήτη. Και μια δεξαμενή για μια βιοποικιλότητα υπό πίεση. Είδη που έχουν εξαφανιστεί οπουδήποτε αλλού επιβιώνουν ακόμα στην Ελλάδα: όπως η φώκια μοναχός και η χελώνα καρέτα-καρέτα. Πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι μια από τις πιο όμορφες χώρες στον κόσμο», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Φουζέα.

Το ντοκιμαντέρ «Mediterranean-Life Under Siege», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος, ακολουθεί και παρουσιάζει πώς συγκεκριμένοι και ιδιαίτεροι πρωταγωνιστές μάχονται για την επιβίωση τους: μια οικογένεια πελαργών, που πρέπει να ταξιδέψει από την Αφρική στη Βόρειο Ευρώπη περιμετρικά της Μεσογείου, μια θαλάσσια χελώνα που έπειτα από 30 χρόνια επιστρέφει στην παραλία όπου γεννήθηκε προκειμένου να αφήσει τα αβγά της, μια νεαρή φάλαινα που έχασε την οικογένειά της και η ηχορύπανση την εμποδίζει να εντοπίσει τα ηχητικά κύματα που κανονικά θα την καθοδηγούσαν από δεκάδες χιλιόμετρα μακριά. Αλλά και γάτες, αετοί, φώκιες που κάθε μέρα δίνουν αγώνα σε συχνά αφιλόξενες συνθήκες για να ζήσουν, αφού η περιοχή της Μεσογείου διαθέτει περιορισμένο πόσιμο νερό, η θάλασσά της είναι υψηλή σε περιεκτικότητα άλατος, έχει 60 ενεργά ηφαίστεια και μια ακτογραμμή 46.000 χλμ!

Το συνολικής διάρκειας 6 ωρών ντοκιμαντέρ θα προβληθεί σε 4 επεισόδια στη Γαλλία από το τηλεοπτικό κανάλι France2 ενώ αναμένεται να λάβει διανομή επίσης στην Ιταλία και τη Μεγάλη Βρετανία, γεγονός που βάζει στο επίκεντρο την Αμοργό, όπου κυρίως τοποθετούνται τα γυρίσματα. Όπως εξηγεί ο σκηνοθέτης, «πρόκειται για ένα σπάνιας ομορφιάς νησί με εξαιρετικό ανάγλυφο. Έχει επίσης πολλές άγριες ακτές. Υπάρχει και μια προσωπική πτυχή, ήρθα στην Αμοργό πριν από 10 χρόνια με τη γυναίκα της ζωής μου και έχω υπέροχες αναμνήσεις. Λατρεύω αυτό το νησί για τη γοητεία του, την καλοσύνη των φιλόξενων ανθρώπων και το τόσο καλό φαγητό».

Ο κ. Φουζέα επισκέπτεται συχνά την χώρα μας. «Έρχομαι στην Ελλάδα εδώ και πάνω από 40 χρόνια. Έχουμε ήδη γυρίσει αρκετές σκηνές στα νησιά του Ιονίου: στη Ζάκυνθο, την Ιθάκη και στις ακτές της Πελοποννήσου. Όλα πήγαν υπέροχα. Οι περιορισμοί που έχουν επιβληθεί λόγω κορονοϊού είχαν κυρίως θετικό αντίκτυπο στα ζώα, τα οποία ήταν πολύ πιο ήρεμα τη φετινή Άνοιξη».

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων τηρήθηκαν όλα τα απαραίτητα πρωτόκολλα ασφάλειας για την προστασία των εργαζόμενων αλλά και των κατοίκων, όπου έγιναν γυρίσματα.

Το ντοκιμαντέρ στοχεύει να αναδείξει τη βιοποικιλότητα της Μεσογείου, τις απειλές που αντιμετωπίζει αλλά και τις ελπίδες που απομένουν για τη διαφύλαξή της. Η ιδιαιτερότητα της Μεσογείου είναι ότι σε κανένα άλλο σημείο του πλανήτη η ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα δεν είναι διαρκής για πάνω από 10.000 χρόνια. Τα ζώα της Μεσογείου, προκειμένου να επιβιώσουν, έχουν εφεύρει στρατηγικές εξαιρετικού ενδιαφέροντος.

Όπως αναφέρουν οι άνθρωποι της γαλλικής παραγωγής, «κάθε χρόνο 600 εκατομμύρια τόνοι πλαστικού καταλήγουν στη θάλασσα της Μεσογείου. Δεκάδες χιλιάδες εμπορικά πλοία πλέουν στα νερά της και πάνω από το 30% της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας συνωστίζεται στο μόλις 1% της παγκόσμιας επιφάνειας νερού που αντιπροσωπεύει η Μεσόγειος. Επιπλέον, η υπεραλίευση, ο μαζικός τουρισμός, η καταστροφή των φυσικών βιοτόπων των ειδών της, η τεράστια εισροή ξενικών και επεκτατικών ειδών οδηγούν τους πληθυσμούς των ειδών της Μεσογείου σε ασφυξία». Συνεπώς η Μεσόγειος, κατά μία έννοια, αποτελεί και εικόνα από το μέλλον του πλανήτη μας. «Εάν δεν παρθούν κατάλληλα και ικανά μέτρα μπορεί να καταστραφεί πολύ πιο γρήγορα από ότι οι άνθρωποι που την κατοικούν φαντάζονται. Η ευαισθητοποίηση γύρω από το πρόβλημα δεν είναι αρκετή, χρειάζεται δράση. Έτσι το ντοκιμαντέρ θα παρουσιάσει σε όλη τη διαδρομή του λύσεις για να ενθαρρύνει τους θεατές να ελπίζουν αλλά και να συμμετέχουν στην λύση», υπογραμμίζει η γαλλική παραγωγή.

Η συνεργασία με τους Έλληνες έχει αφήσει εξαιρετικές εντυπώσεις στον κ. Φουζέα. «Στην κινηματογραφική παραγωγή οι Έλληνες είναι πολύ οργανωμένοι, αυστηροί και σοβαροί. Ξαφνικά όλα είναι εύκολα την ώρα της δουλειάς, στο πεδίο. Μέχρι τώρα η ελληνική μας περιπέτεια είναι ειδυλλιακή. Ελπίζουμε ότι αυτό θα συνεχιστεί».

Από την ελληνική πλευρά, η Ρέα Αποστολίδη είναι η επικεφαλής της ομάδας παραγωγής Anemon που εργάζεται για τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ, ενός κλάδου που όπως η ίδια λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «υπάρχουν δυσκολίες αλλά υπάρχουν και πολλές ευκαιρίες και δυνατότητες. Όπως είναι το καινούργιο χρηματοδοτικό πρόγραμμα του ΕΚΟΜΕ, το οποίο δίνει μέχρι 40% των εξόδων που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα. Χωρίς ένα τέτοιο πρόγραμμα, δεν θα είχε επενδύσει τόσο πολύ η γαλλική εταιρεία στα γυρίσματα στην Ελλάδα αλλά θα είχε επιλέξει να περάσει περισσότερο χρόνο σε χώρες της Μεσογείου με αντίστοιχα προγράμματα όπως είναι η Ιταλία και η Ισπανία».

Όμως, στην ομαλή διεξαγωγή των γυρισμάτων καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η τοπική κοινωνία της Αμοργού που αγκάλιασε το εγχείρημα. «Η συνεργασία με τις τοπικές αρχές, όπως και με τους κατοίκους των νησιών ήταν εξαιρετική. Ειδικότερα, στην Αμοργό, οι τοπικές αρχές, όπως ο δήμος και η αστυνομία μας εξυπηρέτησαν με τρομερή προθυμία και καλή διάθεση, ενώ οι κάτοικοι μας υποδέχτηκαν πολύ θερμά και φιλόξενα. Ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ στην αντιδήμαρχο της Αμοργού, την κα Δεσποτίδη και στον ηγούμενο του Μοναστηρίου της Χοζοβιώτισσας για τη βοήθειά τους. Συμμετείχαν και ντόπιοι στο γύρισμα όπως ψαράδες και βοσκοί με τρομερό ενθουσιασμό!» επισημαίνει η κ. Αποστολίδη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το ντοκιμαντέρ σαν είδος έχει πιστό κοινό στη χώρα μας. «Οι Έλληνες βλέπουν ντοκιμαντέρ! Πρόσφατα, μάλιστα, συμμετείχαμε στην πανευρωπαϊκή έρευνα που διεξήγαγε το δίκτυο Moving Docs για το ποιος βλέπει ντοκιμαντέρ. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Συγκεκριμένα, η έρευνα βρήκε ότι το 97% των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι έχουν επηρεαστεί από ντοκιμαντέρ. Πάνω από 60% λένε ότι το ντοκιμαντέρ έχει αλλάξει τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο, ή τους έχει δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες για κάποιο θέμα», αναφέρει η επικεφαλής της Anemon, που θεωρείται μια από τις πιο δραστήριες εταιρείες στον συγκεκριμένο κλάδο.

«Η Αμοργός έχει μια ιστορία στις ταινίες και ειδικά στις γαλλικές παραγωγές», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η αντιδήμαρχος Πολιτισμού & Τουρισμού, Πόπη Δεσποτίδη. «Η ταινία “Απέραντο Γαλάζιο” μας έκανε πολύ γνωστούς και ελπίζουμε πάλι να έχουμε τα ίδια οφέλη, να μας κάνει δηλαδή το ντοκιμαντέρ αγαπητούς στο κοινό του». Μετά την προβολή της βραβευμένης ταινίας «Απέραντο Γαλάζιο», η Αμοργός χρησιμοποίησε την ευκαιρία και ξεκίνησε αγώνες ελεύθερης κατάδυσης, οι οποίοι γίνονταν κάθε χρόνο -προ πανδημίας- και πιο δημοφιλείς.

«Ήταν για εμάς μια ταινία ορόσημο και ευελπιστούμε να είναι ξανά ένα ορόσημο για το νησί μας. Μου έστειλαν ήδη κάποια πλάνα από τα γυρίσματα, τα οποία είναι εκπληκτικά και αναμένουμε και εμείς να δούμε στις οθόνες μας το εξαιρετικό αποτέλεσμα. Με προσεκτικές κινήσεις, στοχεύουμε στο να προσελκύσουμε ποιοτικό τουρισμό. Στο ντοκιμαντέρ προβάλλονται τα μονοπάτια μας, τα κρυφά σημεία του νησιού, η άγρια ζωή του. Αγκαλιάσαμε την παραγωγή και τους διευκολύνομαι σε ό,τι μπορούσαμε για το καλό του τόπου μας», καταλήγει η κ. Δεσποτίδη.

  • Πηγή: In.gr
  • Φωτογραφία: Ηλιοβασίλεμα στην Αιγιάλη – Ειρήνη Γιαννακοπούλου
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΆλλη μία διεθνής κινηματογραφική παραγωγή γοητεύεται από το νησί του απέραντου γαλάζιου
Περισσότερα

Επιτυχία για την Αργεντινή: Επέκτεινε την υφαλοκρηπίδα της και μετατράπηκε σε γίγαντα δύο ηπείρων

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Σε έναν γίγαντα μετατράπηκε ξαφνικά η Αργεντινή στον χάρτη, με παρουσία σε δύο ηπείρους, τόσο στην Αμερική όσο και στην Ανταρκτική, και επιπλέον 1,7 εκατ. τετρ. χλμ. στην επικράτειά της: η Γη του Πυρός, άλλοτε το νοτιότερο σημείο της χώρας, σχεδόν σαν ένα λιμάνι στην άκρη του κόσμου, τοποθετείται πλέον ακριβώς στο κέντρο της. Εν αρχή, φυσικά, η μάχη για τον πλούτο της Ανταρκτικής.

Η ιστορία της ωκεάνιας επέκτασης της Αργεντινής ξεκίνησε το 1995, επί προεδρίας Κάρλος Μένεμ, όταν τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Την εποχή εκείνη, η Φρίντα Αρμας Πφίρτερ ήταν μία διδάκτωρ Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου που εργαζόταν για το Ανώτατο Δικαστήριο. Το 1997 επιφορτίστηκε με τον συντονισμό της Εθνικής Επιτροπής για τα Εξωτερικά Όρια της Υφαλοκρηπίδας και έκτοτε δεν έπαψε να ασχολείται με το θέμα. Περισσότερες από 12 επιστημονικές αποστολές, υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες, επέτρεψαν τον εντοπισμό της κατωφέρειας της ηπειρωτικής κρηπίδας και την εξέταση των ιζημάτων σε αυτήν. Κάπου 20 χρόνια δουλειάς μεταφράστηκαν, την περίοδο 2009-2016, σε συνολικά 800 κιλά χαρτιού, που κατατέθηκαν ως τεκμηρίωση στην αρμόδια βάσει της Διεθνούς Σύμβασης ανεξάρτητη τεχνική επιτροπή υπό την εποπτεία του ΟΗΕ.

 

 

Εθνική επιτυχία

Το 2016 η επιτροπή έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς της Αργεντινής όσον αφορά την υφαλοκρηπίδα της. H κυβέρνηση του Μαουρίτσιο Μάκρι έκανε τότε λόγο για μια μεγάλη εθνική επιτυχία, για κάποιον λόγο όμως δεν την προχώρησε νομικά. Το έκανε στα τέλη Αυγούστου ο νυν πρόεδρος Αλμπέρτο Φερνάντες: βάσει νόμου που πέρασε από το Κογκρέσο, η υφαλοκρηπίδα την οποία έκανε δεκτή η ανεξάρτητη τεχνική επιτροπή του ΟΗΕ, συν ένα μεγάλο κομμάτι εδαφών της Ανταρκτικής (μη αναγνωρισμένου διεθνώς) περιλαμβάνονται σε ένα νέο χάρτη της χώρας που θα διανεμηθεί σύντομα σε όλα τα σχολεία της. «Δεκαπέντε χιλιάδες νέοι χάρτες έχουν ήδη τυπωθεί, χρειαζόμαστε 50.000 ώστε να αποκτήσουν και τα 42.000 σχολεία της Αργεντινής ένα αντίγραφο», λέει στην ισπανική «El Pais» η δρ Αρμάς.

Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η εθνική κυριαρχία μιας χώρας (επ)εκτείνεται σε απόσταση 12 ναυτικών μιλίων από τις ακτές της. Κατόπιν, στα 200 ναυτικά μίλια από τις ακτές κάθε χώρας, εκτείνεται η ΑΟΖ της. Η επέκταση όμως της υφαλοκρηπίδας στον χάρτη της Αργεντινής έχει ως αποτέλεσμα να απλώνεται σε ορισμένες περιοχές η ΑΟΖ της στα 360 μίλια από τις ακτές. Και έτσι η Αργεντινή γίνεται μια χώρα δύο ηπείρων.

Συνολικά επτά έθνη διεκδικούν εδάφη της Ανταρκτικής: η Αργεντινή, η Χιλή, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Νορβηγία. Ο νέος χάρτης της Αργεντινής, φυσικά, ενέχει και το πρόβλημα των βρετανικών διαφιλονικούμενων κτήσεων στον Νότιο Ατλαντικό: Φόκλαντς, Νότια Γεωργία και Νήσοι Σάντουιτς. Τα ύδατα που ελέγχονται από το Ηνωμένο Βασίλειο εκπροσωπούν «σχεδόν το ήμισυ της αργεντινής οικονομικής ζώνης» επιμένει ο Ντανιέλ Φίλμους, ο Αργεντινός υπουργός που είναι αρμόδιος για τα Φόκλαντς, την Ανταρκτική και τον Νότιο Ατλαντικό. «Είμαστε ιδιοκτήτες της κολόνας του νερού, του βυθού και του υπεδάφους»· και ο νέος νόμος «θα ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου για τη χορήγηση αδειών για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, ορυκτών και καθιστικών ειδών».

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΕπιτυχία για την Αργεντινή: Επέκτεινε την υφαλοκρηπίδα της και μετατράπηκε σε γίγαντα δύο ηπείρων
Περισσότερα

Ψυχεδελικά μοτίβα του Γκέρχαρντ Ρίχτερ στο γοτθικό μοναστήρι Tholey της Γερμανίας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Τρία βιτρό με ψυχεδελικά μοτίβα σε ένα γοτθικό μοναστήρι στο Tholey της Γερμανίας είναι το τελευταίο μεγάλης κλίμακας έργο του παγκοσμίου φήμης Γερμανού καλλιτέχνη Γκέρχαρντ Ρίχτερ.

Ο ίδιος ο 88χρονος καλλιτέχνης, μιλώντας στον γερμανικό Τύπο, το επιβεβαίωσε: είπε ότι τα ύψους εννέα μέτρων και κάτι, βιτρό «στα σίγουρα» θα είναι το τελευταίο μεγάλης κλίμακας αριθμημένο έργο του (πλέον, ανέρχονται συνολικά σε 957).

 

 

Τα βιτρό κοσμούν πλέον το Αββαείο των Βενεδικτίνων στο Tholey και είναι δωρεά του ιδίου του Γκέρχαρντ Ρίχτερ. Το κόστος καλύφθηκε από επενδυτή που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του, όπως πληροφόρησαν από το Αββαείο. Κατασκευάστηκαν στο χέρι στο κοντινό Μόναχο, στο ιδιαίτερα εκτιμούμενο εργαστήριο υαλουργίας Gustva van Treeck και τα πολύχρωμα και ψυχεδελικά μοτίβα τους προέρχονται από τη σειρά έργων με τίτλο «Pattern» του 1990 του Ρίχτερ.

Πέραν της εγκατάστασης των βιτρό που σχεδίασε ο Ρίχτερ, στο Αββαείο ήδη τοποθετήθηκαν κάποια από τα 34 βιτρό –παραστατική τέχνη, όχι αφηρημένη– που ετοιμάζει ο μουσουλμάνος Αφγανός καλλιτέχνης Μαχμούντα Μακσούντι, ο οποίος ζει στο Μόναχο (έως το Πάσχα του 2021 θα έχουν τοποθετηθεί όλα).

«Το να φέρουμε μαζί στην εκκλησία τον Ρίχτερ και τον Μακσούντι ήταν ένα ρίσκο, αλλά το αποτέλεσμα ήταν ότι ξαναβρέθηκαν τα χρώματα», είπε, σε συνέντευξη που παραχώρησε, ο Ηγούμενος Μαουρίτιους Χόριολ. «Η εκκλησία ανταυγάζει αρμονία. Κάθε ώρα της μέρας έχει διαφορετικό χαρακτήρα φωτός. Σε αυτά τα παράθυρα, πάντα θα ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο», πρόσθεσε.

Πιστεύεται ότι το Αββαείο είναι το παλαιότερο μοναστήρι στη Γερμανία καθώς στις πηγές υπάρχει γι’ αυτό αναφορά για πρώτη φορά το 634 μ.Χ. Πριν από μια δεκαετία είχε καταστραφεί οικονομικά, αλλά πλέον είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει ροή φιλότεχνων επισκεπτών στη μικρή πόλη των περίπου 2.500 κατοίκων (οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 100.000 επισκέπτες την πρώτη χρονιά).

Ο Ρίχτερ δεν ταξίδεψε για να δει αυτοπροσώπως την ολοκληρωμένη εγκατάσταση, αλλά βλέποντας τις φωτογραφίες είπε ότι τον «εξέπληξε» το αποτέλεσμα.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΨυχεδελικά μοτίβα του Γκέρχαρντ Ρίχτερ στο γοτθικό μοναστήρι Tholey της Γερμανίας
Περισσότερα

Οι καπναποθήκες της Δράμας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Οι καπναποθήκες αποτελούν ακόμη και σήμερα το ασφαλέστερο σημάδι της οικονομικής προόδου και ευημερίας της πόλης της Δράμας στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου.

Κατά τη διάρκεια της εικοσαετίας 1840 – 1860 η καλλιέργεια του καπνού είχε επεκταθεί πάρα πολύ και η εξαγωγική ποσότητά του ήταν εξόχως σημαντική. Η ανάπτυξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα το 1874 να χτιστεί το πρώτο καπνομάγαζο στην περιοχή των πηγών που ανήκει στον Ι. Αναστασιάδη, ενώ μερικά χρόνια αργότερα, γύρω στα 1880 ανοικοδομούνται οι καπναποθήκες του γαλλικού μονοπωλίου καπνού.
Η καλλιέργεια του καπνού, ήταν η κύρια ασχολία των κατοίκων του κάμπου της Δράμας, και βασικός οικονομικός παράγοντας ανάπτυξής της από το 1800 περίπου και μετέπειτα.
Από τη συνολική έκταση της καλλιεργήσιμης γης του σαντζακίου Δράμας, τα 80.000 στρέμματα δηλαδή, σχεδόν το 1/7, αφιερωνόταν αποκλειστικά στην καλλιέργεια του καπνού.

 

 

Μετά το καπνομάγαζο του Αναστασιάδη, και με την άνθηση της επεξεργασίας του καπνού, ένας μεγάλος αριθμός καπναποθηκών ανοικοδομείται στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας. Η επιλογή της περιοχής αυτής για την ανέγερση των καπναποθηκών είναι σκόπιμη. Η υγρασία που υπάρχει στην περιοχή λόγω των φυσικών πηγών δίπλα στις καπναποθήκες ήταν αναγκαία προϋπόθεση για τη φύλαξη και την επεξεργασία των φύλλων του καπνού.
Ωστόσο, η εγκατάσταση των καπναποθηκών σε μια περιοχή όπου βρίσκονταν κυρίως κήποι και μπαξέδες δεν έγινε δεκτή αδιαμαρτύρητα από τους κατοίκους της πόλης και ιδιαίτερα εκείνους που τα σπίτια τους ήταν γειτονικά με τα καινούργια κτήρια.

 

Όταν αυξήθηκαν οι ανάγκες για την επεξεργασία του καπνού, τα καπνομάγαζα ανοικοδομήθηκαν εκτός από την περιοχή της Αγίας Βαρβάρας, σε διάφορα σημεία της πόλης. Τα πολυώροφα κτίσματα των καπναποθηκών, που διασώζονται σήμερα, αποτελούν μεγάλα συμπαγή οικοδομήματα, από πέτρα και τούβλο με σιδερένιες πόρτες και κεπέγγια, και συνήθως με βαθιά υπόγεια και μεγάλους χώρους αποθήκευσης στις σοφίτες.
Εκτός από το λειτουργικό προορισμό τους, τα «καπνομάγαζα», όπως συχνά αποκαλούνται, τόνιζαν την οικονομική δύναμη του ιδιοκτήτη τους. Η σχεδίασή τους, πέρα από τις λειτουργικές προδιαγραφές, εξέφραζε και την επιθυμία να εντυπωσιάσει με την αρχιτεκτονική μορφή. Ακόμη και σήμερα τα ελάχιστα πια καπνομάγαζα που έχουν απομείνει σηματοδοτούν το χώρο της πόλης και αποτελούν πολύτιμες μαρτυρίες της ιστορικής φυσιογνωμίας και εικόνας της.

Με την εφαρμογή του νέου ρυμοτομικού σχεδίου (που εγκρίνεται το 1930), και την ανοικοδόμηση που ακολούθησε, κύρια τη μεταπολεμική περίοδο, καταστράφηκε ένας σημαντικός αριθμός καπναποθηκών που φανέρωνε τη μεγάλη ανάπτυξη της πόλης κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκικής κατοχής.

 

 

Σήμερα σώζονται και κρίθηκαν διατηρητέα μνημεία πέντε καπναποθήκες. Όλες βρίσκονται στην περιοχή των Πηγών της Αγίας Βαρβάρας, και είναι οι εξής:

1. Καπναποθήκη Αναστασιάδη
Βρίσκεται στην οδό Αγίας Βαρβάρας. Κρίθηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο και έργο τέχνης. Είναι διώροφο κτίριο, 250 τετραγωνικών μέτρων περίπου με δύρριχτη κεραμοσκεπή στέγη. Στη βόρεια πλευρά εφάπτεται με το «πέτρινο σπίτι», κατοικία του πρώτου ιδιοκτήτη.
Χτίστηκε το 1875 από τον Ιωάννη Αναστασιάδη και ήταν το πρώτο μεγάλο καπνομάγαζο της Δράμας.
Οι Βούλγαροι, μετά τον εκτοπισμό των Ελληνοεβραίων της Δράμας τον Μάρτιο 1943, κατάσχεσαν την αποθήκη και τη λεηλάτησαν. Μετά την απελευθέρωση και μέχρι το 1953 λειτούργησε σαν χορευτικό κέντρο. Μέχρι το 1958 λειτούργησε σαν καθαριστήριο. Στη συνέχεια μετατράπηκε σε υφαντήριο και λανάρα. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τους ιδιοκτήτες του ως αποθήκη, έπειτα από μικρή συντήρηση της οροφής.

2. Καπναποθήκη Αθανασοπούλου
Βρίσκεται στην οδό Περδίκα 17 και Νίκης, και είναι ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Είναι τυπική κατασκευή της περιόδου της τουρκοκρατίας με νεοκλασικά επιμέρους στοιχεία, δομημένη από πέτρα και ξύλο.
Το 1904 η καπναποθήκη ανήκε στον Βασίλειο Γρηγοριάδη. Χρησιμοποιήθηκε για την επεξεργασία καπνού περίπου ως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Σήμερα είναι εγκαταλελειμμένη και έκθετη στη φθορά του χρόνου και των καιρικών συνθηκών.

3. Καπναποθήκη Πορτοκάλογλου ή Σ.Ε.Κ.Ε.
Βρίσκεται στην οδό Περδίκα 10 και Δωδεκανήσου. Κρίθηκε διατηρητέο μνημείο ως έργο τέχνης. Κατασκευάστηκε το 1904 από τον Αυστριακό αρχιτέκτονα Konrad Von Villas, που είχε εγκατασταθεί στη Δράμα ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ως μηχανικός της Γαλλικής Εταιρείας Σιδηροδρόμων. Αργότερα εργάστηκε ως μηχανικός στο Δήμο Δράμας.
Η καπναποθήκη Πορτοκάλογλου χρησιμοποιήθηκε για την επεξεργασία καπνού. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα και επιβλητικότερα κτήρια της εποχής και από τα σημαντικότερα δείγματα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής. Η μορφολογία και οργάνωση των όψεων έχουν εμφανείς ευρωπαϊκές επιδράσεις με στοιχεία “art nouveau”. Η χρήση εμφανών κεραμιδοκόκκινων πλίνθων στη διαμόρφωση των τοξοτών ανωφλίων των ανοιγμάτων και στις οριζόντιες ταινίες που διαχωρίζουν τους ορόφους, οι οποίες προβάλλονται χρωματικά πάνω στην ώχρα του επιχρίσματος, δημιουργούν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Η αντίθεση των χρωμάτων στην κύρια όψη γίνεται ακόμη πιο έντονη με τις εναλλασσόμενες στρώσεις πλίνθων και επιχρίσματος στις ακμές του κτηρίου.
Ιδιαίτερα αξιόλογα στοιχεία που συμπληρώνουν την όλη σύνθεση, αποτελούν το κεντρικό «Έρκερ» (εξώστης) που υποδηλώνει τους χώρους των γραφείων στο εσωτερικό, καθώς και η περίτεχνη κατασκευή της σιδερένιας κεντρικής εισόδου με στοιχεία «art nouveau».
Κατά τη βουλγαρική κατοχή (1941-1944) η καπναποθήκη κατασχέθηκε από τους κατακτητές, οι οποίοι συνέχισαν την επεξεργασία καπνού.
Το 1958 το κτίσμα χτυπήθηκε από κεραυνό, ο οποίος δημιούργησε ρωγμή ορατή μέχρι σήμερα. Από το 1974, χρησιμοποιήθηκε ως καπναποθήκη, αφού η επεξεργασία καπνού μεταφέρθηκε στην Καβάλα.
Την καπναποθήκη αυτή αγόρασε ο Δήμος Δράμας και χρησιμοποιείται για τις ανάγκες του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

4. Καπναποθήκη Πρωτόπαπα (πρώην Μιχαηλίδη)
Βρίσκεται στην οδό Όθωνος 1-3 και είναι ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
Είναι τετραώροφη καπναποθήκη με υπόγειο και ένα γραφείο. Βρίσκεται πάνω στον οδικό άξονα που συνδέει τις πηγές με το ιστορικό κέντρο της Δράμας. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα κτηρίου ειδικής χρήσης και λειτουργίας και τεκμήριο της βιομηχανικής κληρονομιάς της Δράμας στον τομέα της επεξεργασίας καπνού.
Στη θέση της σημερινής καπναποθήκης, υπήρχαν μια κατοικία οκτώ δωματίων, μια δεύτερη κατοικία τεσσάρων ανωγείων και δύο ισογείων δωματίων και ένα θέατρο. Τα κτίσματα κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους κτίστηκε η καπναποθήκη και το γραφείο. Η επεξεργασία καπνού συνεχίστηκε μέχρι το 1955.
Σήμερα το κτήριο παραμένει ασυντήρητο.
Στην καπναποθήκη του Μιχαηλίδη με τη λήξη του Μακεδονικού Αγώνα εγκαθίσταται θέατρο, το «Χειμερινό Θέατρο Δράμας».

5. Καπναποθήκη Σπήρερ ή Αυστροελληνικής
Βρίσκεται στην Αγία Βαρβάρα και είναι ιστορικό διατηρητέο μνημείο, η καπναποθήκη και τα γραφεία.
Είναι αξιόλογο αρχιτεκτονικό δημιούργημα του Αυστριακού αρχιτέκτονα Konrad von Vilas. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της αρχιτεκτονικής ειδικής χρήσης και λειτουργίας.
Η σύνθεση του κτιρήου είναι αποτέλεσμα των γενικότερων τάσεων που επικρατούν στην αρχιτεκτονική την εποχή αυτή και διαφοροποιείται αισθητά από εκείνη της πρώτης καπναποθήκης που έκτισε στην πόλη για τον Πορτοκάλογλου, στην οδό Περδίκα.
Το 1924 ο Ελβετοεβραίος καπνέμπορος Hermann Spierer αγόρασε δύο οικόπεδα δίπλα στα νερά της Αγίας Βαρβάρας για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρείας «Έρμαν Σπήρερ και ΣΙΑ». Στα οικόπεδα αυτά κτίστηκε από τον Konrad vοn Vilas μια τεράστια καπναποθήκη («ουρανοξύστης Σπήρερ» κατά τον Τύπο της εποχής).
Πρόκειται για ένα τετραώροφο κτίσμα με ορθογωνική κάτοψη και αναλογίες πλευρών. Το ισόγειο διαιρείται δια μέσου μιας εγκάρσιας τοιχοποιίας σε δύο τμήματα με ανεξάρτητες για το καθένα εισόδους. Για την κατακόρυφη μεταφορά των δεμάτων του καπνού έχει προβλεφθεί η εγκατάσταση ανελκυστήρα. Στην ανατολική πλευρά του κτηρίου και σε επαφή με αυτό βρίσκεται το μικρότερο σε όγκο και έκταση κτήριο των γραφείων της εταιρείας.
Η οικοδομή εξαιτίας του όγκου της προκάλεσε την έντονη αντίδραση των κατοίκων της περιοχής.
Η καπναποθήκη χρησιμοποιήθηκε για την επεξεργασία καπνού. Στις 20 Ιανουαρίου 1932 αγόρασε το κτίσμα η «Αυστροελληνική Εταιρεία Καπνού Α.Ε.», η οποία συνέχισε σ’ αυτό την επεξεργασία καπνού.
Στα χρόνια της τελευταίας βουλγαρικής κατοχής οι εργασίες δεν σταμάτησαν, καθώς η «Αυστροελληνική» δεν ήταν αμιγώς ελληνική εταιρεία. Το 1974 η επεξεργασία καπνού σταμάτησε, όπως και σε όλα σχεδόν τα καπνομάγαζα της Δράμας, και το κτήριο χρησιμοποιείται από τότε μόνο σαν αποθήκη καπνών.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟι καπναποθήκες της Δράμας
Περισσότερα

«Τατίκ-Παπίκ» – «Είμαστε τα βουνά μας»: Αρμενικό μνημείο στο Καραμπάχ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Σύμβολο της αρμενικής κουλτούρας και κληρονομιάς, κατασκευασμένο από ηφαιστειακή τέφρα και απεικονίζει έναν παππού και μια γιαγιά. Πρόκειται για το μνημείο «Είμαστε τα βουνά μας», επίσης γνωστό ως «Τατίκ-Παπίκ». Τα απεικονιζόμενα πρόσωπα αντιπροσωπεύουν τη σύνδεση των ανθρώπων με την ορεινή περιοχή του Καραμπάχ, ενώ τα σώματά τους δεν είναι ορατά, καθώς θεωρείται πως βρίσκονται ριζωμένα στο έδαφος, γεγονός το οποίο συμβολίζει πως οι Αρμένιοι ανήκουν σε αυτόν τον τόπο. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του Στεπανακέρτ, της πρωτεύουσας του Αρτσάχ και ολοκληρώθηκε το 1967.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Τατίκ-Παπίκ» – «Είμαστε τα βουνά μας»: Αρμενικό μνημείο στο Καραμπάχ
Περισσότερα

Τρίκερι: Η μνήμη των εξόριστων γυναικών χαράχτηκε για πάντα στο χρόνο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Από τους πιο όμορφους και γραφικούς προορισμούς της χώρας μας, είναι αναμφίβολα το Τρίκερι.

Το Τρίκερι και Τρικέρι είναι χωριό του νομού Μαγνησίας χτισμένο στην κορυφή του υψώματος στο τελείωμα της χερσονήσου της Μαγνησίας, ανατολικά της εισόδου του Παγασητικού κόλπου. Απέχει ελάχιστα από τη θάλασσα και εξυπηρετείται από το λιμάνι της Αγίας Κυριακής, που βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον οικισμό. Αποτελεί έδρα της ομώνυμης κοινότητας.

Λόγω της ευκολότερης πρόσβασης από τη θάλασσα παρά από την ορεινή και απόκρημνη ενδοχώρα απέκτησε χαρακτήρα νησιού και ανέπτυξε ιδιαίτερα τη ναυτιλία. Το 1821 διέθετε έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς στόλους. Συμμετείχε στην επανάσταση του Πηλίου το 1821 βοηθώντας με τη χορηγία πλοίων και ναυτικών στη νεοσύστατη τότε Φιλική Εταιρεία. Μετά την κατάπνιξη της επανάστασης στο Πήλιο, η επανάσταση συνεχίστηκε στην περιοχή του Τρικερίου.

 

Στο Τρίκερι πέθανε ο Πηλιορείτης οπλαρχηγός Κυριάκος Μπασδέκης, όπου κατέφθασε τραυματισμένος μετά την αποτυχία κατάληψης του Βόλου. Το Τρίκερι μέχρι τη δεκαετία του 1970 δεν διέθετε πρόσβαση από χερσαίο δρόμο και η επικοινωνία γινόταν αποκλειστικά από τη θάλασσα, από την απέναντι ακτή της Μαγνησίας.

Η κουζίνα του νησιού είναι ένας ενδιαφέρον συνδυασμός πηλιορείτικης και βολιώτικης κουζίνας. Αργά το απόγευμα ο δρόμος είναι μονόδρομος για το λιμανάκι και ο μόνος τρόπος για να γευτείς τις νοστιμιές του νησιού είναι να ακολουθήσεις την εξής απλή συνταγή: παραγγέλνεις τσίπουρο με μεζέ.

Το νησί είναι πολύ μικρό. Τόσο μικρό, που μέσα σε 2-3 ώρες πεζοπορίας, ανάμεσα στα ελαιόδεντρα και στους μυρωδάτους θάμνους, το έχεις γυρίσει ολόκληρο. Επίσης, είναι εντελώς επίπεδο. Η ψηλότερη κορυφή του είναι 129 μέτρα, εκεί όπου βρίσκεται το Μοναστήρι της Ευαγγελίστριας.

 

Ο φάρος

 

Από το 1948 μέχρι το 1953, το Μοναστήρι έζησε μαύρες μέρες. Λέγεται ότι από κει έχουν περάσει πάνω από 5.000 γυναίκες – πολιτικοί εξόριστοι. Αριστερές, διωγμένες για τα πολιτικά τους φρονήματα ή αυτά των μελών της οικογένειάς τους. Γυναίκες όλων των ηλικιών, κοριτσάκια, έφηβες, μητέρες με τα παιδιά τους, μέχρι ηλικιωμένες γυναίκες. Αγρότισσες, μορφωμένες, επώνυμες και ανώνυμες. Παιδιά γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν εδώ, κορίτσια πείνασαν. Άλλες έσπασαν, άλλες άντεξαν. Δίδαξαν γλώσσα, θέατρο, μαθηματικά, ζωγραφική στους ντόπιους, έφτιαξαν εργαστήρια και παρήγαγαν ό,τι μπορούσαν και είχαν ανάγκη. Σήμερα, ελάχιστα κελιά είναι σε λειτουργία, όμως είναι πάντα αρκετά, μια και οι επισκέπτες του νησιού είναι συνήθως λιγοστοί.

Αρχικά οι εξόριστες ενθουσιάστηκαν μόλις είδαν πως πρόκειται για ένα κατάφυτο και καταπράσινο νησί και σε καμία περίπτωση δεν τους άφηνε να σκεφτούν τα μαρτύρια που θα ακολουθούσαν. Μάλιστα πληροφορίες αναφέρουν πως στο νησί, τα χρόνια της εξορίας, βρέθηκε και η ηθοποιός Αλέκα Παΐζη.

 

Αυτοσχέδιο θέατρο στο Τρίκερι

 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι της Βικτωρίας Θεοδώρου και μαζί με άλλα κείμενα και αξιόλογο φωτογραφικό υλικό βρίσκονται στο βιβλίο «Στρατόπεδα Γυναικών. Χίος – Τρίκερι – Μακρόνησος – Αϊ – Στράτης 1948 – 1954, που εξέδωσαν ο Σύλλογος Πολιτικών Εξορίστων Γυναικών και οι εκδόσεις Αλφειός το 2006».

Το Τρίκερι είναι ένα σχεδόν ακατοίκητο νησί στην άκρη του Πηλίου, δεξιά μόλις μπαίνουμε στον Παγασητικό κόλπο. Απομονωμένο καθώς είναι – το περιτριγυρίζουν από τα δυτικά τα βουνά της Ρούμελης, από τα νότια της Εύβοιας οι κορφές κι από τα βόρεια κι ανατολικά ο κορμός του Πηλίου – κρίθηκε κατάλληλο για την ίδρυση στρατοπέδου συγκέντρωσης εξορίστων.

Είναι τόσο μικρό που δεν χρειάζεται περισσότερο από τρεις ώρες πεζοπορία για να κάμεις το γύρο του, κατάφυτο από λιόδενδρα κι αειθαλείς θάμνους, ήσυχο και υγρό. Βροχές ορμητικές πέφτουν όλο το χρόνο ακόμα και στη μέση του καλοκαιριού, γιατί πάντα είναι σκεπασμένο με υδρατμούς. Τους μήνες του χειμώνα, ο γραίγος το δέρνει και το χιονίζει.

Από το καλοκαίρι του 1947 άρχισαν να μαζεύουν τους άντρες που έπιασαν από τους διάφορους τόπους, χωριά και πόλεις της κεντρικής Ελλάδας, όπου μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος. Έτσι ιδρύθηκε το στρατόπεδο των αντρών, που έφτασε τις τρεις ως τέσσερις χιλιάδες κρατούμενους, και που το Μάρτη του 1949 μεταφέρθηκε στο Μακρονήσι. Τον ίδιο χρόνο μαζί με τους άντρες έφερναν «προληπτικά» και γυναίκες από τις οικογένειες των ανταρτών και τις μάντρωναν στο μεγάλο Μοναστήρι του νησιού. Όλες σχεδόν ήταν αγρότισσες κάθε ηλικίας και δεν είχαν παρά μονάχα τα ρούχα που φορούσαν, ενώ πολλές απ’ αυτές κρατούσαν τα μωρά στην αγκαλιά τους. Ο αριθμός τους δεν ήταν σταθερός. Μερικές έφευγαν με «δηλώσεις μετανοίας», που αναγκάζονταν να κάνουν κάτω από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, τις αρρώστιες και την πείνα, ενώ άλλες έφταναν με νέες αποστολές. Το 1948 έφτασαν τις πεντακόσιες, μα το Φλεβάρη του 1949 είχαν μείνει ενενήντα τρεις. Το στρατόπεδο για τις «προληπτικές» κράτησε μέχρι το τέλος του Δεκέμβρη του 1949. Κατά το φθινόπωρο άρχισαν να φεύγουν τσακισμένες, απελπισμένες. Κι όταν το Γενάρη μας πήγαν στη Μακρόνησο μας ακολούθησαν δεκαέξι.

Μεγάλο γεγονός για το στρατόπεδο των «προληπτικών» ήταν ο ερχομός στο Τρίκερι των γυναικών του στρατοπέδου της Χίου τις πρώτες μέρες του Απρίλη του 1949. Οι καινούριες στεγαστήκαμε στις άδειες σκηνές του στρατοπέδου των ανδρών, ενώ οι «προληπτικές» έμεναν ακόμα στα κελιά και σε σκηνές γύρω από το Μοναστήρι. Αποτελούσαν ξεχωριστό τμήμα του στρατοπέδου. Σύντομα οι χίλιες διακόσιες γυναίκες της Χίου ενώθηκαν με τις εξόριστες του Μοναστηριού, κι όταν το Μάη ήρθαν οι Σλαβομακεδόνισσες και οι Ηπειρώτισσες έφθασαν συνολικά τις τρεισίμισι χιλιάδες. Το Σεπτέμβριο του 1949 όλες μαζί με τα παιδιά ήμασταν τέσσερις χιλιάδες επτακόσιες γυναίκες απ’ όλη την Ελλάδα.

Οι αποστολές αποτελούνταν από γυναίκες κάθε περιοχής χωριστά. Στις 23 του Φλεβάρη έφτασε στο νησί μια καραβιά από διακόσιες περίπου Θεσσαλές. Το Μάρτη του ίδιου χρόνου είχαν έρθει οι Ηπειρώτισσες και στις 24 του Μάη μια μεγάλη αποστολή με το αρματαγωγό από χίλιες πεντακόσιες γυναίκες και παιδιά, που τις είχαν μαζέψει από τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Ρούμελη.

Το Μάη του 1949 άρχισαν επίσης να ’ρχονται οι Σλαβομακεδόνισσες, κοπαδιαστά, πεντακόσιες τόσες σε κάθε αποστολή, και το καλοκαίρι μαζεύτηκαν χίλιες επτακόσιες με δύο χιλιάδες γυναίκες και παιδιά.

Το Μοναστήρι του Τρίκερι χτίστηκε το 1841 στο ψηλότερο μέρος του νησιού. Στη μέση μιας πλακόστρωτης αυλής βρίσκεται η εκκλησία, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Το ωραίο τέμπλο της το είχε ανακαινίσει ένας εξόριστος καλλιτέχνης που αργότερα καταδικάστηκε σε θάνατο κι εκτελέστηκε.

Ολόγυρα τα κελιά σχηματίζουν ένα παραλληλόγραμμο. Τα ισόγεια των κελιών τα χρησιμοποιούσαν για αποθήκες, στάβλους, μαγειρειά, λουτρά κλπ. γιατί ήταν ακατάλληλα για να κατοικηθούν. Αργότερα κατοικήθηκαν κι αυτά. Τα πατώματά τους είναι γκρεμισμένα, δεν έχουν πόρτες μήτε παραθυρόφυλλα. Ήλιος ποτέ δεν μπήκε στο εσωτερικό τους, είναι υγρά και μουχλιασμένα. Από την άνοιξη του 1948 έβαλαν τις γυναίκες σε μικρά ατομικά αντίσκηνα γύρω από το Μοναστήρι, όταν όμως το φθινόπωρο άρχισαν οι βροχές κι η παγωνιά η Διοίκηση αποφάσισε να τις στριμώξει μέσα στα κελιά και στα υπόγεια. Από τις 23 του Φλεβάρη που έφταναν οι μεγάλες αποστολές δεν υπήρχε τόπος να στεγαστούν. Τις άφηναν μέρες κάτω απ’ τα υπόστεγα του Μοναστηριού καταγής, να κοιμούνται μαζί με τα μωρά τους. Μα σαν οι βροχές έγιναν πιο συχνές, έστησαν στο λασπωμένο χώμα επτά μεγάλες αμερικάνικες σκηνές, που κανονικά χωρούν είκοσι ανθρώπους η κάθε μία. Εκεί μέσα, όμως έριξαν πενήντα με πενηνταπέντε γυναίκες.

Στρώματα δεν είχαν ούτε ρούχα. Έτσι έμειναν για πολλά βράδια όσο να μαζέψουν και να στρώσουν κλαδιά, στέκονταν όρθιες βαστώντας τα μωρά στην αγκαλιά τους ή κάθονταν σε κάποια στεγνή πέτρα.

Οι σκηνές αυτές έγιναν τα σπιτικά τους καθ’ όλη τη διάρκεια της εξορίας. Συχνά με τους αγέρηδες και τις θύελλες ξεριζώνονταν οι πάσσαλοι, χαλάρωναν τα σκοινιά και οι τέντες ανέμιζαν λασπωμένες πάνω απ’ τα κορμιά τους.

Μ’ όλο που ο αριθμός των γυναικών ολοένα αυξανόταν, η Διοίκηση αδιαφορούσε και δεν έστηνε καινούριες σκηνές. Κι υπήρχαν ακόμα πολλά υπόγεια κελιά κλειδωμένα, με την πρόφαση πως ήταν αποθήκες της εκκλησίας.

Μια πτέρυγα και μισή, από τα επάνω κελιά που ήταν πιο γερά, τη χρησιμοποιούσε η Διοίκηση για γραφεία.

Όταν την άνοιξη του 1949 μαζεύτηκαν τρεις χιλιάδες περίπου γυναίκες στο νησί, έστησαν και μικρά ατομικά λιόφυτα του Μοναστηριού. Όλες αυτές οι μικρές τέντες ήταν τρύπιες και καταστραμμένες και μόλις έβρεχε έσταζαν και μούσκευαν τα στρώματα ή τα ξερά χόρτα που πάνω κει πλάγιαζαν οι εξόριστες με τα μωρά τους. Ήταν τόσο χαμηλές, που έπρεπε να διπλώσεις το κορμί σου για να μπεις μέσα και να βρίσκεσαι συνεχώς καμπουριασμένη. Όταν έπεφταν οι μεγάλες βροχές τα πάντα πλημμύριζαν με λάσπη και νερά και τα μικρά έκλαιγαν αντάμα με τις μάνες και τις γιαγιάδες τους.

Όλο το διάστημα από το 1947 έως το 1949 Διοικητής στο στρατόπεδο του Τρίκερι ήταν ο συνταγματάρχης Ι.Κ., άνθρωπος πολύ αυστηρός και σκληρός. Ύστερα από πολλά διαβήματα, οι εξόριστες κατάφεραν να συνεννοούνται μαζί του για τα καθημερινά τους προβλήματα και προπάντων για την καντίνα. Τη φρουρά την αποτελούσαν στρατιώτες «ανανήψαντες» της Μακρονήσου και άλλοι.

Σκοπός της Διοίκησης ήταν ν’ αχρηστέψει πολιτικά όσο μπορούσε περισσότερες εξόριστες και να εξευτελίσει στα μάτια τους το δίκαιο αγώνα που συνέχιζαν οι δικοί τους. Με διάφορα σωματικά βάσανα, με ψυχολογικά μέσα μελετημένα για να σπάνε το ηθικό, με την αδιαφορία στις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, την απαγόρευση κάθε μέσου μόρφωσης, ψυχαγωγίας και ξεκούρασης επιδίωκαν να τους αποσπάσουν μια υπογραφή κάτω από μια «δήλωση μετανοίας».

Επέβαλαν στη ζωή τους στρατιωτική πειθαρχία. Δύο φορές την ημέρα, με βροχή και με χιόνι, τις ανάγκαζαν να βγαίνουν για το προσκλητήριο το πρωί οκτώ με εννιά και το βράδυ τέσσερις με πέντε. Εκεί τις είχαν να στέκονται ώρες, πεινασμένες και εξαντλημένες, έχοντας αφήσει τα μωρά τους μόνα μέσα στ’ αντίσκηνα.

Μόλις τελείωνε το προσκλητήριο, κατά τη διάρκεια του οποίου στέκονταν νηστικές από το προηγούμενο βράδυ γιατί έδιναν πρωινό ρόφημα, έτρεχαν στην ουρά για νερό πέρα στα πηγάδια. Και στις δώδεκα το μεσημέρι βιάζονταν να τρέξουν σ’ άλλη σειρά για το συσσίτιο, που μοιραζόταν κατά το στρατιωτικό σύστημα. Μετά το μεσημέρι έφτανε το καΐκι με τα εφόδια, που έπρεπε να το ξεφορτώσουν. Στις τέσσερις το απόγευμα όλες μαζεύονταν πάλι στην πλατεία για το βραδινό προσκλητήριο, κι αμέσως μετά για τη διανομή του δεύτερου συσσιτίου της μέρας. Στις οκτώ το βράδυ δεν έπρεπε να φαίνεται φως στις σκηνές και κάθε κυκλοφορία σταματούσε.

Κάθε μέρα στο πρωινό προσκλητήριο ο στρατοπεδάρχης διάβαζε το δελτίο ειδήσεων της ημέρας, για να τις πληροφορήσει πως ο αγώνας ολοένα εξασθενίζει και πως οι αντάρτες «καθημερινά παραδίδονται στα χέρια του νικηφόρου στρατού».

Το Φλεβάρη του 1948 η Διοίκηση διαίρεσε τις γυναίκες σε δεκατέσσερις διμοιρίες, που αποτελούσαν ένα λόχο κι έβαλε τη δικηγορίνα Θ.Ξ. από τη Λάρισα να τις αντιπροσωπεύει. Οι στρατιώτες της φρουράς φύλαγαν τα στρατόπεδα των αντρών και των γυναικών. Είχαν εγκαταστήσει σκοπιές στα κοντινά ακρωτήρια του νησιού, όπως και στο δρόμο που οδηγούσε στο χωριό. Οι περισσότεροι ήταν άλλοτε αγωνιστές της Αντίστασης, που κάτω από τη μακρονησιώτικη βία αποκήρυξαν το Δημοκρατικό Στρατό και υπηρετούσαν από φόβο τους βασανιστές τους. Υπήρχαν μερικοί που έδειχναν ανθρωπιά και φέρονταν καλά στους κρατούμενους. Οι γυναίκες, όμως, διηγούνταν πως κάποτε οι φρουροί χτύπησαν τις κοπέλες που είχαν φέρει από μια περιοχή που γίνονταν μάχες. Τις γυναίκες αυτές, που ήταν αντάρτισσες, τις μάντρωσαν με συρματόπλεγμα ξέχωρα από τις άλλες.

Η σκληρότητα και η απονιά των φρουρών ήταν απερίγραπτη. Εκτός από τις καθημερινές αγγαρείες έβαζαν τις γυναίκες, που οι περισσότερες ήταν μωρομάνες ή γερόντισσες, να τους κουβαλούν νερό, να τους πλένουν τα ρούχα και να τους καθαρίζουν τα κελιά που έμεναν. Κι όπως δεν έβρισκαν καμιά αντίδραση απ’ αυτές, τις έβαζαν να τους κουβαλούν και τα μπαούλα τους ακόμα από το λιμανάκι. Έτσι τις εξευτέλιζαν καθημερινά.

Το κράτος έδινε για τις εξόριστες 2.700 δρχ. την ημέρα για το συσσίτιο των γυναικών. Το μαγείρευαν οι ίδιες σε μεγάλα καζάνια, κι επειδή η δουλειά του μαγειρείου ήταν πολύ σκληρή άλλαζαν κάθε δύο μήνες. Το φαγητό ήταν λιγοστό και φτωχό. Τα γυφτοφάσουλα, τ’ άσπρα φασόλια και τα ρεβύθια ήταν τα πιο συνηθισμένα γεύματα. Σπάνια μαγείρευαν ζυμαρικά, πατάτες ή λαχανικά, και κρέας μαγείρευαν μία ή δύο φορές το μήνα.

Πρωινό ρόφημα δεν έδιναν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, έτσι έμεναν νηστικές οι γυναίκες από τ’ απόγευμα της μια μέρας ως το μεσημέρι της άλλης. Τα 80 δράμια ψωμί δεν έφταναν παρά μονάχα για το μεσημεριανό γεύμα, γιατί απ’ αυτό έπρεπε να φάνε και τα παιδάκια, που δεν συμπεριλαμβάνονταν στον αριθμό των κρατουμένων. Έτσι τα διακόσια είκοσι τέσσερα παιδάκια, που ολοένα πλήθαιναν, τρέφονταν από το φαΐ που έδιναν στις μάνες τους.

Ποτέ δεν έδωσαν λάδι ή φωτιστικό πετρέλαιο για ν’ ανάβουν ένα φως μέσα στις σκηνές και οι γυναίκες αναγκάζονταν να φτιάχνουν μικρά καντηλάκια με τα 4 -5 δράμια λάδι που τους έδιναν για τις βραστές πατάτες. Για το μαγείρεμα του συσσιτίου κουβαλούσαν νερό από το μοναδικό με τρόμπα πηγάδι και έφερναν τα τρόφιμα από την αποθήκη που βρισκόταν κοντά στο λιμανάκι του νησιού, καμιά εφτακοσαριά μέτρα ανηφορικού δρόμου ως το Μοναστήρι.

Κουβαλούσαν ακόμα και τα ξύλα για τη φωτιά από μακριά, γιατί δεν υπήρχαν ζώα ή κάποιο άλλο μεταφορικό μέσο. Η αγγαρεία αυτή γινόταν πιο σκληρή τις μέρες του χειμώνα, που το καΐκι δεν μπορούσε να φέρει τα ξύλα του στρατοπέδου από τα χωριά του Πηλίου.

Η τραχιά ζωή των γυναικών γινόταν χίλιες φορές πιο ανυπόφορη εξαιτίας της ανυδρίας του νησιού. Αν και υπήρχαν τέσσερα πηγάδια, τα οποία οι εξόριστοι είχαν ανοίξει το 1947, το νερό δεν μπορούσε να διατηρηθεί καθαρό μήτε ν’ ανέβει εύκολα γιατί δεν είχαν τρόμπες.

Υπήρχε μία τρόμπα στο πηγάδι κοντά στο «χωριό», απ’ όπου έπαιρναν νερό οι γυναίκες, κι άλλη μία σ’ εκείνο που βρισκόταν έξω από το μαγειρείο των αντρών. Αργότερα όμως διόρθωσαν τις παλιές τρόμπες και εφοδίασαν μ’ αυτές ακόμα δύο πηγάδια, που ’ναι κοντά στον όρμο του Αϊ – Γιώργη.

Κάθε μέρα στις εννιά ένας στρατιώτης οδηγούσε στη γραμμή τις εξόριστες για να γεμίσουν τα κανάτια τους κι άλλοι δύο τις επέβλεπαν. Μα την άνοιξη του 1949, που οι γυναίκες πολλαπλασιάστηκαν γιατί συνεχώς έφταναν νέες αποστολές, η ανυδρία που χρόνια βασάνιζε τους εξόριστους άρχισε από το Πάσχα.

Όλο το πλήθος, πέντε χιλιάδες περίπου γυναίκες, έπρεπε να πιεί, να μαγειρέψει και να πλυθεί απ’ το νερό τριών πηγαδιών. Έτσι αναγκάζονταν να ξεκινήσουν πριν χαράξει, για να γεμίσουν τους κουβάδες του συσσιτίου ή τα κανάτια τους. Οι τρόμπες απέδιδαν στην αρχή, μετά όμως αγκομαχούσαν ανεβάζοντας λάσπη. Δεν άκουγες όλη μέρα τίποτα άλλο παρά μόνο εκείνον τον κουφό κρότο που μεγάλωνε την απελπισία.

Πριν φύγουν οι εξόριστοι για το Μακρονήσι οι βαριές αγγαρείες – όπως το ξεφόρτωμα του καϊκιού ή το κουβάλημα των ξύλων – ήταν αποκλειστικά δουλειά των αντρών. Οι γυναίκες κατέβαιναν στην αποθήκη και κουβαλούσαν από κει ως το Μοναστήρι τα τρόφιμα και τ’ άλλα εφόδια.

Μετά το Μάρτη του 1948 που έφυγαν οι άντρες, μονάχες τους ξεφόρτωναν οκάδες από τρόφιμα, ξύλα, τσιμέντα, ασβέστη, εφόδια για τέσσερις και πέντε χιλιάδες ψυχές και τ’ ανέβαζαν από ένα μαρτυρικό ανήφορο στην αποθήκη. Η δουλειά αυτή γινόταν καθημερινά από τρεις διμοιρίες και κρατούσε συχνά τέσσερις ώρες.

Μα η πιο εξαντλητική κι άσκοπη αγγαρεία, που θύμιζε το κάτεργο του Μακρονησιού, ήταν να κουβαλούν από το γιαλό βότσαλα, άμμο και νερό της θάλασσας για να φτιάξουν ένα πελώριο στέμμα σε μια πλαγιά του νησιού, ώστε να φαίνεται από τη θάλασσα απ’ όπου περνούσαν τα πλοία.

Όταν διέταξαν τους εξόριστους να επισκευάσουν τα γκρεμισμένα κελιά του Μοναστηριού, οι γυναίκες μονάχες τους κουβαλούσαν από το λιμανάκι τσιμέντα, τούβλα, ασβέστη, ξυλεία και θαλασσινό νερό. Οι αγγαρείες αυτές κρατούσαν μήνες ολάκερους και ήταν οι πιο βαριές και βάρβαρες.

Για το μαρτύριο του νερού μιλήσαμε και πρωτύτερα. Καθημερινά για το μαγείρεμα του συσσιτίου και για το καθάρισμα της αυλής και των άλλων χώρων του Μοναστηριού, οι εξόριστες κατέβαιναν χαράματα κι έστεκαν ώρες περιμένοντας να μαζευτεί νερό στα ξεροπήγαδα.

Επειδή για πολύ καιρό αποχωρητήρια δεν υπήρχαν στο στρατόπεδο, οι εξόριστες αναγκάζονταν να αποπατούν στα γύρω χωράφια και στα λιόφυτα και κάθε βδομάδα να βγαίνουν με κασμάδες, φτυάρια ή ξύλα για να σκεπάσουν τις ακαθαρσίες, να κάψουν τα σκουπίδια και να ραντίσουν με ασβέστη τα χώματα. Μα και πάλι τα κοράκια κι οι κάργιες, που σμήνη πετούσαν στο νησί, ξέθαβαν τις ακαθαρσίες και σκορπούσαν τα ματωμένα κουρέλια.

Βλέποντας οι διάφοροι αξιωματικοί της φρουράς ή οι απλοί χωροφύλακες πως δούλευαν αδιαμαρτύρητα, καθημερινά τις φόρτωναν και τα δικά τους τρόφιμα ή τα μπαγκάζια από τα καΐκια για να τ’ ανεβάσουν από τον ανήφορο του Μοναστηριού κι αυτοί ακολουθούσαν πίσω τους με αδειανά τα χέρια χασκογελώντας και πειράζοντάς τες.

Όλη αυτή η βασανισμένη ζωή του σκλάβου, που καθημερινά γινόταν όλο και πιο βαριά, έκανε όσες είχαν παιδιά να τα παραμελούν μοιρολατρικά. Αδιάκοπα έκλαιγαν τα σπυριασμένα και ακάθαρτα εκείνα παιδάκια, ζητιανεύοντας και γυρεύοντας τις μάνες τους στα χωράφια. Όσο για τις ίδιες όσο περνούσαν οι μέρες τσακίζονταν από τις κακουχίες, χλώμιαζαν από την πείνα και κουρελιαζόταν η μοναδική τους φορεσιά και τα παπούτσια τους. Πάνω στα πρόσωπά τους ήταν φανερή η αγωνία για τους δικούς τους, που καιρό τώρα πολεμούσαν στα βουνά και είχαν χάσει τα ίχνη τους.

Γράμματα, επιταγές, εφημερίδες και λιγοστά δέματα έρχονταν μια φορά τη βδομάδα με το καΐκι του στρατοπέδου. Όλα τα λογόκριναν πολύ αυστηρά πριν τα δώσουν στις εξόριστες, καθυστερούσαν τα λίγα χρήματα από τις επιταγές κι έσβηναν ή έκοβαν ένα μέρος από το περιεχόμενο των γραμμάτων.

Συνηθισμένο ήταν να τα κρατούν, θέλοντας να τιμωρήσουν ορισμένες γυναίκες επειδή βαρυγκόμησαν την ώρα της αγγαρείας ή για να τις κρατούν σε αγωνία. Η στέρηση αυτή από τα γράμματα και τα μηνύματα ήταν η πιο πρόχειρη τιμωρία στα χέρια της Διοίκησης.

Το ταχυδρομείο το μοίραζε ο ίδιος ο Διοικητής στο πρωινό προσκλητήριο, όπου οι γυναίκες στέκονταν στη σειρά. Αν καμιά αργούσε να τρέξει μόλις φώναζε το όνομά της, κρατούσε το γράμμα και της το ’δινε ύστερα από μέρες, ενώ τα γράμματα που έρχονταν να φέρουν το μήνυμα για το θάνατο κανενός αντάρτη τα φύλαγε τελευταία και τα διάβαζε άπονα μπροστά στη δύστυχη μάνα, αδερφή ή σύζυγο, λέγοντάς της αμέσως να κάνει δήλωση γιατί λόγος πια δεν υπάρχει να βρίσκεται εκεί. Οι εξόριστες έγραφαν ένα γράμμα τη βδομάδα, που κι αυτό το λογόκριναν το ίδιο αυστηρά, και συχνά όλα μαζί τα έκαιγαν για να μην πάνε στον προορισμό τους. Τις εφημερίδες, που πριν έρχονταν, τις απαγόρεψαν μόλις το στρατόπεδο των αντρών έφυγε για το Μακρονήσι.

Μέχρι το Φλεβάρη του 1948, που οι γυναίκες ήταν πολύ λιγότερες, πήγαιναν σχεδόν ελεύθερα στο στρατόπεδο των αντρών για να ψωνίσουν από την καντίνα και για να πάρουν τα τρόφιμα όταν ερχόταν το καΐκι.

Στις μεγάλες γιορτές (Πάσχα, Χριστούγεννα, Ευαγγελισμού) έτρωγαν όλοι μαζί. Όταν όμως έφτασαν οι μεγάλες καραβιές και το Μοναστήρι γέμισε από εξόριστες η επικοινωνία απαγορεύτηκε. Ο Διοικητής έδινε άδεια κάθε φορά μόνο σ’ έναν ορισμένο αριθμό γυναικών και για ορισμένη ώρα για τα ψώνια τους.

Οι άντρες εκτός από την καντίνα είχαν παπουτσάδικο, μαραγκούδικο, ένα συνεργείο που διόρθωνε τα διάφορα σκεύη τους, έφτιαχναν σκάφες, σκαμνιά και άλλα εργαλεία. Είχαν και ραφτάδικο με δική τους ραπτομηχανή.

Με άδεια μονάχα μπορούσαν οι γυναίκες να περάσουν από τη σκοπιά για να πάνε τα παπούτσια τους στον μπαλωματή ή στ’ άλλα συνεργεία.

Στην καντίνα μπορούσες να βρεις τα πιο απαραίτητα πράγματα, από χαρτοφάκελλα, γραμματόσημα, κλωστές και βελόνες, μέχρι κονσέρβες και ψωμί. Όλα αυτά τα είδη τα πουλούσαν οι εξόριστοι σε πολύ χαμηλότερες τιμές από το μαγαζάκι του χωριού.

Η καντίνα αυτή, που τόσο εξυπηρετούσε τον εξόριστο κόσμο του Τρίκερι, έγινε ύστερα από αδιάκοπες αιτήσεις και διαβήματα στο Διοικητή.

Ένα μέρος από τα κέρδη, όπως μας είπαν, τα κρατούσε η Διοίκηση και το υπόλοιπο 7%, το διέθεταν για συμπληρωματικό λάδι στο καζάνι του γενικού συσσιτίου, για τις διάφορες ανάγκες των συνεργείων και για τους εντελώς άπορους εξόριστους άντρες ή γυναίκες.

Το Φλεβάρη, που οι άντρες έφυγαν για το Μακρονήσι, παρέδωσαν τα είδη της καντίνας σε δυο τρεις γυναίκες να τα διαχειριστούν και να τα πουλήσουν και έδωσαν εντολή για όσα πράγματα δεν πουληθούν να μοιραστούν στις μικρομάνες.

Από διάφορες οικονομίες τους οι άντρες είχαν αγοράσει μια ραπτομηχανή που την άφησαν κι αυτή στο στρατόπεδο γυναικών και που όταν το Γενάρη του 1950 μας μπάρκαραν για το Μακρονήσι, μέσα στη γενική τρομοκρατία και σύγχυση, επωφελήθηκαν και μας την πήραν με τη δικαιολογία πως οι εξόριστοι την έκαναν δώρο στην εκκλησία.

Οι εξόριστοι άντρες ήταν ηθικό στήριγμα στις εγκαταλελειμμένες εκείνες γυναίκες, που ίσως πρώτη φορά έβγαιναν από τα σπίτια τους κι αντιμετώπιζαν τη σκληρότητα και τη στρατιωτική πειθαρχία. Εκτός απ’ την πρακτική και ηθική βοήθεια που πρόσφεραν φρόντιζαν να παίρνουν μέρος και εκείνες στις εκδηλώσεις ψυχαγωγίας – γιατί είχαν θέατρο, χορωδία και καλό γήπεδο γυμναστικής. Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στις δύστυχες συνεξόριστες.

Η ελονοσία ήταν καθημερινή αρρώστια στο στρατόπεδο. Πολλές γυναίκες και παιδάκια είχαν την ωχρότητα που τη χαρακτηρίζει. Οι θέρμες και τα ρίγη τις έριχναν συχνά χάμω στο στρώμα, τις έλουζαν στον ιδρώτα, τις έλιωναν, κι ύστερα έφευγαν όπως ήρθαν δίχως φάρμακα και νοσηλεία.

Την άλλη μέρα, μετά από την κρίση ή και με πυρετό ακόμη, πήγαιναν στις αγγαρείες.

Η ελονοσία πρώτη, κι ύστερα η φυματίωση. Για τις φυματικές δεν υπήρχε καμιά ξεχωριστή έγνοια. Κοιμόνταν μέσα στ’ αντίσκηνα μαζί με τις άλλες, πλάι πλάι με τα μωρά. Εκεί αιμόπτυαν, εκεί έβηχαν κι αγκομαχούσαν.

Η Παρασκευή Κριμέκη, μια νέα εξόριστη γυναίκα, μόλις έφτασε στο Τρίκερι ύστερα από τις ταλαιπωρίες άρχισε να χλωμιάζει και να λιώνει. Αργότερα έκανε συνεχείς αιμοπτύσεις μέσα στη σκηνή της μπροστά στις τρομοκρατημένες γυναίκες. Σε λίγο καιρό, εξαντλημένη καθώς ήταν κι απελπισμένη υπέγραψε δήλωση κι έφυγε με το φορείο. Έζησε άραγε;

Η Βαγγελίτσα Εργάτη, μια μικρή χωριατοπούλα 18 χρονών, πέθανε από φυματίωση λίγες μέρες μετά τον ερχομό της στο στρατόπεδο. Την έθαψαν εκεί σαν ζώο, αλλά εγώ δεν πρέπει να την ξεχάσω…

Ήταν λίγες εκείνες, προπάντων οι ηλικιωμένες, που δεν βογκούσαν από την κούραση και την υγρασία, που δεν είχαν πόνους στα σπλάχνα τους χωρίς να ξέρουν την αιτία και τη γιατρειά τους. Εκείνο που τις έλιωνε περισσότερο δεν ήταν η βαριά δουλειά, γιατί ήταν μαθημένες στη σκληρή αγροτική ζωή, όσο η παγωνιά, η πείνα, το στρίμωγμα στις σκηνές, οι γκρίνιες, τα κλάματα, η κλεισούρα και η απλυσιά.

Μαύρα σμήνη από μύγες έφευγαν από τους λάκκους και τις ακάλυπτες ακαθαρσίες κι έβοσκαν πάνω στο ψωμί, στο φαΐ, κάθονταν επίμονα γύρω απ’ το στόμα και τα ματάκια των παιδιών. Οι μύγες μετέδιδαν τα μικρόβια της δυσεντερίας και του πονόματου, τις δυο πληγές του Τρίκερι. Η δυσεντερία ήταν η πιο συχνή κι η χειρότερη απ’ τις αρρώστιες στο στρατόπεδο. Έριχνε κάτω διμοιρίες ολάκερες, και συχνά απλωνόταν γρήγορα σ’ όλο το λόχο γιατί δεν υπήρχαν αποχωρητήρια και φάρμακα. Σιγά σιγά η ελεεινή αυτή αρρώστια γινόταν χρόνια, γιατί έβρισκε εξαντλημένους οργανισμούς. Ήταν σαν ένα είδος χολέρας που έφερνε αφυδάτωση, ωχρότητα και μελαγχολία.

Μα δεν έλειψε και ο τύφος, που ερχόταν από τα θολά νερά των πηγαδιών κι από τα κακοπλυμένα λαχανικά. Τα προσωπάκια των παιδιών ήταν πληγιασμένα από σπυριά, που τα βασάνιζαν και τα έκαναν γκρινιάρικα κι ενοχλητικά. Η σταφυλοκοκκίαση κι η ψώρα ήταν πολύ διαδεδομένες στις εξόριστες και πιο βασανιστικές και από τους ίδιους τους βασανιστές τους.

Γι’ αυτές τις φοβερές επιδημίες η Διοίκηση δεν έδινε ρύζι, ζάχαρη, λεμόνια, ούτε καν φάρμακα. Το συσσίτιο με τα όσπρια το πετούσαν στη θάλασσα να παχαίνουν τα ψάρια, γιατί οι πιο πολλές δεν μπορούσαν να το φάνε κι άλλες πάλι που το έτρωγαν γίνονταν χειρότερα.

Αν και υπήρχαν αρκετοί εξόριστοι γιατροί στο στρατόπεδο των αντρών, δεν τους επέτρεπαν να περιθάλψουν τις άρρωστες. Ο γιατρός του στρατοπέδου είχε το ιατρείο του σ’ ένα κελί του Μοναστηριού και δίπλα υπήρχε ένα δωμάτιο, το «αναρρωτήριο», που είχε τρία τέσσερα στρώματα για τις βαριά άρρωστες.

Από τα φάρμακα του Ερυθρού Σταυρού δεν έφταναν σε μας παρά μονάχα ασπιρίνη, ιώδιο, και ελάχιστο κινίνο για την ελονοσία. Δεν υπήρχε μήτε ψωραλοιφή ούτε αλοιφές με σουλφαμίδες για τα σπυριά των παιδιών.

Πολλές από τις «προληπτικές» εξόριστες κρατούσαν μαζί τους τα παιδιά τους, βρέφη, νήπια ή μεγαλύτερα, από 6 έως 12 χρονών. Το καλοκαίρι του 1949 ήταν περίπου εκατόν ογδόντα παιδιά. Γι’ όλα αυτά τα παιδάκια δεν έδιναν το επίδομα των 2.700 δρχ., που το κράτος διέθετε για κάθε εξόριστο, ούτε καμία άλλη βοήθεια. Έτσι δεν είχαν μερίδα ψωμιού ή φαγητού και θα έμεναν τελείως νηστικά αν δεν τρέφονταν από τα 80 δράμια ψωμί που έδιναν στις μάνες τους.

Από το μεγάλο καζάνι του συσσιτίου φρόντιζαν πάντα οι γυναίκες να βγάλουν το φαγητό των παιδιών, κρυφά απ’ τη Διοίκηση, ελαττώνοντας έτσι τη γενική μερίδα. Το πρόβλημα όμως του ψωμιού έμενε άλυτο γιατί δεν έφτανε για κανέναν, κι αυτό που έφερναν από το κάτω στρατόπεδο, που είχε λιγότερα παιδιά, ήταν ασήμαντο μπροστά στη φοβερή έλλειψη.

Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός ποτέ δεν ενίσχυσε αυτά τα παιδιά ούτε τα αναγνώριζε σαν κρατούμενους. Τα κρατούσαν εκεί ως αντίποινα για το «παιδομάζωμα» των ανταρτών.

Επειδή το σαπούνι και το νερό ήταν τόσο σπάνια κι ακριβά έμεναν λερωμένα, κουρελιασμένα, χλωμά και γεμάτα σπυριά. Σκιές, όμοιες με φαντάσματα παιδιών. Γι’ αυτά τα παιδιά προπάντων πολλές μάνες έκαναν δήλωση και έφυγαν από το καταραμένο νησί.

Μπροστά σ’ αυτή τη δυστυχία είναι περιττό ν’ αναφέρουμε πως τα μεγάλα παιδιά έμεναν δίχως καμιά εκπαίδευση ή παιδαγωγική φροντίδα, κι όλη μέρα τριγύριζαν στα χωράφια και στις απότομες ακρογιαλιές ή έμεναν ζαρωμένα μέσα στα μουχλιασμένα κελιά και στις σκοτεινές σκηνές χωρίς να παίζουν.

Τα βρέφη υπέφεραν περισσότερο γιατί γάλα δεν υπήρχε, κι αν ακόμα οι μητέρες τους είχαν να τα θηλάσουν οι καθημερινές αγγαρείες δεν τα άφηναν.

Οι κρατούμενες έγκυες γυναίκες – και υπήρχαν αρκετές σ’ αυτή την κατάσταση – με τρόμο αντίκριζαν τη δύσκολη ώρα της γέννας. Δεν υπήρχε καμία φροντίδα για τις λεχώνες και τα μικρά. Μήτε σπάργανα για να τα τυλίξουν και να τα προφυλάξουν από την παγωνιά.

Το χειμώνα του 1948 πέθανε ένα νεογέννητο αμέσως μετά τη γέννησή του. Το Σεπτέμβριο του 1949 μια Σλαβομακεδόνισσα γέννησε δίδυμα. Μέχρι τις τελευταίες μέρες της εγκυμοσύνης της έτρεχε στις αγγαρείες και κουβαλούσε με μια παράξενη περηφάνια την ανημπόρια της. Γέννησε δίδυμα πάνω στο χωματένιο πάτωμα ενός υπογείου του Μοναστηριού, χωρίς κανένας σχεδόν να το ξέρει. Το ένα μωρό πέθανε σε δυο μέρες και τ’ άλλο το βάφτισαν Ελευθερία μερικές κοπέλες από το κάτω στρατόπεδο. Πέθανε κι αυτό μια βδομάδα αργότερα.

Έξω από το Μοναστήρι, λίγα μέτρα από την κεντρική πύλη, είναι το μικρό νεκροταφείο για τους κατάδικους του Τρίκερι. Δεν έχει τίποτα που να μοιάζει με τα νεκροταφεία που ξέρουμε. Είναι ένας μικρός τετράγωνος χώρος με πέντε έξι φρέσκα μνήματα, που με τα πρωτοβρόχια παρσίνιζε όπως τα γύρω χωράφια.

Κάποιοι παλιοί εξόριστοι φύτεψαν σ’ εκείνο το μέρος μια πικροδάφνη και στερέωσαν μέσα στη γη ένα ξυλόγλυπτο σταυρό από ελιά. Άλλοι μικρότεροι σταυροί είναι σπαρμένοι τριγύρω, σάπιοι από τις βροχές και τον ήλιο, και πάνω τους μόλις που ξεχωρίζουν κάτι αχνά γράμματα με το όνομα και την πατρίδα των νεκρών.

Οι τάφοι των μικρών παιδιών δεν ξεχωρίζουν καθόλου. Τα νερά της βροχής μονάχα λιμνάζουν στις μικρές λακκουβίτσες τους και την άνοιξη πρωτοφυτρώνουν εκεί οι παπαρούνες και τα χαμομήλια.

Δυο βήματα από τους ανώνυμους αυτούς τάφους, που μόνο εμείς τους ξέρουμε, είναι τ’ αντίσκηνα. Εκεί στο πλάι πηγαινοέρχονται οι γυναίκες και κάποτε παίζοντας τα παιδάκια πάνε και κρύβονται πίσω απ’ τη φουντωτή πικροδάφνη και το μεγάλο ξύλινο σταυρό.

Είναι όλοι τους τόσο κοντά στα μνήματα, που η καθημερινή γειτονιά τους με τους πεθαμένους δεν τους κάνει καμία εντύπωση. Ίσως επειδή ύστερα από μια βαριά κρίση ελονοσίας, μια πνευμονία, μια φυματίωση, μια γρίπη, ή ακόμα κι ένα γρατζούνισμα πάνω στα φαρμακερά σύρματα, μπορεί κι αυτές να βρεθούν κάτω από το αρμυρό χώμα.

Βικτωρία Θεοδώρου –

 

Τρίκερι, Οκτώβρης 1950

 

 

Η Βικτωρία Θεοδώρου, ποιήτρια της Α’ Μεταπολεμικής Γενιάς, γεννήθηκε το 1926 στα Χανιά. Δεκαέξι χρονών εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ. Το 1947, φοιτήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, τη συνέλαβαν και ύστερα από τρίμηνη κράτηση στην Ασφάλεια την εξόρισαν αρχικά στη Χίο, μετά στο Τρίκερι και στη Μακρόνησο. Οι εμπειρίες της από την εξορία έχουν αποδοθεί ποιητικά. Υπάρχουν όμως και οι γραπτές της μαρτυρίες από το Στρατόπεδο Γυναικών του Τρίκερι. Οι μαρτυρίες αυτές μαζί με εκείνες από τη Χίο και τη Μακρόνησο που έγραψαν άλλες γυναίκες βρέθηκαν στα «θαμμένα τετράδια», τα οποία έκρυψαν οι γυναίκες στις κουφάλες των δέντρων στο Τρίκερι. Το υλικό περιέσωσε η Ρόζα Ιμβριώτη και εξέδωσε η Βικτωρία Θεοδώρου. Από αυτό το υλικό είναι το κείμενο που ακολουθεί και ανήκει στην ενότητα Τρίκερι Α’ – Γράφει η Βικτωρία Θεοδώρου. Είναι το πρώτο κείμενο της ενότητας και φέρει τον τίτλο «Βρήκαμε εξόριστες στο Μοναστήρι του Τρίκερι». Η γραφή της λιτή και συγχρόνως συνταρακτική παρουσιάζει το νησί και τις σκληρές και απάνθρωπες συνθήκες ζωής των εξόριστων και κυρίως των γυναικών στο Στρατόπεδο Γυναικών Πολιτικών Εξορίστων στο Τρίκερι.

Η Βικτωρία Θεοδώρου ήταν κόρη πλανόδιου αγιογράφου από τη Σερβία. O πρόωρος θάνατος του πατέρα της -ήταν μόλις οχτώ χρονών- και η φτώχεια της Xανιώτισσας μητέρας την υποχρέωσαν να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο στο Hράκλειο. Στα δεκάπεντε της χρόνια διέκοψε τις σπουδές της για να πάρει μέρος στην Εθνική Aντίσταση. Mε την απελευθέρωση (1944) ήρθε στην Aθήνα, τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή (φιλολογικό τμήμα). Tον Mάιο του 1948, ξεκίνησε για τη Βικτωρία Θεοδώρου ο κύκλος των φυλακών και των εξοριών (Xίος, Tρίκερι, Mακρόνησος), μέχρι το 1952, οπότε επέστρεψε στην Aθήνα ως αδειούχος εξόριστη. Παρουσιάστηκε στα γράμματα από το περιοδικό “Επιθεώρηση Τέχνης”.
Το πρώτο της βιβλίο εκδόθηκε το 1957. Έκτοτε καλλιέργησε την ποίηση, αλλά κυρίως συνεργάζεται με πολλά περιοδικά. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: “Ποιήματα”, “Eγκώμιο”, “Kατώφλι και παράθυρο”, “Bορεινό προάστιο”, “Tο λαγούτο”, “H εκδρομή”, “Oυρανία”, ” Άρειος ύπνος”, “H νυχτωδία των συνόρων”, “Mειλίγματα”, “Xρονικό”, “Eυνοημένοι”· τα πεζογραφήματα “Στρατόπεδα γυναικών” και “Γυναίκες εξόριστες στα στρατόπεδα του εμφυλίου”· το αφήγημα “O Tράικο”· τη νουβέλα “Γαμήλιο δώρο” και το μυθιστόρημα “Oι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου”. Μετέφρασε ποιήματα και πεζά από τα γαλλικά και από σλαβικές γλώσσες. Ένα μέρος του έργου της παραμένει ανέκδοτο, ενώ την επιμέλεια του αρχείου της έχει αναλάβει ο Θάνος Φωσκαρίνης. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, “Βικτωρία Θεοδώρου, Ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα: στο μεταίχμιο ελευθερίας και δέσμευσης”, κ.ά. κείμενα, στο αφιέρωμα του περιοδικού “Μανδραγόρας” στην ποιήτρια.
Έφυγε από τη ζωή στις 16 Φεβρουαρίου 2019.

* Σήμερα το Τρίκερι είναι ένας φιλήσυχος και χαρούμενος τόπος διακοπών.

  • Αρχική εικόνα: Η Έλλη Νικολαΐδου διευθύνει τη χορωδία στο Τρίκερι. Φωτογραφία από το Μουσείο Μπενάκη. Η Νικολαΐδου είχε εξοριστεί εξαιτίας των πολιτικών φρονημάτων της στη Μακρόνησο, στη Χίο και στο Τρίκερι, όπου και δημιούργησε αξιόλογη χορωδία, εκπαιδεύοντας τις συγκρατούμενές της. Δωρεά Γεώργιου Παπαδούκα (Ιστορικά Αρχεία 1112/4)
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤρίκερι: Η μνήμη των εξόριστων γυναικών χαράχτηκε για πάντα στο χρόνο
Περισσότερα

Craco – Το ερειπωμένο ελληνικό χωριό της Ιταλίας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το Craco βρίσκεται στην περιφέρεια της Basilicata και στην επαρχία Matera της Ιταλίας και κατοικήθηκε τον 8ο αιώνα από Έλληνες αποίκους με την ονομασία Montedoro, οι οποίοι προτίμησαν την ενδοχώρα για αμυντικούς λόγους, εγκαταλείποντας την παραθαλάσσια πόλη Metaponto.

Τάφοι που βρέθηκαν στην περιοχή υποδηλώνουν την έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου, ενώ το σημερινό της όνομα έλαβε η πόλη το 1060, όταν η ευρύτερη περιοχή ήταν στην κατοχή του Αρχιεπισκόπου Arnaldo, ο οποίος την ονόμαζε «Grachium», δηλαδή «μικρό ανώμαλο έδαφος».

 

 

Η πόλη είναι χτισμένη επάνω σε έναν ψηλό λόφο, γεγονός που της προσδίδει εντυπωσιακή εμφάνιση και τη διακρίνει από τα γύρω πεδινά εδάφη, ενώ οι κάτοικοι ασχολούνταν ως επί το πλείστον με τη γεωργία και κυρίως με την καλλιέργεια σιτηρών στις πεδιάδες.

Με το πέρασμα των χρόνων, οι αγροτικές καλλιέργειες δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα για τους κατοίκους, οι οποίοι άρχισαν να αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα.

 

 

Αυτό συνέβαλε -μεταξύ άλλων- στη δραματική και σταδιακή μείωση του πληθυσμού, ο οποίος έφτασε μέχρι το 1922 να αριθμεί μόλις 600 άτομα από 2.000 περίπου που ήταν αρχικά, όταν η πόλη γνώριζε μεγάλη ανάπτυξη.

Οι περισσότεροι μετανάστευσαν στη βόρεια Αμερική, ενώ διάφοροι σεισμοί και άλλες φυσικές καταστροφές αλλά και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος οδήγησαν την πόλη στην πλήρη εγκατάλειψή της.

 

 

Οι τελευταίοι κάτοικοι μετακινήθηκαν στο Craco Peschiera που βρίσκεται κοντά, ενώ σήμερα μόνο ερείπια έχουν απομείνει για να θυμίζουν την ύπαρξη της πόλης, που έχει σπουδαίο αρχαιολογικό ενδιαφέρον.

Χτισμένη αμφιθεατρικά πάνω σε έναν ψηλό λόφο στέκει αγέρωχη στο πέρασμα του χρόνου, ενώ εντυπωσιάζει τον επισκέπτη με την ατμοσφαιρική και άκρως μυστηριακή εικόνα της.

 

 

Οι κάτοικοί της ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία, ενώ με τα χρόνια οι αγροτικές καλλιέργειες δεν είχαν την αποδοτικότητα που επιθυμούσαν οι κάτοικοι της μικρής αυτής ιταλικής πόλης και έτσι αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν και να ψάξουν αλλού την τύχη τους. Το Craco ερημώθηκε, τελείως, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουCraco – Το ερειπωμένο ελληνικό χωριό της Ιταλίας
Περισσότερα

Μια βουτιά στην Ιστορία μέσα από τη “βυθισμένη πολιτεία” της Επιδαύρου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Υπάρχουν επιβεβαιωμένα ουκ ολίγες βυθισμένες πόλεις και οικισμοί, μεγαλύτερες ή μικρότερες, περισσότερο ή λιγότερο γνωστές, κάποιες εκ των οποίων βρίσκονται και στον ελλαδικό χώρο, όπως η πόλη στο Παυλοπέτρι της Λακωνίας (η θεωρούμενη αρχαιότερη βυθισμένη πόλη στον κόσμο), η Αρχάμπολη στην Εύβοια και άλλες.
Όταν ακούει κανείς για βυθισμένες πολιτείες, το μυαλό πηγαίνει σχεδόν αυτόματα στον θρύλο της Ατλαντίδας, της άλλοτε πανίσχυρης πολιτείας που, όπως αναφέρεται στους διαλόγους του Πλάτωνα «Τίμαιος» και «Κριτίας», κάποτε υποτίθεται πως ήρθε σε ένοπλη σύγκρουση με τους Αθηναίους, μέχρι τη βύθισή της σε έναν τρομακτικό κατακλυσμό. Επίσης, υπάρχουν και άλλοι παρόμοιοι θρύλοι σε άλλα σημεία του κόσμου, όπως η Λεμούρια ή η Μου.

Μία από τις λιγότερο γνωστές βυθισμένες πόλεις βρίσκεται κοντά σε έναν τόπο ούτως ή άλλως μεγάλου αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, την αρχαία Επίδαυρο.

Η «Ατλαντίδα της Αργολίδας» βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την ακτή, με τοίχους, θεμέλια κτηρίων, τμήματα πλακόστρωτων και άλλα απομεινάρια σε βάθος 1,5 – 2 μέτρων κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας – σε μια όχι και τόσο σπάνια περίπτωση ελληνικών αρχαιοτήτων που είναι ξεχασμένες από τον χρόνο και τους ανθρώπους.

Το τμήμα της αρχαίας πόλης που έχει βυθιστεί σε μικρή απόσταση από την ακτή, οι ντόπιοι το αποκαλούν «βυθισμένη πολιτεία». Μυκηναϊκοί τάφοι, αμφορείς και τείχη διακρίνονται πεντακάθαρα, ακόμα και δια γυμνού οφθαλμού.

Η «βυθισμένη πολιτεία» είναι ελάχιστα γνωστή αν και πολύ εντυπωσιακή και προσβάσιμη και βρίσκεται στον Όρμο του Αγίου Βλασσίου, στην παραλία «Καλυμνιός» της Αρχαίας Επιδαύρου. Σε ελάχιστη απόσταση από την ακτή, οι επισκέπτες μπορούν με μάσκα ή με μικρά μακροβούτια να κολυμπήσουν στην κυριολεξία μέσα στην Ιστορία.

Σύμφωνα βέβαια με τις τελευταίες αρχαιολογικές ενδείξεις, η «Βυθισμένη Πολιτεία» είναι μια μεγάλη αγροτική ρωμαϊκή έπαυλη (Villa Rustica), στην οποία κατοικούσαν εύποροι Ρωμαίοι καθώς και το προσωπικό τους. Ίσως όμως να αισθανθείτε ότι ανακαλύψατε τη χαμένη Ατλαντίδα στην Αργολίδα.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜια βουτιά στην Ιστορία μέσα από τη “βυθισμένη πολιτεία” της Επιδαύρου
Περισσότερα

Χίος: H πρώτη #gopafree παραλία στον Καρφά

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Πρωτοπόρο εγχείρημα αποφάσισε να εφαρμόσει ο Δήμος Χίου, προχωρώντας, σε συνεργασία με την εταιρεία Cigarette Cycle, στην ανακύκλωση των αποτσίγαρων τόσο από τις παραλίες όσο και από επιλεγμένα σημεία του νησιού, και συμβάλλοντας ενεργά στην ευαισθητοποίηση των πολιτών και στη μείωση των κινδύνων περιβαλλοντικής μόλυνσης.

Εθελοντικός καθαρισμός

Σε αυτό το πλαίσιο το πρωί του Σαββάτου, ομάδα εθελοντών, στελέχη του Δήμου Χίου αλλά και ανιχνευτές του 1ου Συστήματος Προσκόπων και του 2ου συστήματος Ναυτοπροσκόπων με τη βοήθεια της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης προχώρησαν στον εθελοντικό καθαρισμό της παραλίας στον Καρφά, ο οποίος θα αποτελέσει την πρώτη #gopafree παραλία του νησιού.

Στόχος του προγράμματος στο οποίο συμμετέχει ο Δήμος Χίου, είναι η ανακύκλωση των αποτσίγαρων και η αποστολή τους σε ειδικά εργοστάσια του εξωτερικού προκειμένου να επαναχρησιμοποιηθούν ως νέα υλικά.

Από τις γόπες μπορούν να κατασκευαστούν πλαστικά σκεύη ή να χρησιμοποιηθούν ακόμη και στο μείγμα για ασφαλτόστρωση των δρόμων.

Στην Ελλάδα παράγονται κάθε χρόνο 22 δισεκατομμύρια αποτσίγαρα και δεν έχουν χαρακτηριστεί ως επικίνδυνα απόβλητα, παρά το γεγονός ότι περιέχουν επικίνδυνα χημικά και πλαστικό.

Μπαίνουν στην τροφική αλυσίδα

Τα αποτσίγαρα καταλήγουν στα κοινά σκουπίδια και πολύ συχνά στις θάλασσες όπου καταναλώνονται από θαλάσσιους οργανισμούς και στη συνέχεια μπαίνουν στην τροφική αλυσίδα απειλώντας και τη δημόσια υγεία.

Η Ελλάδα δεν διαθέτει επίσημο σύστημα για την ανακύκλωσή τους, παρά το γεγονός ότι με βάση την ευρωπαϊκή οδηγία για τα πλαστικά μιας χρήσης θα πρέπει να συλλέγονται χωριστά.

Για τη σημαντικότητα του εγχειρήματος καθώς και τη σημασία που δίνει ο Δήμος Χίου στα ζητήματα προστασίας του Περιβάλλοντος είτε μέσω της ΔΙΑΝΟΧ, είτε μέσω του Διαδημοτικού Λιμενικού Ταμείου αναφέρθηκε στον χαιρετισμό του ο δήμαρχος Σταμάτης Κάρμαντζης, σημειώνοντας ότι η όποια δράση θα πρέπει να έχει στόχο τις επόμενες γενιές, στις οποίες, όπως είπε, οι παλαιότερες γενιές θα πρέπει να παραδώσουν ένα καλύτερο νησί.

Χαιρετισμό απηύθυνε και ο εκπρόσωπος της «Cigarette Cycle» Γιώργος Σακελλαρίου, σημειώνοντας πως το 40% σε παγκόσμιο επίπεδο των σκουπιδιών είναι αποτσίγαρα και γόπες.

Οικονομική βοήθεια

«Το πλαστικό μέρος της γόπας του αποτσίγαρου, μπορεί να ανακυκλωθεί για τα βιομηχανικά πλαστικά. Για δε το υπόλειμμα που είναι το χαρτί και τα υπόλοιπα, μπορούν να κομποστοποιηθούν και να χρησιμοποιηθούν για λίπασμα.

»Μέρος των εσόδων θα διατίθεται για την αγορά γυαλιών και εξαρτημάτων ακουστικής για ανθρώπους που έχουν πρόβλημα οικονομικό καθώς κοστίζουν έως και 800 ευρώ και δεν μπορούν να τα προμηθευτούν», ανέφερε.

 

 

  • Πηγή: politischios.gr
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΧίος: H πρώτη #gopafree παραλία στον Καρφά
Περισσότερα