29.4 C
Athens
Τρίτη 16 Ιουλίου 2024

Άννα Καλαϊτζίδου: “Η Επίδαυρος είναι το πιο φιλικό θέατρο στον κόσμο”

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Κάθε απόπειρα να μελετήσει κάποιος την εργασία του ηθοποιού ευρισκόμενος «απέξω» δεν μπορεί παρά να είναι παραπειστική και ελλιπής. Κάποιοι από αυτούς μας μαθαίνουν για τη δοκιμασία να είσαι άνθρωπος και καλλιτέχνης. Τους διακρίνει η ακεραιότητα, το πάθος, η αφοσίωση. Πρόσφατα μίλησα με μια ηθοποιό που μπορώ να πω μετά βεβαιότητος ότι πολλές φορές βλέποντάς τη στη σκηνή έχω νιώσει να σταματά το χρόνο. Είναι η Άννα Καλαϊτζίδου με τη μοναδική της ικανότητα να συνδυάζει τον κόσμο της πραγματικότητας με τον κόσμο της φαντασίας ενώνοντάς τους μέσω της ερμηνείας. Πάντα αισθάνεσαι την ανάγκη να την ξαναδείς για να τη χορτάσεις. Γλυκιά, εύπλαστη, κωμική και συγκινητική ταυτόχρονα. Υπέροχα εύστοχη ως Μαντόνα κάτω από τον σταυρό στο «Μίστερο Μπούφο» του Ντάριo Φο. Τα λόγια που απηύθυνε στον Αρχάγγελο Γαβριήλ σε έκαναν να ανατριχιάσεις, όπως και ο άψογος τρόπος με τον οποίο ερμήνευε τον Χάρο στο καπηλειό του Μυστικού Δείπνου. Η ομάδα του Θωμά Μοσχόπουλου οικοδόμησε τότε ένα θέαμα που δικαίως μπορεί να χαρακτηριστεί ως «γιορτή της θεατρικής τέχνης». Η Άννα Καλαϊτζίδου, ηθοποιός προερχόμενη από τη Θεσσαλονίκη, με θητεία στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και εν συνεχεία στην κυψέλη του «Αμόρε», με πολύχρονη εμπειρία στο αρχαίο δράμα, προσαρμόζεται στους διαφορετικούς ρόλους που καλείται να ενσαρκώσει χωρίς εκφραστικές παλινωδίες και με μια ευχέρεια στην εναλλαγή, άπιαστη και σπάνια. Η ένταξή της στα συναισθήματα είναι μουσική. Ο έλεγχος του μυικού και νευρικού της συστήματος πλήρης. Έδρα της είναι το σώμα της, ένα σώμα ακριβές σαν βιολί Στραντιβάριους. Οι μεταβάσεις της γοργές, οι ρυθμοί της μέσα στην ουσία της τέχνης. Απλώς πιστεύω πως είναι θέμα συνταιριάσματος προσωπικότητας, εργασίας και ταλέντου. Στο περσινό «Λίλιομ» του Φέρεντς Μόλναρ έπλασε μια Τζούλι συγκλονιστική, αβρή, χαριτωμένη, ευαίσθητη, με λεπτότητα, αγαθότητα και ασύγκριτη ομορφιά. Αξιοθαύμαστη παρουσία, μια απέριττη Αθηνά ώριμης αυτοπεποίθησης στην παράσταση του Φεστιβάλ Επιδαύρου «Ιφιγένεια στη Χώρα των Ταύρων». Φέτος πρωταγωνιστεί σε τρεις παραγωγές του θεάτρου «Πόρτα», στην παράσταση για πολύ νέο κοινό «Το μυστήριο της πολιτείας Χάμελιν» σε κείμενο – σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, στο αριστοτεχνικό «Σκοτεινές γλώσσες» του Άντριου Μπόβελ σε σκηνοθεσία πάλι του Μοσχόπουλου και στο καταγγελτικό «This is war» της Χάνα Μόσκοβιτς, σκηνοθετημένη από τον Άλαν Ντίλγουορθ. Συνταρακτικά γοητευτική, καθηλωτικά απλή, δυναμική, εξαίρετη, σε τρεις παραστάσεις βάθους και ουσίας. Μιλάει στο catisart.gr για τη ζωή και την καθημερινότητα, για το ξεκίνημά της και την πορεία της στο θέατρο αλλά και για το χιούμορ με… χιούμορ. «Μιλάμε για σοβαρά πράγματα, απλώς κάποιες φορές κάποια πράγματα καταλήγουν αστεία», μου λέει. Συζητάμε για τον Θωμά Μοσχόπουλο, για τον Γιώργο Λάνθιμο και τον «Κυνόδοντα» όπου κρατούσε έναν καίριο ρόλο αλλά και για την Επίδαυρο, που τη θεωρεί το «πιο φιλικό θέατρο» στον κόσμο. Η Άννα έχει δημιουργικό υποκριτικό ένστικτο και δημιουργικό ένστικτο έχει ο ηθοποιός εκείνος που μπορεί να μετασχηματίσει τα προσωπικά του όνειρα σε δημόσια αλήθεια και λύτρωση…

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Άννα Καλαϊτζίδου: Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, εκεί μεγάλωσα, εκεί πήγα και σχολή και δούλεψα και τον πρώτο χρόνο ως ηθοποιός στο Κρατικό Θέατρο. Μετά κατέβηκα στην Αθήνα.

Ειρήνη Αϊβαλιώτου: Έρχεται στο μυαλό σου κάποια ανάμνηση από τη Θεσσαλονίκη;

* Εντάξει είναι το υλικό μου ούτως ή άλλως, με το κομμάτι το αναμνησιακό του και την παιδική ηλικία όταν πάω εκεί βέβαια. Θεσσαλονίκη είναι όλο το κομμάτι της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας και της νέας, ας πούμε, ζωής μου. Μέχρι τα 21 δηλαδή ήμουν εκεί, δεν είχα φύγει ποτέ. Εκεί ζούσα, εκεί σπούδασα, εκεί ήταν η ζωή μου, εκεί γνώρισα και τον Θωμά…

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος σε έφερε στην Αθήνα;

* Ναι, ο Θωμάς με κατέβασε. Είχαμε δουλέψει μαζί. Ήταν δάσκαλός μου στη σχολή για ένα εξάμηνο και μετά μου ζήτησε να συνεργαστώ μαζί του τον επόμενο χρόνο, όταν έκανε την επανάληψη στην «Πεντάμορφη και το Τέρας». Από τότε δεν ξανάφυγα. Ανέβαινα στη Θεσσαλονίκη τον πρώτο χρόνο τα καλοκαίρια, έκανα δουλειές στο Κρατικό Θέατρο, στον Χορό, και τους χειμώνες ήμουν στην Αθήνα. Μετά όμως άλλαξαν τα πράγματα και είχα να ανέβω δέκα χρόνια περίπου.

Οπότε έχεις μεγάλη εμπειρία από Χορό αρχαίας τραγωδίας στην Επίδαυρο.

* Έχω κάνει περίπου οκτώ, εννέα χρόνια. Ναι, έχω εμπειρία.

Πώς είναι κάθε φορά η αίσθηση όταν βγαίνεις στην Επίδαυρο είτε στο Χορό, είτε όταν έχεις ρόλο;

* Η αίσθηση είναι η ίδια για μένα. Έκανα πολλά χρόνια Χορό πριν πάρω ρόλο. Η εικόνα που έχω περισσότερο είναι την πρώτη φορά που είχα συμμετάσχει σε Χορό αλλά μόνη μου, είχα δηλαδή λόγια, στην «Άλκηστη» και είχα αισθανθεί τέλεια. Ήταν αυτό που έλεγα ότι έχει πάει η καρδιά μου στη θέση της. Είχα αισθανθεί πολύ ωραία γιατί είναι το πιο φιλικό θέατρο. Αν δεν έχεις πρόβλημα με τη φωνή σου, με την τοποθέτησή σου ή αν δεν έχεις πρόβλημα στην άρθρωση και άλλα τεχνικά προβλήματα, δεν υπάρχει πιο ωραίο θέατρο.

Πιο ωραίο θέατρο στον κόσμο ίσως…

* Για εμένα ναι, αν και δεν έχω παίξει σε άλλα. Αλλά θέλω να πω, αυτή τη σχέση του μεγάλου και της μονάδας δεν την έχω αισθανθεί ποτέ τόσο φιλικά αλλού. Είναι μαγικό το να είσαι κάπου που χωρά 14 χιλιάδες εν δυνάμει κόσμου κι εσύ να μπορείς να μιλάς σαν να παίζεις σε ένα κλειστό θέατρο.

Ο αριθμός 14.000 είναι κάτι συντριπτικό, να εμφανίζεσαι μπροστά σε τόσο πλήθος.

* Εντάξει, αλλά επειδή τα έργα που διδάσκονται εκεί είναι και μεγάλα. Αυτά που έχεις να πεις δεν είναι αδιάφορα. Έχεις να πεις κάτι το οποίο σου αρέσει, αν σε ακούν οι άνθρωποι – και είναι πολύ ωραία αυτή η σιωπή που υπάρχει, κυρίως στις τραγωδίες, ακούγεται ο λόγος σου. Αυτό είναι ανάλογο και με το κατά πόσο σου αρέσει ή δεν σου αρέσει η παράσταση. Αλλά σαν ερμηνευτής είναι πολύ ωραία στιγμή αυτή.

Προσωπικά, από τότε που πρωτοπήγα στην Επίδαυρο, στις αρχές του ’70 μέχρι και σήμερα, νιώθω δέος.

* Εγώ με την Επίδαυρο γνωρίστηκα πολύ ανάποδα. Δεν είχα κατέβει ποτέ στην Πελοπόννησο μέχρι να παίξω στην Επίδαυρο. Μια φορά παρακολούθησα παράσταση στο Αργολικό Θέατρο, οπότε έχω υπάρξει συντριπτικά περισσότερες φορές επί σκηνής από όσο ως θεατής στο χώρο.

Σε παραστάσεις συναδέλφων σου, δηλαδή, έχεις πάει μόνο μία φορά;

* Επειδή συνήθως δουλεύω, αναγκάζομαι να βλέπω τις παραστάσεις σε άλλες πιάτσες, στην Αθήνα και στις γειτονιές της, αφού δεν μπορώ να πάω.

Ας επανέλθουμε, λοιπόν… Ήρθες στην Αθήνα και έπαιξες στο θέατρο «Πόρτα» με τον Θωμά Μοσχόπουλο. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία, αυτή η συνεργασία;

* Τότε ήταν εξωπραγματικό αυτό που μου συνέβαινε. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι είμαι ηθοποιός τα πρώτα χρόνια, δεν μπορούσα να το καταλάβω, δηλαδή τελειώνεις τη σχολή και λες ωραία εντάξει και τώρα είμαι ηθοποιός. Είναι λίγο σαν άσχετη σύμπτωση, δεν είναι κάτι το οποίο σε οδηγεί κάπου. Μπαίνεις ξαφνικά και παίζεις.

Αισθάνθηκες τυχερή;

* Πάρα πολύ. Βέβαια έχω δουλέψει κιόλας δεν είναι απλή σύμπτωση, είναι και τα δύο μαζί.

Στέκεσαι στα πόδια σου…

* Αισθάνθηκα πολύ τυχερή γιατί μπόρεσα και τα κατάφερα. Ήταν και μια διαφορετική εποχή τότε όπου ήταν ενδεχομένως πιο εύκολο να βρεις δουλειά και να ζήσεις.

Παράλληλα τότε παίζεις και στο «Αμόρε». Τι θυμάσαι από αυτό το θέατρο;

* Νομίζω ότι γενικά ήταν μια διαφορετική εποχή. Στο δικό μου το μυαλό ήταν σαν να γινόταν ένα όνειρό μου πραγματικότητα. Βέβαια ήμουν και λίγο… βλαχάκι. Δεν είχα επαφή με το τι συμβαίνει στην Αθήνα, δεν ήξερα τους σκηνοθέτες, δεν ήξερα πολλά και τα μάθαινα με… ταχύρρυθμα μαθήματα. Απλά ήμουν πολύ τυχερή γιατί ήμουν στη μήτρα. Δυστυχώς το «Αμόρε» το πέτυχα στην τελική του φάση. Το… έκλεισα δηλαδή…

Και ηλικιακά δεν μπορεί να το πρόλαβες πιο νωρίς.

* Το πρόλαβα μέχρι τον Φεβρουάριο του 2008 που έκλεισε. Έκανα δηλαδή τρεις γεμάτες χρονιές με φουλ παραστάσεις.

Τότε αναρωτιόμασταν γιατί έκλεισε. Θυμάμαι το πλήθος που ήταν στριμωγμένο στο μικρό φουαγιέ και στα σκαλάκια και πόσες φορές πρόσθεταν καρέκλες και μαξιλαράκια για να δούμε την παράσταση. Εσύ είχες εισπράξει αυτή τη θετική ενέργεια από τις δύο σκηνές του «Αμόρε»;

* Και από τα θέατρα και από τους ανθρώπους που τα επάνδρωναν. Γνώρισα πολλούς καλούς ηθοποιούς, σκηνοθέτες, συνεργάτες επί σκηνής, ανθρώπους βασικά, πρώτα από όλα. Την Ξένια Καλογεροπούλου που είναι πολύ σημαντικός άνθρωπος. Ήταν εκείνη που μου άνοιξε την πόρτα στην Αθήνα. Μαζί με τον Θωμά, βεβαίως.

Φέτος σε βρίσκουμε πάλι στο «Πόρτα». Το αισθάνεσαι σαν σπίτι σου;

* Έτσι ακριβώς. Υπάρχει μια πολύ μεγάλη σχέση με αυτό τον χώρο. Με όλους τους ανθρώπους που γνώρισα εκεί. Θέλω να πω πως υπάρχει μια συνέχεια, αν και σήμερα είμαστε εκεί πέρα σε μια άλλη συνθήκη, πιο αυτοδιαχειριζόμενη.

Δηλαδή; Το δουλεύετε με ποσοστά;

* Ναι, το δουλεύουμε με ποσοστά. Υπάρχει προγραμματισμός ο οποίος γίνεται από τον Θωμά αλλά σε όλο το υπόλοιπο μπαίνουμε όλοι συμμέτοχοι στο κομμάτι της παραγωγής και της απολαβής.

Αυτό είναι κάτι που είναι κάπως ανακουφιστικό για τον ηθοποιό;

* Και ανακουφιστικό και όχι, έχει πάντα το ρίσκο του. Έχει βεβαίως καλυμμένο το κομμάτι της καλλιτεχνικής έκφρασης αφού κάνεις αυτό που θέλεις. Έχεις μια πολύ καθαρή αίσθηση του πώς γίνονται τα πράγματα. Ξέρεις τι να πεις και τι να μην πεις πια, όταν βρίσκεσαι σε ελεύθερο θέατρο. Αλλά έχει κι αυτό τις δυσκολίες του γιατί κάνεις κι άλλες δουλειές, εκτός από αυτή που έχεις σπουδάσει.

Μπορεί να χρειαστεί να διοικήσεις κιόλας;

* Να διοικήσεις ευτυχώς όχι, γιατί εγώ δεν έχω καμία αρετή σε αυτό, αλλά χρειάζονται άλλες δουλειές. Εφόσον είναι δικιά μας αυτή η προσπάθεια αναλαμβάνουμε και να ταξιθετήσουμε, αναλαμβάνουμε να φτιάξουμε και τα σκηνικά, αλλά γενικά να κάνουμε πράγματα τα οποία παλαιότερα δεν συνέβαιναν.

Θα ήθελες να δουλέψεις στα κεντρικά θέατρα της Αθήνας;

* Όχι, δεν έχω ζηλέψει. Εξάλλου έχω παίξει στο «Αλίκη» μια χρονιά και μια χρονιά στο «Χορν». Αυτό το θέατρο μπορώ να πω ότι μου άρεσε, σε αντίθεση με το «Αλίκη» που το θυμάμαι πολύ ψυχρό, πολύ μεγάλο και άδειο αφού δεν μπορούσε να γεμίσει με τη δική μας παράσταση, αν και πάντα αυτό το θέατρο γεμίζει. Δεν έχω λοιπόν καμία τέτοια λαχτάρα για μεγάλο κεντρικό θέατρο. Γενικά δεν έχω να ζηλέψω κάτι, γιατί συνήθως μέχρι τώρα είμαι απασχολημένη οπότε σκέφτομαι μόνο αυτό που έχω να κάνω. Σίγουρα έχω παίξει και ωραίους ρόλους και σε ωραίες παραστάσεις με αποτέλεσμα να αισθάνομαι καλλιτεχνικά πλήρης.

Έχω διαβάσει κάτι που έχει πει ο Θωμάς Μοσχόπουλος: «Οι σοβαρές καταστάσεις θέλουνε χιούμορ». Θα ήθελα να σχολιάσεις αυτή τη φράση.

* Το λέει μόνο του, δεν χρειάζεται να πω κάτι άλλο. Οι σοβαρές υποθέσεις ούτως ή άλλως σε φέρνουν αντιμέτωπο με την απόλυτη πραγματικότητα, εγώ μπορώ να σκεφτώ, ας πούμε, το χιούμορ που μπορεί να υπάρχει και χωρίς να το προκαλέσεις. Στη δική μου περίπτωση για παράδειγμα, στο θάνατο του μπαμπά μου, έχω να σκεφτώ τουλάχιστον επτά αστείες ιστορίες που συνέβησαν, στις οποίες ήμουν απολύτως εκεί, κι ενώ βρισκόμουν σε απόλυτο πένθος από τη μια, από την άλλη έσκασα στα γέλια όταν συνέβησαν. Κι αυτή είναι η πραγματικότητα αφού δεν μπορείς να αντιμετωπίζεις αλλιώς τις σοβαρές υποθέσεις. Βέβαια για το τι είναι σοβαρό εξαρτάται. Πραγματικά σοβαρά πράγματα όμως, όντως θέλουν χιούμορ. Δεν αναιρεί το γέλιο τον πόνο, συνυπάρχει το ένα με το άλλο. Κι ο αυτοσαρκασμός ίσως.

Αυτό μου θυμίζει την περίπτωση μιας προσωπικής απώλειας, όπου λίγο μετά θυμάμαι να γελάω με κάτι που συζητούσα κι ας πονούσα αφόρητα.

* Μα δεν αναιρεί το ένα το άλλο. Βεβαίως είναι μια ακραία περίπτωση ο θάνατος, αλλά επειδή ακριβώς είναι τόσο απόλυτη, σε βάζει σε μια διαδικασία παρόντος κι εκεί καταλαβαίνεις τι είναι πραγματικά σοβαρό και τι όχι. Εκεί εννοείται ότι μπορείς να γελάσεις με το πραγματικά αστείο.

Τι προτιμάς, κωμωδία ή τραγωδία; Έχεις παίξει και σε κωμωδία.

* Ναι, έπαιξα στο «Τι είδε ο μπάτλερ», στο θέατρο «Χορν», κι αυτό το έχω ευχαριστηθεί και πάρα πολύ. Ήμουν με τη Λυδία Φωτοπούλου, τον Γιώργο Γλάστρα, τον Κώστα Μπερικόπουλο, τον Αλέξανδρο Αλπίδη και τον Θάνο Τοκάκη. Δεν έχω την ικανότητα να διαλέξω. Εμένα όλοι οι ρόλοι μου φαίνονται δισυπόστατοι. Βεβαίως υπάρχουν έργα κωμικά και μη. Φυσικά μπορώ να πω ότι και με ελαφρότητα μπορούν να ειπωθούν τα πιο μεγάλα πράγματα. Γιατί αν έρθω να σε ρωτήσω κάτι με στόμφο δεν ξέρω αν θα με παρακολουθήσεις, γι’ αυτό και η σάτιρα είναι κι ο πιο επιτυχημένος τρόπος να δέχεται ο κόσμος κριτική και να την αποδέχεται. Μόνον η σάτιρα σε γλιτώνει από κάτι τέτοιο, γιατί λες την αλήθεια με έναν διαφορετικό τρόπο.

Στην Επίδαυρο, που παίξατε την «Ιφιγένεια στη Χώρα των Ταύρων», το καλοκαίρι του 2015, κάποιες στιγμές το κοινό γελούσε. Εμένα αυτό προσωπικά μου άρεσε. Ακούστηκαν όμως σχόλια που έλεγαν ότι δεν έπρεπε το κοινό να γελάει.

* Είμαι της άποψης ότι δεν υπάρχει «πρέπει» ή «δεν πρέπει». Αν κάτι σου αφήνει το χώρο να αντιδράσεις κάπως, είσαι ελεύθερος να το κάνεις. Έχουν τύχει παραστάσεις που γελάσανε οι θεατές και άλλες που δεν γελάσανε, στα ίδια σημεία. Από μόνο του πάντως το πράγμα και το πώς είναι γραμμένο έχει ένα χιούμορ. Τώρα αν είναι ξεκαρδιστικό ή αν ο τρόπος θα μπορούσε να είναι διαφορετικός, μπορεί. Για εμένα όταν τα έργα είναι τόσο μεγάλα σε σημασία και σε νοήματα, αυτά έρχονται σε κύκλο. Αυτό το θυμάμαι πολύ καθαρά, κι ήταν και πολύ καθαρό το σχήμα του, στο «Mistero Buffo». Ο κόσμος εκεί που γελούσε, έκλαιγε, γιατί το αστείο ήταν σαν κάτι που τον λύτρωνε. Εννοώ ότι μιλάμε για σοβαρά πράγματα, απλώς κάποιες φορές κάποια πράγματα καταλήγουν αστεία.

Ήταν από τις πιο συγκλονιστικές παραστάσεις των τελευταίων χρόνων (2012) το «Mistero Buffo» και γι’ αυτό το αγάπησε τόσο το κοινό που ερχόταν και ξαναρχόταν.

* Ήταν ευτυχισμένη στιγμή, όταν μάλιστα εμείς πολλά χρόνια θέλαμε να βγάλουμε την πρόβα ως παράσταση. Έχει συμβεί πάρα πολλές φορές κατά τη διάρκεια των προβών να πούμε ότι δεν χρειάζεται τίποτα, ούτε φώτα, ούτε σκηνικά, ούτε τίποτα, να βγάλουμε απλά αυτό έξω. Αυτό έγινε στην ουσία με το «Mistero Buffo». Δεν είχε φώτα, δεν είχε σκηνικά. Βγήκε αυτό που θα μπορούσε να είναι έτσι ώστε δεν μπορούσε να έχει και ιδιαίτερη σκηνοθεσία, γιατί η σκηνοθετική πρόταση ήταν αυτή ακριβώς: Σας δίνω απλά έξι ερμηνευτές. Ουσιαστικά, δηλαδή, απέδειξε ότι το θέατρο δεν γίνεται χωρίς ηθοποιούς. Μπορεί να γίνει χωρίς φώτα, χωρίς κοστούμια, χωρίς τα πάντα, αλλά δεν γίνεται χωρίς ηθοποιό. Ένας ηθοποιός και μια καλή ιστορία, βεβαίως, μπορούν να φτιάξουν έναν ολόκληρο κόσμο χωρίς να χρειάζεται τίποτα άλλο.

Ήταν συγκλονιστικό. Αυτή η απλότητα που μιλούσε τόσο πολύ στο κοινό, όλα αυτά τα θέματα, ο αυθορμητισμός…

* Ναι ήταν και ο αυθορμητισμός γιατί δεν γινόταν να μην είσαι ανοιχτός σε αυτό, αφού ήταν πραγματική η επικοινωνία με το κοινό. Όλες οι ιστορίες ξεκινούσαν με εμάς, εμείς λέγαμε το τι είναι αυτή η ιστορία στο κοινό ως άνθρωποι. Εγώ είμαι η Άννα, για παράδειγμα, και σας λέω το τι είναι αυτή η ιστορία… «Αυτή η ιστορία προήλθε από εκεί και συνέχισε εκεί» και ξαφνικά μπαίνεις μέσα και κάνεις το μπαμ. Οπότε έχεις συστήσει τον κώδικα στον θεατή, αλλά ο θεατής είναι ήδη μέσα. Ανά πάσα στιγμή υπάρχει, δεν μπορείς να κάνεις ότι δεν τον βλέπεις, ότι υπάρχει και τέταρτος τοίχος. Και μάλιστα εξαιτίας αυτού έχουν συμβεί και απίστευτα πράγματα στα πιο κωμικά κομμάτια.

Ήταν από τις αξέχαστες παραστάσεις.

* Νομίζω ότι αυτό συνέβη επειδή το θέμα της ήταν εξαιρετικά ανθρώπινο και γιατί για πρώτη φορά ο κόσμος ερχόταν στον χριστιανισμό τόσο κοντά, με την καλή του έννοια, με την ανθρώπινη έννοια εννοώ, που δεν μπορούσαν να φανταστούν. Ο Ντάριο Φο έκανε αυτό το παράδοξο. Έβαζε μια συνθήκη την οποία ξέρεις καλά, ιδωμένη από μια λίγο διαφορετική γωνία. Για παράδειγμα στην Ανάσταση του Λαζάρου. Αυτό ήταν από τα πιο αστεία κομμάτια, όπως και η ιστορία που ήταν και το μανιφέστο του, αυτή του γελωτοποιού. Γι’ αυτό το λόγο είπαμε και πριν ότι ο πιο τραγικός ήρωας είναι αυτός που θέλει να κάνει τον κόσμο να γελάσει.

Θα ήθελα να μου πεις για την εμπειρία σου στον κινηματογράφο και για τον «Κυνόδοντα». Είχες συνεργαστεί ξανά με τον Γιώργο Λάνθιμο;

* Είχαμε συνεργαστεί στο «Αμόρε» σε μια παράσταση στον Εξώστη, τη «Νεκρή Φύση σε Χαντάκι» που ήταν και η τελευταία μου, τον Ιανουάριο του 2008. Και τότε μου είπε: «Πάρε να διαβάσεις ένα σενάριο, είναι ένας ρόλος ιδιαίτερος». Όταν το διάβασα του είπα: «Είσαι λίγο παρανοϊκός».

Είχες αντιληφθεί την απήχηση που θα είχε;

* Εκείνη τη στιγμή δεν σκεφτόμουν ότι ο «Κυνόδοντας» θα γίνει αυτό που έγινε. Δηλαδή ένα κομμάτι μου είπε «ναι» γιατί σκεφτόμουν ότι δεν θα το δει και πολύς κόσμος. Δεν είχε μέχρι τότε ο ελληνικός κινηματογράφος δείξει δείγματα ότι θα πήγαινε τόσο καλά. Βέβαια αυτό από μόνο του πήρε μια διάσταση… Ο Λάνθιμος είναι από μόνος του πάρα πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος και ταλαντούχος καλλιτέχνης. Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε. Εγώ δεν μπορώ να πω με σαφήνεια ότι κατάλαβα τι έκανα στην ταινία. Κατάλαβα τι έκανα όταν είδα το αποτέλεσμα. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων όμως ζητούσε πολύ συγκεκριμένα αυτό που ήθελε και έκανε εν τέλει μόνο αυτό που είχε σχεδιάσει. Έτσι και έφτασε στο γνωστό αποτέλεσμα.

Πρέπει να ήταν δύσκολα τα γυρίσματα.

* Και ναι και όχι. Ασφαλώς είχαμε και τη δυσκολία της έκθεσης επειδή υπήρχαν πολλά γυμνά.

Δεν ήταν σεξιστικό όμως…

* Δεν ήταν βέβαια ούτε και σεξουαλικό. Ασφαλώς ήταν εξαιρετικοί οι συνεργάτες και πολύ διακριτικοί, αλλά ο Λάνθιμος ήταν και πολύ καθαρός σε αυτό που ήθελε οπότε δεν ήταν δύσκολο. Γυρνούσαμε και με φιλμ οπότε δεν είχαμε την πολυτέλεια να γυρνάμε αβέρτα τις σκηνές. Υπήρχε μια φειδώ σε αυτό, επομένως δεν μπορώ να πω ότι ήταν δύσκολα, για εμένα τουλάχιστον.

Και κατόπιν;

* Αυτό πήρε μια ζωή από μόνο του. Δηλαδή αυτό που λέγαμε για αστείο «Άντε και στα Όσκαρ», άρχισε να συμβαίνει από μόνο του. Και κάπως έτσι πήγαμε στις Κάννες…

Όπου ζεις αυτά τα τρία λεπτά στο κόκκινο χαλί.

* Και εκείνη τη στιγμή παρακαλάς να μην πέσεις. Οπωσδήποτε είναι λίγο σουρεάλ. Ειδικά για ηθοποιούς που δεν έχουν καμία επαφή με αυτό, για τον απλούστατο λόγο ότι οι Έλληνες ηθοποιοί είναι πολύ κακοπληρωμένοι ηθοποιοί κι αναγκάζονται να κάνουν πολλές δουλειές για να επιβιώσουν εκτός από την ηθοποιία. Δεν έχει δηλαδή καμία σχέση ένας άλλος ηθοποιός που πηγαίνει στις Κάννες κάθε χρόνο με έναν Έλληνα συνάδελφό του. Τουλάχιστον αυτό σκέπτομαι εγώ.

Πάντως το έζησες και το χάρηκες.

* Βεβαίως, εννοείται, γιατί δεν νομίζω ότι θα το ξαναζήσω αυτό ούτως ή άλλως. Εντάξει είχε κι αυτό το σουρεαλισμό του μιας και νομίζω ότι δεν μας ήξερε και κανένας άλλος…

Έχεις ασχοληθεί και με το παιδικό θέατρο. Ήθελα να αγγίξουμε κι αυτό το θέμα. Στο «Πόρτα» αυτό γινόταν πάντα με σοβαρότητα. Είναι το πρώτο θέατρο που έκανε τόσο σοβαρή δουλειά πάνω στο παιδικό.

* Θα με βρεις παντελώς αδιάβαστη γιατί ήμουν στη Θεσσαλονίκη εκείνη την περίοδο. Για εμένα το θέατρο για παιδιά είναι πάρα πολύ σοβαρή δουλειά, ίσως είναι και η πιο σοβαρή. Για να είμαι ειλικρινής όμως χρειαζόμουν μια παύση, γιατί έχω κάνει σχεδόν 10 χρόνια ασταμάτητα παιδικό. Από τότε που τελείωσα μέχρι και πέρυσι. Φέτος έχω την επανάληψη αλλά θέλω μια παύση, γιατί δεν θέλω να μου φύγει η όρεξη γι’ αυτό το είδος. Είναι πολύ ωραίο αλλά είναι και πολύ κουραστικό, γιατί η ενέργεια των παιδιών είναι αδιανόητη. Κυρίως για τον τρόπο που εμείς κάνουμε τα έργα. Ο Μοσχόπουλος παρακολουθεί πάρα πολύ το πώς εξελίσσονται τα παιδιά και τις προσληπτικές τους ικανότητες. Με την εξέλιξη των χρόνων και με την είσοδο της τεχνολογίας, τα τελευταία χρόνια δεν διανοούμαστε να κάνουμε παράσταση του παλιού κλειστού τύπου. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τους απευθυνόμαστε γιατί δεν είναι το ίδιο εύκολο. Δεν το λέω σαν απόλυτο κανόνα, αλλά έχουμε δει ότι είναι πολύ πιο λειτουργικό και για τη σχέση και των ηθοποιών και των παιδιών μαζί να μπορείς να τους μιλήσεις και να έχεις ευθεία σχέση μαζί τους. Στο Μέγαρο Μουσικής, για παράδειγμα, όταν κάναμε το «Νησί των Θησαυρών» την πρώτη μέρα είχα πάθει φρίκη, γιατί ήταν όλα τα παιδιά με τα tablet να μας φωτογραφίζουν και να βιντεοσκοπούν. Eνώ ήταν εκεί, δεν έβλεπαν τι συμβαίνει, ήθελαν να «τραβήξουν» την παράσταση για να τη δείξουν στους φίλους τους. Ο Μοσχόπουλος έχει μεγάλη ευαισθησία σε αυτό το κομμάτι και για μένα ήταν μεγάλο σχολείο, γιατί το παιδί δεν σε ξέρει. Η ματαιοδοξία σου είναι εντελώς περιττή και… φτυσμένη οφείλω να ομολογήσω.

Φίλοι μου που είδαν την παράσταση με τα παιδιά τους έμειναν ενθουσιασμένοι.

* Και εμένα μου άρεσε πάρα πολύ. Ήταν μια ωραία συνάντηση του Μοσχόπουλου με τον συνθέτη Κορνήλιο Σελαμσή μιας και η μουσική παίζει μεγάλο ρόλο. Για εμένα είναι πολύ σημαντική. Στη δική μας παράσταση τα παιδιά έχουν επαφή με τη μουσική και με μια μουσική υψηλού γούστου και εκτέλεσης. Γιατί είμαστε μόνοι μας έξι άνθρωποι που τραγουδάμε με ένα όργανο, δύσκολα πράγματα και πολυφωνικά, και τα κάνουμε όλα με βασικό στόχο να πούμε την ιστορία. Από την άλλη πλευρά πρέπει να πω ότι δεν μου αρέσει η λογική «σκυλάδικου» που επικρατεί σε κάποια παιδικά. Σε ένα θέατρο που δούλευα είχε πριν παιδικό με πάρα πολύ ισχυρή μικροφωνική πράγμα απαράδεκτο κατ’ εμέ για τα παιδιά. Ήταν σαν να είσαι σε νυχτερινό κέντρο, τόσο δυνατά.

Φέτος έχεις παίζεις σε τρεις παραστάσεις. Η μια είναι «Το μυστήριο της πολιτείας Χάμελιν», η άλλη οι «Σκοτεινές Γλώσσες» και η τρίτη το «This is war».

* Το «Σκοτεινές Γλώσσες» αναφέρεται στις σχέσεις με έναν ρεαλιστικό και ποιητικό τρόπο ταυτόχρονα. Ουσιαστικά, μιλάει για το πώς μπορεί να επηρεαστεί η ζωή σου από κάτι που φαινομενικά είναι τελείως ασύνδετο και αδιάφορο και βεβαίως πόσες πτυχές και εκδοχές έχει ο καθένας που είτε δεν τις αντιλαμβάνεται είτε τις χρησιμοποιεί ανάλογα, χωρίς να το ξέρει σε διάφορες σχέσεις.

Είναι υπαρξιακό έργο;

* Ναι. Είναι αρκετά υπαρξιακό έργο. Μιλάει και για τις κρίσεις στις σχέσεις και για τις αποφάσεις που μπορεί να είναι είτε από τη μια ή την άλλη πλευρά. Μιλάει για το πόσο διευρυμένος μπορεί να είσαι ή όχι και πόσο να αντέχεις να είσαι παραπάνω από ένα πράγματα ή να αντέχεις να παίζεις μόνο ένα ρόλο στη ζωή σου. Είναι τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται λίγο ρευστά και από την άλλη είναι τόσο συγκεκριμένα όσο και άπιαστα κι αφηρημένα, σχεδόν ποιητικά. Είναι σαν εκείνες τις φορές που μπορείς να εκφραστείς καλύτερα μέσα από την τέχνη, όπως με ένα ποίημα ή με ένα τραγούδι, μπορείς πολύ καλύτερα να εννοήσεις κάτι, ενώ αν το βάλεις σε κανονικά λόγια ή να εξηγήσεις αυτό που αισθάνεσαι δεν γίνεται. Γιατί συνήθως αυτό που αισθάνεσαι είναι κάτι που δεν μπορείς να περιγράψεις, κάτι που σου έχει κάνει εντύπωση.

Είναι κάτι ονειρικό και παραμυθένιο;

* Και πολύ ρεαλιστικό ταυτόχρονα.

Αυτή η γυναίκα που ερμήνευσες στο «Λίλιομ» είχε κάτι το διττό. Ήταν πολύ ευαίσθητη και τρυφερή κι από την άλλη τόσο δυνατή.

* Και παράλληλα πολύ σκληρή. Γιατί είναι αυτό που οι άνθρωποι είναι, μάλλον όλα… Απλώς επιλέγουν κάτι κάθε φορά. Αυτή διάλεξε να είναι πιστή στην πίστη της με κάποιο τρόπο, ήταν λίγο μονολιθική μέχρι να έρθει το τέλος. Το τέλος νομίζω ότι την άλλαξε. Συγκλονιστικό επίσης, με αυτό που συνέβη.

Συνέβη κάτι μεταφυσικό στο τέλος. Το «Λίλιομ» έχει γίνει και ταινία («Carousel»)…

* Στην Ουγγαρία το έργο αυτό παίζεται κάθε χρόνο κι είναι πολύ διάσημο κι αγαπητό. Είχα πολύ καιρό να παίξω στο θέατρο μια ιστορία αγάπης με σχεδόν μεσογειακούς χαρακτήρες στο ταμπεραμέντο τους. Μεσογειακοί ακριβώς δεν είναι, αλλά είναι ιδιαίτερα θερμοί και εκρηκτικοί στις αντιδράσεις τους.

Έχει πολλή απήχηση στην Κεντρική Ευρώπη αυτό το έργο.

* Ναι. Στην Ουγγαρία υπάρχει και το Λούνα Παρκ, το οποίο έκλεισε πριν από δύο χρόνια, νομίζω. Υπάρχει και δρόμος Lilium Strasse, είναι σχεδόν εθνικός ήρωας ο Lilium.

Ποια είναι τα όνειρά σου, τι θα ήθελες να παίξεις κι αν έχεις ονειρευτεί κάποιους ρόλους ή σε ενδιαφέρει περισσότερο η συνεργασία;

* Με ενδιαφέρει σίγουρα περισσότερο η συνεργασία. Με ενδιαφέρουν μόνο οι συνεργασίες, οι άνθρωποι με τους οποίους θα δουλεύω. Τώρα το να ονειρευτώ κάποιον ρόλο δεν το είχα ποτέ, δεν το είχα σαν λειτουργία, ίσως επειδή δούλευα πολλά χρόνια, δεν ονειρεύτηκα ποτέ κάτι. Ούτε και υπάρχει κάτι στο παγκόσμιο ρεπερτόριο που θα πω «θέλω να παίξω αυτό οπωσδήποτε». Μ’ αρέσει να μπαίνω στη διαδικασία όταν έρχεται, δεν είμαι και καλή ούτε στο να προτείνω, δεν έχω και καμία σκηνοθετική επιδίωξη ή κάτι σχετικό. Είμαι καθαρά ηθοποιός, θέλω κάποιος να έρθει και να μου πει κάνε αυτό κι εκεί μέσα βέβαια να βρω τον κόσμο μου και τη φαντασία μου. Αλλά δεν έχω όνειρα, με αυτή την έννοια, για ρόλους και παρόμοια. Έχω όνειρα να δουλεύω καλά με ανθρώπους με χιούμορ κι ευγένεια και έχω όνειρο να δουλεύω σε συνθήκες τέτοιες ώστε σιγά σιγά να αρχίσουμε να πληρωνόμαστε καλύτερα και να ζούμε από αυτό μόνο, όπως ευτυχώς μας συνέβαινε για αρκετά μεγάλο διάστημα της ζωής μας. Ονειρεύομαι να είμαστε όλοι υγιείς. Αυτά είναι τα όνειρά μου. Θέλω ακόμη να μπορέσουμε λίγο να αναπνεύσουμε. Δηλαδή για να μπορεί κι η δουλειά μας να πετύχει περισσότερο τον στόχο της. Να λειτουργήσει λίγο παρηγορητικά τώρα που όλα είναι πολύ σκοτεινά και ο κόσμος παραμένει κλεισμένος. Όλα είναι δύσκολα και όλοι μουδιασμένοι. Αισθάνομαι κι εγώ, όπως και όλοι, σαν να έχουμε φάει μερικές σφαλιάρες.

Υπάρχει ανασφάλεια. Είναι σαφές…

* Λογικό όταν δεν αισθάνεσαι για τίποτα σίγουρος. Είναι αυτό ακριβώς που εμείς τώρα το ζούμε. Από τη μια έχει κάτι το απελευθερωτικό, αφού λες: εντάξει όλος ο κόσμος έτσι είναι, δεν θα τρελαθώ, δεν θα πληρώσω, θα πληρώσω όταν μπορέσω, όταν με πληρώσουν, όταν με ξεχρεώσουν. Γιατί δεν συμβαίνει μόνο να χρωστάς συμβαίνει να σου χρωστάνε αντιστοίχως. Αυτό έχει κάτι το απελευθερωτικό με μια έννοια. Επίσης έχει κάτι καλό το γεγονός πως αν και δεν ζούσα ποτέ με παραπάνω απ’ όσα πρέπει, διαπιστώνω τώρα πως έχω πολλά περιθώρια ακόμα στην οικονομία. Πολλά πράγματα κατάλαβα ότι είναι τελείως περιττά, δηλαδή εκτός από το φαγητό, μην τρελαθούμε να έχουμε το φαγητό μας και κάτι για την ψυχούλα μας. Θέλω να πω δηλαδή, ότι αν μπορείς ένα απογευματάκι να πας να δεις μια ταινία, να πας ένα θέατρο, να πας μια μέρα να πιεις ένα ποτό, τότε με αυτά και μόνο είσαι καλά. Αφαιρούμε ναι, αυτό δεν είναι κακό, δεν βρίσκω ότι είναι κακό. Αγωνιζόμαστε παράλληλα να βρούμε τι είναι τελείως περιττό. Κι εγώ προσπαθώ να το ανακαλύψω κι αυτό. Και σίγουρα δεν θα βγω χαμένη.

Μεγαλώνοντας μέσα στην αφθονία, νομίζω ότι παρέχονταν, κυρίως στα παιδιά, πάρα πολλά πράγματα που δεν ήταν ιδιαιτέρως απαραίτητα.

* Ακόμα είναι έτσι. Προσπαθώ να προστατεύω τον γιο μου, αλλά υπάρχει ένα ευρύτερο περιβάλλον από γιαγιάδες και συγγενείς το οποίο τροφοδοτεί κάποιες κακές συνήθειες. Η μεγάλη παγίδα είναι τα πολλά παιχνίδια τα οποία ο γιος μας τα ρημάζει κι εμείς προσπαθούμε να τα ξαναβάλουμε σε τάξη στο τραπέζι ώστε να μην υπάρχει ένα χάος από σπασμένα παιχνίδια. Στόχος να τον μάθουμε να παίζει κυρίως με τη φαντασία του. Να σκέφτεται τι θα κτίσει, πώς θα τα ντύσει τους ήρωες του, πώς θα ολοκληρώσει μια ιστορία για να τη μοιραστεί με εμένα, τον μπαμπά του, ή με όποιον είναι διαθέσιμος. Τώρα «έχει φάει κόλλημα» με τη μυθολογία. Ο Οδυσσέας και ο Ηρακλής είναι σήμερα οι συμπαίκτες του. Η φαντασία του λειτουργεί έτσι ώστε και μια κουτάλα να πάρει, του είναι το ίδιο με το να πάρει ένα εξελιγμένο σπαθί. Τα παιδιά έχουν τη φαντασία τους δεν χρειάζονται κάτι άλλο.

Μπορεί τα σύγχρονα παιχνίδια να υστερούν κιόλας έναντι της φαντασίας.

* Εκεί είναι ένα δίλημμα, γιατί η τεχνολογία θα συνεχίσει να υπάρχει. Είμαι ένας άνθρωπος πολύ πίσω από τη γενιά μου όσον αφορά την τεχνολογία. Αρκεί να πω ότι e-mail θα στείλω μια φορά το εξάμηνο ενώ δεν έχω facebook επειδή νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να το χειριστώ και θα έσβηνε από μόνο του. Βέβαια δεν είμαι απόλυτη αν κάτι αλλάξει στη ζωή μου, ή αν το δω κάποιος αλλιώς. Δεν έχω πάντως ανάγκη να το κάνω μέχρι στιγμής.

Από την πλευρά μου, θα πω χρησιμοποιώ αρκετά τα ηλεκτρονικά μέσα και δίκτυα.

* Εμένα αυτά μου ακούγονται «κινέζικα». Αν αρχίσω ένα ένα να τα ανατρέπω, μπορεί και να αλλάξει κάτι. Ο μόνος λόγος που σκέφτομαι πως πρέπει να επανεξετάσω το ζήτημα της τεχνολογίας είναι για να παρακολουθώ το παιδί, το οποίο σιγά σιγά θα αρχίσει κι αυτό να ασχολείται με την τεχνολογία, για τις ανάγκες της εκπαίδευσης κυρίως. Θα δυσκολευτώ βέβαια επειδή δεν είναι στην προσωπική μου κουλτούρα. Για πολλά χρόνια δεν είχα ποτέ υπολογιστή, αυτό είναι πολύ βασικό. Ήθελα την ώρα που είχα ελεύθερη να την αφιερώνω στο παιδί. Ήθελα να αφοσιώνομαι μόνο στο παιδί και δεν ήθελα να παίρνω άλλη πληροφορία.

Πώς είναι μια συνηθισμένη σου μέρα; Φαντάζομαι ότι ασκείσαι.

Στην ταινία του Γιώργου Γκικαπέππα “Η πόλη των παιδιών”

* Ναι, ασκούμαι με μια φίλη μου εδώ και χρόνια αλλά όχι σε απολύτως τακτική βάση.

Αλλά και στις πρόβες και στην προθέρμανση πάλι ασκείς το σώμα σου…

* Συνήθως ναι αλλά η προσωπική άσκηση ήταν αυτή που με έφερε σε μια πιο καλή φόρμα. Είναι και κληρονομικό όμως, έχω μια τάση πιο αθλητική.

Έχεις το σώμα αθλήτριας.

* Ναι, μου είπαν πρόσφατα ότι θα μπορούσα να είχα κάνει καριέρα σε αυτό τον τομέα αλλά τώρα είναι αργά…

Πες μας λοιπόν για την καθημερινότητά σου. Πώς είναι;

* Δεν μπορώ να πω κυρίως τίποτα το συγκεκριμένο. Προσπαθώ να είμαι όλα. Το σίγουρο είναι ότι η μέρα μου ξεκινάει γύρω στις επτά που ξυπνάει ο μικρός για να πάει στο σχολείο. Τώρα ή θα πάω κατευθείαν στη δουλειά, όταν έχω παιδικό θέατρο, ή θα γυρίσω σπίτι για λίγο, μόνη μου, μέχρι να ξεκινήσει η πρόβα. Κι αυτό αλλάζει συνέχεια. Δηλαδή υπάρχουν μήνες, δύο μέσα στο χρόνο, που δυστυχώς δεν καταφέρνω να τον δω πολύ, εκτός από το πρωινό σχολείο, γιατί διπλώνουν πρόβες με παραστάσεις ή έχω δύο πρόβες. Ευτυχώς αυτό είναι ένα μικρό διάστημα. Και ύστερα, από τη στιγμή που μπαίνουν οι παραστάσεις σε ροή, μπορώ να έχω μια πιο καλή αίσθηση ρουτίνας, την οποία αγαπώ κιόλας.

Τι σου αρέσει στην καθημερινότητα;

Μου αρέσει να μαγειρεύω, να κάνω το φαγάκι μας, να πηγαίνω να παίρνω τον γιο μου από το σχολείο, να πηγαίνω το βράδυ στην παράσταση και να βγαίνω καμιά φορά αν τύχει.

Έχει μια ασφάλεια η ζωή μέσα στη ρουτίνα;

* Εντάξει και για ένα παιδί νομίζω ότι του είναι αρκετά απαραίτητη η ρουτίνα γιατί διαφορετικά ταράζεται. Γιατί δεν μπορώ να του αλλάζω την ώρα του ύπνου του κάθε μέρα, ή δεν μπορώ να μην τον ξυπνάω το πρωί για να τον πάω σχολείο. Και στον μικρό δημιουργεί μια ασφάλεια αλλά και σε εμένα αφού ξέρω ότι μπορώ να έχω δύο ώρες δικές μου, όταν τις έχω. Ούτως ή άλλως η ζωή μας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί από ρουτίνα, έτσι όπως τη ζούμε, κυρίως από την ίδια τη φύση της δουλειάς μας αφού συνεχώς αλλάζουμε και έργο και συνεργάτες…

Παίζεις πάντα διαφορετικά πράγματα, ενώ παράλληλα πρέπει να κάνεις και έρευνα για τους ρόλους σου.

* Άλλες ώρες θα κάνεις πρόβα, άλλες φορές το πρωί, άλλες το βράδυ. Δεν υπάρχει αυτό το Σαββατοκύριακο που μου λένε οι φίλοι μου. Μα, δεν έχω Σαββατοκύριακο, τους λέω. Αυτό δεν μπορεί όμως να το καταλάβει ένας άνθρωπος κανονικός, εννοώ κάποιον που δουλεύει σε μια σταθερή δουλειά. Κι επειδή δούλευα πάντα το Σαββατοκύριακο, ξέρω ότι δεν υπάρχει το γνωστό σε όλους Σαββατοκύριακο αφού εμείς έχουμε κάνει τη διασκέδασή μας επάγγελμα…

Πώς ορίζεται μια καλή παράσταση; Υπάρχει ορισμός;

* Δεν ξέρω. Ενδεχομένως να την ορίζω μόνο προσωπικά με δικά μου ποιοτικά κριτήρια. Έχω δει παραστάσεις που θεωρώ ότι είναι καλές, ενώ είναι τελείως αφαιρετικές, με έναν τρόπο και άλλες που είναι πολύ προσωπικές. Αγαπημένες μου είναι κυρίως οι πολύ προσωπικές. Δηλαδή αυτές που φεύγω κι έχει κουνηθεί κάτι μέσα μου.

Τι θα ήθελες να δανειστείς από συναδέλφους σου;

* Πάρα πολλά πράγματα. Πολλά και τίποτα, με την έννοια ότι μου αρέσει που ο καθένας έχει κάτι διαφορετικό το οποίο μου δίνεται και η χαρά να θαυμάζω. Θέλω να πω ότι είναι όμορφο πάντα να ζηλεύεις κάτι αλλά όταν αυτό είναι εντελώς προσωπικό δεν μπορείς να το πάρεις. Και τα ωραία πράγματα που βλέπω στους συναδέλφους μου είναι εντελώς προσωπικά, δεν είναι τερτίπια ή τέτοια πράγματα που λες «μα, πώς το κάνει». Οπότε δεν μπορείς να τα πάρεις παρά μόνο να τα θαυμάσεις.

Κάθε καλλιτέχνης είναι μοναδικός.

* Ναι έτσι νομίζω, δηλαδή εμένα αυτοί που μου αρέσουν και με παρασύρουν, με συγκινούν, είναι μοναδικοί. Δεν είναι ούτε κάτι τεράστιο ούτε λίγο αυτό. Απλά είναι μοναδικοί επειδή κάποιοι έχουν και κάτι λίγο πιο λοξό.

Έχεις κρατήσει φιλίες, έχεις μοιραστεί πράγματα;

* Ναι, πολλές. Βεβαίως τον πρώτο καιρό ήταν πολύ πιο έντονο αυτό. Έμεναν οι άνθρωποι μετά τις παραστάσεις. Όταν όμως η ζωή άρχισε να γίνεται πιο πολύπλοκη, τότε λιγόστευαν οι άνθρωποι. Φυσικά υπάρχουν πάρα πολλοί φίλοι και πολλοί καλοί φίλοι και αδελφικοί.

Νομίζεις ότι στην εποχή μας είναι αναγκαία περισσότερο από ποτέ άλλοτε η αλληλοστήριξη και η συμπαράσταση;

* Ασφαλώς και είναι απαραίτητη. Η δική μου η σχέση με τους φίλους μου, έχει κι αυτή την ιδιαιτερότητα που εμένα πάντα μου άρεσε και το είχα και από μικρή. Πιστεύω πως η σχέση αυτή δεν επιβεβαιώνεται με την καθημερινότητα. Μπορώ, έναν πραγματικά δικό μου φίλο, έναν αδερφικό φίλο, να κάνω να τον δω κι έναν χρόνο. Δεν είναι απαραίτητο να βρισκόμαστε κάθε μέρα ή να μιλάμε οπωσδήποτε στο τηλέφωνο. Υπάρχουν όμως άνθρωποι οι οποίοι ξέρω ότι είναι εκεί. Τους αισθάνομαι τελείως δικούς μου και ξέρω ότι ανά πάσα στιγμή μπορώ να απευθυνθώ σε αυτούς για βοήθεια κι εκείνοι αντίστοιχα. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι πυλώνες που σηκώνουν τα βάρη της ζωής μας. Μας στηρίζουν, είτε είναι είτε δεν είναι δίπλα μας σαν πραγματικές παρουσίες.

Πες μου, παρακαλώ, ποια σκηνή σου έχει μείνει και σε έχει εντυπωσιάσει από τους δρόμους σήμερα.

* Στην παλιά μου τη γειτονιά περισσότερο, δηλαδή στο Μεταξουργείο όταν έμενα, είχα εκπαιδεύσει τον εαυτό μου, ειδικά με το παιδί, να μη βλέπω γιατί υπήρχε πολλή δυστυχία. Είχα οδηγήσει τον εαυτό μου σε μια ουδετερότητα έτσι ώστε να λέω ότι αυτό δεν το βλέπω, τους ναρκομανείς που τρυπιόντουσαν για παράδειγμα. Αλλά όσο και να προσποιούμουν ότι δεν βλέπω, αυτό το πράγμα πέρναγε μέσα μου. Μετακόμισα κι αισθάνθηκα ότι πήγα στο Παρίσι. Πώς να σου πω. Ήταν τόσο μεγάλη η διαφορά, το ότι υπήρχε ένα σούπερ μάρκετ κι ένας φούρνος ήταν μεγάλη υπόθεση.

Θα ήθελα να μου πεις για τη συμπεριφορά των Ελλήνων. Κατά πόσο σεβόμαστε τον διπλανό μας και τον χώρο μας;

* Δεν μπορώ να πω μια άποψη. Εκφράζοντας μια άποψη, μου έρχεται αυτόματα στο μυαλό και το αντίθετό της. Με το να με ρωτήσεις για τον δημόσιο χώρο, μου το κάνεις πολύ εύκολο, δεν τον σεβόμαστε καθόλου. Το γεγονός ότι έχω εκπαιδεύσει το παιδί λέγοντάς του ότι το σκουπίδι πρέπει να το πετάς στον σκουπιδοτενεκέ κι όχι κάτω, έχει σαν αποτέλεσμα να μου λέει μονίμως, μαμά κάποιος έκανε λάθος… Όταν μου το είπε την πρώτη φορά του είπα θα έκανε λάθος, αλλά το παιδί βλέπει συνέχεια λάθη. Το τραγικό για εμένα είναι ότι είναι ανεκμετάλλευτοι οι δημόσιοι χώροι, όχι ότι είναι παρατημένοι. Τώρα σαν συμπεριφορά, μπορώ να πω ότι είμαστε από όλα. Η κουλτούρα που έχει επιβληθεί νομίζω ότι είναι λίγο προβληματική, αυτό που μας έχουν πει, ότι είμαστε, κι έχει επιβληθεί ως επί το πλείστον. Δηλαδή αισθάνομαι ότι παρ’ όλες τις μικρές εξαιρέσεις, σαν χώρα είχαμε από τις καλύτερες συμπεριφορές υποδοχής προσφύγων και τάσης απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους, το οποίο το θεωρώ θετικό. Γι’ αυτό δεν μπορώ να σου πω ότι δεν έχω μια συγκεκριμένη άποψη, ούτε είμαι του να αναθεματίσω γενικά ή να υπερασπιστώ γενικά. Είμαστε λίγο απ’ όλα. Και απαίσιοι αλλά και υπέροχοι ταυτόχρονα. Πλέον αυτό που πιστεύω είναι όχι το να κοιτάω τη δουλειά μου και να κλείνομαι χωρίς να δίνω σημασία στο τι γίνεται γύρω μου, αλλά το ότι αυτό που μπορώ να κάνω είναι να κάνω αξιοπρεπώς και πιο τίμια τη ζωή μου. Δεν μπορώ να σώσω τον κόσμο, το έχω πάρει απόφαση, δεν μπορώ να σώσω και κανέναν εκτός από πολύ κοντινά μου άτομα. Τώρα αν όλοι φροντίσουμε την αυλίτσα μας μπορεί να φροντίσουμε και κανένα πάρκο και μετά και κανένα σχολείο και κανένα πανεπιστήμιο γιατί αυτά είναι τα βασικά. Αν δεν φτιάξουμε την παιδεία μας, δεν θα καταφέρουμε τίποτα.

Ήθελα κλείνοντας να σε ρωτήσω αν έχετε στο σπίτι κατοικίδιο;

* Όχι δεν έχουμε αν και ο Κοσμάς μου ζήτησε πρόσφατα και το διαπραγματεύομαι ακόμα. Γενικά ήμουν αδιαπραγμάτευτη μέχρι που μου ζήτησε γάτα και είπαμε ότι θα το σκεφτούμε. Εγώ ως παιδί και ως έφηβη, είχα γάτα στο σπίτι. Ήταν γάτος συγκεκριμένα, ο Ιάκωβος, για τον οποίο είχαμε οικογενειακώς μια λατρεία. Αλλά έχω το θέμα της απώλειας, επειδή το έζησα αυτό έντονα, είχα μια τραγική εμπειρία με ένα πουλάκι που κατά λάθος το σκότωσα και με τον Ιάκωβο που χάσαμε. Έχω τραυματική εμπειρία. Τα αγαπώ πολύ τα ζώα. Δυστυχώς σκύλο δεν μπορώ να πάρω, γιατί πού θα τον αφήνω όταν πηγαίνω περιοδείες; Η γάτα είναι σε διαπραγμάτευση, αν και αντιπρότεινα να πάρουμε ένα πουλάκι. Θα δούμε.

Αυτό με την απώλεια πρέπει πάντοτε να το έχουμε στο νου μας με τα ζώα μας.

* Τα πρώτα χρόνια που ήρθα στην Αθήνα έμενα με ένα φίλο μου που είχε ένα σκύλο, ο οποίος ήταν μικρός τότε. Τώρα βέβαια ο Φρίξος είναι παππούς, τρέμω λοιπόν στην ιδέα ότι θα πεθάνει ο Φρίξος, που είναι αναμενόμενο άλλωστε… Θα πρέπει μάλλον να το συζητήσω με την ψυχοθεραπεύτριά μου!..

Ευχαριστώ πολύ Άννα!

* Κι εγώ ευχαριστώ!

* * *

Οι φετινές παραστάσεις του θεάτρου “Πόρτα” στις οποίες παίρνει μέρος η Άννα Καλαϊτζίδου

«Το μυστήριο της πολιτείας Χάμελιν»

Άραγε φέτος θα καταφέρουμε να λύσουμε το «Μυστήριο της Πολιτείας Χάμελιν»;

Ύστερα από εκατοντάδες απόπειρες και τρία διαφορετικά φινάλε πέρσι, φέτος μικροί και μεγάλοι θα επιχειρήσουν για δεύτερη χρονιά να δώσουν λύση στο «Μυστήριο της Πολιτείας Χάμελιν», παίζοντας και τραγουδώντας.
Κείμενο – Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής
Σκηνικά: Ευαγγελία Θεριανού
Κοστούμια: Κλαίρ Μπρέισγουελ
Kίνηση: Χαρά Κότσαλη
Φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου
Βοηθός Σκηνοθέτης: Άννα Μιχελή
Ερμηνεύουν: Άννα Καλαϊτζίδου, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Χαρά Κότσαλη, Γιώργος Παπαγεωργίου, Σωκράτης Πατσίκας, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, Ana Chifu

* * *

«Σκοτεινές γλώσσες»
Του Άντριου Μπόβελ

Μια γυναίκα βρίσκεται νεκρή σε μια ερημική τοποθεσία κοντά σ’ έναν αυτοκινητόδρομο. Κατηγορούμενος για το φόνο της, ένας άνεργος πατέρας που αρνείται επίμονα την ενοχή του. Σιγά σιγά, καθώς το νήμα ξετυλίγεται μέσα από την αριστοτεχνική αφηγηματική δομή του σπουδαίου Αυστραλού συγγραφέα, μπλέκονται γύρω από το συμβάν αρκετά ακόμη πρόσωπα, όπως ο αστυνομικός που διερευνά την υπόθεση, η γειτόνισσα που κατέδωσε τον ύποπτο, οι σύζυγοι όλων αλλά και οι εραστές τους.

Μετάφραση/Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Σκηνικά: Ευαγγελία Θεριανού
Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ
Φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου
Δραματολόγος: Μαριλένα Παναγιωτοπούλου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Παναγιώτης Φλατσούσης
Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Χανδρά
Ερμηνεύουν: Άννα Καλαϊτζίδου, Χρήστος Λούλης, Άννα Μάσχα, Γιώργος Χρυσοστόμου

* * *

«This is war»
Της Χάνα Μόσκοβιτς
Ο διακεκριμένος και πολυβραβευμένος Καναδός σκηνοθέτης Άλαν Ντίλγουορθ, συνεργάτης του σπουδαίου Βρετανού συγγραφέα Έντουαρντ Μποντ και βασικός συντελεστής του σημαντικότερου ίσως θεάτρου σύγχρονου ρεπερτορίου του Τορόντο, του Soul and Pepper Theatre, μας παρουσιάζει, στην πρώτη του συνεργασία με το «Πόρτα», ένα από τα πιο επιτυχημένα καναδικά έργα που παρουσιάστηκαν στη χώρα του τα τελευταία χρόνια: το «This is War» της 37χρονης Χάνα Μόσκοβιτς.

Σκηνοθεσία: Άλαν Ντίλγουορθ
Ερμηνεύουν: Άννα Καλαϊτζίδου, Ηλίας Μουλλάς

Η παράσταση θα συνοδευτεί από διαλέξεις και σεμινάρια της συγγραφέως και του σκηνοθέτη. Με την υποστήριξη της Καναδικής Πρεσβείας.

Πληροφορίες

Θέατρο “Πόρτα”
Λεωφόρος Μεσογείων 59
Αμπελόκηποι
Τηλέφωνο: 210 -77.11.333

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -