«Βασειληκει Φροντισαι για την Μητερα Ναμι Στεναχοριεται…»

Του Παναγιώτη Μήλα

Βρισκόμαστε στον Οκτώβριο του 1940. Βαριά και μαύρα τα σύννεφα. Τον Δεκαπενταύγουστο οι Ιταλοί είχαν κάνει την πρώτη τους επίθεση βυθίζοντας το καταδρομικό «Έλλη» μέσα στο λιμάνι της Τήνου και αφήνοντας πίσω 8 νεκρούς. Ήδη ο Μπενίτο Μουσολίνι, έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, ήθελε να αποδείξει στο Βερολίνο πως μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες.
Παράλληλα ο Μουσολίνι και οι στρατηγοί του θεωρούσαν ότι η κατάκτηση της Ελλάδας θα ήταν κάτι σαν εκδρομή…

Στρατεύσιμοι και εθελοντές σπεύδουν με κάθε μέσο προς τις στρατιωτικές τους μονάδες.

Η επιλογή της ημερομηνίας καθόλου τυχαία: στις 28/10/1940 συμπληρώνονταν 17 χρόνια από την «πορεία προς τη Ρώμη» με την οποία το 1923 είχε εγκαθιδρυθεί το φασιστικό καθεστώς.

Την ίδια εποχή η Ελλάδα με αργούς ρυθμούς ενίσχυε τις δυνάμεις της στα σύνορα. Από την οικογένειά μας πέντε 30χρονοι βρίσκονται στην Ήπειρο. Ο Νίκος Συμιγδαλάς, ο Πέτρος Σίμος, ο Λευτέρης Τζερέτας (στα έμπεδα) και τα αδέλφια Γιώργος και Θανάσης Μήλας (ο πρώτος αξιωματικός του Πυροβολικού). Κανένας νέος δεν είχε μείνει στη γειτονιά. Μύριζε μπαρούτι. Μανάδες, κόρες και νύφες κρατούσαν τα σπίτια. Η αγωνία βρισκόταν στο κατακόρυφο, αν και ακόμη δεν υπήρχε κάτι χειροπιαστό.

***

Όμως οι φαντάροι της οικογένειας διαισθάνονταν τις δύσκολες μέρες που έρχονταν. Το μόνο που είχαν να κάνουν λοιπόν ήταν να καθησυχάζουν με κάθε τρόπο τα αγαπημένα τους πρόσωπα στην Αθήνα.

***

Λόγια παρηγοριάς πίσω από τη φωτογραφία

Δεν υπήρχαν τότε ούτε σταθερά τηλέφωνα, ούτε κινητά, ούτε SMS. Υπήρχε μόνον τρόμος. Έτσι ένα γράμμα από τα σύνορα μπορούσε να γλυκάνει κάθε πόνο.

Τρεις γιαγιάδες: Η Άννα, η Ουρανία και η τυφλή Παναγιώτα στηρίζονταν στις κόρες τους Δέσποινα, Ποθητή, Βασιλική, Νίνα, Άννα, Νίτσα και στη νύφη τους, Άννα. Ραδιόφωνο δεν υπήρχε. Ελάχιστα τα νέα από τις εφημερίδες ώσπου ένα μήνυμα έσπασε τη σιωπή. Ένα μήνυμα γραμμένο μία εβδομάδα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Έφτασε όμως αφού είχαν ακουστεί οι σειρήνες. Ένα μήνυμα που ήρθε αφότου σήμαναν οι καμπάνες για την επιστράτευση. Το μήνυμα αυτό γράφτηκε πίσω από μια φωτογραφία. Τη φωτογραφία τη βρήκα πριν από τρία – τέσσερα χρόνια μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Μια φωτογραφία με ζωή 74 χρόνων:

***

22/10/1940

Βασειληκει ημαι καλα και ναμη στεναχοριεσαι. Φροντισαι για την Μητερα Ναμι Στεναχοριεται. Περιμενο γραμασου χερετισμους ης ολους. Σε φιλο Αθ Μηλας

***

Είκοσι λέξεις γραμμένες από εκείνον που ήταν 30 ετών προς εκείνη που ήταν 21. Εκείνος στρατιώτης. Στην πρώτη γραμμή. Εκείνη πίσω στην Αθήνα. Ο πόλεμος μόλις είχε ξεσπάσει… Όλη η οικογένεια πέρασε όσα πέρασαν κυρίως όλοι οι Αθηναίοι. Το μόνο που δεν τους έλειψε ήταν το χαμόγελο και η πίστη για τη ζωή. Αυτά τους κράτησαν ζωντανούς.

***

Η εφημερίδα “Βραδυνή”, το ξημέρωμα της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου 1940, καλεί τους Έλληνες σε αγώνα μέχρι την τελική νίκη.

Από τη μεγάλη παρέα των φίλων της γειτονιάς δεν γύρισε μόνο ένας. Ήταν ένας ψηλέας που ερχόταν από του Ζωγράφου. Το παρατσούκλι του ήταν «Μπρακ». Η παρέα έτρεχε και τον έβλεπε κάθε Κυριακή. Πήγαιναν στη Λεωφόρο. Ήταν ο Μίμης Πιερράκος, βασικός ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Παναθηναϊκού μαζί με τον αδελφό του, τον Στέφανο. Μόλις κηρύχθηκε ο πόλεμος, ο Μίμης παρουσιάστηκε στο στρατό και υπηρέτησε στο Μέτωπο ως ασυρματιστής. Στις 18 Νοεμβρίου 1940 μάλιστα αιχμαλώτισε έναν Ιταλό αεροπόρο, που καταρρίφθηκε το αεροπλάνο του, κοντά στο χωριό Διποταμιά, στο δρόμο για το Πόγραδετς. Λίγες ώρες αργότερα κάθισε να γράψει γράμμα στους δικούς του. Οι βόμβες έσκαγαν δίπλα του. Εκείνος συνέχισε να γράφει. Κι εκεί τον βρήκε ο χάρος.

Ο Μήτσος Αϊβαλιώτης (αριστερά) σε αναμνηστική φωτογραφία, κάπου στο μέτωπο. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, έφερε τη φωτογραφία, ένα μετάλλιο ανδρείας και …μια σφαίρα, λίγο κάτω από τον ώμο του, που την είχε μαζί του μέχρι τα 92.

Από την υπόλοιπη παρέα ευτυχώς γύρισαν όλοι ζωντανοί. Μόνον ένας τραυματίστηκε βαριά στα μάτια όταν σε μικρή απόσταση μπροστά του έσκασε χειροβομβίδα. Από τη λάμψη έχασε το φως του για μερικές εβδομάδες.

Η συνάντηση με τη Σοφία Βέμπο

Στο νοσοκομείο που τον μετέφεραν έμεινε 5 μήνες. Εκεί «γνώρισε» και τη Σοφία Βέμπο. Για την ακρίβεια την άκουσε μόνο. Δεν μπορούσε να τη δει. Εκείνη όταν διαπίστωσε πως ο φαντάρος δεν βλέπει, πήγε και κάθισε στο κρεβάτι του και από εκεί τραγούδησε το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά…».

Μετά τη μικρή γιορτή δόθηκαν αναμνηστικά μετάλλια στους τραυματίες. Ανάμεσα στους τραυματίες και ένας Μυτιληνιός, ο Δημήτρης Αϊβαλιώτης. Πήρε κι εκείνος αναμνηστικό μετάλλιο.

Τα χρόνια πέρασαν και οι δύο τραυματίες συναντήθηκαν και πάλι. Αυτή τη φορά όμως γνωρίστηκαν.

Στις συνηθισμένες διηγήσεις των ανδρών για τα πολεμικά τους κατορθώματα έφθασαν κάποια στιγμή να λένε και για το νοσοκομείο όπου έγινε η τιμητική τους βράβευση μετά τη γιορτή με τη Σοφία Βέμπο. Ο Θανάσης που είχε χάσει την όρασή του και ο Δημήτρης που είχε τραυματιστεί στα πόδια και είχε επίσης μια σφαίρα λίγο πιο κάτω από τον ώμο, βρέθηκαν ύστερα από 41 χρόνια. Αναγνώρισε ο ένας τον άλλον και αγκαλιάστηκαν. Αγκαλιάστηκαν όμως και για έναν ακόμη λόγο.

Πάντρευαν τα παιδιά τους. Την Ειρήνη και τον Παναγιώτη. Έτσι γράφτηκε η ιστορία. Σαν το παραμύθι που μας έλεγε η γιαγιά τυλίγοντας στην ανέμη την κόκκινη κλωστή…

*Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά εδώ στο catisart.gr στις 22 Οκτωβρίου 2014.

 

Άλλη μια φωτογραφία από το μέτωπο. Στιγμές ανάπαυσης. Στην παρέα, στην άκρη δεξιά ο Μήτσος Αϊβαλιώτης.