Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου
Μπορεί να ολοκληρώθηκαν -και μάλιστα με απόλυτη επιτυχία- οι παραστάσεις για τον “Χορό του Θανάτου” (1900), το αδυσώπητα νατουραλιστικό δράμα του Αυγούστου Στρίντμπεργκ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καταλειφού και Ελένης Σκότη, όμως η ενέργεια παραμένει. Το άρωμα μιας συνεργασίας αγαστής εξακολουθεί να διαποτίζει το θεατρικό χώρο. Ο Δημήτρης Καταλειφός και η Ελένη Σκότη ανέπτυξαν μια ωφελιμιστική αμοιβαιότητα, που έκανε τη συν-σκηνοθεσία τους συνεκτική, γόνιμη και ομαδικά λειτουργούσα.
Μία από τις καλύτερες παραστάσεις της σεζόν ήταν ο «Χορός του Θανάτου». Παράσταση φροντισμένη, που διαθέτει άποψη. Με τους θαυμάσιους Δημήτρη Καταλειφό, Φιλαρέτη Κομνηνού και Βασίλη Μπισμπίκη να επωμίζονται τους βαρείς ρόλους.
Το συγκεκριμένο έργο, όπως και άλλα έργα του Στρίντμπεργκ, έχει ως θέμα τη δυστυχία του έγγαμου βίου. Πρόκειται για ένα αριστούργημα ψυχολογικής ανάλυσης. Έχουμε ένα ζευγάρι που η γαμήλια ένωσή του μετατρέπεται σε αγώνα πυγμαχίας. Ο ανταγωνισμός τους για την ελευθερία του ατομικού τους υπερανεπτυγμένου «εγώ», συμπορεύεται, απορροφάται και αναδύεται από βασικά προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης που αποτελούν τη βασική ύλη του θεάτρου. Η αναμέτρηση για την ελευθερία του εγώ τους, κινεί μηχανισμούς ισχύος, συνυπάρχει με το άγχος του θανάτου, τη μεταφυσική αγωνία, τον φόβο και τη βία.
Όπως έγραψε σ’ ένα θεατρικό του σημείωμα ο Άγγελος Τερζάκης, “η γυναίκα θ’ ασκήσει πάνω στη ζωή του Στρίντμπεργκ μια αλλόκοτη και αντιφατική έλξη… Έχει συνειδητοποιήσει όσο κανένας άλλος το δραματικό, το σχεδόν μοιραίο βάρος του θηλυκού στοιχείου μέσα στη ζωή… Έβλεπε στην πάλη άντρα – γυναίκας μια στοιχειακή αναμέτρηση, που παίρνει διαστάσεις φυσικού νόμου”.
Ο φόβος του θανάτου

Ο Στρίντμπεργκ είναι ένας πνευματικός γίγαντας που επηρέασε τον 20ο αιώνα. Είναι ο συγγραφέας που για πρώτη φορά εισήγαγε στο θέατρο τον άνθρωπο ο οποίος ζει μέσα από αντιφάσεις, που δεν ξέρει τι θέλει, που η ύπαρξή του έχει απίστευτη απομόνωση –κάτι που ισχύει μέχρι σήμερα. Με επικάλυμμα νατουραλιστικά στοιχεία, ο Στρίντμπεργκ καταδεικνύει την παράνοια της κοινωνίας. Και την καταδεικνύει αμείλικτα και δεξιοτεχνικά. Ανάμεσα στον Έντγκαρ και την Αλίς εισχωρεί ένα τρίτο πρόσωπο, ο Κουρτ. Προτείνει την υποταγή και τον ανθρωπισμό, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Αντίθετα προκαλεί την αφύπνιση των δυνάμεων του κακού που κρύβει η ανθρώπινη φύση. Έτσι ο χορός του θανάτου των δύο συζύγων που άρχισε με το γάμο τους θα συνεχιστεί και θα κληροδοτηθεί και στα παιδιά τους. Ο Στρίντμπεργκ, παρά τις αξεπέραστες ψυχολογικές καταστάσεις που δραματοποιεί σ’ αυτή τη σατανική κωμωδία, όπως έχει χαρακτηρίσει ο Μπέκετ τον «Χορό του Θανάτου», ρίχνει το κύριο βάρος στην ένταση της ατμόσφαιρας απόγνωσης, μοναξιάς, τρόμου, ερημίας και τρέλας.
Από τη μια τρέμουμε την ιδέα του θανάτου και την απωθούμε κι από την άλλη βρίσκουμε μαρτυρική τη ζωή μας. Ο φόβος του θανάτου είναι κοινός για όλους μας κι επιπλέον είναι η μόνη πραγματικότητα. Όπως αναφέρεται και στο έργο, όλη η υπόλοιπη ζωή μας είναι μια κατασκευή ψευδαισθήσεων για να αντέξουμε. Φυσικά, ο φόβος του θανάτου δεν παύει να μας καταδιώκει, απλώς η ψευδαίσθηση είναι ακόμα πολύ ισχυρή. Άραγε υπάρχει ζωή πριν από το θάνατο; Τελικά η ανθρώπινη απόγνωση δεν πηγάζει μόνο από απωθημένα ένστικτα, διαταραγμένους τρόπους σκέψης ή τραυματικές μνήμες… αλλά κυρίως από μια κατά πρόσωπο συνάντηση με την ίδια την ύπαρξή μας.
Ο Στρίντμπεργκ είναι από τους συγγραφείς που, αν αφεθείς, σε φέρνει κατευθείαν αντιμέτωπο με τα μύχια της ψυχής σου. Και μπορεί να δείχνει δύστροπος και μισάνθρωπος, αλλά η ανθρώπινη ψυχή είναι η αιώνια αγαπημένη του.
Η ζωή γι’ αυτόν αποτελεί έναν συνεχή εφιάλτη ενοχών και αποτυχιών. Ο ίδιος ταλαιπωρήθηκε από οδυνηρή ιδιωτική ζωή, κυρίως στον έγγαμο βίο του. Σ’ αυτό το πεδίο άλλωστε μετέφερε τις περισσότερες φορές τα υπαρξιακά του άλγη. Ο «Χορός του Θανάτου» (Danse Macabre, Dance of Death, Danza Macabra, Totentanza) ανήκει στα αυθεντικότερα νατουραλιστικά του δράματα και είναι μια αλληγορία σχετικά με την καθολικότητα του θανάτου, που ενώνει τους πάντες, ανεξαρτήτως διακρίσεων. Υπενθυμίζει δε πόσο εύθραυστη είναι η ζωή και πόσο μάταιες οι δόξες της.
Στον Στριντμπεργκικό «Χορό» η παρουσία της μουσικής είναι έντονη. Η ένωσή της με την έννοια του δράματος αποτελούσε άλλωστε μέγιστη ανησυχία του δραματουργού. Κινητήρια έμπνευση στο έργο έδωσε τόσο το «Danse Macabre» του Γάλλου συνθέτη και οργανίστα Camille Saint-Saëns (1874) που ενέπνευσε σειρά καλλιτεχνών, όσο και το ομώνυμο ποίημα του Γάλλου συμβολιστή ποιητή Henri Cazalis που ενέπνευσε τον συνθέτη. Ο Cazalis μεταφέρει στο ποίημά του ένα διαδεδομένο μύθο του Μεσαίωνα, όταν η Ευρώπη αφανιζόταν από τη βουβωνική πανώλη. Οι άνθρωποι τότε πίστευαν ότι ο θάνατος έστηνε ένα χορό μελλοθανάτων, τον Μακάβριο Χορό, όπου είχαν θέση όλοι χωρίς διακρίσεις, φτωχοί και πλούσιοι, άρχοντες και δούλοι.
Απομονωμένο νησί
Ας πάρουμε όμως την πλοκή από την αρχή. Σ’ ένα απομονωμένο νησί του αρχιπελάγους της Στοκχόλμης (μια «συνθήκη» γνωστή σ’ εμάς από τα έργα του Μπέργκμαν), ο Λοχαγός Έντγκαρ (Δημήτρης Καταλειφός) και η σύζυγός του Αλίς (Φιλαρέτη Κομνηνού) γιορτάζουν 25 χρόνια γάμου. Η πλήξη, ο σαρκασμός και οι διαμάχες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους, μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται ο Κουρτ (Βασίλης Μπισμπίκης) και παίζει καταλυτικό ρόλο στην αλληλοεξόντωση του ζευγαριού, ταυτόχρονα με την κορύφωση της ανάγκης τους για συνύπαρξη.
Ο συγγραφέας διαπραγματεύεται με χιούμορ και σαρκασμό την αιώνια πάλη των δύο φύλων μέσα από το θεσμό του γάμου. Η αγάπη, το μίσος, το άγχος του θανάτου και η παράνοια, εναλλάσσονται ακατάπαυστα σ’ αυτή τη σχέση. Ο άνδρας και η γυναίκα, εχθροί και σύμμαχοι ταυτόχρονα στο μυστηριώδες σύμπαν που τους περιβάλλει, είναι καταδικασμένοι να συνυπάρχουν και ανήμποροι να κατανοήσουν αν η ζωή τους αποτελεί εντέλει φάρσα ή τραγωδία. Η λυσσαλέα σύγκρουση του αρσενικού με το θηλυκό εξελίσσεται, πάντα χωρίς οριστικό νικητή και χωρίς οριστική και αμετάκλητη έκβαση. Όπως λέει και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Μη σας ενδιαφέρει ποιος νικάει στο τέλος. Επικεντρώστε την προσοχή σας στις τεχνικές των αντιπάλων και στα μέσα που χρησιμοποιούν και κυρίως στο πώς τα χρησιμοποιούν».
Οι αρνητικές κρίσεις συσχετίζονται σχεδόν νομοτελειακά με τη νευρωσική προσωπικότητα αυτών που τις εκφέρουν. Ναρκισσισμός, κατάθλιψη, μη ρεαλιστική αντίληψη, έλλειψη ικανοποίησης από τη ζωή, πλημμελής συναισθηματική νοημοσύνη, κυκλοθυμία, επώδυνες εμπειρίες, αντικοινωνικότητα, αίσθημα μειονεξίας και χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι μερικά από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά των ηρώων που καθ’ έξιν προβάλλουν το δικό τους αξιολογικό σύστημα στις πράξεις και τα λόγια των άλλων. Η κοινή τους ζωή μεταφράζεται απευθείας από τους ίδιους σε μια κόλαση, με μόνη απολύτρωση την προσμονή του θανάτου. Στις λιγότερο σκληρές στιγμές τους φιλονικούν για τα ίδια θέματα: το θέατρο που παράτησε και τις συγγένειες που ξερίζωσε εκείνη, την απομόνωση από την τοπική κοινωνία που επέλεξε εκείνος (μια κοινωνία ηλιθίων, όπως δεν παραλείπει να τονίζει) ή χασμουριούνται επιδεικτικά, ως υπενθύμιση της ατέλειωτης ανίας τους. Στις καλύτερες δε εκλάμψεις τους, επιστρατεύουν χλευασμό και ειρωνεία προς κατατρόπωση αλλήλων.
Φθινόπωρο κι απ’ έξω κι από μέσα… Είκοσι πέντε χρόνια δυστυχία και κακομοιριά… “Μόλις ερχόταν σ’ αυτό το σπίτι ένας ξένος γινόμασταν κι οι δυο πολύ ευτυχισμένοι…”. Υπάρχει ελπίδα να βρει κανείς την ησυχία του μετά θάνατο; Καλύτερα η εκμηδένιση!
«Διαγράφουμε και προχωράμε». Τελικά η ζωή συνεχίζεται άσκοπα, περιμένοντας το κάτι άλλο, ίσως το θάνατο, γιορτάζοντας αργυρούς γάμους και παρερμηνεύοντας τη συνέχισή της σαν «αναμονή». Πρόκειται για την ανικανότητα των δύο ηρώων να αναγνωρίσουν τη δίχως νόημα θέση τους. Στηρίζουν με την υπογραφή τους την καθεστηκυία τάξη. Εξυπηρετούν τη διαιώνιση μιας κοινωνίας με μια ακατάσχετη φλυαρία, χωρίς τη γενναιότητα των πραγματικών ρήξεων, των απτών πράξεων. Και το χειρότερο; Ούτε καν το συνειδητοποιούν.
Ερμηνείες
Ο Δημήτρης Καταλειφός, ένας από τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς του θεάτρου μας, μας κατέκτησε απόλυτα με την ερμηνεία του ως λοχαγός Έντγκαρ. Κατέθεσε μια σύνθετη υποκριτικά προσωπικότητα, συγκλονιστικά άμεση, με ουσία και δίχως ίχνος επιτήδευσης. Αξιοποίησε αριστοτεχνικά τις δυνατότητές του, αποδίδοντας έναν πικρόχολο, σκληρό και άκαμπτο, σχεδόν δυσάρεστο και αποκρουστικό στρατιωτικό. Ταυτόχρονα, υπήρχαν σκηνές που άφηνε να διαφανεί μια ξεχωριστή λεπτότητα και μια μοναδική ευγένεια, ιδιαίτερα όταν έριχνε φως στις μυστικές γωνιές του χαρακτήρα του, όταν εξωτερίκευε τις τύψεις, τα απωθημένα και τις αδυναμίες του. Πραγματικά, σε έκανε να τον κατηγορείς και παράλληλα να τον υπερασπίζεσαι, να τον αντιπαθείς και συνάμα να του συμπαρίστασαι. Ειδικά στις σκηνές της συναισθηματικής και ψυχικής έντασης όταν εκδηλώνεται ασυγκράτητα η βίαιη και ορμητική συμπεριφορά του, έβλεπες έναν αληθινά μεγάλο δημιουργικό ηθοποιό.
Η Φιλαρέτη Κομνηνού ήταν μια σπουδαία Αλίς. Έπλασε αριστοτεχνικά την ηρωίδα της, με σαρκαστικό χιούμορ, με σαφήνεια, με ακρίβεια, με ισορροπία. Με τη σκηνική οξυδέρκεια που τη διακρίνει, απέφυγε δεξιοτεχνικά τις άσκοπες υπερβολές και τους μελοδραματισμούς. Πέτυχε να σταθμίσει το πάθος με τη λογική, αφήνοντας πάντα να αιωρείται η αγωνία για την επόμενη κίνησή της. Ατόφια η κλίμακα των συναισθημάτων διαγραφόταν στο εκφραστικό της πρόσωπο, καθώς και στη γεμάτη ένταση κίνησή της. Η ανία, η κόπωση, η γυναικεία ματαίωση αλλά και η φιλαρέσκεια, η οργή, η κρυψίνοια, η επιβουλή, ο δόλος μαζί με το μαράζι, τη μελαγχολία και την εκδικητικότητα. Έβλεπες ακόμα τα γυναικεία όπλα, την αύρα της σαγήνης, την αυτοπεποίθηση, τον ερωτισμό, την επινοητικότητα, αλλά -τέλος- και τον συμβιβασμό, την αποδοχή, την οριστική παραίτηση. Η κορυφαία σκηνή της ήταν ο χορός, όπου θριάμβευε η θηλυκότητα και το ξέσπασμα της λύτρωσης. Ο θρήνος, ο σαρκασμός, ο ζόφος.
Τον Βασίλη Μπισμπίκη τον έχουμε παρακολουθήσει πολλές φορές, τελευταία δε στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ (Cartel), και ξέρουμε πόσο αξιόλογος ηθοποιός είναι και πόσο ευαισθητοποιείται από το λόγο και το σκηνικό περιβάλλον. Ως Κουρτ ήταν αληθινός καταλύτης. Με ερμηνεία σοβαρή, μεστή νοημάτων, άρτια. Καλοπροαίρετος, ευγενής και δοτικός αρχικά, στην πορεία και ο ίδιος αλλοιώνεται. Η ψυχική βαναυσότητα, η συναισθηματική ωμότητα του ζευγαριού επιδρούν στη συμπεριφορά του, τον αναστατώνουν και τον αλλάζουν ριζικά. Όταν λέει το «αντίο για πάντα» είναι ένας τελείως διαφορετικός χαρακτήρας από τον καλόβολο άνθρωπο της αρχής του έργου. Μια ώριμη και σημαντική ερμηνεία, που είχε λάμψη και ποιότητα.
Οι συντελεστές
Ενδιαφέρουσα η ιδέα των σκηνικών και των κοστουμιών της Μικαέλας Λιακατά. Ονειρεμένη η πανδαισία των φωτισμών από την κορυφαία Κατερίνα Μαραγκουδάκη. Διαρκής φαντασία και αέναη κινητικότητα χαρακτηρίζουν και σε αυτή τη θεατρική δουλειά τη μουσική του μοναδικού συνθέτη Σταύρου Γασπαράτου.
Η εμπνευσμένη σκηνοθεσία των Δημήτρη Καταλειφού και Ελένης Σκότη ήταν κυριολεκτικά αφιερωμένη στην ελεύθερη σκέψη και στη συνεργασία. Συνολικά, μας έδωσαν μια ξεχωριστή θεατρική εμπειρία, με ερμηνείες υψηλού επιπέδου. Όσοι αγαπούν το ψυχολογικό θέατρο, θα έπρεπε την απολαύσουν. Μια παράσταση με πυκνούς συμβολισμούς, που εκλύει πρωτογενή ενέργεια μέσα από μία πολύ καλή σκηνοθεσία. Ένα έργο κλασικά δυνατό που θέτει το πρόβλημα της ανθρώπινης απελπισίας, θέμα που παραμένει όχι μόνον επίκαιρο αλλά και επιτακτικό.
* Τον Μάρτιο θα επαναληφθεί στο θέατρο «Εμπορικόν», για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, η επιτυχία της περυσινής χρονιάς, «Ο Γυάλινος Κόσμος» του Τεννεσσή Ουίλλιαμς.
* Πρωταγωνιστούν:
Δημήτρης Καταλειφός, Φιλαρέτη Κομνηνού, Βασίλης Μπισμπίκης.
* Μετάφραση: Δήμος Κουβίδης
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καταλειφός, Ελένη Σκότη
Σκηνικό – κοστούμια: Μικαέλα Λιακατά
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Φωτογραφίες παράστασης: Νικόλας Κομίνης
Βοηθός σκηνοθέτη: Λάμπρος Γραμματικός
* Αύγουστος Στρίντμπεργκ
“Ο Χορός Του Θανάτου”
Θέατρο Εμπορικόν
Διάρκεια παράστασης: 140’ (με διάλειμμα)
* Αύγουστος Στρίντμπεργκ (Στοκχόλμη, 1849-1912). Πολυγραφότατος Σουηδός συγγραφέας και δραματουργός, πατέρας -κατά τον Ο’ Νήλ- του σύγχρονου θεάτρου. Δύσκολη παιδική ηλικία, παράφορη φύση και ασταθής, οργισμένος ατομικισμός, βίαιος ενίοτε μισογυνισμός και διαρκής αναζήτηση του απόλυτου χαρακτηρίζουν τον Στρίντμπεργκ αλλά και τα πρόσωπα των έργων του, κατά το μάλλον ή ήττον αυτοβιογραφικών (“Ο γιος της δούλας”). Η σκέψη του, επηρεασμένη από τον Kierkegaard, τον Nietzsche, τον Rousseau και τον Fourier, τον οδηγεί εκείθεν του ρομαντισμού, στον αθεϊσμό και τον μυστικισμό. Δεινός ερμηνευτής της συμπεριφοράς των ανθρώπων και των μυστηρίων του υποσυνείδητου, περνάει με θαυμαστή ευχέρεια από τον πιο σκληρό νατουραλισμό στον πλέον αέρινο συμβολισμό. Καταγγέλλει τον θρίαμβο της βίας στις διαπροσωπικές σχέσεις και την αδυναμία επικοινωνίας του ενός με τον άλλο, όσο και του ενός με τους πολλούς, έχοντας ο ίδιος φτάσει στα πρόθυρα της τρέλας ύστερα από τις οδυνηρές αποτυχίες των τριών γάμων του. Ο αριθμός τρία σηματοδοτεί και το έργο του, που διαιρείται σε ισάριθμες περιόδους. Η νατουραλιστική περίοδος σημαδεύεται με επιρροές από τον Valles και τον Zola και περιλαμβάνει έργα όπως: “Το κόκκινο δωμάτιο” (μυθιστόρημα που θα προκαλέσει κοινωνικό σκάνδαλο), τα τρία θεατρικά “Ο πατέρας” (πιθανώς, νατουραλιστική παραλλαγή του κλασικού μύθου του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας), “Δεσποινίς Τζούλια” και “Οι δανειστές”, οι σουηδικές ιστορικές τραγωδίες “Ο κυρ Ούλοφ”, “Γουσταύος Βάσα” και “Γουσταύος Αδόλφος” και, τέλος, το δράμα “Ο χορός του θανάτου”. Ακολουθεί η περίοδος του μυστικισμού, ενός γαληνεμένου μυστικισμού, εμπνευσμένου από τον θεόσοφο Swedenborg (“Ονειρόδραμα”). Η τρίτη περίοδος φωτίζεται από ένα διαυγές ουμανιστικό φως χάρη στο Intima Teatern (1907), ένα μικρό θέατρο το οποίο ο ίδιος ο Στρίντμπεργκ δημιουργεί και διευθύνει για να παρουσιάσει εκεί την “Καταιγίδα”, τον “Πελεκάνο”, τη “Σονάτα των φαντασμάτων”, έργα δωματίου διαποτισμένα με σκληρότητα και απόγνωση.
Ο γάμος του συγγραφέα με τη Σίρι φον Έσσεν στάθηκε για λίγα χρόνια ευτυχισμένος. Αυτό οφείλεται βασικά και στις συγγραφικές επιτυχίες του Στρίντμπεργκ στο διάστημα αυτό. Δεν άργησαν όμως οι ζήλιες και οι καβγάδες ανάμεσα στο ζευγάρι. Ο ποιητής ζει μια έντονη εσωτερική περιπέτεια, που τρέφει το μισογυνισμό του και την απέχθειά του για το γάμο και την οικογένεια. Αποτέλεσμα ήταν το διαζύγιο το 1891. Από τότε η ζωγραφική τού έγινε μια λυτρωτική εκτόνωση.
Από το 1892, ο Στρίντμπεργκ περιπλανιέται και πάλι στην Ευρώπη. Το 1893 γνωρίζει στο Βερολίνο και παντρεύεται τη νεαρή Αυστριακή συγγραφέα Φρίντα Ουλ. Γίνεται πατέρας για τέταρτη φορά. Αλλά κι ο δεύτερος αυτός γάμος κατέληξε σε διαζύγιο. Ύστερα από δύο γάμους και δύο διαζύγια, το βασανισμένο πνεύμα του βρίσκει καταφύγιο στο σβεντενμποργκικό μυστικισμό. Είχε προηγηθεί όμως η πνευματική του κατάρρευση από τον καιρό που έμαθε πως ο Νίτσε – με τον οποίο αλληλογραφούσε στα τέλη του 1888 – παραφρόνησε. Έφτασε στο απόγειο της κρίσης στο Παρίσι στα 1895 – 1896. Κλείστηκε σ’ ένα ιδιωτικό σανατόριο για να βρει την ψυχική του γαλήνη.



