29.4 C
Athens
Τρίτη 16 Ιουλίου 2024

ΚΑ-ΛΟ-ΚΑΙ-ΡΙ

Της Μαρίας Γεωργαντά

«Είναι καλοκαίρι!» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Ο τρόπος της τον έκανε, να νιώσει αμήχανα, λες και είχε δείξει ασέβεια σε κάτι πολύ προσωπικό της. Την ήξερε, όμως. Την ήξερε καλά. Για αυτό και αποφάσισε, να μην κουνήσει βήμα από το σημείο συνάντησής τους. Και να μην ερχόταν εκείνη, είχε κερδίσει τη θάλασσα. Βγήκε από το αυτοκίνητό του και άρχιζε να κατευθύνεται προς τη δροσιά της αλμυρής γυναίκας. Το κάθε κύμα που «σβήνει» στα πόδια του, θυμίζει τις άκρες των μαλλιών της, που ξεμπλέκονται στα δάχτυλά του. Του αρκούσε αυτή η αίσθηση, για να μην ανησυχεί για τον ερχομό ή την απουσία εκείνης. Άφησε το σακάκι του στην άμμο με την οικειότητα του γνώριμου εραστή και γέμισε τις χούφτες του με βότσαλα, έτοιμος να τα ρίξει ένα προς ένα στα νερά της θάλασσας, κοιτάζοντας τους παφλασμούς της, σαν να είναι κορμί που αναστατώνεται και ριγεί με τα χάδια του.
«Φαντάσου, να υπάρχει συγχρωτισμός βοτσάλων… υπερθέαμα!» και ένα βότσαλο έσκασε ταυτόχρονα με το δικό του, δημιουργώντας μεγαλύτερη αναταραχή. Εκείνη στεκόταν ξυπόλυτη δίπλα του, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει κατάματα. «Ήρθες τελικά!» της είπε, ρίχνοντας δύο βότσαλα απανωτά- πόσο ήθελε, να την εντυπωσιάζει κάθε στιγμή! «Είχα επιλογή;» του είπε σχεδόν ειρωνικά. «Πάντα έχεις! Όλοι έχουμε! Πάντα σου έδινα επιλογές!» τα χέρια του τώρα είχαν αδειάσει από βότσαλα, μην ξέροντας πώς να αντισταθούν στα δικά της. «Ναι, αλήθεια είναι! Μόνο που με σένα δεν υπήρχε επιλογή ποτέ, όλα ήταν μονόδρομος! Πάντα το ‘μαζί σου’ διάλεγα! Σε ευχαριστώ, όμως!» είπε και κάθισε ήσυχα κάτω, αφήνοντας το φόρεμά της να ντύσει την άμμο. «Μη ψάχνεις άλλα βότσαλα, άφησέ την, να ηρεμήσει! Είμαι εδώ τώρα!» κάθε λέξη της χτυπούσε μέσα του σαν σφαίρα, του έκαιγε τα σωθικά. Την κοιτούσε έτσι, που ατένιζε το πέλαγος με το αεράκι να κυματίζει τα μαλλιά της και ήταν σαν πίνακας άλλης εποχής. Αποφάσισε, να κρατήσει απόσταση, για να μπορεί, να τη χαζεύει και κάθισε λίγο μακριά της. «Πίστευες, ότι δεν θα έρθω;» τον κοίταξε και χαμογέλασε, που δεν την πλησίαζε. «Εσύ είπες ‘Είναι καλοκαίρι!’ και το έκλεισες!». «Το καλοκαίρι όλα έρχονται! Εσύ μου το έμαθες αυτό!». «Τέτοια σου έλεγα;». «Και να συλλαβίζω, μου έλεγες! Να συλλαβίζω ό, τι αγαπώ, για να έχει διάρκεια! Θυμάσαι; Ε- ΡΩ- ΤΑΣ!». Δεν γύρισε, να τον κοιτάξει, ήδη τα λόγια που αναδύονταν από τη μνήμη της ήταν αρκετά για ταχυκαρδίες ρυθμικές. «Ναι, το συλλάβισμα! Συλλάβιζα το όνομά σου, όταν δεν σε είχα. Δεν λειτουργεί, ξέρεις! Ποιητικές φανφάρες για να σε σαγηνεύσω μόνο!» είπε εκείνος με ύφος αποτυχημένου δασκάλου. «Δεν λειτουργεί; Άρα δεν με..» . «Μην το πεις! Αφέθηκα σε σένα, κυρίευσες όλες τις αισθήσεις μου! Όταν η όσφρηση, η γεύση, η αφή, η ακοή, η όραση αιχμαλωτίζονται και έχουν μια μορφή -τη δική σου- νομίζεις, ότι το συλλάβισμα χρειάζεται;». Η σιωπή, που άφηνε τη θάλασσα να ακουστεί, έκανε και τους δύο να ηρεμήσουν για λίγο. Το μόνο, που ήθελαν, ήταν τα κορμιά τους να ενωθούν χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις. «Κα-λο-καί-ρι!» είπε και του πέταξε ένα βότσαλο παιχνιδιάρικα- η σιωπή πάντα συγχωρεί την παιδικότητα. «Δεν πιάνει!» είπε εκείνος, πετώντας το βότσαλο στη θάλασσα. «Τελείωσε;» τον ρώτησε, συμμαζεύοντας το φόρεμά της, σαν έτοιμη για να φύγει. «Το καλοκαίρι; Όχι, αυτό δεν τελειώνει! Μόνο όταν φεύγεις… Φεύγεις;» γύρισε και την κοίταξε κατάματα, έτσι που όλα μαγνητίζονται στα βλέμματά τους σαν ο κόσμος να φτιάχνεται από την αρχή. «Έχω επιλογή;» του είπε χαμογελώντας. «Πάντα έχεις! Μην αρχίζεις πάλι!». Εκείνη γέλασε με τη στιγμιαία ενόχλησή του. «Έχω επιλογή;» τον ρώτησε ξανά, μόνο που αυτή τη φορά το χέρι της είχε απλωθεί, προσμένοντας το δικό του. Εκείνος έσφιξε το χέρι της σαν φυλαχτό, μη λέγοντας λέξη, ευγνωμονώντας που το καλοκαίρι του άρχιζε ξανά. «Θα συλλαβίσουμε μαζί;» είπε εκείνη, γέρνοντας στον ώμο του. «Δεν χρειάζεται, αγάπη μου! Το ζούμε! Ζήστο!»…

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -