Στα βάθη της Ασίας με τον Υπερσιβηρικό

Το ημερολόγιο που ακολουθεί έχει γραφτεί με σκοπό να κρατήσει ζωντανό στις μνήμες μας το υπέροχο ταξίδι που ζήσαμε. Μπορεί να μην είναι λογοτεχνικά καλλωπισμένο ώστε να αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη, αλλά τη δουλειά του την κάνει μια χαρά. Αποφασίσαμε να το γράψουμε από κοινού πέντε μήνες μετά την επιστροφή μας όταν διαπιστώσαμε ότι σιγά σιγά αυτές οι αναμνήσεις ξέφτιζαν. Θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι πρόκειται για συνέχεια του προηγούμενου ταξιδιού κατά το οποίο πραγματοποιήσαμε με τρένο τη διαδρομή Αθήνα – Αγία Πετρούπολη, το ημερολόγιο του οποίου υπάρχει εδώ.

Ολόκληρο το ταξίδι ταξινομημένο σε 17 φακέλους

1η μέρα (25/11/2010)

Αγαπημένο μας ημερολόγιο, είμαστε πάρα πολύ χαρούμενοι. Η ώρα είναι 1.45 μ.μ. και έχουμε ήδη ξεκινήσει το ταξίδι μας. Σκοπός μας είναι να διασχίσουμε κατά μήκος τη βόρεια Ασία με τρένο. Αυτήν τη στιγμή πετάμε για Μόσχα. Η «Αεροφλότ» μας καλωσορίζει. Ο Άκης δεν αφήνει την Ξένια να καθίσει στο παράθυρο. Συμφώνησαν ότι θα αλλάξουν αργότερα. Ο Γιώργος κοιμάται, καθώς ξενύχτησε το προηγούμενο βράδυ τακτοποιώντας τις τελευταίες εκκρεμότητες του ταξιδιού. Ο Κώστας κάνει εξάσκηση στη ρώσικη γλώσσα. Έχει μάθει την αλφάβητο και να μετράει μέχρι το 10. Πριν από λίγο, του δόθηκε η ευκαιρία να κάνει πρακτική ευχαριστώντας την αεροσυνοδό (σπασίμπα). H δε αεροσυνοδός τον έγραψε (#$%^&^%$). Η Ξένια δυσκολεύεται λίγο με την ανάγνωση αλλά είμαστε σίγουροι ότι με τα βοηθήματα που έχει φέρει, θα προκόψει.

Εφόσον δεν ανήκουμε σε κάποιο οργανωμένο τουριστικό γκρουπ, θα πρέπει από μόνοι μας να χωρίσουμε τις αρμοδιότητες που θα αναλάβει ο καθένας από εμάς.
Γιώργος:
-Ξεναγός, καθώς έχει αναλάβει την οργάνωση του ταξιδιού και την τακτοποίησή του μέσα σε 17 φακέλους (κατηγορίες: κίτρινα = τρένα, μπλε = αεροπλάνα, πράσινα = διαμονές, κόκκινα = λοιπά)
-Επίσημος εικονολήπτης (καμεραμάν)
Άκης:
-Διαχειριστής κοινού ταμείου
-Διεκπεραιωτής μεταφορών και διαμονής
-Υπεύθυνος τηλεπικοινωνιών. Δηλαδή έχει αναλάβει τους φακέλους, τα λεφτά και το ειδικό διεθνές κινητό τηλέφωνο
Κώστας:
-Υπεύθυνος σιτισμού
-Γευσιγνώστης
-Επίσημος φωτογράφος
Ξένια:
-Υπεύθυνη ημερολογίου (αυτό που διαβάζεις τώρα)
-Δημόσιες σχέσεις
-Εφεδρικός φωτογράφος
-«Κλείσε τα μάτια»

Το μετρό της Μόσχας είναι από μόνο του αξιοθέατο

Ώρα 5.30 μ.μ. Προσγειωνόμαστε στο αεροδρόμιο «Σερεμέτιεβο» της Μόσχας. Ανοίγεται ο δεύτερος φάκελος! Περιεχόμενο: 4 εισιτήρια προαστιακού σιδηροδρόμου για τη μεταφορά μας από το αεροδρόμιο στο μετρό της πόλης. Κατεβαίνοντας από το «Αεροεξπρές» στην αποβάθρα… χανόμαστε! Η έλλειψη αγγλικής σήμανσης προς την έξοδο μάς αναγκάζει να περιφερόμαστε άσκοπα επί μισή ώρα. Άρα, το ВЫХОД είναι μία από τις λέξεις που θα έπρεπε να γνωρίζουμε.
Το μετρό της Μόσχας είναι παλιό, με εντυπωσιακή διακόσμηση και γρήγορο, όχι μόνο στους συρμούς αλλά και στις μακρουλές κυλιόμενες. Εντοπίζουμε το σωστό τερματικό σταθμό τρένων, επιβεβαιώνουμε την αναχώρησή μας και αφήνουμε τις βαλίτσες για να κάνουμε μια γρήγορη περιήγηση στην πόλη -μια βόλτα στο κρύο. Επισκεπτόμαστε την Κόκκινη Πλατεία, το Κρεμλίνο, τον Άγιο Βασίλειο, το Μαυσωλείο του Λένιν και μια άσπρη εκκλησία (Ιησού Σωτήρος) με χρυσό τρούλο (όλα απ’ έξω). Αναπαριστούμε ανεπιτυχώς την παρέλαση του κόκκινου στρατού, αγοράζουμε τα πρώτα μας σουβενίρ. Ο Άκης δεν άφησε την Ξένια να αγοράσει καπέλο. Τρώμε τα πρώτα μας πιροσκί παρότι οι διαφημίσεις στους δρόμους μας προτείνουν χέσμπεργκερ, αλλά δεν καταλαβαίνουμε πού τα πουλάνε. Έπειτα από όλα αυτά επιστρέφουμε στο σταθμό και επιβιβαζόμαστε στο τρένο. Εμείς φορτωμένοι με βαλίτσες, βότκες, πιροσκί, σάντουιτς και ο «Κόκκινος Στρατός» με πυρηνικά.
Ο Υπερσιβηρικός είναι ένα τρένο που ξεκινάει από τη Μόσχα και φτάνει στο Βλαδιβοστόκ διασχίζοντας κατά μήκος όλη τη Ρωσία. Εμείς όμως έχουμε σκοπό να ακολουθήσουμε τον Υπερμογγολικό, ένα παρακλάδι της προαναφερθείσας γραμμής που μέσω Μογγολίας καταλήγει στο Πεκίνο.
Να σημειώσουμε εδώ ότι κάθε βαγόνι έχει τον προσωπικό του φροντιστή. Ένας υπεύθυνος για το μαγκάλι που λειτουργεί με κάρβουνα και ζεσταίνει το βαγόνι και το σαμοβάρι για να έχουν οι ταξιδιώτες μονίμως καυτό νερό. Επίσης, καθαρίζει τις τουαλέτες και όταν το τρένο κάνει στάση σε μεγάλο σταθμό κατεβαίνει με ένα σφυρί και σπάει τα ούρα από την αποχέτευση τα οποία έχουν σχηματίσει σταλακτίτες. Γενικά φροντίζει για την άνεση των ταξιδιωτών. Από εδώ και στο εξής αυτόν τον άνθρωπο θα τον ονομάζουμε «Στρατηγό».

Η Κόκκινη Πλατεία με τον πολύχρωμο ναό του Αγίου Βασιλείου

Η διαμονή μας στην τετράκλινη καμπίνα εκ πρώτης όψεως φαντάζει αδύνατη. Μόλις μπαίνουμε μέσα εμείς, οι βαλίτσες, τα μπουφάν και οι προμήθειες, σφηνώνουμε. Και σαν μη φτάνουν όλα αυτά, έρχεται ο «Στρατηγός» και μας φορτώνει κουβέρτες, σεντόνια, μαξιλάρια, πετσέτες και στο τέλος μας ζητάει και τα εισιτήρια.
Όπα! Παύση. Όλοι έξω. Εδώ χρειάζεται οργάνωση. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε κάθε σπιθαμή χώρου. Καταστρώνεται το σχέδιο και ο Άκης με τον Γιώργο αναλαμβάνουν την εκτέλεσή του. Βαλίτσες κάτω από τα κρεβάτια (με συγκεκριμένη σειρά αλλιώς δεν χωράνε), μπουφάν, γάντια, κασκόλ στο πατάρι, φαγητά και ποτά στο τραπεζάκι. Κατόπιν στρώσιμο κρεβατιών, αλλαγή ρούχων («κλείσε τα μάτια σου») και αφαίρεση βαρέων υποδημάτων…
Χαλάρωση. Μεσάνυχτα. Το τρένο ξεκινάει… Βρισκόμαστε σε ένα κλειστό, με χαμηλό φωτισμό, κινούμενο χώρο. Αποχαιρετάμε τη Μόσχα. Τα τοπία έξω από το παράθυρο εναλλάσσονται. Το δέος που μας κατακλύζει είναι διάχυτο. Η αρχή μιας διαδρομής πάνω σε ράγες που διαρκεί 6 μέρες μόλις έγινε. Αποφασίζουμε να γιορτάσουμε αυτό το μεγάλο γεγονός με ένα δείπνο. Φάγαμε, ήπιαμε και πέσαμε για ύπνο καθώς την επόμενη μέρα είχαμε πρωινό ξύπνημα. Ο ρυθμικός ήχος, το απαλό κούνημα του βαγονιού και γενικά η όλη… τρενίλα μας νανούρισαν.

2η μέρα (26/10/2010)

Ώρα 7.20 το πρωί φτάνουμε στο Νίζνι Νόβγκοροντ. Σχεδόν τα πάντα κλειστά. Θέλουμε καφέ. Ελπίζουμε να βρούμε ακολουθώντας τη διαδρομή του πλάνου. Ο Άκης συλλέγει τον πρώτο πόντο στο παιχνίδι (ένας πόντος σε όποιον αναγνωρίζει πρώτος άγαλμα του Λένιν). Η πόλη πρέπει να αποτελεί θερινό προορισμό καθώς στις όχθες του ποταμού υπάρχουν πολλά πλωτά καφέ-μπαρ που τη συγκεκριμένη περίοδο υπολειτουργούν.

Τα πλωτά καφέ-μπαρ στις όχθες του Νίζνι Νόβγκοροντ

Μόλις διασχίσαμε μια ατελείωτη γέφυρα στο έλεος των ανέμων. Δεν μπορούμε να βρούμε λόγια για να περιγράψουμε αυτή την κακουχία που ζήσαμε. Καθώς κατηφορίζουμε προς το κέντρο της πόλης, μέσα στα παγωμένα σοκάκια, παρατηρεί ο Γιώργος: «Κώστα, βλέπω ότι τα παπούτσια σου έχουν σόλα «Βιμπράμ». Ξέρεις, αυτή η σόλα…», μπαμ, πάρτον κάτω τον Κώστα, και συνεχίζει ο Γιώργος «…να σου τελειώσω αυτό που έλεγα… είναι αντιολισθητική». Έπειτα από αυτό ο Κώστας επιμένει πως ο Γιώργος έχει «μάτι».
Επισκεφτήκαμε την εκκλησία της Γεννήσεως της Παναγίας της Θεοτόκου, που ξεχωρίζει με τους πολύχρωμους τρούλους και το έντονο κεραμιδο-κόκκινο χρώμα. Τα τεράστια καπάκια των υδρορροών κάνουν όποιον περνά από πάνω τους να φαίνεται σαν νάνος. Γιούπι… Βρήκαμε καφετέρια. Ο Κώστας (πέντε μήνες μετά) ακόμα δεν μπορεί να χωνέψει αυτό που του ήπιε ο Γιώργος.
Με νέα διάθεση ακολουθούμε τον παραλιακό δρόμο της πόλης. Ένα μικρό γλέντι λαμβάνει χώρα στην προβλήτα. Πλησιάζουμε πιο κοντά και πέφτουμε σε γάμο. Χαιρετάμε, ευχόμαστε στο ζευγάρι και φεύγουμε. Συνεχίζουμε προς το πάνω μέρος της πόλης μέσω 471, 5 σκαλιών. Εκεί είναι το Κρεμλίνο, με την άσβεστο φλόγα (βλ. Μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη) και την εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ με τα λείψανα του Κούζμα Μίνιν (ο μεγαλύτερος ήρωας-κρεοπώλης στην παγκόσμια Ιστορία, που μαζί με τον Ντμίτρι Ποζάρσκι εκδίωξαν τους Πολωνούς από τη Μόσχα). Μπαίνοντας μέσα μυρίζουμε, όπως και στην πρώτη εκκλησία, φρέσκα άνθη (ντάλιες και τριαντάφυλλα). Ανηφορίζουμε την τοπική Ερμού και φτάνουμε στην καρδιά της πόλης. Εκεί αρχίζει το παζάρι με τα ταξί. Ύστερα από διαπραγματεύσεις καταφέρνουμε να πάρουμε το ακριβότερο για το μουσείο αυτοκινήτων «Γκαζ». Εκεί «κουφαινόμαστε» από τα εκθέματα. Στέλιο, εσένα θα σου άρεσε πολύ. Βγαίνοντας, έχει ήδη σουρουπώσει. Μπαίνουμε σε ένα ταλαιπωρημένο μετρό ώστε να πάμε στο σιδηροδρομικό σταθμό για να επιβιβαστούμε στο δεύτερο τρένο. Απέναντι από το σταθμό υπάρχει ένα πολυκατάστημα με σελφ σέρβις στον τελευταίο όροφο, όπου και αποφασίζουμε να φάμε. Μετά περνάμε και από το υπόγειο σούπερ μάρκετ και γεμίζουμε τις αποθήκες και τις φαρμακαποθήκες μας. Μεγάλο οργανωτικό επίτευγμα η αγορά προσωπικού πλαστικού ποτηριού με διαφορετικό χρώμα για τον καθένα.

Η εκκλησία της Γεννήσεως της Παναγίας της Θεοτόκου

Εφόσον η δεύτερη στάση με το τρένο θα ήταν την επομένη το βράδυ, αποφασίζουμε να το ρίξουμε έξω κάνοντας πάρτι μέσα στην καμπίνα. Οι βότκες έχουν τον πρώτο λόγο. Φαγητό και μουσική. Ο Άκης έχει 37 βαθμούς πυρετό και μέχρι στιγμής έχει πιει 9 ντεπόν και 3 εχινάκειες. Εφόσον διαθέτουμε θερμόμετρο, καθιερώνουμε ένα καινούριο παιχνίδι. Διαγωνιζόμαστε στο ποιος είναι ο καλύτερος στο να προβλέπει τη θερμοκρασία των παρευρισκομένων με μεγάλη ακρίβεια.

3η μέρα (27/11/2010)

Μεσημέρι. Είμαστε ακόμα μέσα στο τρένο. Οι προβλέψεις του Κώστα επαληθεύτηκαν. Τελικά το δεύτερο βράδυ ήμασταν όλοι πτώματα, οπότε και δεν ροχάλισε καθόλου. Σκαρφαλώνουμε τα Ουράλια Όρη από τα ξημερώματα. Τα πάντα πλέον είναι καλυμμένα με χιόνι. Ο Γιώργος περιμένει να πλύνει τα δόντια του, η Ξένια πρόλαβε και τα έπλυνε στη προηγούμενη στάση εκτός τρένου υπό το βλέμμα της άγριας «Στρατηγού». Η Ξένια ευελπιστεί να ξαλαφρώσει τη βαλίτσα της προσφέροντάς μας νεσκαφέ, γαλατάκια και σακουλάκια ζάχαρης κλεμμένα από όλη την Ελλάδα (ευχαριστούμε μαμά Ξένιας). Μόλις αντιληφθήκαμε τη χρησιμότητα του σαμοβαριού και του μαχαιριού (που δεν έχουμε). Ζεστοί καφέδες και τσάγια συνοδεύουν ένα continental πρωινό. Ο Άκης με την Ξένια κάνουν μια βόλτα για να δουν και το υπόλοιπο τρένο αλλά αποφασίζουν να γυρίσουν όταν φτάνουν στο βαγόνι που είναι γεμάτο κρεβάτια χωρίς διαχωριστικά και θα έπρεπε να περάσουν ανάμεσα από ένα σωρό ανθρώπους που κοιμούνται. Ακολουθεί η ώρα του παιδιού. Παίζουμε μίνι ταμπού και όταν μας τελειώνουν τα φύλλα παίζουμε με τα ίδια και παντομίμα.

Αναμνηστική φωτογραφία με τους νεόνυμφους

Ώρα 7 μ.μ. Φτάνουμε στο Εκατερίνεμπουργκ. Παρότι το ξενοδοχείο μας είναι απέναντι από τον σταθμό, ταλαιπωρούμαστε από τις βαλίτσες που σέρνουν μαζί τους όλο το χιόνι. Ουάου… τι ξενοδοχειάρα είναι τούτη; Μπλιαχ… τι δωμάτια είναι αυτά; Τέλος πάντων, μια νύχτα είναι, θα περάσει. Πάμε τώρα μια βόλτα να βρούμε και το CCCP (το ιστορικό εστιατόριο όπου φιλοξενούσε όλη την αφρόκρεμα του στρατού της Σοβιετικής Ένωσης). Λόγω του κρύου βλέπουμε σταλακτίτες να κρέμονται από τις στέγες και τα μουστάκια του Κώστα.
Ενα ζευγάρι Εκατερινεμπουργκιανών (ένα αγόρι και ένα κορίτσι ή κατά τον Κώστα δύο κορίτσια) μας οδηγεί στο εστιατόριο, και μάλιστα προθυμοποιείται να τους κεράσουμε. Αλλά εμείς τους απογοητεύουμε. Το εσωτερικό είναι προσεγμένο και με ζωντανή μουσική. Οι Ρώσοι δεν έχουν χορευτικά ταμπού. Χορεύουν όπως να ‘ναι χωρίς να τους νοιάζει τίποτα. Κακώς, εμπιστευόμαστε την επιλογή του σεφ όσον αφορά το κυρίως πιάτο. Τα υπόλοιπα ήταν αρκετά καλά και δεν χορέψαμε.

4η μέρα (28/11/2010)

Η ρεσεψιονίστ ξύπνησε κακόκεφη. Δύο-τρεις απλές ερωτήσεις της κάναμε και επειδή δεν μας καταλάβαινε, μας απάντησε έξαλλη «What do you want from me?». Φάγαμε το ενδιαφέρον πρωινό και ξεκινήσαμε τη βόλτα μας. Μια ένδειξη πάνω από την έξοδο του ξενοδοχείου μας πληροφορεί για την ώρα και τη θερμοκρασία (28-11-2011, 10:30, -18 C). Στον παλιό σταθμό του τρένου γίνεται απόπειρα να γυρίσουμε ένα σκετσάκι με τη βιντεοκάμερα. Μετά περνάμε από το τσίρκο, το οποίο είναι χτιστό και μόνιμο, και όπως διαπιστώσαμε στην πορεία δεν λείπει από τις πόλεις της Σιβηρίας. Ανεβαίνουμε κλασικά την Ερμού και καταλήγουμε στο κέντρο της πόλης (1 πόντος για τον Γιώργο). Παρατηρούμε ότι πολλοί κάτοικοι έχουν μογγολικά χαρακτηριστικά.

Η θέα από το ξενοδοχείο στο Εκατερίνεμπουργκ

Τα αυτιά της Ξένιας είναι έτοιμα να πέσουν. Ο Γιώργος της δίνει το σκουφί του. Δεν βλέπει να καταφέρνει να φτάνει μέχρι το παρεκκλήσι στην απέναντι μεριά του ποταμιού και μάλιστα πάνω από το, τελείως εκτεθειμένο στον αέρα, γεφυράκι. Μόνο, να μην είναι κλειστό, γιατί θα αφήσει τα κόκαλά της εκεί. Σωθήκαμε, σωθήκαμε ελάτε γρήγορα μέσα, Αγία Αικατερίνη, μεγάλη η χάρη σου. Αφού ζεσταθήκαμε, αναζητήσαμε ένα πιο αναπαυτικό, ζεστό μέρος από το εκκλησάκι που μας χώραγε μόνον όρθιους. Βρίσκουμε μια σκοτεινή, γκλάμουρ καφετέρια γεμάτη μαύρες ημιδιαφανείς κουρτίνες που απομονώνουν τα τραπεζάκια. Ο Γιώργος αδημονεί να γευτεί το αγαπημένο του ρόφημα από ρώσικη πηκτή σοκολάτα.
Πλησιάζει η ώρα για φαγητό και έχουμε ήδη αποφασίσει να φάμε στο σούσι μπαρ που έχουμε σταμπάρει από την προηγούμενη μέρα. Στο ενδιάμεσο περνάμε από μια παραμελημένη μπλε εκκλησία. Η παραγγελία άργησε να έρθει και συνειδητοποιούμε ότι ο χρόνος κυλάει επικίνδυνα. Δεν έχουμε πολύ στη διάθεσή μας μέχρι να φύγει το τρένο. Και έτσι όπως καθυστερεί και ο λογαριασμός δεν θα προλάβουμε στα σίγουρα να κάνουμε τις δουλειές που θέλουμε όλοι μαζί. Αυτό μας αναγκάζει να χωριστούμε. Ο Γιώργος στο σούπερ μάρκετ, ο Άκης στο κατάστημα με τις βότκες, ο Κώστας με την Ξένια στο φούρνο και στο καπελάδικο. Ραντεβού στο ξενοδοχείο.
Έχουμε έτοιμες τις βαλίτσες όταν καταφθάνουν και ο Κώστας με την Ξένια, αλλά όχι μόνοι, η Ξένια φοράει το καινούριο της καπέλο (είναι πολύ ωραίο).
Ώρα 8.05 μ.μ. Παρότι ο σταθμός απείχε μόλις μερικά μέτρα από το ξενοδοχείο, παραλίγο να χάσουμε το τρένο. Δεν συνέβη όμως και το γιορτάζουμε με ένα μικρό παρτάκι.

5η μέρα (29/11/2010)

Ο κατα-φιστικί σταθμός του Όμσκ

Ώρα 9.00 π.μ. Άφιξη στον κατα-φιστικί σταθμό του Όμσκ. Εδώ θα κάνουμε ένα διάλειμμα 5 ωρών ώστε να φάμε και να αγοράσουμε προμήθειες για το τρένο, καθώς ακολουθούν 40 ώρες συνεχόμενης διαδρομής. Η επιλογή της πόλης του Όμσκ έγινε από τη Μαρία, που ενώ θα συμμετείχε από την αρχή του ταξιδιού, αυτή τη στιγμή δεν είναι παρούσα. Ο σταθμός απέχει αρκετά από το κέντρο της πόλης και ο Κώστας βρίσκει μια στάση λεωφορείων. Αφού ρωτήσαμε ποιο λεωφορείο μας βολεύει, παίρνουμε ένα ταξί. Η κίνηση στους δρόμους είναι αυξημένη (1 πόντος για τον Κώστα, εδώ να σημειώσουμε ότι το παιχνίδι με τους Λένιν έληξε Ακης 2π., Γιώργος 2π., Κώστας 1π. και Ξένια 0π., καθώς δεν έχουμε σημειώσει πού είδαμε τους υπόλοιπους).
Φτάνουμε στο κέντρο της πόλης όπου πηγαίνουμε αρχικά για καφέ. Κατόπιν, βολτάρουμε, περνώντας από τον Τρούλο (έτσι αποκαλούν την κεντρική εκκλησία που ξεχωρίζει με το χρυσό της τρούλο), από την Όπερα και το διάσημο υδραυλικό Στεπάν (σημ. στους δρόμους όλων των πόλεων συναντάμε διάφορα χάλκινα διακοσμητικά αγάλματα και φωτογραφιζόμαστε μαζί τους). Μ’ ένα σπάρο δυο τρυγόνια, αφού βρίσκουμε ένα ωραίο εστιατόριο δίπλα σε σούπερ μάρκετ καλύπτοντας έτσι όλες τις ανάγκες της ημέρας. Προμηθευόμαστε βότκα Καλίνκα, σούπες που φουσκώνουν μόνες τους (noodles), σούπες ξεφούσκωτες (κανονικές), κονσέρβες ψαριών και τεφτέδων (μάλλον κεφτέδες θα εννοεί, σκεφτόμαστε), φακελάκια για τσάι, νερά, ψωμιά, τυριά και ένα τσουρέκι.

Ο «Τρούλος» του Όμσκ

Ο χρόνος αρχίζει να μας πιέζει, οπότε παραγγέλνουμε από τη σερβιτόρα να μας φέρει τα πιο γρήγορά της πιάτα και τη ρωτάμε πού θα βρούμε ταξί. Προθυμοποιείται να καλέσει ένα για εμάς (σημ. μεγάλο μέρος του διαλόγου έγινε με σκιτσάκια). Αφού φάγαμε, παραμένουμε στο τραπέζι μας μέχρι να έρθει το ταξί. Το ταξί όμως αργεί και η αδρεναλίνη αρχίζει να ανεβαίνει. Περιμένουμε λίγο ακόμα, οπότε μας ενημερώνει η σερβιτόρα «ταξί νιετ». «Αμάν… τι μας έκανες κυρά μου;». Γρήγορα, αρπάξτε τα συμπράγκαλα και στους δρόμους. Λίγα τα ταξί και κατειλημμένα. Η αδρεναλίνη ανεβαίνει κι άλλο. Βρίσκουμε ένα αμάξι που ενώ δεν μοιάζει με ταξί κάτι μας λέει να τον ρωτήσουμε. Μας κάνει νόημα να μπούμε. Είναι πειρατής. Όλε, όλοι μέσα στριμωγμένα και βουρ για το σταθμό. Αλλά τι βουρ; Πέφτουμε σε ένα μποτιλιάρισμα χωρίς τελειωμό. Η αδρεναλίνη χτυπάει κόκκινο. Εκεί πού όλα φαντάζουν μάταια, ξάφνου ο καπετάνιος του πειρατικού με δύο ελιγμούς μας βγάζει σε έναν άδειο παραποτάμιο δρόμο και αρχίζει να τρέχει. Εμείς αναρωτιόμαστε αν έχει καταλάβει πού πάμε. Βγάζουμε το σκασμό και περιμένουμε με αγωνία να δούμε πού θα καταλήξουμε. Η αδρεναλίνη χτυπάει παλαμάκια. Νάτος ο σταθμός. Πούντος; Να, να εκεί…
Ώρα 3.25 μ.μ. Το τρένο ξεκινάει. Λίγη ηρεμία είναι αυτό που μας χρειάζεται τώρα. Ξαπλώνουμε στα κρεβάτια μας. Άρχισε ήδη να νυχτώνει. Μετά από λίγες ώρες σηκωνόμαστε και παίζουμε μπριτζ. Το παιχνίδι μας ανοίγει την όρεξη. Δεν δοκιμάζουμε τους τεφτέδες που φαίνονται νοστιμότατοι; Από που ανοίγουν; Να τράβα αυτό. Πω πω μπόχα. Για κοίτα μήπως έχουν λήξει; Όχι ρε παιδιά δεν έχουν λήξει… αλλά οι ξεφούσκωτες είναι για πέταμα. Κάθε επάγγελμα έχει και τις δυσκολίες του, στην προκειμένη περίπτωση ο Κώστας είναι υποχρεωμένος να κάνει τη δοκιμή. Και για να έχει μια πιο ολοκληρωμένη άποψη δοκιμάζει και από άλλη μάρκα τεφτέδων. Τελικά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάνουν μόνο για τον Στρατηγό. Σε αυτό το σημείο, ο γευσιγνώστης έδειξε την κλάση του. Μόλις τα δώσαμε στο Στρατηγό του τρέξανε τα σάλια και μας παρότρυνε να φάμε τις ξεφούσκωτες αγνοώντας την ημερομηνία λήξης.
Η ώρα έχει πάει 9.00 μ.μ. Επίσημα πλέον βρισκόμαστε στην καρδιά της Σιβηρίας. Την πρωτεύουσα της, το Νοβοσιμπίρσκ. Το γιορτάζουμε με ένα χαλαρών τόνων παρτάκι.

Η καμπίνα του τρένου λίγο πριν ξυπνήσουν όλοι

6η μέρα (30/11/2010)

Σήμερα είναι η μοναδική μέρα του ταξιδιού που θα την περάσουμε εξ ολοκλήρου μέσα σε ένα τρένο. Δεν πρόκειται για συνηθισμένη μέρα. Σήμερα θα γυρίσουμε τα Train Wars 1, 2 και 3. Κυριαρχεί όμως μια σπαρίλα. Σηκωνόμαστε, παίρνουμε το πρωινό μας και χαζολογούμε παίζοντας ταμπού και παντομίμα. Τα τοπία έχουν αποκτήσει ένα πολύ γραφικό στυλ. Έχουν εξαφανιστεί τα τσιμεντένια κτήρια και τη θέση τους έχουν πάρει μικροί οικισμοί από χρωματιστά ξύλινα σπιτάκια που βγάζουν καπνούς από τις καμινάδες. Με αυτά κι αυτά, φτάνει το μεσημέρι.
Στο μεσημεριανό δοκιμάζουμε τις σούπες που φουσκώνουν μόνες τους που αποδείχτηκαν καλή επιλογή. Αρχίζει μια μικρή σύσκεψη για την προσαρμογή του σεναρίου, που τελικά κράτησε αρκετά. Στις 8.01 μ.μ. Πέφτει η πρώτη κλακέτα: Φώτα, κάμερα πάμε…
Τα γυρίσματα μέσα στο βαγόνι έστρεψαν όλα τα βλέμματα πάνω μας. Οι Ρώσοι αποδεικνύονται πολύ περίεργοι. Σαν γάτες βγάζουν τα κεφάλια τους έξω από τις καμπίνες και μας χαλούν όλα τα πλάνα. Παρόλα αυτά συνεχίζουμε ακάθεκτοι. Μέχρι να φτάσουμε στο σημείο όπου το σενάριο απαιτεί την παρουσία ενός μικρού παιδιού και το 4χρονο αγοράκι της παρα-διπλανής καμπίνας ταιριάζει λουκούμι. Ακολουθεί καινούρια σύσκεψη για την «απαγωγή» του παιδιού. Υπάρχουν πολλές δυσκολίες. Με ποιο τρόπο τέσσερις άγνωστοι να δανειστούν το παιδί ενός ζευγαριού, όπου ο άντρας μοιάζει ερασιτέχνης μποξέρ και μιλάνε μόνο ρώσικα. Και αυτή η σύσκεψη κράτησε αρκετά. Ο περιορισμένος χρόνος, η ανάγκη ολοκλήρωσης των γυρισμάτων και η ανησυχία μήπως το παιδί πέσει για ύπνο μας ανάγκασαν να κινηθούμε αστραπιαία.
Τελικά τα πράγματα ήταν πιο εύκολα από ό, τι φανταζόμασταν. Ο μπαμπάς αδιάφορος, και η μαμά με τη μεγαλύτερη αδερφή του μικρού εντυπωσιασμένες από τα γυρίσματα που προηγήθηκαν και μας είχαν κάνει πολύ δημοφιλείς στο βαγόνι είπαν αμέσως το «ντα». Μόνο που ήρθαν όλοι μαζί. Καλύτερα από το τίποτα.

Το σαμοβάρι υπάρχει σε κάθε βαγόνι για να έχουν οι ταξιδιώτες μονίμως καυτό νερό για τσάι

Ολοκληρώθηκε η σκηνή με ανέλπιστη επιτυχία. Ευχαριστήσαμε τη μαμά για τη συνεργασία της και κάναμε ένα μικρό διάλειμμα. Για την επιτάχυνση των γυρισμάτων οι υπόλοιπες σκηνές συνεχίστηκαν κεκλεισμένων των θυρών ώστε να αποφευχθούν τα περίεργα βλέμματα. Το προχωρημένο της ώρας δεν μας ένοιαζε. Σε επικίνδυνη φάση των γυρισμάτων ένας ηθοποιός τραυματίστηκε γιατί δεν δέχτηκε το ντουμπλάρισμα από κασκαντέρ. Παρ’ όλα τα προβλήματα καταφέραμε να ολοκληρώσουμε το πρώτο επεισόδιο στις 2 η ώρα τη νύχτα. Αυτό το θεωρήσαμε μια καλή αφορμή για ένα ξεφάντωμα. Στο πάρτι που ακολούθησε καταναλώθηκαν όλα τα αποθέματα βότκας με τα ανάλογα επακόλουθα. Από τότε ίσχυσε ποτοαπαγόρευση.

7η μέρα (1/12/2010)

Ώρα 9.45 π.μ. Φτάνουμε στο Ιρκούτσκ. Ο οδηγός που είχαμε κανονίσει μας περιμένει έξω από το βαγόνι. Το κεφάλι της Ξένιας πονάει πάρα πολύ, του Άκη πονάει πολύ και του Γιώργου απλά πονάει, έτσι λέμε στον οδηγό να μας πάει πρώτα από ένα νοσοκομείο για να δούμε τι συμβαίνει με το πόδι του Κώστα και δεν μπορεί να το πατήσει κάτω. Ο οδηγός αναλαμβάνει τη συνεννόηση με τους γιατρούς. Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων οι υπόλοιποι κάνουμε βόλτες στη γειτονιά και στην τοπική αγορά. Ο γιατρός απεφάνθη ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας αρκεί λίγη ξεκούραση σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή και έναν ορθοπαιδικό επίδεσμο σκέτο γρίφο. Όλα τα παραπάνω καθυστέρησαν το πρόγραμμα περιήγησης στη λίμνη της Βαϊκάλης κατά τρεις ώρες.
Ο επαρχιακός δρόμος για τη λίμνη είναι μακρύς, ευθύς, ανηφορο-κατηφορικός, χιονισμένος και ανάμεσα σε δέντρα, αλλά το γιαπωνέζικο δεξιοτίμονο τζιπ του Λεονίντ δεν μασάει μια.
Πρώτη στάση ένα εντυπωσιακό χωριό – μουσείο με εκθέματα τις ξύλινες κατοικίες της γύρω και ευρύτερης περιοχής που μαρτυρούν τον τρόπο ζωής των Κοζάκων, των Μογγόλων και των άλλων φυλών τα παλαιότερα χρόνια. Ο Κώστας, παρά τον βοηθητικό επίδεσμο, περπατάει με δυσκολία.

Ο Κώστας περιμένει στην ουρά στο νοσοκομείο του Ιρκούτσκ

Δεύτερη στάση ελκηθροδρομίες (dog sliding). Φτάνουμε σε ένα οικογενειακό κτήμα με πολύχρωμα μελίσσια όπου κατοικούν καθαρόαιμα σκυλιά αγώνων. Μόλις βλέπουν τους πελάτες αρχίζουν να γαβγίζουν όλα μαζί σαν να τα σφάζουνε, διεκδικώντας μια θέση στα έλκηθρα. Μας προμηθεύουν βαρύτερο ρουχισμό παραλλαγής που μας κάνει να μοιάζουμε με κυνηγούς πάπιας ή καταδρομείς σε ειδική αποστολή. Τα σκυλιά έχουν σεληνιαστεί, δεν σταματούν να τρέχουν ακόμα και όταν το έλκηθρο είναι δεμένο. Με το λύσιμο αρχίζει η κούρσα. Το στρώμα του χιονιού σε ορισμένα σημεία δεν είναι αρκετά πυκνό με αποτέλεσμα να υπάρχουν αναταράξεις κατά τη διάρκεια της 20λεπτης διαδρομής.
Τρίτη στάση μηχανοκίνητο έλκηθρο. Λόγω του προχωρημένου της ώρας έχει αρχίσει να νυχτώνει. Έπειτα από μακρά σύσκεψη, αποφασίζουμε να βιώσουμε αυτή την εμπειρία χωρίς όμως τον Κώστα, καθώς η ελκηθροδρομία σε συνδυασμό με το κρύο τον αποτελειώσανε. Η διαδρομή διήρκεσε μιάμιση ώρα και περιελάμβανε πολλές πτώσεις. Στην επιστροφή έχει ήδη νυχτώσει, ο Κώστας μαζί με τον Λεονίντ έχουν επιστρέψει από τη δική τους βόλτα στα παράλια της λίμνης. Η Ξένια θέλει κι άλλο. Τελικά τη μεταπείθουμε τάζοντάς της παστό λιμνόψαρο.
Στάση τέταρτη. Μια υπαίθρια αγορά με ψησταριές. Το τοπικό έδεσμα είναι φημισμένο στην περιοχή. Ένα συγκεκριμένο είδος ψαριού που «ανθεί» μόνο στη λίμνη της Βαϊκάλης, ψημένο ποικιλοτρόπως. Δοκιμάζουμε κάποια από αυτά και αποφασίζουμε να πάρουμε και για το τρένο.
Στάση πέμπτη. Φαρμακείο και σούπερ μάρκετ για προμήθειες.

Ξύλινες κατοικίες στο χωριό – μουσείο

Στάση έκτη. Τέλος ξενάγησης. Ο Λεονίντ μας αφήνει έξω από το σταθμό του τρένου που μας παρέλαβε το πρωί. Τον ευχαριστούμε για την πολύτιμη βοήθειά του και κατευθυνόμαστε στο παρακείμενο φαστφουντάδικο για επιπλέον μεζέδες.
Ώρα 21.50. Το τρένο ξεκινάει, όχι όμως και το πάρτι. Ακολούθησε δεξίωση. Σε αυτό το σημείο θα θέλαμε να… καταγγείλουμε ότι ενώ όλα τα τρένα μέχρι τώρα είχαν θέα από το παράθυρο το Βορρά, το συγκεκριμένο ήταν το μοναδικό που έβλεπε προς το Νότο με αποτέλεσμα να χάσουμε όλη τη θέα της λίμνης.

8η μέρα (2/12/2010)

Κτίριο στο βουδιστικό κέντρο κοντά στο Ουλάν Ουντέ

Ώρα 6.15 π.μ. Ξεκινάει το σερί πρωινών ξυπνημάτων. Η επιλογή του Ουλάν Ουντέ ήταν του Κώστα, καθώς ήθελε να επισκεφτεί το βουδιστικό κέντρο της περιοχής. Ο τραυματισμός του σε συνδυασμό με το μούδιασμα των υπολοίπων μας αναγκάζουν να πάρουμε ταξί. Καταλήγουμε σε ένα συγκρότημα εργατικών πολυκατοικιών. Κανένα ξενοδοχείο στον ορίζοντα. Ο Γιώργος έχει εξαφανιστεί. Επιστρέφει έπειτα από λίγο γεμάτος χαρά. Μπαίνουμε σε ένα από τα κτήρια, ανεβαίνουμε τα σκαλιά και συναντάμε την κυρία Όλγα. Με έκπληξη διαπιστώνουμε ότι θα μας φιλοξενήσει στο σπίτι της παραχωρώντας μας τα δύο υπνοδωμάτια, κρατώντας το σαλόνι για πάρτη της. Χωρίς πολλά πολλά κάνουμε μπάνιο και πέφτουμε για ύπνο.
Ώρα 10.00 π.μ. Το πρωινό και η ανάκριση μας περιμένουν στην κουζίνα. Το πρώτο γευστικότατο και το δεύτερο εξονυχιστικότατο. Η καλοσυνάτη κυρία Όλγα πρέπει στο παρελθόν να υπήρξε πράκτορας της KGB. Σε άπταιστα γαλλικά απέσπασε πολλά προσωπικά δεδομένα και λεπτομερείς πληροφορίες για το ταξίδι μας, αναπολώντας ταυτόχρονα το μεγαλείο του καθεστώτος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Τη μετάφραση ανέλαβε να κάνει με χαρά ο Άκης.
Το ταξί που καλέσαμε μάς περιμένει έξω από την πόρτα. Ο οδηγός είναι μιλημένος. Το βουδιστικό κέντρο απέχει 40 λεπτά. Ο δρόμος δεν έχει διόδια αλλά ανά τακτά χρονικά διαστήματα ο οδηγός κατεβάζει το τζάμι και πετάει κέρματα κορνάροντας. Το μοναστήρι θυμίζει λούνα παρκ και όλα κινούνται δεξιόστροφα. Πολλά τουριστικά μαγαζάκια στην είσοδο, σκόρπια πολύχρωμα κτίσματα στο εσωτερικό και μουσική υπόκρουση. Κατά τη βόλτα μας διαπιστώνουμε ότι η μουσική είναι ζωντανή. Σε ένα από τα μεγάλα κτίσματα πάνω από 50 μοναχοί ψέλνουν συνοδεία παραδοσιακών μουσικών οργάνων, περιτριγυρισμένοι από τους επισκέπτες που κάνουν τις προσφορές τους, αποτελούμενες από χρήματα και φαγώσιμα. Να σημειώσουμε ότι τα φαγητά είναι πολυκαιρισμένα και βρωμάνε.

Υπάλληλοι του δήμου στολίζουν την πλατεία του Ουλάν Ουντέ με… πάγους

Στην επιστροφή, ο ταξιτζής μας αφήνει σε ένα μογγολικό εστιατόριο. Η παραγγελία είναι ακαθόριστη και γεμάτη εκπλήξεις. Το φαγητό δεν ικανοποιεί πλήρως τα γούστα μας.
Ο Κώστας ταλαιπώρησε το πόδι του με τον ποδαρόδρομο και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μείνει κλινήρης για το υπόλοιπο της ημέρας. Οι υπόλοιποι πάμε βόλτα στο κέντρο της πόλης. Στην κεντρική πλατεία υπάρχει ένα τεράστιο κεφάλι του Λένιν. Οι υπάλληλοι του δήμου στήνουν το χριστουγεννιάτικο σκηνικό που περιέργως αποτελείται από τεράστιες παγοκολόνες, βάσεις για το φεστιβάλ γλυπτικής. Η μεταμόρφωση των Ρώσων έχει ολοκληρωθεί πλήρως. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι έχουν καθαρά μογγολικά χαρακτηριστικά. Ο Γιώργος παραγγέλνει για τελευταία φορά τη σοκολάτα του. Το κρύο και το επερχόμενο πρωινό ξύπνημα δεν μας αφήνουν περιθώρια για ξενύχτι.

9η μέρα (3/12/2010)

Η κυρία Όλγα, που μας φιλοξένησε στο σπίτι της

Ώρα 5.00 π.μ. Ξυπνάμε, αποχαιρετούμε τη σπιτονοικοκυρά και μεταβαίνουμε στο τρένο για να συνεχίσουμε τον ύπνο μας.
Ώρα 1.30 μ.μ. Φτάνουμε στο συνοριακό σταθμό Ναούσκι. Εξαντλούνται τα τελευταία μας λιγοστά αποθέματα. Στη γύρω περιοχή δεν υπάρχει τίποτα αξιόλογο για φαγητό εκτός από ένα μίνι μάρκετ. Μερικά ρώσικα πατατάκια περιορίζουν την πείνα. Η αναμονή είναι πολύωρη και γεμάτη από επισκέψεις (τελωνειακοί, ελεγκτές, συνοριοφύλακες, στρατιώτες και σκυλιά).
Ώρα 5.00 μ.μ. Επικοινωνούμε με τη Μαρία στην Αθήνα (τοπική ώρα 11.00 π.μ.) για να της θυμίσουμε να ξεκινήσει. Το registration της βίζας από κάποιο τοπικό φορέα, είχε χαρακτηριστεί ως απαραίτητο για την έξοδο από τη χώρα. Η διαρκής μετακίνησή μας όμως, δεν επέτρεψε να το κάνουμε. Τελικά ενώ μας ζητήθηκε δεν αποτέλεσε εμπόδιο για να αποχαιρετήσουμε τη Ρωσία και να μπούμε στη Μογγολία χωρίς προβλήματα. Η πείνα έχει γίνει αβάσταχτη. Στην αντίστοιχη συνοριακή πόλη Σακέ Μπατόρ ο Άκης με την Ξένια ψάχνουν για φαγητό και ευτυχώς εδώ υπάρχει εστιατόριο. Τα ρώσικα χρήματα, όμως, δεν έχουν πέραση. Τα άχρηστα πλέον ρούβλια του ταμείου μετατρέπονται σε τουγκρίκ και κατόπιν σε μάσα. Παράλληλα ο Γιώργος με τον Κώστα που έχουν παραμείνει στο τρένο κάνουν και αυτοί συνάλλαγμα από τους διάφορους πλανόδιους που έχουν κατακλύσει τους διαδρόμους. Το απρόσμενα νόστιμο δείπνο κόστισε για όλους μόνο 15.000 tg (10 €).

Οικισμός με ξύλινα πολύχρωμα μικρά σπιτάκια

Ώρα 9.00 μ.μ. Παίρνουμε έγκριση εισόδου και συνεχίζουμε το ταξίδι. Κατά τη διάρκεια της ημέρας είχαμε εφεύρει δύο καινούρια παιχνίδια με τραπουλόχαρτα. Το «Γιούρι Γκέλερ» και τα «Αινίγματα». Στο πρώτο ένας παίκτης τραβάει ένα φύλλο και προσπαθεί να μαζέψει πόντους μεταδίδοντάς το στους συμπαίκτες του χρησιμοποιώντας μόνο τη σκέψη. Επειδή όμως το επίπεδό μας δεν είναι εξελιγμένο τα ποσοστά επιτυχίας είναι σχεδόν μηδενικά.
Το δεύτερο είναι μετεξέλιξη του πρώτου, αποσκοπώντας στην αύξηση των επιτυχημένων απαντήσεων. Αυτή τη φορά ο ίδιος παίκτης βοηθάει τους συμπαίκτες του με ένα αίνιγμα. Αρκεί να μην αναφέρει σχήμα, χρώμα και αριθμό.
Παράδειγματα:
1. Μονομαχία στους λόφους της.
2. Ταινία του Τζέιμς Μποντ.
3. Οταν συναντιούνται δεν είναι για καλό.
4. Τελευταίοι μεταφορείς.
Για δυνατούς λύτες:
1. Εμείς κι ένα φρούτο.
2. Ψεύτικη Ferrari.
3. Τραγουδιστά: «M’ έχεις κάνει αλήτη, θα μου κλείσεις το σπίτι».
* Οι λύσεις στο τέλος.
Ώρα 11.15 μ.μ. Δεύτερη τηλεφωνική επικοινωνία με τη Μαρία που, σύμφωνα με το πρόγραμμα, βρίσκεται στη Μόσχα (τοπική ώρα 6.15 μ.μ.) και περιμένει την ανταπόκριση για Μογγολία.

Το 27 μέτρων άγαλμα του Βούδα στο μοναστήρι Γκαντάν

10η μέρα (4/12/2010)

Ώρα 6.10 π.μ. Φτάνουμε στην πρωτεύουσα της Μογγολίας, το Ουλάν Μπατόρ. Ψάχνουμε να δούμε απέναντι από το σταθμό την επιγραφή του ξενοδοχείου μας που τελικά είναι κρυμμένη πίσω από ένα άλλο κτήριο. Η διαδρομή προς την είσοδό του είναι επεισοδιακή μιαw και δεν υπάρχει εμφανής τρόπος προσέγγισης, και σαν να μην έφτανε αυτό, έχουμε τους ταξιτζήδες να μας πολιορκούν κάνοντάς μας προσφορές. Τελικά βρίσκουμε το ξενοδοχείο μέσα σε ένα στενό όπου έπρεπε να πάμε πρώτα δεξιά, μετά αριστερά, μετά αριστερά και μετά δεξιά. Ο Κώστας κάνει λόγο για δολιοφθορά καθώς μέχρι να φτάσουμε ολοκληρώνεται η αποσύνθεση της βαλίτσας του. Το δεύτερο σοβαρό πλήγμα που δέχεται την καθιστά άχρηστη.
Η αγουροξυπνημένη ρεσεψιονίστ αδυνατεί να μας εξυπηρετήσει άμεσα. Κανονίζουμε για το πρωινό και αποσυρόμαστε στα ενδότερα. Η τηλεόραση έχει αφιέρωμα στον Αριστοτέλη Ωνάση. Από το παράθυρο φαίνεται το χιόνι που πέφτει και τα αυτοκίνητα που φτάνουν στο ξενοδοχείο αλλά η Μαρία δεν είναι σε κανένα από αυτά. Έπρεπε να είναι ήδη εδώ. Υπάρχει μια ανησυχία και το ενδεχόμενο να έχει χαθεί φαντάζει πιθανό.
Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, η Μαρία έχει προσγειωθεί σε ένα υποτυπώδες αεροδρόμιο. Ο οδηγός, που έχει αναλάβει να τη μεταφέρει στο ξενοδοχείο, είναι άφαντος και το κινητό της τηλέφωνο «νεκρό». Μοναδική παρουσία ένας ταξιτζής που επιμένει να την εξυπηρετήσει επιδεικνύοντας συνεχώς τα διαπιστευτήρια που τον καθιστούν επίσημο μέσο μεταφοράς από το κράτος.
Ύστερα από μισή ώρα αναμονής, η κατάσταση εξακολουθεί να παραμένει ως έχει. Η Μαρία αποφασίζει να διαπραγματευτεί. Ο ταξιτζής ζητάει 25.000, ούτε τουγκρίκ παρακάτω. Είναι ταρίφα, λέει. Η Μαρία πηγαίνει προς το μοναδικό ΑΤΜ και βγάζει τα χρήματα. Δίνει στον ταξιτζή ένα χαρτάκι με τη διεύθυνση και ξεκινούν για το ξενοδοχείο. Ο ταξιτζής συνεχίζει να είναι πολύ ομιλητικός και κατά τη διαδρομή. Έχει αρχίσει να φαίνεται η πόλη όταν ένα αμάξι έρχεται από δίπλα και κορνάρει με μανία κάνοντας νόημα στον ταξιτζή να σταματήσει. Ο ταξιτζής συνεχίζει απτόητος. Το αμάξι μπαίνει μπροστά του και τον σταματάει με το ζόρι. Ακολουθεί μια έντονη λογομαχία μεταξύ των δύο οδηγών. Η Μαρία αντιλαμβάνεται ότι ο τύπος με το αμάξι πρέπει να είναι ο αργοπορημένος οδηγός του ξενοδοχείου. Δίνει 10.000 στον ταξιτζή για να ηρεμήσει και επιβιβάζεται στο δεύτερο αμάξι. Όντως, πρόκειται για τον οδηγό του ξενοδοχείου που ζητάει συγγνώμη για την καθυστέρηση. Τέλος καλό.
Παρότι η Μαρία ήρθε στα μισά του ταξιδιού, έφερε ρούχα και για το υπόλοιπο. Κέρδισε το βραβείο μεγαλύτερης βαλίτσας. Εγκαθίσταται στο δωμάτιο και κατεβαίνουμε όλοι μαζί για πρωινό. Η Μαρία μας αφηγείται την πρωινή της περιπέτεια και διαπιστώνουμε ότι από σύμπτωση βρίσκεται μαζί μας καθώς:
α. Το χαρτάκι που επέδειξε, έγραφε τη διεύθυνση του ξενοδοχείου στο Πεκίνο.
β. Ο ταξιτζής υποστήριζε ότι γνωρίζει το συγκεκριμένο ξενοδοχείο.
γ. Ο οδηγός του ξενοδοχείου τους βρήκε αρκετά χιλιόμετρα μετά το αεροδρόμιο.
Μετά το πρωινό παραγγέλνουμε ένα ταξί για πέντε άτομα και έρχεται ένα για τρία. Το διώχνουμε και μετά έρχεται ένα για τέσσερα. Δεν βαριέσαι, θα στριμωχτούμε. Σταμάτησε να χιονίζει και βγήκε ήλιος. Η πρωτεύουσα είναι αρκετά σύγχρονη σε σχέση με αυτό που περιμέναμε, αν και σε κάποια σημεία υπάρχουν σκηνές και μικρά σπιτάκια με έντονα χρώματα. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι πολλές ιρλανδικές παμπ, τα καραόκε, τα σπα και τα σνούκερ.

Τα χειμερινά ανάκτορα Μπογκντ Καν

Πηγαίνουμε για συνάλλαγμα και ερχόμαστε σε επαφή με τους πρώτους απατεώνες.
1η στάση το μοναστήρι Γκαντάν, χτισμένο σε θιβετιανό στυλ. Οι επισκέπτες είναι και αυτοί ντυμένοι με πολύχρωμα παραδοσιακά ενδύματα. Στον κεντρικό ναό υπάρχει ένα άγαλμα του Βούδα ύψους 27 μέτρων. Ακολουθώντας την παράδοση περιστρέφουμε όλα τα προσευχο-κυλινδράκια. Είναι πολλά τα άτιμα και αλάδωτα, μας έφυγαν τα χέρια. Αλλά το θαύμα γίνεται, το πόδι του Κώστα θεραπεύεται. Σε ένα άλλο κτίσμα οι μοναχοί εντυπωσιάζουν τη Μαρία με τη «συναυλία» τους. Αντί για πόρτες, έχουν βαριά χαλιά.
2η στάση το μουσείο χειμερινών ανακτόρων Μπογκντ Καν. Ενα εγκαταλελειμμένο παγοδοειδές ελαφρώς ξεβαμμένο, με ενδιαφέροντα εκθέματα, συγκρότημα. Το τελευταίο αυτοκρατορικό ζευγάρι ήταν τετράπαχο. Τα πολλά δωμάτια και οι κήποι μας κούρασαν.
3η στάση ο ναός-μουσείο Σόιγιν Λάμα. Μόλις κατεβαίνουμε από το ταξί και βλέπουμε ότι είναι παρόμοιο με τα χειμερινά ανάκτορα, φεύγουμε επιτόπου.
4η στάση το Μαύρο Παζάρι. Ένας περιφραγμένος τεράστιος υπαίθριος χώρος γεμάτος «μαϊμούδες» και πορτοφολάδες. Έχει και εισιτήριο εισόδου. Αφού περιπλανιόμαστε με τα χέρια στις τσέπες καταφέρνουμε να χάσουμε μόνο 5 ευρώ. Το κρύο είναι έντονο και το μόνο ενδιαφέρον που βρίσκουμε να αγοράσουμε είναι κάποια ζευγάρια κάλτσες από μαλλί καμήλας.
Τελευταία στάση, το «Στέιτ Ντιπάρτμεντ». Δώσαμε 45.000 τουγκρίκ (30 ευρώ) στον οδηγό και μπαίνουμε στο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της πόλης. Αναζητήσαμε κυρίως σουβενίρ και ενδύματα από κασμίρ.
Όταν βγαίνουμε έχει αρχίσει να νυχτώνει και η κίνηση στους δρόμους είναι έντονη. Ψάχνουμε να βρούμε ένα μέρος να φάμε. Βρίσκουμε ένα δρόμο με αρκετά φαγάδικα μέτριας ποιότητας. Καταλήγουμε σε ένα το οποίο αποδείχτηκε πολύ καλό. Οι χαμηλές τιμές μας οδήγησαν σε μεγάλη παραγγελία. Μπουχτίσαμε στο φαγητό.
Ευχαριστημένοι πηγαίνουμε στο σούπερ μάρκετ για τις προμήθειες του τρένου. Εκεί ψωνίζουμε πολλά καλά, μεταξύ των οποίων το περίφημο U.F.O. (νουντλς που φουσκώνουν μόνα τους). Στην έξοδο πιάνουν την Μαρία κατηγορώντας την ότι έκλεψε ένα μέλι. Ύστερα από λίγο μας ζητούν συγγνώμη και μας αφήνουν ελεύθερους.

Το Μαύρο Παζάρι με τους πορτοφολάδες

Έχει πλέον νυχτώσει για τα καλά, αλλά δεν μπορούμε να το ξενυχτήσουμε. Μια-δύο μπίρες σε μια ιρλανδέζική παμπ πριν από το τελευταίο πρωινό ξύπνημα δεν είναι απαγορευτικές. Κατόπιν επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο με τα πόδια. Η διαδρομή είναι μεγάλη και ενδιαφέρουσα με αρκετές αντιθέσεις. Να σημειωθεί ότι στη διαδρομή περάσαμε από μια καθ’ όλα χριστιανική φάτνη με στολίδια και φωτάκια. Θέλοντας να τηρήσουμε την, όπως φαίνεται, παράδοση κατεβαίνουμε στο λόμπι για μια παρτίδα σνούκερ. Τελικά η αίθουσα είναι κλειστή.

11η μέρα (5/12/2010)

Ώρα 6.00 π.μ. Ετοιμαζόμαστε και κατεβαίνουμε στο σταθμό. Ενώ η μέχρι τώρα μετακίνησή μας γινόταν με αμαξοστοιχίες που εκτελούσαν τοπικά δρομολόγια, το 7ο και τελευταίο μας τρένο είναι το επίσημο του Υπερμογγολικού. Εκτελείται μια φορά την εβδομάδα και διανύει εξ ολοκλήρου τη διαδρομή. Έχει όμως καθυστέρηση 10 λεπτά, αλλά το δικαιολογούμε καθώς έρχεται από τη Μόσχα, μια απόσταση 15πλάσια της Αθήνας – Θεσσαλονίκης.
Επιβιβαζόμαστε και συνεχίζουμε τον ύπνο μας. Διασχίζουμε την έρημο Γκόμπι, η μέρα είναι ηλιόλουστη και τα χιόνια σταδιακά λιώνουν, όπως και το βούτυρο. Ευτυχώς στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ των βαγονιών έχει ακόμα πάγο για να το συντηρήσουμε. Βλέπουμε πολλούς καταυλισμούς με σκηνές, καμήλες δικάμπουρες, άγρια άλογα και περίεργα κατσικο-πρόβατα. Έχουμε όλη τη μέρα στη διάθεσή μας και είναι η τελευταία ευκαιρία να ολοκληρώσουμε τα Train Wars. Μας μένουν δύο επεισόδια. Το πρώτο, το γυρίζουμε με μεράκι αλλά το δεύτερο πρόχειρα. Οι Ευρωπαίοι πλέον συνεπιβάτες μας συμπεριφέρονται όπως και οι Ρώσοι. Τα πλάνα ολοκληρώνονται με χειροκροτήματα, εκτός τρένου, στον σταθμό Τσόιρ.

Το μογγολικό εστιατόριο στο τρένο

Λίγο πριν από το σούρουπο επισκεπτόμαστε για πρώτη φορά στο ταξίδι το εστιατόριο του τρένου. Να σημειωθεί ότι το βαγόνι του εστιατορίου μαζί με το προσωπικό όπως και η μηχανή αλλάζουν από χώρα σε χώρα. Εφόσον, λοιπόν, βρισκόμασταν σε μογγολικό έδαφος θα τρώγαμε και τα αντίστοιχα εδέσματα. Ο μετρ είναι έξω καρδιά. Με το που μας βλέπει μας αρχίζει στις αγκαλιές. Ιδιαίτερη αδυναμία δείχνει στον Κώστα και συγκεκριμένα στα μούσια του που δεν σταματάει να τα χαϊδεύει. Από ό, τι φαίνεται οι Ασιάτες βλέπουν με θαυμασμό τους μουσάτους και μάλλον έχουν για γούρι τη συγκεκριμένη χειρονομία. Το βαγόνι του εστιατορίου είναι εκπληκτικό, διακοσμημένο με σκαλιστό ξύλο και στολισμένο με πολλά παραδοσιακά, ξύλινα επίσης, μικροαντικείμενα. Τρώμε το νόστιμο αλλά ακριβό και λιγοστό φαγητό. Αποχαιρετάμε τον Αγκαλίτσα και φεύγουμε. Η μέρα συνεχίζεται με ταμπού, παντομίμα και «αινίγματα».
Ώρα 9.00 μ.μ. Φτάνουμε στο συνοριακό σταθμό Ερλιάν της Κίνας. Εκεί μας παίρνουν τα διαβατήρια και μας δίνουν την επιλογή να κατεβούμε από το βαγόνι όση ώρα θα διαρκούσε η αλλαγή των τροχών. Εμείς αποφασίζουμε να παραμείνουμε μέσα και να παρακολουθήσουμε την όλη διαδικασία τρώγοντας U.F.O., γεύση από άλλο γαλαξία.

Η αλλαγή των τροχών των βαγονιών στα σύνορα της Μογγολίας με την Κίνα

Τα κάθε βαγόνι αποκολλείται και οδηγείται στο αμαξοστάσιο. Εκεί, λύνεται το σύστημα των τροχών, το βαγόνι ανυψώνεται, το νέο σύστημα περνάει από κάτω, το βαγόνι κατεβαίνει και κουμπώνει. Καμία σχέση με τα πιτ στοπ στη Φόρμουλα 1. Ούτε στη χρονική διάρκεια της αλλαγής, αλλά ούτε και στη χρησιμότητα, διότι οι τροχοί μας δεν έχουν υποστεί φθορά και δεν επηρεάζουν την απόδοση του πολυθέσιου λόγω καιρικών συνθηκών. Ο λόγος είναι η μεταβολή της απόστασης μεταξύ των ραγών.
Επιστρέφουμε στο συνοριακό σταθμό και ερχόμαστε αντιμέτωποι για πρώτη φορά με το κινέζικο σύστημα επαγγελματικής απασχόλησης. Μιλιούνια Κινεζάκια ξεχύνονται από το κτήριο, μπουκάρουν στα βαγόνια και μοιράζουν τα διαβατήρια. Δώρο-έκπληξη δύο κουπόνια για τζάμπα πρωινό και μεσημεριανό στο εστιατόριο του τρένου.
Ώρα 1.00 π.μ. Το τρένο ξεκινάει ύστερα από τέσσερις ώρες αναμονής. Αίρεται η ποτοαπαγόρευση στο τελευταίο πάρτι που είναι αφιερωμένο στη Μαρία που κερνάει μοσχοβίτικη βότκα. Όταν σχολάει το πάρτι, ο Γιώργος καληνυχτεί και αποσύρεται στο διπλανό δωμάτιο που τον περιμένει η Γερμανίδα συγκάτοικός του.

12η μέρα (6/12/2010)

Ώρα 8.30 π.μ. Δεν έχουμε ξυπνημό και τα χρονικά περιθώρια για το τζάμπα πρωινό στενεύουν. Τελικά, δύο θαρραλέοι αναλαμβάνουν δράση. Ο Κώστας και η Ξένια καταφέρνουν να πάνε στο εστιατόριο, τρώνε και γυρνώντας φέρνουν και για τους υπολοίπους. Σιγά σιγά σηκωνόμαστε. Από το παράθυρο φαίνονται τμήματα του Σινικού Τοίχους και κάποιες πυκνοκατοικημένες περιοχές.
Κατά το μεσημεράκι φτάνει η ώρα για το δεύτερο κουπόνι. Αυτό δεν έχουμε σκοπό να το χάσουμε με τίποτα. Ζητάμε από το στρατηγό να κλειδώσει το δωμάτιο και πηγαίνουμε στην τραπεζαρία. Το κινέζικο εστιατόριο είναι απογοητευτικό από πλευράς διακόσμησης και φαγητού. Το μενού περιλαμβάνει ρύζι ατμού με κεφτέ, σαλάτα και ένα αναψυκτικό.
Επιστρέφοντας στο βαγόνι μας, επικρατεί ένα χάος. Η πόρτα του δωματίου είναι ορθάνοιχτη και παντού υπάρχουν πεταμένα σεντόνια. Ο Στρατηγός έχει σημάνει συναγερμό. Σε λίγη ώρα φτάνουμε στο Πεκίνο και πρέπει να είναι όλα στην εντέλεια. Μαζεύουμε τα πράγματά μας και αδειάζουμε τις αποθήκες. Μοιράζουμε νουντλς, σούπες, ψωμί, κονσέρβες εδώ κι εκεί. Η Γερμανίδα γειτόνισσα καταδέχεται μόνο τους ξηρούς καρπούς (τους οποίους είχε φέρει η Ξένια για το κρύο και τους είχε φορτώσει στον Γιώργο από την αρχή του ταξιδιού).
Περνάμε από τη βιομηχανική ζώνη στα περίχωρα του Πεκίνου. Λίγα λεπτά απομένουν για την ολοκλήρωση μιας από τις μεγαλύτερες και φημισμένες διαδρομές τρένου στον κόσμο. Οι σιδηροδρομικές γραμμές εκατέρωθεν του βαγονιού σιγά σιγά πολλαπλασιάζονται και η ταχύτητα του τρένου ελαττώνεται αισθητά. Μπαίνουμε στον τερματικό σταθμό, 5… 4… 3… 2… 1…

Άφιξη στον σιδηροδρομικό σταθμό του Πεκίνου

Γιούπι! Φτάσαμε στο Πεκίνο. Κατεβαίνοντας από τον τελευταίο συρμό, μάς φαίνεται απίστευτο το ότι τελικά τα καταφέραμε, ενώ μας είχε δοθεί πολλές φορές η ευκαιρία να χάσουμε κάποιο τρένο. Καθοριστικός παράγοντας υπήρξε η ακρίβεια των δρομολογίων, παρά τις δύσκολες καιρικές συνθήκες.
Μια ολιγόλεπτη στάση έξω από το σταθμό κρίνεται απαραίτητη. Πανηγυρίζουμε χοροπηδώντας θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να εκτονώσουμε τα έντονα συναισθήματα χαράς, θαυμασμού, ικανοποίησης και ανακούφισης.
Το ξενοδοχείο βρίσκεται σχετικά κοντά, οπότε δεν χρειάζεται να πάρουμε ταξί. Μπαίνουμε στα χουτόνγκ (στενά δρομάκια σε φτωχογειτονιές) παραπλεύρως του σταθμού. Κυριαρχεί μια ανησυχία για το κατάλυμα. Τα σπίτια, οι κάτοικοι, οι μυρωδιές και γενικά το όλο σκηνικό σε συνδυασμό με την εμπειρία που είχαμε στο Εκατερίνεμπουργκ δεν προδιαθέτουν για κάτι περισσότερο από μια παράγκα. Ωστόσο, κανείς δεν έχει το κουράγιο να το εκφράσει, όμως ο Γιώργος φαίνεται αρκετά σίγουρος. Το ξενοδοχείο εμφανίζεται έπειτα από μερικά στενά και ευτυχώς, αποδεικνύεται αξιοπρεπές. Στη ρεσεψιόν υπάρχουν έτοιμα πακέτα ξενάγησης. Δηλώνουμε συμμετοχή σε αυτό που περιλαμβάνει το Σινικό Τείχος.
Τακτοποιούμε τα πράγματα στα δωμάτια και κάνουμε ένα γρήγορο ντους για να φύγει από πάνω μας η τελευταία μυρωδιά τρενίλας. Χαλαρωμένοι και ανάλαφροι ξεκινάμε για μια πρώτη γνωριμία με την πόλη. Σε αντίθεση με τα υπό εξαφάνιση χουτόνγκ, το Πεκίνο είναι μια σύγχρονη πρωτεύουσα με μεγάλους δρόμους, τεράστιες αποστάσεις και πολλούς διάσπαρτους ουρανοξύστες με ξεχωριστό χαρακτήρα ο καθένας.
Είναι ήδη αργά και δεν έχουμε πολλές επιλογές. Παίρνουμε το εξωφρενικά φτηνό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα μετρό (0, 2 ευρώ). Στην είσοδο ελέγχουν τις τσάντες και εμάς τους ίδιους για μεταλλικά αντικείμενα. Ο Κώστας ενθουσιάζεται με τα λαμπάκια που έχουν οι συρμοί πάνω από τις πόρτες για να σου δείχνουν σε ποια στάση βρίσκεσαι. Κατευθυνόμαστε στο πολυκατάστημα ρούχων Γιάσου. Χωριζόμαστε σε δύο ομάδες και ξεκινάει ένα ανελέητο παιχνίδι παζαριών («γιου κιλ μι, χαρακίρι»). Η ομάδα Άκης – Γιώργος ολοκληρώνει πρώτη την αποστολή της και περιμένουν τους υπολοίπους παίζοντας κάτι σαν σνούκερ στην καφετέρια του τελευταίου ορόφου. Το σινιάλο για την εγκατάλειψη του κτηρίου δίνεται από τα μεγάφωνα. Συναντιόμαστε όλοι στην έξοδο. Λάφυρα της επιδρομής είναι δύο βαλίτσες γεμάτες παραδοσιακές ρόμπες, σουβενίρ και γυναικείες τσάντες (εννοείται όλα ντόπια).
Συνεχίζουμε τη βόλτα μας στη γύρω περιοχή όπου υπάρχει ένας στολισμένος τουριστικός δρόμος γεμάτος μπαρ περιωπής με χορευτικά σόου. Οι βιτρίνες επιτρέπουν στους περαστικούς να επιλέξουν το μαγαζί της αρεσκείας τους. Εμείς όμως αναζητάμε αποκλειστικά πάπια Πεκίνου και τίποτα λιγότερο. Ο Κώστας, που εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που επισκέπτεται την πρωτεύουσα της Κίνας, έχει να μας προτείνει ένα εστιατόριο.
Ώρα 10.00 μ.μ. Περπατάμε σε μια έρημη Ερμού. Σχεδόν τα πάντα κλειστά, συμπεριλαμβανομένου του παπιοεστιατορίου. Ευτυχώς, βρίσκουμε ένα άλλο παρακάτω που εκ πρώτης όψεως μοιάζει ψαροταβέρνα. Συνειδητοποιούμε ότι το κινέζικο σύστημα επαγγελματικής απασχόλησης με τους πολλούς και σε μικρή ηλικία υπαλλήλους θα το συναντάμε από εδώ και πέρα σε κάθε μας δραστηριότητα. Σχεδόν ένας υπάλληλος για κάθε τραπέζι. Εφόσον είμαστε οι τελευταίοι πελάτες, τους έχουμε όλους στα πόδια μας. Επιτέλους, τρώμε πάπια Πεκίνου στην έδρα της. Εννοείται ότι την παραγγελία επιμελείται ο Κώστας. Μέχρι να ολοκληρώσουμε το φαγοπότι, οι υπάλληλοι έχουν ετοιμαστεί να φύγουμε.

Το Σινικό Τείχος

13η μέρα (7/12/2010)

Ώρα για ξύπνημα και γρήγορο πρωινό γιατί έχουμε ραντεβού στην είσοδο με τον οδηγό μας. Ο Κώστας είναι πιο χαλαρός, καθότι έχει να τακτοποιήσει ορισμένες μόνον εκκρεμότητες από την προηγούμενη επίσκεψή του.
Η μετακίνηση γίνεται με ένα μικρό βαν και το γκρουπ ολοκληρώνεται με μια Ρωσίδα τουρίστρια συνοδευόμενη από την προσωπική της ξεναγό.
1η τουριστική παγίδα, το εργαστήρι επεξεργασίας νεφρίτη γεμάτο εκθέματα-σουβενίρ.
Επόμενη στάση, οι τάφοι της δυναστείας των Μινγκ. Η συνολική έκταση καταλαμβάνει μια πλαγιά βουνού και έχει εισόδους από διάφορα σημεία. Ο οδηγός μας ξεναγεί σε ένα δευτερευούσης σημασίας τάφο.
Περνώντας την πύλη βρισκόμαστε στον κόσμο των νεκρών. Το κυρίως μέρος είναι μια παγόδα που στο εσωτερικό της έχει στρωθεί ένα μεγαλοπρεπές τραπέζι για το τελευταίο γεύμα πριν από τον ενταφιασμό. Επιστρέφοντας στον κόσμο των ζωντανών πρέπει να προσέξουμε να τιναχτούμε καλά επαναλαμβάνοντας μια κινέζικη προσευχή. Αν δεν το κάνουμε σωστά, υπάρχει κίνδυνος να φέρουμε μαζί μας διάφορα κακά πνεύματα από τον άλλο κόσμο. Ο οδηγός εκτός από εθνικόφρων αποδεικνύεται και πολύ θρήσκος.
Επόμενη στάση το Σινικό Τείχος. Είναι προσπελάσιμο από οκτώ σημεία. Εμείς το προσεγγίζουμε από την είσοδο Μπανταλίνγκ που είναι η πιο τουριστική και απέχει 80 χιλιόμετρα από το Πεκίνο. Ανεβαίνουμε επάνω με κλειστού τύπου τετραθέσιο τελεφερίκ. Ο αέρας το κάνει να ταλαντώνεται σαν τρελό. Η Μαρία κατατρόμαξε…
Πατάμε στο μακρύτερο ανθρώπινο κατασκεύασμα. Τα συναισθήματα είναι ποικίλα. Βλέπουμε ένα πέτρινο φίδι να σκαρφαλώνει τα βουνά και να χάνεται στην άκρη του ορίζοντα. Μας ενημερώνουν ότι πολύ μικρό τμήμα του βρίσκεται σε τόσο καλή κατάσταση, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του είναι κατεστραμμένο έως εξαφανισμένο. Το περπάτημα γίνεται με δυσκολία λόγω της απότομης κλίσης και του δυνατού παγωμένου αέρα. Να φανταστεί κανείς ότι ο Γιώργος με τον Κώστα είχαν εκφράσει εξαρχής την επιθυμία να περπατήσουν το ενδιάμεσο τμήμα μεταξύ δύο κοντινών μεταξύ τους εισόδων, αλλά το τραυματισμένο πόδι του δεύτερου έπαιξε καταλυτικό παράγοντα. Η Μαρία σκέφτεται την κάθοδο με την τηλεκαμπίνα, αλλά αποφασίζει να κάνει υπομονή το λίγο διάστημα που διαρκεί.
Επόμενη στάση – διάλειμμα, πληρωμένο γεύμα με πάπια Πεκίνου.
2η τουριστική παγίδα, το εργοστάσιο μεταξιού. Εκεί εν συντομία μας εξιστορούν την πορεία του, ανά τους αιώνες. Μας δείχνουν τον τρόπο καλλιέργειας και παρασκευής του. Μας εξηγούν τα πλεονεκτήματα και τη χρησιμότητα των προϊόντων που παράγονται από αυτό. Δεν θα πάρουμε, ευχαριστούμε.
3η τουριστική παγίδα, επίδειξη τελετής τσαγιού. Εκεί εν συντομία μας εξιστορούν την πορεία του, ανά τους αιώνες. Μας δείχνουν τις διάφορες ποικιλίες και τον τρόπο παρασκευής. Μας παρουσιάζουν το τελετουργικό προετοιμασίας και κατανάλωσης του αφεψήματος. Μας εξηγούν τα πλεονεκτήματα και τις ευεργετικές ιδιότητές του. Δεν θα πάρουμε, ευχαριστούμε.
4η και καλύτερη τουριστική παγίδα δωρεάν μασάζ μετά πληρωμής σε χώρο των ολυμπιακών εγκαταστάσεων, δίπλα στη «Φωλιά του Πουλιού», από μαθητευόμενους. Αν είμαστε τυχεροί θα συναντήσουμε τους μετρ του είδους που έχουν την ικανότητα να κάνουν ιατρική διάγνωση κοιτώντας μόνο την παλάμη. Και, ναι, τελικά είμαστε πάρα πολύ τυχεροί. Δύο κορυφαίοι από δαύτους τυχαίνει να περνούν από εκεί και μάλιστα μαζί με τους μεταφραστές τους… Μας αναλαμβάνουν έναν προς έναν. Τελικά μας βγάζουν όλους σακάτηδες με τη σύγχρονη ιατρική να σηκώνει τα χέρια ψηλά. Η τύχη μας όμως συνεχίζεται καθώς η πάθηση που έχει ο καθένας μας βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο και είναι 100% ιάσιμη αγοράζοντας τα ειδικά μαντζούνια – βότανα φερμένα από τα βάθη της Κίνας και το Θιβέτ. Έπειτα από σκέψη αποφασίζουμε να ζήσουμε την υπόλοιπη ζωή μας μαζί με τα κουσούρια μας. Δεν θα πάρουμε, ευχαριστούμε.
Να σημειώσουμε ότι οι τουριστικές παγίδες ανήκουν ως επί το πλείστον στο κράτος.
Τελευταία στάση το Κόκκινο Θέατρο. Εκεί συναντάμε τον Κώστα που είχε περάσει τη μέρα του επισκεπτόμενος τα παλαιά θερινά ανάκτορα. Είχε ξεκινήσει από το ξενοδοχείο λίγο αργότερα από εμάς χρησιμοποιώντας τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Όταν έφτασε εκεί συνάντησε ένα ατελείωτο ομιχλώδες- φενγκ σούι άλσος γεμάτο παγωμένες λίμνες, ξύλινα γεφυράκια παραδοσιακού στυλ, μικρές παγόδες, δέντρα και σκόρπια εκθεσιακά περίπτερα. Το τιτίβισμα των πουλιών και τα ρυάκια συνόδευαν μελωδικά το γαλήνιο τοπίο. Η νιρβάνα όμως διακόπηκε όταν εισήλθε στο χώρο των μαρμάρινων ερειπίων των αρχαίων ανακτόρων, που αν κανείς αφαιρούσε τις σκαλιστές παραστάσεις λουλουδιών, θύμιζε ελληνορωμαϊκή τεχνοτροπία. Ένα σχετικά θορυβώδες σημείο καθώς ήταν δίπλα στο δρόμο και είχε πολλά γκρουπ από Κινέζους τουρίστες. Στην επιστροφή σταμάτησε να τσιμπήσει κατιτίς σε ένα ταχυφαγείο της αλυσίδας του Mr. Lee (κινέζικο KFC -δεν έφαγε κοτόπουλο). Τρώγοντας έλαβε το μήνυμα για την ώρα και το σημείο συνάντησης.
Τα εισιτήρια για το θέατρο αναλαμβάνει να μας τα βγάλει ο οδηγός, κρυφά από το πρακτορείο του, σε προνομιακή τιμή.
Ώρα 8.00. Η παράσταση αρχίζει. Κινέζοι μοναχοί ξεπηδούν από παντού. Τρέχουν, πηδάνε, κάνουν θόρυβο, ακροβατικά, τούμπες, βαράνε, πλακώνονται στο ξύλο. Παρακολουθούμε την ιστορία του «Θρύλου του Κουνγκ Φου», ενός παιδιού που παραδίδεται στο μοναστήρι από τη μητέρα του και μεγαλώνοντας μυείται στην αρχαία πολεμική τέχνη. Ένας συνδυασμός μουσικοχορευτικών και παρακινδυνευμένων ασκήσεων, αποτέλεσμα πολύχρονης εκπαίδευσης και αυτοσυγκέντρωσης. Πολύ εκπαιδευμένες επίσης εμφανίζονται και οι ταξιθέτριες. Με το φακό στο χέρι σταματούν επιτόπου οποιοδήποτε επίδοξο θεατή αποπειράται να φωτογραφίσει ή να κινηματογραφήσει μέρος της παράστασης…
Όλοι μαζί χειροκροτούμε την πάπια που έρχεται στο τραπέζι μας. Η μέρα ολοκληρώνεται σε παρακείμενο εστιατόριο. Πάλι μας περιμένουν να κλείσουν.

14η μέρα (8/12/2010)

Η μέρα ξεκινάει στρατιωτικά. Τα παραγγέλματα δίνουν και παίρνουν στον προαύλιο χώρο του ξενοδοχείου. Το προσωπικό της κουζίνας σε παράταξη ορκίζεται στο όνομα της κουτάλας να εξυπηρετήσει με ζήλο τους πελάτες της ημέρας.
Ακολουθεί σύγκρουση ελληνικής και κινεζικής κουλτούρας. Ο μεν αγουροξυπνημένος Ελληνάρας ψάχνει απελπισμένα για φραπέ. Διαπιστώνει ότι υπάρχει κρυμμένο ένα μισοτελειωμένο βαζάκι στον πάγκο και θεωρεί ότι δεν θα κάνει διαφορά αν πάρει μια κουταλιά. Τα δε Κινεζάκια, με νύχια και με δόντια υπερασπίζονται την περιουσία άλλου πελάτη που τους το έχει αφήσει υπό την προστασία τους και ενδεχομένως να έχει εγκαταλείψει το ξενοδοχείο. Ο μεν εγκαταλείπει τη μάταιη, από ό, τι φαίνεται, προσπάθεια βρίζοντας.
Ολοκληρώνουμε το πρωινό μας και φεύγοντας τους ζητάμε συγγνώμη.
Χρησιμοποιώντας το μετρό της πόλης φτάνουμε στα Θερινά Ανάκτορα. Εκεί αποχωριζόμαστε τον Κώστα, ο οποίος συνεχίζει προς τους Βοτανικούς Κήπους.
Μπαίνουμε από την πιο κοντινή στο μετρό είσοδο, που οδηγεί στο πίσω μέρος του ανακτόρου. Ανεβαίνουμε το λοφάκι και βρισκόμαστε στο ψηλότερο σημείο. Από εκεί μπορούμε να δούμε αμφιθεατρικά τα κτήρια του παλατιού να απλώνονται κάτω από τα πόδια μας αγγίζοντας τα παγωμένα νερά της λίμνης. Κατηφορίζοντας περνάμε από πολλές άψογα συντηρημένες παγόδες. Σε όλους τους χώρους υπάρχουν αγάλματα κυρίως ζώων που έχουν συμβολικό χαρακτήρα. Τα ζωντανά χρώματα και τα σχέδια κυριαρχούν. Στην όχθη της λίμνης υπάρχει ένας σκεπαστός δρόμος περιπάτου. Ακολουθούμε την παραλιακή οδό και κατευθυνόμαστε στο νησάκι που είναι ενωμένο με μια εντυπωσιακή πέτρινη γέφυρα. Από εκεί είμαστε σε θέση να θαυμάσουμε τα Θερινά Ανάκτορα, σε όλο τους το μεγαλείο, καθώς αντανακλώνται στη λίμνη.

Στην Απαγορευμένη Πόλη, απαγορεύεται το… κάπνισμα

Όσο κι αν δεν τους φαινόταν, τα Θερινά Ανάκτορα μας έφαγαν χρόνο και θερμίδες. Λόγω του ότι δεν έχουμε άλλη διαθέσιμη ημέρα στο Πεκίνο, το πρόγραμμα είναι πιεσμένο. Βιαστικά κατευθυνόμαστε προς την πλησιέστερη έξοδο και παίρνουμε το δεύτερο ταξί που βρίσκουμε μπροστά μας. Γρήγορα στην Τιεν Αν Μεν.
Έπειτα από λίγο λεπτά βρισκόμαστε στη μεγαλύτερη πλατεία του κόσμου, με τον περισσότερο κόσμο επίσης. Το ενδιαφέρον μας είναι στραμμένο στην Απαγορευμένη Πόλη με το πορτρέτο του Μάο Τσε Τουνγκ να δεσπόζει πάνω από την κύρια είσοδο. Παρά το εντυπωσιακό των μεγάλων Παγόδων και των μαρμαρο-στολισμένων προαυλίων βρεθήκαμε σε έναν ατελείωτο φαύλο κύκλο επανάληψης του ίδιου σκηνικού ξανά και ξανά και ξανά και ξανά… Αυτό μας αποτελείωσε.
Η πινακίδα της εξόδου όμως ήρθε για να μας λυτρώσει. Ξαποσταίνουμε για λίγο πίνοντας καφέ. Ο Γιώργος βλέπει για πρώτη φορά τρία άτομα να κάνουν έτσι για έναν καφέ ή έστω μια γουλιά.
Ανασυντάσσουμε τις δυνάμεις μας και κατευθυνόμαστε στο τρίτο και αναγκαστικά τελευταίο αξιοθέατο. Το Ναό του Ουρανού. Περιέργως ο Ουρανός έχει ωράριο και για λίγο μένουμε από έξω. Βρε δε πα να τους φωνάζουμε, τίποτα αυτοί. Αναγκαστικά θαυμάσαμε εξ αποστάσεως αυτή την κυλινδρική πολυεπίπεδη παγόδα. Πέριξ του ναού υπάρχει ένα άλσος που αποτελεί σημείο συνάντησης για ποικίλες δραστηριότητες, κυρίως κατά τις πρωινές ώρες. Εδώ μπορεί κανείς να τζογάρει σε ντάμα, ντόμινο και διάφορα χαρτοπαίγνια ή να εξασκήσει σώμα και πνεύμα με ασκήσεις τάι τσι και γιόγκα. Μπορεί επίσης να επιδοθεί σε εντονότερες αθλοπαιδιές. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι το πάρκο είναι τεράστιο.
Το μετρό μας οδηγεί στον κυριότερο εμπορικό δρόμο. Σε έναν παράδρομο βρίσκουμε μια γραφική υπαίθρια αγορά με τουριστικό χαρακτήρα. Κυριαρχούν μαγαζιά με πρόχειρο φαγητό και μικροαντικείμενα τεχνολογίας.
Στο τέλος του εμπορικού δρόμου υπάρχουν στημένα περίπτερα που το κάθε ένα από αυτά είναι μια μικρή κουζίνα. Η ποικιλία των φαγητών ξαφνιάζει τον επισκέπτη.
Ο υπεύθυνος σιτισμού δεν έχει εμφανιστεί ακόμα και η πείνα μάς οδηγεί στο να φάμε πιτσούνια, φίδια, σκορπιούς, ακρίδες και κουκούλια μεταξοσκώληκα. Η Μαρία αρνείται πεισματικά να βάλει στο στόμα της αυτά που ψωνίσαμε. Η Ξένια δοκιμάζει με επιφύλαξη. Από την άλλη μεριά ο Άκης με τον Γιώργο ξερογλείφονται.
Νάτος και ο Κώστας, ικανοποιημένος από τη βόλτα του. Το πρωί που χωριστήκαμε συνέχισε μέχρι το τέλος της γραμμής του μετρό. Κατόπιν επιβιβάστηκε σε λεωφορείο για να καταφέρει να φτάσει στο μακρινό προορισμό του. Οι Βοτανικοί Κήποι αποτελούνται από επιμέρους μικρότερους κήπους, αλλά αποδείχτηκε ότι η επίσκεψη την εποχή αυτή είναι ακατάλληλη. Στα μονοπάτια υπάρχουν πολλά γλυπτά μεγάλου μεγέθους από λουλούδια και διάφορα στολίδια κήπου. Ο πρώτος κλειστός χώρος που συναντάει κάποιος είναι ένα μουσείο με εκθέματα καλλωπιστικά φυτά, μπονζάι και ορυκτά. Στη συνέχεια ο επισκέπτης εισέρχεται σε ένα μεγάλο θερμοκήπιο τριών επιπέδων με εντυπωσιακά τροπικά φυτά. Το τοπίο θυμίζει ζούγκλα. Κατακλυσμός χρωμάτων, ήχοι πουλιών, λίμνες με χρυσόψαρα και τρεχούμενα νερά. Το σκηνικό ολοκληρώνεται με ξύλινα γεφυράκια, διάφορα πήλινα ομοιώματα, κινέζικα φανάρια και κάθε λογής μικρά στολίδια. Βγαίνοντας από το θερμοκήπιο, ο δρόμος ανηφορίζει προς ένα ναό με τρεις Βούδες στο εσωτερικό του. Βορειότερα, υπάρχει ο κήπος των μπαμπού που χαρακτηρίζεται από έναν βοτσαλόστρωτο διάδρομο με ασπρόμαυρα σχέδια. Από εκεί και πέρα ένα καλντερίμι ανηφορίζει την πλαγιά του βουνού. Εκεί ο Κώστας «έφαγε πόρτα» από μια γιαγιά και αποφάσισε να πάρει το δρόμο της επιστροφής. Στη διαδρομή έκανε μια σύντομη στάση στο αγαπημένο του πολυκατάστημα «Γιάσου». Επιτέλους, έχει βαλίτσα της προκοπής. Σημαντική λεπτομέρεια, καθώς ήταν ο καημός του από της αρχή του ταξιδιού και επιτακτική ανάγκη μετά το Ουλάν Μπατόρ. Ερχόμενος στο σημείο συνάντησης, πέρασε από το ξενοδοχείο για να την αφήσει.

Κουκούλια μεταξοσκώληκα, ζωύφια, ακρίδες και σκορπιοί είναι μερικές από τις τοπικές λιχουδιές

Μόλις βλέπει τι τρώμε ζηλεύει, αλλά μόλις δοκιμάζει καταλήγει στο ότι με τα κατσαριδοειδή δεν θα χορτάσουμε. Μπαίνουμε αμέσως σε δύο ταξί και τους ζητάμε να μας πάνε στο καλύτερο παπιοεστιατόριο. Τελικά φτάνουμε στο καλύτερο ξενοδοχείο. Λιμουζίνες, παρκαδόροι, αχθοφόροι και γυναίκες υπάλληλοι που μας ανοίγουν τις πόρτες. Στον πρώτο όροφο μας παραλαμβάνει μια υπεύθυνη και μας οδηγεί στο τραπέζι μας. Χλιδή! Μόλις καθόμαστε, αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε μήπως πληρώσουμε την πάπια… αηδόνι. Είμαστε σχεδόν έτοιμοι να το βάλουμε στα πόδια, ωστόσο ρίχνοντας μια προσεκτικότερη ματιά διαπιστώνουμε ότι οι υπόλοιποι πελάτες είναι ντυμένοι απλά και στην πλειονότητά τους νέοι. Ο Κώστας αναλαμβάνει επιτόπου να εξετάσει τον τιμοκατάλογο. Το εστιατόριο παίρνει έγκριση και οι παραγγελίες αρχίζουν. Ο Άκης είναι τσαντισμένος γιατί θεωρεί ότι με τον τρόπο που κόβουν την πάπια οι Κινέζοι πετάνε αρκετό και μάλιστα το καλύτερο μέρος του κρέατος και αποφασίζει να ζητήσει το κουφάρι για ξεκοκάλισμα. Ο Κώστας απολαμβάνει το θαυμασμό των Ασιατών, μάλιστα, ένας παρευρισκόμενος Μογγόλος ζητάει να φωτογραφηθεί μαζί του γεμάτος καμάρι.
Η κούραση έχει καταβάλει τον Άκη και την Ξένια, που μετά το φαγοπότι αποφασίζουν να αποσυρθούν. Οι υπόλοιποι τρεις θέλουμε νυχτερινή διασκέδαση και ο Κώστας προτείνει ένα σύμπλεγμα τεχνητών λιμνών που είναι περιτριγυρισμένες από πολλά μικρά μπαράκια. Το σκηνικό είναι εντυπωσιακό από κοντά και η βόλτα στον παρόχθιο δρόμο επιβάλλεται. Τα μπαράκια έχουν κυρίως ζωντανή μουσική όλων των ειδών. Κατά τη διάρκεια της βόλτας δεχόμαστε πολλών ειδών παρενοχλήσεις. Από τους μαγαζάτορες που θέλουν να μας κάνουν πελάτες μέχρι τους πλανόδιους πωλητές και τις πλανόδιες μασέζ που θέλουν να μας εξυπηρετήσουν εδώ και τώρα… και ό, τι θέλει ας προκύψει. Διαλέγουμε ένα μπαράκι όπου μια νεαρή Κινέζα τραγουδάει ροκιές.

15η μέρα (9/12/2010)

Η θέα από το «Ice Hotel» στο Χονγκ Κονγκ

Ημέρα αναχώρησης από το Πεκίνο. Το αεροπλάνο αναχωρεί στις 4 μ.μ. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε το ξενοδοχείο κατά τη 1 το μεσημέρι. Η ώρα μετά το πρωινό γεύμα έχει πάει 10 π.μ. Κλασικά, χωριζόμαστε. Ο Άκης με την Ξένια και τη Μαρία θέλουν συμπληρωματική δόση «Γιάσου», ενώ ο Κώστας με τον Γιώργο ξεκινούν για ένα θεματικό πάρκο.
Όλοι καταφέρνουν να επιστρέψουν στην ώρα τους. Οι μεν έχοντας εκπληρώσει την αποστολή τους και ενθουσιασμένοι ανταλλάσσουν τις πραμάτειες τους. Οι δε έχοντας πάρει λεωφορείο, κατέληξαν να επιστρέψουν άρον – άρον στα μισά γιατί λόγω της απόστασης θα έχαναν το αεροπλάνο.
Φεύγουμε από το ξενοδοχείο αποχαιρετώντας την παλαίμαχη βαλίτσα του Κώστα.
Στο αεροδρόμιο ανακαλύπτουμε με χαρά ότι υπάρχει εστιατόριο για μια τελευταία πάπια Πεκίνου και το τιμούμε με την παρουσία μας. Η σερβιτόρα δεν αντιλαμβάνεται την απεγνωσμένη μας έκκληση για σόγια σος και μας φέρνει ό, τι έχει και δεν έχει στην κουζίνα. Ο γευσιγνώστης την εντοπίζει και την καταδεικνύει. Χορτασμένοι αποχαιρετάμε το Πεκίνο. Η Χονγκ Κονγκ Εξπρές μας καλωσορίζει.

Η τουαλέτα του «Ice Hotel» στο Χονγκ Κονγκ

Ώρα 8 μ.μ. Προσγειωνόμαστε στο αεροδρόμιο – νησί του Χονγκ Κονγκ και με το μετρό αποβιβαζόμαστε στην καρδιά της πόλης περνώντας πάνω και κάτω από θάλασσες. Η πόλη είναι διαστημική, με πολλά επίπεδα και αμέτρητους ουρανοξύστες. Τα εναέρια πεζοδρόμια είναι δαιδαλώδη και χάνονται ανάμεσα στα κτίσματα. Κυριαρχεί ένα αρχιτεκτονικό κομφούζιο. Το στίγμα των Βρετανών αποικιοκρατών δεν έχει εξαλειφθεί. Διώροφα παλιομοδίτικα τραμ, ανάποδη οδήγηση και κίτρινες διαγραμμίσεις στους στενούς κεντρικούς δρόμους γίνονται αντιληπτά με την πρώτη ματιά. Η πόλη χωρίζεται σε δύο μέρη. Το κεντρικό μέρος βρίσκεται σε νησί και είναι χτισμένο πάνω σε λόφους. Απέναντι βρίσκεται η Κόουλουν, ένα μέρος με λιγότερους ουρανοξύστες, περισσότερο επίπεδο και ορθολογικά δομημένο.
Η διαδρομή προς το ξενοδοχείο είναι ένα μικρό τεστ κοπώσεως. Καθότι, όπως καταλάβατε, το κατάλυμα βρίσκεται πάνω σε λόφο. Η κλίση είναι απότομη και οι βαλίτσες δεν βοηθούν καθόλου. Στο τέλος του δρόμου μας περιμένει το κερασάκι, μια εντυπωσιακά ανηφορική σκάλα. Λαχανιασμένοι βρισκόμαστε έξω από το «Ice Hotel». Τα πάντα είναι στενάχωρα σε βαθμό που μόνο οι μισοί από εμάς χωράμε στον ερημωμένο και ακατάστατο χώρο υποδοχής. Πάνω στο γραφείο υπάρχει ένα σημείωμα που μας προτρέπει να τηλεφωνήσουμε σε έναν αριθμό. Μόλις καλούμε, ακούμε το τηλέφωνο να χτυπάει σε κοντινή απόσταση. Σύντομα εμφανίζεται ένας νεαρός με γυαλιά, αλλά ενδεχομένως χωρίς προφανή οφθαλμολογική πάθηση. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγουμε έπειτα από εκτεταμένη παρατήρηση του ιδίου και κυρίως των γυαλιών του που δεν έχουν τζάμια. Δεν τον ρωτάμε για ποιο λόγο τα φοράει για να μη μας περάσει για χωριάτες.
Τα δωμάτια βρίσκονται στο 12ο όροφο, είναι βαμμένα με έντονο λαχανί χρώμα και έχουν πρωτόγνωρη θέα για τα δεδομένα μας. Από τη δεξιά μεριά του κρεβατιού βλέπουμε ένα σύμπλεγμα από ουρανοξύστες και από την αριστερή μια συλλογή από είδη υγιεινής. Οι τουαλέτες αποτελούν χαρακτηριστικό του ξενοδοχείου καθώς χωρίζονται από το υπόλοιπο δωμάτιο με τζάμι και όχι με τοίχο ώστε ο χρήστης να μην αισθάνεται μοναξιά. Αν όμως δεν θέλει να μοιραστεί προσωπικές στιγμές μπορεί κάλλιστα να τραβήξει τις κουρτίνες. Μείναμε όλοι ικανοποιημένοι από τη θέα.

Ο Μπρους Λι στο μουσείο κέρινων ομοιωμάτων της Μαντάμ Τισό

Η ώρα είναι προχωρημένη και ενδείκνυται για νυχτερινή έξοδο στη γειτονιά. Ευτυχώς, η γειτονιά μας είναι το Soho, όπερ σημαίνει δυνατή μουσική, συνωστισμό, φασαρία και γενικά αγγλικού τύπου διασκέδαση. Είναι η πρώτη φορά από την αρχή του ταξιδιού που οι συνθήκες επιτρέπουν ξενύχτι. Οι γύρω δρόμοι σφύζουν από ζωή. Νεαρός σε ηλικία κόσμος από ολόκληρη τη Γη. Αν και κάποιοι με περίεργες αμφιέσεις μοιάζουν να έχουν έρθει από άλλους πλανήτες. Τα γυαλιά χωρίς φακούς φοριούνται πολύ, ο Κώστας θέλει κι αυτός. Τρώμε κάτι πρόχειρο από ένα πανάκριβο χαμπουργκεράδικο και ολοκληρώνουμε τη βραδιά σε ένα από τα πολλά μπαρ. Η θερμοκρασία έχει επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα. Κυκλοφορούμε πλέον χωρίς μπουφάν.

16η μέρα (10/12/2010)

Δεν έχει πια σημασία τι ώρα είναι. Θέλουμε να επισκεφτούμε το μεγαλύτερο αξιοθέατο του Χονγκ Κονγκ, τη θέα της πόλης από την κορυφή του ψηλότερου λόφου. Βγαίνουμε από το ξενοδοχείο και πεζοί κατευθυνόμαστε προς το «The Peak Tram». Ο δρόμος είναι ανηφορικός με πολλές στροφές ανάμεσα σε επίπεδα τα οποία είναι διακοσμημένα είτε από τσιμεντένια παρτέρια από τα οποία ξεπηδούν φυτά είτε με πέτρινες πλάκες από τις οποίες ξεχύνονται εντυπωσιακά οι ρίζες των δέντρων.

Η θέα του Χονγκ Κονγκ μέσα στο νέφος από το λόφο

Ο κόσμος για την κορυφή είναι αρκετός αλλά εξυπηρετούμαστε γρήγορα και επιβιβαζόμαστε σε κάποια ρυμουλκούμενα από συρματόσχοινο βαγονάκια. Η κλίση σε κάποια σημεία της διαδρομής είναι τόσο απότομη ώστε είναι αδύνατον για κάποιον να μπορέσει να σταθεί όρθιος. Οι δε ουρανοξύστες έχουν σχεδόν οριζοντιοποιηθεί. Στην κορυφή υπάρχει ένας εμπορικός πολυχώρος με ειδικά διαμορφωμένη ταράτσα για την εξυπηρέτηση των τουριστών. Η θέα παρότι εντυπωσιακή είναι περιορισμένη σε ορατότητα λόγω νέφους.
Έπειτα από λίγη ώρα κατεβαίνουμε στην πόλη με τον ίδιο τρόπο και παίρνουμε ένα διώροφο τραμ για να πάμε κάπου, δεν έχει σημασία πού. Η Μαρία είχε ασκήσει βέτο για την αναγκαστική χρησιμοποίηση του συγκεκριμένου μέσου καθώς δεν πρόκειται για συνηθισμένα τραμ. Το κάθε ένα από αυτά είναι βαμμένο εξ ολοκλήρου στο χρώμα της γραμμής που ακολουθεί με αποτέλεσμα όλα μαζί να δίνουν ένα χαρούμενο τόνο στους δρόμους. Το περίεργο χαρακτηριστικό αυτού του μέσου είναι το μικρό πλάτος σε σχέση με το ύψος του. Βλέποντάς τα ο Γιώργος από έξω απορεί αν χωράνε δύο άνθρωποι στο πλάτος. Ωστόσο από μέσα τα πράγματα είναι ελαφρώς πιο άνετα.

Τα χαρακτηριστικά τραμ του Χονγκ Κονγκ

Ανεβαίνουμε στον πάνω όροφο για να έχουμε καλύτερη θέα. Κατεβαίνουμε στο τέρμα της διαδρομής που δεν απείχε πολύ. Ο Κώστας με τον Άκη πηγαίνουν σε ένα από τα πολλά ανταλλακτήρια της περιοχής. Οι υπόλοιποι ψάχνουμε για φαρμακείο. Εκεί μας ρωτάνε τι θέλουμε και η Ξένια τους εξηγεί σε άπταιστα κινεζικά… γκούχου γκούχου, ήτοι σημαίνει «εδώ και δύο μέρες, με ταλαιπωρεί ένας απαίσιος βήχας που άμα με πιάσει δεν σταματάει με τίποτα και επίσης δεν με αφήνει να κοιμηθώ τη νύχτα». Ο φαρμακοποιός άμεσα αντιλαμβάνεται το πρόβλημα και φέρνει ένα δραστικότατο σιρόπι. Από αυτά που στην Αθήνα δεν σου δίνουν χωρίς ειδική συνταγή και προσωπική παραλαβή. Αγαπημένο ρόφημα για τα πρεζάκια καθώς περιέχει συστατικό από το οποίο παράγεται η ηρωίνη. Η Ξένια επιτόπου τράβηξε δύο πρέζες και στάνιαρε.
Αφού κάνουμε μια σύντομη βόλτα στη γύρω περιοχή και το λιμάνι φεύγουμε για την επόμενη στάση, την Κόουλουν, το καθαρά εμπορικό τμήμα της πόλης με τις φωτεινές ταμπέλες των καταστημάτων να εξαντλούν κάθε κενό χώρου πάνω από τον κεντρικό δρόμο κάνοντας τη νύχτα, σούρουπο. Με το που βγαίνουμε από τη στάση του μετρό το οποίο ενώνεται υπογείως με το νησί που βρισκόμασταν προηγουμένως, εκφράζεται η ανάγκη για καφέ. Δεν έχουμε πιει από το πρωί και είναι ήδη απόγευμα.

Το σημείο όπου ήπιαμε καφέ στην Κόουλουν

Με τις τόσες πολλές ταμπέλες ήταν σχετικά δύσκολο να διακρίνουμε κάποια που να αναγράφει αυτό που θέλουμε. Γενικά, πολλά μαγαζιά που δεν έχουν την ανάγκη βιτρίνας βρίσκονται σε ορόφους, όπως και ο περίεργος χώρος που επιλέγουμε για το ρόφημά μας. Ο Κώστας, επιεικώς, τον χαρακτηρίζει καρα-κιτς. Είναι σαν να βρισκόμαστε με μια γκαλερί γεμάτη ασημί καναπέδες, χρυσαφιές πολυθρόνες και πλαστικά πολύφωτα. Όλα τα κομμάτια είναι μοναδικά με κοινό τους γνώρισμα την κακογουστιά. Σε αντίστοιχο επίπεδο κυμαίνονται και τα προϊόντα του καταλόγου.
Μετά την καινούρια εμπειρία ανηφορίζουμε προς την «Temple street». Πρόκειται για ένα φημισμένο κομμάτι δρόμου όπου κάθε βράδυ στήνεται ένα παζάρι με τα τοπικά προϊόντα που δεν είναι τίποτα άλλο από «μαϊμούδες» υψηλής τεχνολογίας. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν περιλαμβάνει και άλλα είδη που μπορεί να αγοράσει κάποιος από ένα παζάρι. Υποτιθέμενο ατού, που παρόλα αυτά δεν αξιοποιούμε, είναι οι τέλειας πιστότητας απομιμήσεις ωρολογίων μάρκας Rolex στην τιμή των 20-30 ευρώ. Το διασχίζουμε πάνω-κάτω χωρίς να μας ικανοποιήσει ούτε η ποικιλία ούτε οι τιμές, ενδεχομένως λόγω της υπερεκτιμημένης εντύπωσης που έχουμε σχηματίσει στο μυαλό μας από προηγούμενες αναφορές.

Οι φωτεινές ταμπέλες εξαντλούν κάθε κενό χώρου πάνω από το δρόμο

Μετά το πολύ περπάτημα μάς ανοίγει η όρεξη έτσι λοιπόν ήρθε η ώρα για ένα καλό φαγάδικο. Καλό φαγάδικο δεν διακρίνεται να υπάρχει στην περιοχή οπότε συμβιβαζόμαστε στο επίπεδο του ανεκτού. Αυτό θα πει ντόπιο φαγητό. Αντίστοιχο των πατσατζίδικων. Μόνο που το ποδαράκι είναι από κότα. Μουλιασμένο και έτοιμο να σε αρπάξει με τα γαμψά του νύχια. Ο σερβιτόρος χαίρεται να μας εξυπηρετεί. Όταν του ζητάμε να μας κόψει τις μερίδες σε κομμάτια πιάνει μια ψαλίδα και τους αλλάζει τα φώτα. Τουλάχιστον την πείνα μας την περιορίσαμε. Ολοκληρώνουμε τη βόλτα μας περνώντας από ένα τριώροφο πολυκατάστημα αποκλειστικά με κινητά τηλέφωνα. Εδώ οι «μαϊμούδες» κρέμονται και από τα ταβάνια. Έχει και κανονικές μάρκες σε ποσοστό περίπου 20% φθηνότερα από την Ελλάδα, όσο περίπου το ΦΠΑ. Ούτε εδώ ενθουσιαζόμαστε ιδιαίτερα αλλά η ανάγκη να αγοράσουμε κάτι από την πρωτεύουσα της τεχνολογίας μας αναγκάζει να αφήσουμε ένα ανοιχτό ραντεβού για την επόμενη μέρα. Έχει πλέον νυχτώσει για τα καλά. Ώρα να επιστρέψουμε στη δικιά μας γειτονιά, το Soho.

17η μέρα (11/12/2010)

Αυτή η μέρα είναι διαφορετική από όλες τις υπόλοιπες. Μπορείτε να φανταστείτε το λόγο; Φυσικά… είναι η τελευταία μέρα. Αποφασίζουμε λοιπόν να χρησιμοποιήσουμε ένα μέσο που δεν έχουμε πάρει μέχρι τώρα. Δηλαδή όχι μετρό, ταξί, λεωφορείο, τραμ, αεροπλάνο, τελεφερίκ, τρένο, snowmobile, πειρατικό ταξί, τζιπ, βανάκι ή έλκηθρο.
Αφού απολαμβάνουμε το πρωινό μας σε κοντινή καφετέρια κατηφορίζουμε προς το λιμάνι. Σε λίγη ώρα φεύγει ταχύπλοο για το νησί Λαντάου. Η επιλογή γι’ αυτήν την εκδρομή έγινε από τη Μαρία και έτυχε πλήρους αποδοχής.
Στη διάρκεια της διαδρομής ο Άκης παίζει με το καινούριο του κινητό τηλέφωνο. Του πετάει μπανάνες και αυτό πηδάει και τις πιάνει… Αποβιβαζόμαστε σε μια εντελώς επαρχιακή τοποθεσία. Απολύτως καμία σχέση με το μέρος που ήμασταν πριν από μία ώρα. Επιβιβαζόμαστε επιτόπου σε ένα λεωφορείο. Το τοπίο είναι άκρως τροπικό. Έντονη βλάστηση, παραθαλάσσια τοπία, φοίνικες και αέρας. Σαράντα πέντε λεπτά αργότερα φτάνουμε στον προορισμό μας. Ένα άριστα τουριστικά εκμεταλλευμένο βουδιστικό κέντρο. Το μεγαλύτερο υπαίθριο άγαλμα του Βούδα στον κόσμο δεσπόζει στην κορυφή του λόφου. Είναι φτιαγμένο από χαλκό και έχει ύψος 26 μέτρα. Σαν πιστοί κι εμείς ανεβαίνουμε τα σκαλοπάτια για να μπορέσουμε να κάνουμε τις προσφορές μας. Στο κάτω κάτω είμαστε υποχρεωμένοι για το πόδι του Κώστα. Λίγο πιο κάτω είναι και ο χώρος του μοναστηριού με τους μοναχούς να συνεχίζουν το γνωστό βιολί ψέλνοντας όλη την ώρα. Τα περίεργα θυμιατά που ανάβουν οι διερχόμενοι πιστοί μοιάζουν με βεγγαλικά και μας έχουν φλομώσει στην κάπνα. Ειδικά αυτά που έχουν μέγεθος γίγας. Αν δεν είναι ακριβά να τα εισάγουμε στη χώρα μας να τα πουλήσουμε στα ΜΑΤ, άσε που παράλληλα μπορεί να γίνει και κανένα θαύμα.

Το μεγαλύτερο υπαίθριο άγαλμα του Βούδα, ύψους 26 μέτρων

Έφτασε η ώρα της επιστροφής. Το περίεργο με αυτήν την εκδρομή είναι ότι ενώ πήραμε πλοίο και λεωφορείο για να φτάσουμε, στην επιστροφή θα χρησιμοποιήσουμε τελεφερίκ και μετρό. Έξω από τον τουριστικό χώρο υπάρχει ένας πεζόδρομος με πολλά μαγαζιά που οδηγεί στο τελεφερίκ. Μας δίνεται η επιλογή να διαλέξουμε μεταξύ απλής και κρυστάλλινης καμπίνας. Η διαφορά που αντανακλάται και στην τιμή είναι ότι η δεύτερη έχει γυάλινο πάτωμα. Για καλή μας τύχη επιλέγουμε την ακριβότερη. Η ουρά για την επιβίβαση είναι τεράστια και κινείται με ρυθμούς χελώνας. Πράγμα που μας δημιουργεί μια ελαφρά ανησυχία. Θέλοντας να εξακριβώσουμε το ότι περιμένουμε στο σωστό σημείο, στέλνουμε αντιπροσωπεία να τσεκάρει τι γίνεται μπροστά. Χαρές και πανηγύρια, οι κρυστάλλινες καμπίνες έχουν άλλη ουρά και για την ακρίβεια δεν έχουν καθόλου. Σαν VIP προσπερνάμε γεμάτοι περηφάνια τους ταλαίπωρους σχιστομάτηδες. Τα γλέντια συνεχίζονται και στη διαδρομή που διαρκεί περίπου μισή ώρα. Κατόπιν επιβιβαζόμαστε στο μετρό και κατευθυνόμαστε προς το πολυκατάστημα με τα κινητά τηλέφωνα για να ικανοποιήσουμε τις καταναλωτικές μας ορέξεις. Στο τελευταίο μας γεύμα για σιγουριά επιλέγουμε μια γνωστή παγκοσμίως επιλογή γρήγορου φαγητού με γνώριμες γεύσεις.
Ώρα 8.00 μ.μ. Το μοναδικό ραντεβού που έπρεπε να είμαστε εκεί ακριβώς στην ώρα μας. Βρισκόμαστε στην παραλιακή «Λεωφόρο των Αστέρων» απέναντι από το νησί του Χονγκ Κονγκ. Είναι το καλύτερο μέρος για να θαυμάσει κανείς την πόλη με τους ουρανοξύστες. Τη συγκεκριμένη ώρα κάθε βράδυ αρχίζει ένα οπτικοακουστικό σόου που αποκαλείται «Συμφωνία των Φώτων». Τεράστια ηχεία αναγγέλλουν την έναρξη του μεγαλύτερου σόου ήχου και οπτικών εφέ. Συνοδεία κλασικής μουσικής, 40 ουρανοξύστες αναβοσβήνουν δημιουργώντας σχηματισμούς και εκπέμποντας φώτα λέιζερ. Η παράσταση διαρκεί 15 λεπτά. Ο Άκης θα ήθελε και πυροτεχνήματα αλλά αυτά τα φυλάνε μόνο για την αλλαγή της χρόνιας και τις μεγάλες επετείους.
Αυτό ήταν το αποχαιρετιστήριο γεγονός που μας επιφύλασσε η πόλη. Σε λίγες ώρες πετάμε. Επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο και μαζεύουμε τα πράγματά μας. Η κατηφοριά της είναι πολύ πιο εύκολη. Στο σταθμό του μετρό για το αεροδρόμιο ερχόμαστε αντιμέτωποι με ακόμα μια οργανωτική ευκολία. Εκμεταλλευόμαστε, χωρίς τρίτη κουβέντα, τη δυνατότητα να κάνουμε από εδώ το τσεκ-ιν παραδίδοντας όλες τις αποσκευές. Άνετοι και ωραίοι το μόνο που μας έμεινε είναι να πάρουμε τον επόμενο συρμό, να πάμε στο αεροδρόμιο και να επιβιβαστούμε στο αεροπλάνο.
Ώρα 12.30 π.μ. Η “Έμιρεϊτς” μας καλωσορίζει. Έχουμε μπροστά μας ένα ολονύχτιο ταξίδι 5 ωρών. Χαζολογάμε με τις δυνατότητες που μας παρέχει η οθόνη στο προσκέφαλο του μπροστινού καθίσματος. Την έχουν τιγκάρει με τραγούδια, ταινίες και ηλεκτρονικά παιχνίδια. Ομολογουμένως πάρα πολύ καλή συλλογή, μόνο που οι ταινίες είναι στα αγγλικά με αραβικούς υπότιτλους. Ο Άκης με την Ξένια έχουν καθίσει λίγο πιο πέρα αλλά μπορούμε να τους τηλεφωνήσουμε πληκτρολογώντας τον αριθμό του καθίσματός τους στο ακουστικό.

Η «Συμφωνία των Φώτων» από τους ουρανοξύστες του Χονγκ Κονγκ

18η μέρα (12/12/2010)

Γιώργος, Άκης, Ξένια, Κώστας και Μαρία κάτω από το ψηλότερο κτήριο του κόσμου στο Ντουμπάι λίγο πριν από την επιστροφή στην Αθήνα

Ώρα 6.00 π.μ. Βρισκόμαστε σε ένα άδειο αεροδρόμιο στο Ντουμπάι. Έχουμε 4 ώρες στη διάθεσή μας μέχρι να πάρουμε την ανταπόκριση. Με τα πολλά αποφασίζουμε να πάμε μια βόλτα μέχρι το ψηλότερο κτίριο του κόσμου για να το διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι, αν και ο Άκης, η Ξένια και η Μαρία το έχουν επισκεφτεί στο πρόσφατο παρελθόν. Το μεγάλο ύψος όμως δεν του φαίνεται σε σχέση με τους ουρανοξύστες του Χονγκ Κονγκ. Ίσως, επειδή βρίσκεται σε πιο ανοιχτό χώρο και απομονωμένο από άλλα κτίρια ή επειδή είναι φτιαγμένο σαν σουβλί με την κορυφή του να χάνεται στον ουρανό. Πάντως αδυνατούμε να το χωρέσουμε ολόκληρο στη φωτογραφία. Κάνουμε μια μικρή βόλτα γύρω από το τεράστιο και κοιμισμένο για την ώρα σιντριβάνι που βρίσκεται στη βάση του κτιρίου και επιστρέφουμε στο αεροδρόμιο. Καφές και επιβίβαση.
Ώρα 1.20 μ.μ. Φτάνουμε επιτέλους στον τελικό προορισμό μας. Δεκαοκτώ μέρες ταλαιπωρούμαστε για να το καταφέρουμε. Είμαστε στην Αθήνα. Η ανησυχία που είχαμε από την αρχή του ταξιδιού μήπως χάσουμε κάποιο τρένο γίνεται πραγματικότητα. Προαστιακός και μετρό έχουν απεργία εμποδίζοντας την προγραμματισμένη μετακίνησή μας. Εμείς που διασχίσαμε το 1/4 της περιφέρειας του πλανήτη με τρένα, χωρίς να αντιμετωπίσουμε το παραμικρό πρόβλημα παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, τελικά κολλήσαμε ένα βήμα πριν από το τέλος.

Λύσεις:

1. Μονομαχία στους λόφους της.
Απάντηση: 7 σπαθί. Το 7 από τους λόφους της Ρώμης και σπαθί από τη μονομαχία.
2. Ταινία του Τζέιμς Μποντ.
Απάντηση: 4 καρό. Από τον τίτλο της ταινίας «Diamonds are 4 ever». Στην αγγλική ορολογία τα καρό τα λένε diamonds.
3. Όταν συναντιούνται δεν είναι για καλό.
Απάντηση: 2 σπαθί. Όταν διασταυρώνονται δύο σπαθιά δεν είναι για καλό.
4. Τελευταίοι μεταφορείς.
Απάντηση: 4 μπαστούνι. Αυτό είναι λίγο μακάβριο. Αν καταλάβατε πώς δουλεύει θα το βρείτε μόνοι σας.
Για δυνατούς λύτες:
1. Εμείς κι ένα φρούτο.
Απάντηση: 4 κούπα. Ήμασταν τέσσερις και στα φρούτα μας είχαμε μήλο (κόκκινο).
2. Ψεύτικη Ferrari.
Απάντηση: 5 καρό. Μια ψεύτικη Ferrari δεν έχει ζωντανό κόκκινο χρώμα όπως είναι της κούπας, άρα καρό. Επίσης έχει 5 ρόδες καθώς διαθέτει και ρεζέρβα.
3. Τραγουδιστά: «M’ έχεις κάνει αλήτη, θα μου κλείσεις το σπίτι».
Απάντηση: Ρήγας καρό. Από το όνομα και το επώνυμο του τραγουδιστή του άσματος Ρήγας=Βασιλιάς=Βασίλης και καρό=Καρράς.