Με τρένο μέχρι την Αγία Πετρούπολη

Toυ Γιώργου ΓΑΓΚΑΣ

Το ταξίδι στη Ρωσία ήταν από τα πλέον επιτυχημένα και συχνά το αναπολώ. Θεωρώ ότι πρέπει να γράψω κάτι γι’ αυτό. Λέω λοιπόν να το κάνω σαν ημερολόγιο, που θα είναι πιο εύκολο.

Παρασκευή 9/2/2007: Αγαπημένο μου ημερολόγιο… σήμερα ξεκινήσαμε για το μεγάλο ταξίδι ο Άκης, ο Μιχάλης κι εγώ. Σκοπός του ταξιδιού ήταν να φτάσουμε μέχρι την Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας χρησιμοποιώντας για τις μετακινήσεις μας αποκλειστικά τρένο. Παραλίγο, όμως, να χάσουμε το πρώτο τρένο στον σταθμό Λαρίσης με προορισμό τη Θεσσαλονίκη εξαιτίας καθυστερήσεως ενός από τους τρεις… εμένα. Αγχωθήκαμε και λίγο μετά τα μέσα της διαδρομής καθώς το δοκιμαστικό ηλεκτροκίνητο τρένο που επιβιβαστήκαμε έμεινε από ρεύμα και μας καθυστέρησε μία ώρα, ευτυχώς εμείς είχαμε υπολογίσει καβάτζα 3 ώρες.

Στη Θεσσαλονίκη φτάσαμε κατά τις 10.00 μ.μ. όπου ήπιαμε έναν καφέ στο αναψυκτήριο του σταθμού και προμηθευτήκαμε σουβλάκια για τη μετέπειτα διαδρομή. Στις 12.04 π.μ. ξεκινήσαμε με προορισμό το Βουκουρέστι. Οι κουκέτες μάς εντυπωσίασαν με τη λειτουργικότητα και την άνεση που μας προσέφεραν αλλά περισσότερο μας εντυπωσίασε ότι είχαμε τη δυνατότητα να βγάλουμε το διαχωριστικό που υπήρχε ανάμεσα στις δύο δίκλινες και να έχουμε μία μεγάλη τετράκλινη κουκέτα με αρκετή άπλα. Έπειτα από μιάμιση ώρα περάσαμε τα σύνορα. Έχοντας ήδη χορτάσει με τα σουβλάκια, πέσαμε για ύπνο.

Σάββατο 10/2/2007: Το πρωί που ξυπνήσαμε βρεθήκαμε σταματημένοι στον ομιχλώδη σταθμό της Σόφιας. Πριν σηκωθούμε καλά καλά, το τρένο ξεκίνησε για το Βουκουρέστι. Η ημέρα ήταν φανταστική και τα τοπία ενδιαφέροντα. Πήραμε πρωινό, χαζέψαμε τα τοπία από το παράθυρο, φάγαμε ό, τι πρόχειρο είχαμε για μεσημεριανό και το απογευματάκι φτάσαμε στη δεύτερη στάση μας. Αφού σιγουρέψαμε ότι τα εισιτήρια που είχαμε βγάλει μέσω ενός πρακτορείου στη Γερμανία ίσχυαν και ότι υπήρχε τρένο τη συγκεκριμένη μέρα για Μόσχα, βγάλαμε εισιτήρια για το Μπρασόφ ώστε να επισκεφτούμε την επομένη το κάστρο του Δράκουλα. Βρεθήκαμε στο Μπρασόφ στις 11.00 μ.μ., περνώντας με το τρένο από τα βουνά της Τρανσυλβανίας όπου είδαμε και τα πρώτα χιόνια. ΄Οταν φτάσαμε στο Μπρασόφ βρήκαμε ένα ξενοδοχείο και βγήκαμε για να διασκεδάσουμε και να τσιμπήσουμε κάτι. Το Μπρασόφ είναι μία όμορφη, ωραία φωταγωγημένη, μικρή τουριστική πόλη ανάμεσα στα βουνά με ικανοποιητική για την περίοδο νυχτερινή ζωή.

Κυριακή 11/2/2007: Μία δροσερή βουνίσια αύρα που έμπαινε από το παράθυρο -δεν μπορώ να θυμηθώ για ποιο λόγο το είχαμε αφήσει ανοιχτό μέσα στο καταχείμωνο- μας ξύπνησε το πρωί θυμίζοντάς μας ότι βρισκόμαστε σε εξοχή. Χωρίσαμε με τον Μιχάλη, καθώς η πόλη τον ενδιέφερε πιο πολύ από το κάστρο του Δράκουλα. Αφού ρωτήσαμε από εδώ και από εκεί με τον Άκη, καταλήξαμε να περιμένουμε σε ένα δρόμο έξω από την πόλη να περάσει ένα μικρό λεωφορείο που δεν ξέραμε πώς μοιάζει και χωρίς να βλέπουμε καμία ενδεικτική ταμπέλα που να δείχνει ότι βρισκόμασταν σε στάση. Παρόλα αυτά, ύστερα από ένα μισάωρο μαζεύτηκε και άλλος κόσμος όποτε σιγουρευτήκαμε ότι ήμασταν στο σωστό σημείο. Το λεωφορειάκι μας πήγε στο χωριό Μπραν όπου βρίσκεται και το ομώνυμο κάστρο, μία από τις πιθανές κατοικίες του Βλαντ Τσέπες, γνωστού και ως Δράκουλα. Το κάστρο ήταν μικρό και συμπαθητικό, περιτριγυρισμένο από μαγαζάκια με σουβενίρ και καντίνες με πρόχειρο φαγητό. Αφού το γυρίσαμε πήραμε πάλι το λεωφορείο που μας πήγε πίσω στο Μπρασόφ. Στην κεντρική πλατεία συναντήσαμε τον Μιχάλη και πήγαμε για φαγητό, κατόπιν ξεκινήσαμε για να επιστρέψουμε στο Βουκουρέστι. Στη διαδρομή μάς έπιασε η νύχτα. Μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας γνωριστήκαμε με ένα ζευγάρι Ρουμάνων, την Ιωάννα και τον Πέτρο, που προσφέρθηκε να μας οδηγήσει μέχρι το κέντρο της πόλης κάνοντάς μας και μία μικρή ξενάγηση στο κτίριο του Τσαουσέσκου, γνωστό για το μεγάλο μέγεθός του καθώς, όπως επεσήμανε ο Άκης, είναι το δεύτερο μεγαλύτερο κτίριο στον κόσμο μετά το αμερικανικό Πεντάγωνο. Εκεί καθίσαμε λίγο σε μία μπιραρία, μετά κάναμε μια αρκετά μεγάλη βόλτα και γυρίσαμε στο σταθμό όπου φάγαμε και ξημερωθήκαμε στις καρέκλες περιμένοντας το τρένο για τη Μόσχα που θα έφευγε στις 8.00 το πρωί. Αυτό ήταν το μόνο σημείο της εκδρομής που δεν χάρηκα ιδιαίτερα.

Δευτέρα 12/2/2007: Επιτέλους φτάνει στις αποβάθρες το τρένο για τη Μόσχα, και δεν το λέω μόνο λόγω της αναμονής αλλά και επειδή για εμένα στην ουσία τώρα ξεκινούσε το ταξίδι καθώς θα είχαμε να περάσουμε δύο 24ωρα μέσα στο τρένο διασχίζοντας τα χιονισμένα τοπία της Ουκρανίας και της Ρωσίας. Η πρώτη εντύπωση βέβαια πηγαίνοντας στις κουκέτες μας ήταν απογοητευτική -μικρές τετράκλινες με ένα τραπεζάκι στο παράθυρο και στενά βρώμικα κρεβάτια. Για μια στιγμή σκέφτηκα ότι βρίσκομαι στο στρατό. Αυτό συνέβη γιατί είχα μείνει με την εντύπωση από τις κουκέτες του πρώτου τρένου με τις ξύλινες επενδύσεις, τα ντουλάπια, τους νιπτήρες και τις λοιπές ανέσεις που προσέφεραν. Η κατάσταση όμως βελτιώθηκε γρήγορα καθώς μετά την αναχώρηση ο υπεύθυνος μας έφερε καθαρά σεντόνια και μαξιλαροθήκες και αφού τα στρώσαμε και ξαπλώσαμε διαπιστώσαμε ότι ο επιπλέον χώρος δεν ήταν και τόσο απαραίτητος. Το ταξίδι συνεχίστηκε με τα γνωστά… Τσιμπολογήσαμε από αυτά που είχαμε, ακούσαμε μουσική, χαλαρώσαμε αλλά κυρίως χορτάσαμε ύπνο. Το απογευματάκι μπήκαμε στην Ουκρανία με έναν εντυπωσιακό έλεγχο σε όλο το τρένο σαν και αυτούς που βλέπεις στις πολεμικές ταινίες. Χώρισαν όλα τα βαγόνια και τα κάνανε φύλλο και φτερό, μέχρι που τα σήκωσαν επάνω με γερανούς -το τελευταίο βέβαια έγινε για να αλλάξουν τις ρόδες καθώς η απόσταση που είχαν οι ράγες μεταξύ τους ήταν διαφορετική από εκεί και πέρα. Μετά δύο ώρες έλεγχο συνεχίσαμε το ταξίδι διασχίζοντας την Ουκρανία πλέον μέσα στο σκοτάδι με σχετικά μικρή ταχύτητα. Εν τω μεταξύ ακουγόταν ένας δυνατός θόρυβος σαν να πηγαίναμε πάνω σε πέτρες οι οποίες εξοστρακίζονταν και χτυπούσαν το κάτω μέρος του βαγονιού.

Τρίτη 13/2/2007: Το πρωί όταν ξυπνήσαμε βρισκόμασταν στο χιονισμένο σιδηροδρομικό σταθμό του Κιέβου. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, θα σταθμεύαμε εκεί για τέσσερις ώρες οπότε αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα έξω από τον σταθμό ώστε να πάρουμε προμήθειες γιατί μας είχαν τελειώσει και να τηλεφωνήσουμε στους δικούς μας. Μόλις όμως βγήκαμε από το κτίριο, το κρύο ανάγκασε τον Μιχάλη να αναθεωρήσει σχετικά με τον αν έπρεπε να παραμείνει χωρίς μπουφάν και έτσι γύρισε στο τρένο να το πάρει. Μετά ένα λεπτό μου ήρθε «φλασιά» και σκέφτηκα να πάω μαζί με τον Μιχάλη μήπως χαθεί ή καθυστερήσει χωρίς λόγο. Έτρεξα λοιπόν προς την αποβάθρα και είδα έκπληκτος το τρένο μας να φεύγει και τον Μιχάλη εξαφανισμένο… Αμέσως ακολούθησε μια μικρή κρίση πανικού, ιδίως μόλις πληροφόρησα τον Άκη για το γεγονός. Τελικά δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας καθώς ήρθε ο Μιχάλης λαχανιασμένος από το αμαξοστάσιο του σταθμού όπου είχαν πάει τα βαγόνια παίρνοντάς τον μαζί τους κατά λάθος. Έπειτα από αυτό βγήκαμε από το σταθμό όπου φάγαμε και ψωνίσαμε τρόφιμα και ποτά, από ένα παζάρι εκεί κοντά, για το υπόλοιπο του ταξιδιού σε εξευτελιστικές τιμές. Πήγαμε στο σταθμό, βρήκαμε ξανά τα βαγόνια μας και συνεχίσαμε το ταξίδι. Στη διαδρομή γνωριστήκαμε με την γειτόνισσά μας τη Μαρία, μία κοπέλα 22 χρονών, που έφυγε από το σπίτι της για να πάει στη Μόσχα να δουλέψει. Όλη την υπόλοιπη μέρα την περάσαμε με την ευχάριστη παρέα της προσπαθώντας κυρίως να συνεννοηθούμε.

Τετάρτη 14/2/2007: ΄Αγρια χαράματα φτάσαμε στη Μόσχα, ο ενθουσιασμός του Άκη ήταν εμφανής, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τα είχαμε καταφέρει. Χωρίσαμε με τη Μαρία και ξεκινήσαμε ένα μικρό γολγοθά για τον εντοπισμό του ξενοδοχείου μας. Τα πάντα ήταν καλυμμένα με μία στρώση χιονιού, αρκετή για να φαίνονται όλα άσπρα αλλά όχι όμως να εμποδίζει τις μετακινήσεις. Αφού βρήκαμε το ξενοδοχείο, ετοιμαστήκαμε και ξεκινήσαμε τη βόλτα μας τακτοποιώντας παράλληλα με αρκετά επικοινωνιακά προβλήματα την εκκρεμότητα της αγοράς των εισιτηρίων για την Αγία Πετρούπολη. Περάσαμε από το Κρεμλίνο με την Κόκκινη Πλατεία και τον ναό του Αγίου Βασιλείου με τους χρωματιστούς τρούλους. Εκεί αγοράσαμε και σουβενίρ (μπαμπούσκες και καπέλα). Αρχισε να νυχτώνει όταν πήραμε το δρόμο για ένα προάστιο της Μόσχας όπου είχαμε ραντεβού με τη Μαρία. Πήγαμε για φαγητό σε ένα ζεστό, μικρό εστιατόριο εκεί κοντά με ζωντανή μουσική και αγιοβαλεντίνικη διακόσμηση, ένεκα της ημέρας. Παρασυρθήκαμε λίγο, τόσο, ώστε να προλάβουμε στο τσακ τα τελευταία δρομολόγια του μετρό, που ευτυχώς έκλεινε στη 1.00 π.μ. Αποχαιρετήσαμε τη Μαρία και κατόπιν χωρίσαμε και εμείς με τον Μιχάλη, που είχε όρεξη να συνεχίσει τη διασκέδαση. Ο Άκης και εγώ πήγαμε στο ξενοδοχείο και αράξαμε πίνοντας μπίρες.

Πέμπτη 15/2/2007: Λίγο πριν από το μεσημέρι ξεκινήσαμε όλοι μαζί για μία τελευταία βόλτα στη Μόσχα. Αφού αφήσαμε τις βαλίτσες μας στον σιδηροδρομικό σταθμό, συνεχίσαμε τη γύρα μας στην πόλη. Περπατήσαμε αρκετά, επισκεφτήκαμε έναν καθεδρικό ναό και τέλος καταλήξαμε σε μια μπιραρία. Είχαμε λίγο χρόνο ακόμα μέχρι την αναχώρηση του τρένου οπότε τσιμπήσαμε κάτι πρόχειρο, κατόπιν πήραμε τις βαλίτσες μας και επιβιβαστήκαμε στο τρένο το οποίο ήταν μια πιο καινούρια και περιποιημένη έκδοση του τρένου που πήραμε από το Βουκουρέστι. Μια μικρή έκπληξη ήταν το ότι μας είχαν χωρίσει σε δύο τετράκλινες κουκέτες μαζί με άλλους επιβάτες, κάτι που περιόρισε την ελευθερία των κινήσεών μας. Ο Άκης πήγε κατευθείαν για ύπνο ενώ ο Μιχάλης και εγώ κάναμε μια βόλτα σε όλο το τρένο, γνωριστήκαμε με κάνα-δυο συνταξιδιώτες και επισκεφτήκαμε το μπαρ του τρένου για κανένα ποτό. Μετά τα ποτά πήγαμε και εμείς για ύπνο.

Παρασκευή 16/2/2007: Μία εβδομάδα ακριβώς μετά την αναχώρησή μας από την Αθήνα φτάσαμε στο βασικό και μακρινότερο προορισμό του ταξιδιού μας… την Αγία Πετρούπολη. Το χιόνι ήταν λιγότερο αλλά το κρύο τσουχτερότερο. Εντύπωση μας έκαναν τα ποτάμια που ήταν όλα παγωμένα και μπορούσε κανείς να περπατήσει πάνω τους. Βρήκαμε το ξενοδοχείο μας σχετικά εύκολα. Μόλις ετοίμασαν τα δωμάτιά μας και βολευτήκαμε, ετοιμαστήκαμε για μια πρώτη βόλτα η οποία δεν κράτησε πάρα πολύ λόγω της κούρασης και της πείνας. Μαζευτήκαμε το μεσημέρι πίσω στα δωμάτιά μας και αφού ξαποστάσαμε, ξεχυθήκαμε ο Άκης και εγώ να γνωρίσουμε τη νυχτερινή ζωή της πόλης. Σε όποιο μαγαζί και να πηγαίναμε είχε εισιτήριο στην είσοδο, μέρος του οποίου αναλογούσε στην γκαρνταρόμπα, που δεν έλειπε από πουθενά. Διαλέξαμε ένα από τα μεγάλα κλαμπ-πολυχώρους, όπως το συνηθίζουν εκεί, για να πάρουμε ένα καλό δείγμα. Αφού διασκεδάσαμε και καταναλώσαμε μερικές βότκες, γυρίσαμε περπατώντας στο ξενοδοχείο.

Σάββατο 17/2/2007: Ο περιορισμός ώρας που ίσχυε για το πρωινό του ξενοδοχείου μας ανάγκασε να σηκωθούμε σχετικά νωρίς. Αφήσαμε πίσω τον ξενυχτισμένο Μιχάλη και μαζί με τον Άκη ξεκινήσαμε να επισκεφτούμε τα δύο σημαντικότερα αξιοθέατα της πόλης. Πρώτη στάση ήταν το περίφημο μουσείο Ερμιτάζ, γνωστό για το μεγάλο του μέγεθος, την ποικιλία των εκθεμάτων του και των διαμαντιών του. Η αλήθεια είναι ότι όντως πρόκειται για ένα μεγάλο μουσείο, τόσο μεγάλο, που σε κουράζει. Τα εκθέματα δεν μας εντυπωσίασαν και τόσο, ενώ δεν μπήκαμε καν στο χώρο με τους πολύτιμους λίθους. Εν ολίγοις, μάπα το καρπούζι, και εκτός εποχής (αστείο). Μετά το καρπούζι, περάσαμε από ένα τουριστικό παζάρι για τα πατροπαράδοτα σουβενίρ. Κατόπιν πήγαμε στο Ναό του Ρέοντος Αίματος, έναν εντυπωσιακό, κλασικό, τσαρικό ναό με πολύχρωμους τρούλους όπως του Αγίου Βασιλείου στη Μόσχα. Η πολύωρη επίσκεψη στο Ερμιτάζ μας είχε καταβάλει με αποτέλεσμα να ψάχνουμε επειγόντως ένα μέρος να φάμε ώστε να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο να ξεκουραστούμε. Το βραδάκι ξεκινήσαμε με τον Μιχάλη πλέον για τη νυχτερινή μας έξοδο, αυτή τη φορά σε κεντρικά μικρά μπαράκια. Αφού περάσαμε από κάνα-δύο που δεν μας εντυπωσίασαν, βρεθήκαμε σε ένα μπαρ τελείως καουμπόικο, άσχετο με το περιβάλλον, το οποίο παρόλα αυτά μας άρεσε. Εκεί γνωρίσαμε και δύο κοπέλες, την Έλα και την Άντνα. Μετά το μπαρ φάγαμε από ένα «βρώμικο» σε μία καντίνα εκεί κοντά και πήραμε ένα ταξί για το ξενοδοχείο.

Κυριακή 18/2/2007: Το δεύτερο ξύπνημα στην Αγία Πετρούπολη ήταν μια αντιγραφή του προηγουμένου… Τρέχαμε για το πρωινό και παρατήσαμε τον Μιχάλη στο ξενοδοχείο. Η σημερινή μέρα περιελάμβανε μια γενικότερη βόλτα στην πόλη με επίσκεψη σε δευτερευούσης σημασίας, για εμάς, αξιοθέατα. Στην αρχή περάσαμε από το φρούριο Πέτρου και Παύλου με τον αντίστοιχο καθεδρικό ναό στο εσωτερικό του. Μετά, θαυμάσαμε τον ξακουστό ποταμό Νέβα καθώς μας εντυπωσίασε το γεγονός του ότι και αυτός ήταν όλος παγωμένος παρά το μεγάλο του πλάτος. ΄Επειτα, επισκεφτήκαμε το μουσείο του πυροβολικού με τα εντυπωσιακά άρματα. Περάσαμε από την πλατεία του Ναυτικού Πολεμικού Μουσείου με τα αγάλματα του Ποσειδώνα (έτσι έμοιαζαν τουλάχιστον) και τελειώσαμε τη βόλτα μας περνώντας από τον Μπρούντζινο Καβαλάρη (σήμα κατατεθέν της Αγίας Πετρούπολης), τους Ναυαρχικούς Κήπους (ένα μικρό παρκάκι) και τον Καθεδρικό του Αγίου Ισαάκ με τον εντυπωσιακό εσωτερικό διάκοσμο. Ύστερα από μια καλή… μάσα, επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο όπου ξεκουραστήκαμε. Το βράδυ ξεκινήσαμε όλοι μαζί πλέον. Είχαμε ραντεβού με την Έλα και την Αντνα, οι οποίες ήρθαν στο ραντεβού οργανωμένες με ρωσο-αγγλικά λεξικά. Το γλέντι κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.

Δευτέρα 19/2/2007: Το πρωί ξύπνησα πολύ νωρίς γιατί είχα μια αποστολή να φέρω εις πέρας. Επόμενος σταθμός του ταξιδιού μας ήταν το Ταλίν και ήθελα αυτή τη διαδρομή να την κάνουμε με πλοίο. Ξεκίνησα, λοιπόν, για το λιμάνι της Αγίας Πετρούπολης. Μία ώρα μετά βρισκόμουν σε έναν άδειο σταθμό αναχωρήσεων και αφίξεων. Ρώτησα τον φύλακα και μου είπε χασκογελώντας ότι τα δρομολόγια ξεκινούν τον Απρίλιο, οπότε γύρισα στο ξενοδοχείο άπραγος. Σχεδόν παράλληλα έφτασε από τη Μόσχα ο τέταρτος ταξιδιώτης. Επαγγελματικές υποχρεώσεις ανάγκασαν τον Στέλιο να ξεκινήσει μία εβδομάδα αργότερα το ταξίδι του, αεροπορικώς, και να μας προλάβει στην Αγία Πετρούπολη, αφού έμεινε πρώτα μία μέρα στη Μόσχα. Ξεκινήσαμε όλοι μαζί να αγοράσουμε εισιτήρια για το τρένο, εφόσον δεν βρήκα πλοίο. «Δεν υπάρχει τρένο για το Ταλίν» μας είπαν στα εκδοτήρια… Για μια στιγμή νομίσαμε ότι δεν καταλάβαμε σωστά. «…Υπάρχουν λεωφορεία που φεύγουν έξω από τον σταθμό» ήταν το θετικότερο πράγμα που ακούσαμε μετά από αρκετή μετ’ εμποδίων επικοινωνία. «Ωραία», λέμε, «…βγάλτε μας εισιτήρια για το λεωφορείο». «Δεν μπορούμε να σας βγάλουμε εισιτήρια εμείς. Πρέπει να πάτε στο κέντρο της πόλης». Ξεκινάμε με τα πολλά για το κέντρο όπου με σχετική δυσκολία βέβαια καταφέραμε να βγάλουμε τα πολυπόθητα εισιτήρια. Μας έφαγε βέβαια όλο το πρωινό αλλά… τέλος καλό, όλα καλά. Σχεδόν αμέσως έφυγε ο Μιχάλης ώστε να προλάβει τα μαγαζιά και εγώ με τον Άκη αναλάβαμε να ξεναγήσουμε τον Στέλιο στην πόλη. Ο χρόνος που είχαμε στη διάθεσή μας δεν ήταν αρκετός, αλλά ευτυχώς οι απαιτήσεις του Στέλιου ήταν περιορισμένες. Όταν ολοκληρώσαμε τη βόλτα μας είχε ήδη νυχτώσει, περάσαμε από το παζάρι με τα σουβενίρ, κατόπιν φάγαμε και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστούμε από τον πολύ ποδαρόδρομο που κάναμε όλο το πρωί. Λίγο πριν βγούμε για βράδυ, εμφανίστηκε και ο Μιχάλης, κατενθουσιασμένος από τις αγορές που είχε κάνει.

Ξεκινήσαμε όλοι μαζί παίρνοντας το μετρό για το κέντρο, όπου μας περίμενε μια σχετικά δυσάρεστη έκπληξη-εμπειρία (όπως συνηθίζουμε να αποκαλούμε αυτές τις περιπτώσεις ο Άκης και εγώ)… Ο Στέλιος παραλίγο να πέσει θύμα ομάδας νεαρών που αποπειράθηκαν να τον κλέψουν. Τον στριμώξανε στη γωνία λίγο πριν προλάβει να ανεβεί στις κυλιόμενες σκάλες του σταθμού, με την πρόφαση ότι ένας από αυτούς σκόνταψε και οι υπόλοιποι έσπευσαν να τον βοηθήσουν. Μια κραυγή απορίας από τον Στέλιο του στυλ: «Επ… τι γίνεται εδώ;» έκανε τον Ακη και εμένα να γυρίσουμε το βλέμμα μας πίσω και να τον δούμε περιτριγυρισμένο από αγνώστους. Κατεβήκαμε ανάποδα τις κυλιόμενες σκάλες και μόλις πλησιάσαμε η παρέα των νεαρών διαλύθηκε σα να μη συνέβαινε τίποτα. Δεν δώσαμε έκταση στο γεγονός και αφού σιγουρευτήκαμε ότι δεν έλειπε τίποτα από τα πράγματα του Στέλιου, συνεχίσαμε τη βόλτα μας. Πήγαμε πρώτα από το γνωστό σαλούν, αλλά δεν είχε κόσμο καθότι ήταν καθημερινή, μετά όμως βρήκαμε ένα μπαράκι με ζωντανό σόου τύπου Ζαχαράτου που μας καθήλωσε μέχρι τέλους.

Τρίτη 20/2/2007: Ξυπνήσαμε, πήραμε το πρωινό μας και ξεκινήσαμε, ο Άκης, ο Στέλιος και εγώ, για τον σταθμό των λεωφορείων αφήνοντας πίσω τον Μιχάλη (κλασικά) που δεν ήταν έτοιμος. Μία μικρή παρεξήγηση μας οδήγησε στο να κάνουμε κάνα-δυο κύκλους μέχρι να βρούμε την αφετηρία. Λίγο πριν από την αναχώρηση εμφανίστηκε και ο Μιχάλης. Ξεκινήσαμε οδικώς αυτή τη φορά για το Ταλίν. Είχαμε μία στάση σε καταστήματα με αφορολόγητα σε πολύ καλές τιμές και έναν τυπικό έλεγχο κατά τη μετάβασή μας στην Εσθονία. Το ταξίδι κράτησε παραπάνω από τον προγραμματισμένο χρόνο λόγω του χιονισμένου δρόμου. Όταν φτάσαμε στο Ταλίν βρεθήκαμε σε ένα άγνωστο αραιοκατοικημένο μέρος, μέσα στην παγωνιά και μια ελαφριά χιονοθύελλα να δυσχεραίνει την εύρεση ξενοδοχείου. Αφού κάναμε αρκετούτσικο περπάτημα βρέθηκε ένα ξενοδοχείο σε ικανοποιητική τιμή που το τίμησαν ο Άκης με τον Στέλιο. Εγώ με τον Μιχάλη, που θέλαμε να γυρίσουμε το νυχτερινό Ταλίν, αφήσαμε τις αποσκευές μας και πήραμε ένα ταξί για την παλιά πόλη. Εκεί, αφού πρώτα βρήκαμε έναν ξενώνα για τη διανυκτέρευσή μας, βγήκαμε για να κάνουμε τη βόλτα μας. Το χιόνι τόνιζε, μέσα στη νύχτα, την ομορφιά αυτής της μικρής πόλης και σε έκανε να νομίζεις ότι βγήκε μέσα από παραμύθι. Τα μπαράκια ήταν μικρά, ζεστά και παρέμεναν ανοιχτά μέχρι τη 1.00 π.μ. το πολύ, είχαμε αρκετό χρόνο όμως για να επισκεφτούμε δύο από αυτά. Ο κόσμος ήταν λιγοστός, καθώς ήταν καθημερινή, αλλά αρκετά ευδιάθετος και επιτέλους… μιλούσαν σχεδόν όλοι αγγλικά.

Τετάρτη 21/2/2007: Το πρωί σηκωθήκαμε λιγάκι αργότερα από το επιθυμητό, αλλά αυτό δεν μας εμπόδισε να γυρίσουμε την παλιά πόλη από άκρη σε άκρη και να βρεθούμε στην ώρα μας στο ξενοδοχείο που είχαν μείνει ο ΄Ακης με τον Στέλιο ώστε να ξεκινήσουμε για το αεροδρόμιο. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν να έρχονται από τη δικιά τους βόλτα στην παλιά πόλη, το λιμάνι και τη… Φινλανδία; Ναι, κυρίες και κύριοι, ο Άκης και ο Στέλιος πρόλαβαν μέσα σε λίγες ώρες να επισκεφτούν και άλλη μια χώρα! Βέβαια οι περισσότεροι από εσάς θα φαντάζεστε ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Όντως, ένα κομμάτι του λιμανιού του Ταλίν ανήκει στη Φινλανδία με αποτέλεσμα οι δύο ΓΑΓΚΑΣ κάνοντας αμέριμνοι τη βόλτα τους εκεί, να βρεθούν κατά λάθος στην άλλη χώρα και να περάσουν από συνοριακό έλεγχο. Το προηγούμενο βράδυ που δεν ήρθαν μαζί μας το είχαν περάσει διασκεδάζοντας στο καζίνο και δειπνώντας στο εστιατόριο του ξενοδοχείου σε πολύ χαμηλές τιμές. Πήραμε λοιπόν τις αποσκευές μας και επιβιβαστήκαμε σε ένα ταξί. Βρισκόμενοι πλέον στο αεροδρόμιο του Ταλίν τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα ολοκληρώναμε το δύσκολο μέρος του ταξιδιού.

Όλα τα τρένα και τα λεωφορεία σε συνδυασμό με τις δυσκολίες στην επικοινωνία και με την έκδοση των εισιτηρίων που έλειπαν και δεν ξέραμε πώς και πού να τα βγάλουμε μάς οδήγησαν με επιτυχία και χρονική ακρίβεια χωρίς να ξεφύγουμε ούτε μία φορά από το χρονοδιάγραμμα στο συγκεκριμένο σημείο. Εκεί δηλαδή που ξεκινούσε το προγραμματισμένο ταξίδι της επιστροφής. Αποχαιρετήσαμε το Ταλίν και την Εσθονία. Σε μιάμιση ώρα περίπου, όταν άρχισε να σουρουπώνει προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο του Βερολίνου. Μία επιθυμία κυριαρχούσε στις σκέψεις του Άκη και τις δικές μου και αυτή δεν ήταν άλλη από το φοβερό γερμανικό δίπτυχο… Λουκάνικα και μπίρες. Βρήκαμε τηλεφωνικώς δωμάτια, από το αεροδρόμιο, σε έναν από τους μεγαλύτερους ξενώνες της πόλης. Συγκεκριμένα επιλέξαμε κάποιον από το ανατολικό Βερολίνο καθώς είχε πιο ενδιαφέροντα πράγματα να δούμε. Επιβιβαστήκαμε στο μετρό και μέσα σε μία ώρα είχαμε φτάσει. Μόλις ετοιμαστήκαμε, βγήκαμε για να προλάβουμε τα λουκάνικα καθώς η ώρα είχε πάει 10.00 μ.μ. Πήγαμε με τα πόδια σε μια σχετικά κοντινή γειτονιά με αρκετά εστιατόρια, καφετέριες και μπιραρίες. Είχαμε σχεδόν απογοητευτεί, γιατί αυτό το οποίο ψάχναμε και θεωρούσαμε δεδομένο ότι θα βρίσκαμε, οι Γερμανοί δεν το είχαν στα υπ’ όψιν τους. Αρχίσαμε να τραβάμε τον δρόμο του γυρισμού, όταν ο Στέλιος διάβασε στο σταντ ενός μεταλάδικου μπαρ τη μαγική λέξη wurst (λουκάνικο στα γερμανικά). Μπήκαμε αμέσως μέσα, στρωθήκαμε και παραγγείλαμε όλα τα λουκάνικα του καταλόγου. Το περιβάλλον μάς ήρθε λίγο πιο hard rock-metal αλλά δεν μας χάλασε καθόλου, το αντίθετο θα έλεγα. Όσο για τα λουκάνικα και τις μπίρες, ήταν φανταστικά όπως οι ψητο-τηγανητές πατάτες που τα συνόδευαν. Γυρίσαμε πίσω στον ξενώνα περπατώντας, με ένα ψιλόβροχο να επιταχύνει το βήμα μας.

Πέμπτη 22/2/2007: Το προηγούμενο βράδυ είχαμε δηλώσει συμμετοχή στο «Berlin Free Tour» που είναι μία δωρεάν ξενάγηση με τα πόδια, από φοιτητές κυρίως, στα πέριξ του τείχους του Βερολίνου. Άμα θες στο τέλος αφήνεις ένα φιλοδώρημα. Αυτό μας ανάγκασε να σηκωθούμε νωρίς για να προλάβουμε το νεαρό που είχε έρθει με σκοπό να μας συνοδέψει ως το σημείο συνάντησης. Το σημείο συνάντησης ήταν η πύλη του Βρανδεμβούργου, που αποτελεί και σήμα κατατεθέν της πόλης. Παρά το γεγονός ότι δεν ήταν τουριστική περίοδος, μαζεύτηκε πολύς κόσμος. Όταν ολοκληρώθηκε η μάζωξη, χωριστήκαμε σε γκρουπ ανάλογα με το ποια γλώσσα ήθελε ο καθένας. Ελληνικά δεν είχε, οπότε επιλέξαμε έναν από τους δύο ΄Αγγλους ξεναγούς και συγκεκριμένα αυτόν που μίλαγε πιο αργά. Η ξενάγηση ήταν αρκετά πλήρης και περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, το Ράιχστανγκ, το κρησφύγετο του Χίτλερ, το μνημείο του ολοκαυτώματος, το τείχος του Βερολίνου, το διοικητήριο των SS και ολοκληρώθηκε σε τέσσερις ώρες με διάλειμμα για κολατσιό. Μετά την ξενάγηση χωρίσαμε με τον Μιχάλη για να επισκεφτούμε το αρχαιολογικό μουσείο με τις φημισμένες πύλες των πόλεων της Βαβυλώνας, της Θήβας και της Περγάμου. Είχε ήδη νυχτώσει και έπρεπε να προλάβουμε να πάμε στον ξενώνα ώστε να ετοιμαστούμε για το δεύτερο και μεγαλύτερο ραντεβού της ημέρας… τα λουκάνικα. Ακολούθηκε η ίδια πετυχημένη συνταγή της προηγούμενης μέρας, αυτή τη φορά χωρίς τον Μιχάλη.

Παρασκευή 23/2/2007: Το πρωί ο Μιχάλης βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Τον αποχαιρέτησα -θα έμενε άλλες δύο μέρες στο Βερολίνο-, πήρα τα πράγματά μου και κατέβηκα στο εστιατόριο για το πρωινό όπου με περίμεναν ο Άκης με τον Στέλιο. Μόλις τελειώσαμε, ξεκινήσαμε για το δρόμο της επιστροφής. Πήραμε το μετρό που μας πήγε στο αεροδρόμιο όπου επιβιβαστήκαμε στο αεροπλάνο για την Ελλάδα. Πόσο γρήγορα μπορούν να περάσουν δύο εβδομάδες; Απίστευτο! Βγαίνοντας από το «Ελευθέριος Βενιζέλος» χωρίσαμε σχεδόν αμέσως, ο Στέλιος πήρε λεωφορείο, ο Άκης μετρό και εγώ τον προαστιακό. (Στη φωτογραφία η συντροφιά των ΓΑΓΚΑΣ σε αναμνηστική φωτογραφία στο Βερολίνο, στην είσοδο του Ράιχσταγκ. Από αριστερά Μιχάλης, Στέλιος, Άκης και ο γράφων με την κάμερα στο χέρι).

Σάββατο 24/2/2007: Ξύπνησα. Καλημέρα Αθήνα.

* Το ημερολόγιο αυτό το έγραψα μερικούς μήνες μετά το ταξίδι. Το ρετουσάρισα πρόσφατα ώστε να αναρτηθεί στο www.catisart.gr. Η διαδρομή αυτή αποτέλεσε προάγγελο για ένα ακόμη μεγαλύτερο ταξίδι με τρένο. Τον Νοέμβριο του 2010 συνεχίσαμε τη διαδρομή από τη Μόσχα μέχρι το Πεκίνο περνώντας μέσα από τη Μογγολία. Το τρένο αυτό ονομάζεται Υπερμογγολικός και είναι παρακλάδι του γνωστού Υπερσιβηρικού. Το ημερολόγιο για αυτό το δεύτερο ταξίδι έχει γραφτεί ήδη και βρίσκεται εδώ.
Γ.Ζ.

Ο χάρτης με την πορεία που ακολουθήσαμε. Οι μετακινήσεις μας από την Αθήνα έως και την Aγία Πετρούπολη πραγματοποιήθηκαν με τρένο.