Μεγάλη εορτή του Ιουδαϊσμού, το Πεσάχ (διάβαση), σε ανάμνηση της εξόδου των Εβραίων από την Αίγυπτο και συγκεκριμένα της απελευθέρωσής τους από τη δουλεία των Φαραώ και της διάβασής τους από την Ερυθρά θάλασσα προς τη Γη της Επαγγελίας.
Η λέξη θυμίζει την ελληνική λέξη «Πάσχα» και ορθώς, καθώς πρόκειται για ελληνοποιημένη απόδοση της εβραϊκής Πεσάχ.
Το Ιουδαϊκό Πάσχα γιορτάζεται κάθε χρόνο από τη δύση του ηλίου της 15ης του μηνός Νισάν έως το βράδυ της 21ης του αυτού μηνός (5-13 Απριλίου 2023), με πρωινές και βραδυνές ακολουθίες στις συναγωγές.
Το πασχαλινό τραπέζι
Στο πασχαλινό τραπέζι υπάρχουν τα σύμβολα της ιστορίας του εβραϊκού Πάσχα: Το αρνί, ως θυσία στον Θεό για την απελευθέρωσή τους, το βρασμένο αβγό, που συμβολίζει το δεύτερο ναό που υπήρχε στην Ιερουσαλήμ, τα πικρά χόρτα (χαζαρέτ ή μαρόρ) σε ανάμνηση της πικρής ζωής που έκαναν οι δούλοι Εβραίοι και την κρέμα από μήλα, ξηρούς καρπούς, κανέλα και κρασί (χαροσέτ), που συμβολίζει το μείγμα λάσπης που χρησιμοποιούσαν για τα τούβλα οι ισραηλίτες σκλάβοι, όταν δούλευαν στα φαραωνικά έργα.
Και τις επτά ημέρες που διαρκεί η γιορτή του Πάσχα καταναλώνεται άζυμος άρτος.
Κι αυτό γιατί όταν εγκατέλειψαν την Αίγυπτο δεν είχαν χρόνο να περιμένουν το ζυμάρι να φουσκώσει. Το έψηναν αζύμωτο πάνω στις καυτές πέτρες της ερήμου.
Το Εβραϊκό και το Χριστιανικό Πάσχα
Το Ιουδαϊκό Πάσχα τίμησε ο Ιησούς με τους μαθητές του στον Μυστικό Δείπνο και αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο του Χριστιανικού με το Εβραϊκό Πάσχα.
Οι μεν Εβραίοι γιορτάζουν την απελευθέρωσή τους από τη φαραωνική δουλεία, οι δε Χριστιανοί την ανάσταση του Χριστού και την απελευθέρωσή τους από την αμαρτία και το θάνατο.
Ο Χριστιανισμός πήρε το Πάσχα από τους Εβραίους και του έδωσε νέο νόημα. Αξίζει να τονιστεί ότι η κορύφωση του θείου δράματος, που οδήγησε στην Ανάσταση του Ιησού Χριστού, έγινε κατά τη διάρκεια του Ιουδαϊκού Πάσχα.
Με απόφαση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, το 325, το Πάσχα ορίστηκε να εορτάζεται σ’ όλη τη Χριστιανοσύνη την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας και μετά το εβραϊκό Πάσχα, προκειμένου να τηρείται η σειρά των γεγονότων.
Την επιταγή αυτή δεν ακολουθεί η Καθολική Εκκλησία μετά την εισαγωγή του Γρηγοριανού Ημερολογίου.

Την Ιστορία του Πέσαχ τη βρίσκουμε στην Βίβλο και συγκεκριμένα στην Έξοδο. Αρχίζει όταν ο Ιωσήφ, ο γιος του προπάτορά μας Ιακώβ, οδηγήθηκε στην Αίγυπτο και έπειτα από μια σειρά θαυμαστών συμβάντων, έφτασε στο αξίωμα του αντιβασιλέα της χώρας. Λίγο καιρό αργότερα ο Ιωσήφ ξανάσμιξε με τον Ιακώβ και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, όταν ήρθαν και αυτοί να εγκατασταθούν στην Αίγυπτο. Ο Φαραώ τους παραχώρησε μεγαλόψυχα μιαν απέραντη έκταση στη Γεσέμ, με εύφορα βοσκοτόπια για τα κοπάδια τους. Ωστόσο, ύστερα από τον θάνατο του Ιωσήφ και των αδελφών του η κατάσταση άλλαξε προς το χειρότερο. Αφορμή ήταν το γεγονός πως τα παιδιά του Ισραήλ πλήθαιναν και ευημερούσαν σε τέτοιο βαθμό ώστε οι Αιγύπτιοι «οικοδεσπότες» τους να τους θεωρούν απειλή. Ο σεβασμός και η εκτίμηση παραχώρησαν τη θέση τους στην περιφρόνηση και τελικά σε ένα οργανωμένο σχέδιο υποδούλωσης και τυραννίας. Οι Εβραίοι εξαναγκάζονταν να δουλεύουν σε βαριές χειρωνακτικές εργασίες, για την ανέγερση των δυο μεγάλων πόλεων Πιτόμ και Ραμσή, κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη των βάναυσων φρουρών του Φαραώ.
Με το πέρασμα των χρόνων η σκλαβιά γινόταν ολοένα και πιο απάνθρωπη, με αποκορύφωμα το διάταγμα που εξέδωσε ο Φαραώ και αξίωνε από τις εβραϊκές οικογένειες να πνίγουν τα νεογέννητα αγόρια τους στο Νείλο. Ο Φαραώ έλπιζε πως μ’ αυτό τον τρόπο θα έβαζε τέλος στην αύξηση του εβραϊκού πληθυσμού και συνάμα θα εξάλειφε τον κίνδυνο που, σύμφωνα με τις προβλέψεις των αστρολόγων του, θα απειλούσε την ίδια του τη ζωή και θα εμφανιζόταν με τη μορφή του άρχοντα, που έμελλε να προέλθει από τα παιδιά του Ισραήλ.
Για να γλιτώσει έστω και ένα εβραιόπουλο από τούτον τον διωγμό, οι γονιοί του το έβαλαν μέσα σε ένα ψάθινο καλάθι και το άφησαν να επιπλέει στα λικνιστικά νερά του Νείλου. Ήταν ο γιος του Αμράμ, του πνευματικού ηγέτη των Εβραίων, και της γυναίκας του της Γιοχέβετ. Και να που ήρθε να κάνει το μπάνιο της στο ποτάμι η κόρη του Φαραώ, η Μπάτυα. Βρήκε το μικρό καλάθι και αποφάσισε να πάρει το περιεχόμενό του στο παλάτι και να το υιοθετήσει. Έτσι, ετούτο το εβραιόπουλο, που η Μπάτυα ονομάτισε Μωυσή, μεγάλωσε στα βασιλικά ανάκτορα.
Όσο μεγάλωνε ο Μωυσής ο νους και η ψυχή του στρέφονταν ολοένα και περισσότερο στα παιδιά του Ισραήλ, τα αδέλφια του, που υπόμεναν τα πάνδεινα. Πήγαινε συχνά στη Γεσέμ για να μιλήσει μαζί τους, πασχίζοντας να βρει έναν τρόπο να ελαφρύνει τα δεινά τους. Μια μέρα έτυχε να γίνει μάρτυρας μιας σκηνής διόλου ασυνήθιστης: καθώς περπατούσε ανάμεσα στους σκλάβους, είδε έναν Αιγύπτιο φρουρό να μαστιγώνει ανελέητα έναν Εβραίο. Ο Μωυσής, ανήμπορος να συγκρατήσει την οργή του, όρμησε και κτύπησε τον Αιγύπτιο σωριάζοντας τον στο χώμα. Για κακή τύχη, δυο Εβραίοι, μάρτυρες της σκηνής απείλησαν να τον καταδώσουν. Ο Μωυσής, φοβούμενος για τη ζωή του, σάλπαρε για τη Μαδιάμ. Εκεί βρήκε καταφύγιο στο σπίτι ενός ντόπιου ιερέα, του Ιοθόρ. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Ιοθόρ του έδωσε την πρωτότοκη θυγατέρα του, την Τσιπόρα, για γυναίκα του.
Ο Μωυσής ήταν πια ογδόντα χρονών, όταν μια μέρα του αποκαλύφθηκε ο Θεός, σε μια φλεγόμενη βάτο που οι φλόγες ήταν ανίσχυρες να πυρπολήσουν. Τον διέταξε να γυρίσει στην Αίγυπτο με σκοπό να απελευθερώσει τον εβραϊκό λαό από τη δουλεία. Ο Μωυσής εισάκουσε τη θεϊκή εντολή. Συνοδευόμενος από τον αδελφό του, Ααρών, πήγε στον Φαραώ και προσπέφτοντας του ζήτησε να δώσει στους Εβραίους την ελευθερία τους. Ο ηγεμόνας όμως, αρνήθηκε με υπεροψία να εκπληρώσει την παράκληση του Μωυσή. Τότε ο Θεός εξαπέλυσε τη μια πληγή μετά την άλλη σε ολάκερη τη χώρα της Αιγύπτου.
Πρώτα, όλο τα νερά της χώρας έγιναν κατακόκκινα σαν αίμα. Οι Αιγύπτιοι δεν μπορούσαν πια να πιουν από το ξακουστό νερό του Νείλου και ήταν αναγκασμένοι να σκάβουν τα σωθικά της γης για να βρουν λίγο καθαρό νερό. Ο Φαραώ όμως δεν κάμφθηκε. Τότε μυριάδες βατράχια σκέπασαν κάθε σπιθαμή της χώρας. Τρύπωναν μες στα σπίτια και τις κλειστές κάμαρες, ωστόσο ο Φαραώ παράμενε ανυποχώρητος. Τότε πλήθος ζωύφια πλημμύρισαν τη γη, αφανίζοντας ανθρώπους και ζωντανά. Ύστερα ορδές από άγρια ζώα όργωναν τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη ποδοπατώντας και ρημάζοντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Μονάχα η επαρχία της Γεσέμ, εκεί όπου έμεναν τα παιδιά του Ισραήλ, γλίτωσε από ετούτες τις συμφορές και όσες έμελλε να ακολουθήσουν. Ο Θεός έστειλε θανατερή επιδημία, που αφάνισε όλα τα ζώα των Αιγυπτίων. Φοβερά εξανθήματα κάλυψαν το κορμί των ανθρώπων και των ζώων. Μια πρωτόφαντη ανεμοθύελλα σάρωσε τη χώρα με μανία και το χαλάζι σκόρπισε την καταστροφή – τίποτα δεν έμεινε όρθιο, μήτε δένδρο, μήτε θάμνος. Και έπειτα ένας ανατολικός άνεμος φύσηξε και έφερε μαζί του σμήνη από ακρίδες, που καταβρόχθισαν τη λιγοστή πρασινάδα που είχε απομείνει. Πηχτό σκοτάδι τύλιξε τη χώρα για μέρες ολάκερες, σαν αδιαπέραστο πέπλο, κάνοντας τους ανθρώπους να στέκουν σαν μαρμαρωμένοι από τον τρόμο. Και τέλος βαρύ θανατικό έπληξε όλα τα πρωτότοκα παιδιά των Αιγυπτίων. Μονάχα τότε κάμφθηκε το παράφορο πείσμα του Φαραώ και έτρεξε στον Μωυσή να τον ικετεύσει να πάρει τους Εβραίους από την Αίγυπτο, δίχως να χάνει καιρό.
Στις 15 του μήνα Νισσάν του έτους 2448, ύστερα από 210 χρόνια δουλείας, 600.000 άνδρες, μεταξύ 18 και 60 χρόνων, άφησαν την Αίγυπτο. Συνολικά, τρία εκατομμύρια άνθρωποι πήραν να ταξιδεύουν στην έρημο με προορισμό τη Γη της Επαγγελίας. Ύστερα από τρεις ημέρες, και ενώ οι Εβραίοι είχαν φτάσει στην Ερυθρά Θάλασσα, ο Φαραώ άλλαξε γνώμη και ολάκερος ο αιγυπτιακός στρατός ρίχτηκε το κατόπι τους. Οι Εβραίοι δεν είχαν πού να πάνε. Ή θα έπρεπε να παραδοθούν και να γυρίσουν δέσμιοι πίσω στην Αίγυπτο, ή να προχωρήσουν και να παλέψουν να διαβούν την θάλασσα. Τότε ο Θεός έκανε τα ύδατα να μεριάσουν, και οι Εβραίοι μπόρεσαν να διαβούν ανάμεσά τους. Οι Αιγύπτιοι φορτωμένοι με τις βαριές, σιδηρόφραχτες πανοπλίες τους, τα άρματα και τα άλογά τους ακολούθησαν και αυτοί κατά πόδας. Σαν διάβηκε όμως από τη λωρίδα ξηράς και ο τελευταίος Εβραίος, ο Θεός έριξε τα ύδατα πίσω πνίγοντας τα αιγυπτιακά φουσάτα.
Από την Ερυθρά Θάλασσα ο λαός του Ισραήλ συνέχισε να πορεύεται για 44 μερόνυχτα -συνολικά 49 μερόνυχτα αφότου έφυγε από την Αίγυπτο- ώσπου να φτάσει στο Όρος Σινά, όπου του παραδόθηκε η Τορά. Όμως ετούτη είναι η Ιστορία του Σσαβουότ…



