Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Στο «Σύγχρονο Θέατρο» είδα την παρισινή κωμωδία «Η Ταράτσα» (1997) του οσκαρικού σεναριογράφου Ζαν-Κλοντ Καρριέρ σε σκηνοθεσία του Τάσου Πυργιέρη.
Ο Καρριέρ συνδέθηκε στενά με τη φιλμογραφία των Λουί Μαλ, Ζακ Ντερέ, Χεζούς Φράνκο, Ναγκίμα Οσίμα, Μίλος Φόρμαν, Μίλαν Κούντερα, Φιλίπ Γκαρέλ.
Η δημιουργική του πορεία σφραγίστηκε μέσα από τη συνεργασία του με την ιδιοφυή περίπτωση του Λουί Μπουνιουέλ, καθώς συμπορεύτηκαν για περίπου είκοσι χρόνια.
Στα χρόνια αυτά μας χάρισαν έργα – ορόσημα στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Ανάμεσά τους είναι η επίσης οσκαρική «Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας» (1972) αλλά και το «Σκοτεινό Αντικείμενο του Πόθου» (1977). Επίσης «Το Ημερολόγιο μιας Καμαριέρας» (1964), αλλά και η «Ωραία της Ημέρας» (1967), ο «Γαλαξίας» (1969) και το εμβληματικό για την εποχή «Φάντασμα της Ελευθερίας» (1974).
Στο θέατρο, το πρώτο θεατρικό του έργο ήταν «Το σημειωματάριο» (1968), ακολούθησε η διασκευή του επικού ποιήματος «Μαχαμπαράτα» (1985) για το ανέβασμά του από τον Πήτερ Μπρουκ και η «Ταράτσα» (1997).

Το έργο
Στο Παρίσι, σ’ ένα διαμέρισμα με θαυμάσια ταράτσα με θέα σε όλη την πόλη. Μια κωμωδία καταστάσεων όπου επτά άνθρωποι βρίσκονται σε μια ταράτσα και με την αφορμή αυτή διηγούνται ή και αναθεωρούν τη ζωή τους!
Το ζευγάρι που κατοικεί μέχρι εκείνη την ώρα στο διαμέρισμα χωρίζει. Η γυναίκα ανακοινώνει στον άνδρα της ότι τον εγκαταλείπει και περιμένει κάποιον να την πάρει να φύγουν μαζί για ένα ταξίδι στη Βενετία.
Τι θα γίνει με το διαμέρισμά τους; Το κουδούνι χτυπά και η απορία λύνεται καθώς μια μεσίτρια έχει αναλάβει να το διαθέσει. Από το σημείο αυτό και μετά, στη γραμμή της δημοφιλούς γαλλικής φάρσας το κουδούνι χτυπά ξανά και ξανά και διάφοροι ενδιαφερόμενοι εμφανίζονται, δημιουργούνται σχέσεις, επιχειρούνται αυτοκτονίες και γίνονται πολλές παρεξηγήσεις που οδηγούν στο γέλιο.
Ο Καρριέρ βρίσκει τον τρόπο μέσα από διαλόγους και απανωτές ερωτήσεις να δημιουργεί μια ελαφρά ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία όμως θίγονται τα πιο σοβαρά θέματα, όπως η μοναξιά, η ανάγκη να γίνει κάποιος αποδεκτός, η ανατροπή της ζωής, οι χωρισμοί, το συμφέρον. Παρακολουθούμε επεισόδια, που είναι συνάμα αστεία, αλλά και δραματικά.
Η υπαρξιακή απόγνωση πηγαίνει πολύ όμορφα με το παράλογο. Μπαίνουν άνθρωποι στο σπίτι, οι περαστικοί απαντούν στο τηλέφωνο που χτυπά, κλείνονται ραντεβού και δουλειές, όλοι ή σχεδόν όλοι, ανεβαίνουν στην ταράτσα να θαυμάσουν τη θέα, ή να δοκιμάσουν την αντοχή τους.

Η παράσταση
Από τη στιγμή που οι πρώτοι θεατές μπαίνουν στην αίθουσα και αναζητούν τη θέση τους η Μαντλέν (Μαριλένα Μόσχου) κρατάει μαχαίρι και καθαρίζει ένα μήλο πάνω σε ένα κόκκινο τραπέζι.
Η παράσταση αρχίζει και ακούγεται το τραγούδι της Νάνας Μούσχουρη «Soleil, Soleil», που κάνει φανερή την πρόθεση του συγγραφέα και την οπτική του σκηνοθέτη. «Soleil, Soleil» όλα για λίγο ήλιο, μια συντροφιά, μια αγκαλιά, μια παρέα, μια απελευθέρωση από το βάρος μιας γκρίζας, μονόχνοτης, αδιάφορης ζωής.
«Βγες τελικά από τη νύχτα και ο χειμώνας θα φύγει. Έλα εσύ, που κάνεις από τη βροχή μια μεγάλη φωτιά χαράς. Μόνο εσένα περιμένουμε, ξύπνα! Ήλιε, Ήλιε».
Η Μαντλέν ανακοινώνει στον Ετιέν (Βασίλης Αθανασόπουλος) ότι θα τον αφήσει, θα φύγει για πάντα και περιμένει κάποιον να την πάρει με το αμάξι του. Σε όλο το έργο είναι κολλημένη στο παράθυρο να περιμένει την άφιξη εκείνου, που θα διασφαλίσει τη δική της διαφυγή, δημιουργώντας μια όμορφη εικαστική εικόνα.
Ο Ετιέν δεν μπορεί να κρατήσει μόνος του το διαμέρισμα, οπότε θα βρεθούν άλλοι ενοικιαστές.

Η μεσίτρια (Αγγελική Καρυστινού) έρχεται και εξετάζει εξονυχιστικά το διαμέρισμα, που θα παραλάβει για ενοικίαση και το δείχνει ευθύς στη σύζυγο του Λοχαγού Νταλόζ (Χριστίνα Ροκαδάκη), που ενθουσιάζεται, αλλά θέλει να το ξαναδεί με τον σύζυγό της. Το δυνατό σημείο του σπιτιού, η ταράτσα του με θέα στο Παρίσι.
Το κομβικό πρόσωπο του έργου είναι ο Κύριος Αστρύκ (Θάνος Μπίρκος) που εμφανίζεται σαν επίδοξος ενοικιαστής σε διάφορα σπίτια που νοικιάζονται, έτσι για να νιώσει λιγότερο μόνος, να ενταχθεί σε κάποιο πλαίσιο, έστω για λίγο, έστω ψεύτικα.
Είναι ευάλωτος, ευχάριστος, αστείος, αλλά έχει βαρύ συναισθηματικό φορτίο. Τον ενδιαφέρει η ταράτσα και ζητά να κάνει κάποια τηλεφωνήματα εντός Παρισιού. Τηλεφωνεί και δέχεται τηλεφωνήματα στο ξένο τηλέφωνο του σπιτιού.
Ο Θάνος Μπίρκος δίνει μια υπέροχη ερμηνεία, που σφραγίζει με προσωπικό στυλ. Ο Αστρύκ κάθεται, πίνει με τον κόσμο στο σπίτι και μαγειρεύει και αβγά, φορώντας μια ποδιά με ζωγραφισμένο ένα γυμνό άνδρα.

Τότε έρχεται και ο φίλος του, ο Μωρίς (Ιάσονας Παπαματθαίου), ο μόνος με οικονομική άνεση, ο οποίος μετά το croque madame (τραγανό ψωμί, λιωμένο τυρί, ζαμπόν, μπεσαμέλ και ένα τηγανισμένο αβγό), που του ετοίμασε ο Αστρύκ, επισκέπτεται την ταράτσα και αναφέρει με απλό τρόπο ότι το στηθαίο της είναι χαμηλό.
Εν τω μεταξύ ο Αστρύκ κάνει συνεχώς τηλεφωνήματα, προφανώς χρωστάει λεφτά. Ο Μωρίς έχει ανάγκη να ερωτευτεί μια οποιαδήποτε κοπέλα, από την ταμία στο σούπερ μάρκετ, ως τη Μαντλέν, που τώρα εγκαταλείπει τον άνδρα της. Θέλει να πάρει το διαμέρισμα και δηλώνει ότι αν είχε ένα τέτοιο διαμέρισμα δεν θα άφηνε να του φύγει μια τέτοια γυναίκα.
Η Μεσίτρια (Αγγελική Καρυστινού) είναι απλά ακόμα μια φορά εξαιρετική, καθώς δείχνει το σπίτι, καθώς πλησιάζει τους πελάτες της, δραστήρια, αεικίνητη. Η ίδια μένει σε ξενοδοχείο και παρουσιάζει σπίτια στους ενδιαφερόμενους. Η μεσίτρια περιμένει τον Λοχαγό και τη γυναίκα του, αλλά δεν θέλει να περιμένει μόνη της κάτω στην είσοδο της πολυκατοικίας, οπότε προτιμά την παρέα των άλλων.
Δηλώνει ότι έχει εμπειρία στις ανθρώπινες σχέσεις, τόσους ανθρώπους βλέπει κάθε μέρα. Βγάζει δε τράπουλα να παίξουν χαρτιά. Καταθέτει επί σκηνής με τρόπο ελαφρύ, αλλά οδυνηρό, την απόλυτη μοναξιά του ανθρώπου.
Καθώς καθυστερεί το ραντεβού της Μαντλέν, ο Μωρίς της λέει ότι ο άνθρωπος που περιμένει είναι ψεύτης και δειλός και της προτείνει να φύγουν μαζί. Επιχειρεί μια οποιαδήποτε κίνηση για να κρεμαστεί ο ένας πάνω στον άλλον.
Η μεσίτρια ρωτά τη Μαντλέν αν θα φύγει ακόμα κι αν δεν έρθει να την πάρει ο φίλος της. Ο Αστρύκ ζητά την άδεια να ξεκουραστεί, να κοιμηθεί λίγο. Στη συνέχεια προτείνει στον Μωρίς να φύγουν μαζί στην Αφρική, εξάλλου όλα είναι διαλυμένα, ο άνθρωπος έχει καταστρέψει τον πλανήτη και τα έχει βάλει και με τον Θεό. Ο Μωρίς πηδά από την ταράτσα. Επικρατεί σύγχυση, αλλά τελικά σώθηκε χωρίς τραυματισμό.
Έτσι είναι η ζωή, μια διαδοχή από πτώσεις, άλλοτε βγαίνει κάποιος αλώβητος, άλλοτε με μικρό ή μεγάλο τραύμα.
Εμφανίζεται τότε η γυναίκα του Λοχαγού με τον τυφλό Λοχαγό Νταλόζ (Ντίνος Γκελαμέρης), για να «δει» και αυτός το σπίτι. Θέλει να του δείξει την ταράτσα.
Εξαιρετική η Χριστίνα Ροκαδάκη, ψάχνει και η ίδια δεν ξέρει τι ακριβώς. Άλλοτε σκερτσόζα, άλλοτε νευρική, ζει και εκείνη το δράμα της. Παντρεύτηκε τον Νταλόζ για να γίνει Συνταγματάρχης, αλλά μετά την τύφλωσή του ζουν με μια σύνταξη αναπηρίας.
Δύο φορές έφυγε με δύο αντισυνταγματάρχες και τον άφησε, αλλά πάντα γύριζε πίσω. Ο Λοχαγός πέφτει και αυτός από την ταράτσα, χωρίς να πάθει τίποτα, ο χαλκέντερος. Είναι πρόθυμος να ξαναπέσει ο Μωρίς για να αποδείξει ότι είναι απολύτως αδύνατο να σκοτωθεί κάποιος αν πέσει από αυτή την ταράτσα. Σαν καρτούν σηκώνονται και συνεχίζουν.
Η μεσίτρια συνέχεια συναντιέται στις παρουσιάσεις σπιτιών με τον Αστρύκ. Τον έχει μάθει πια να κυκλοφορεί με την ίδια καφέ τσάντα του και την οδοντόβουρτσά του. Να τρώει και να πίνει, να τηλεφωνεί και να επαιτεί λίγη φροντίδα.
Ο Μωρίς του δίνει λεφτά και εκείνος δηλώνει ότι «το μέλλον ανήκει στους περιπλανώμενους». Εν τω μεταξύ ήρθε το ραντεβού της Μαντλέν και ακούγεται το τραγούδι «voilà» της Barbara Pravi, σα να λέει
«να λοιπόν ποια είμαι, να η ιστορία, μιας κοπέλας, που θέλει να την αγαπούν, αλλά που εκείνη δεν ξέρει να αγαπά, αυτή είναι η φωνή της δικής της απελπισίας».
Στοχευμένη η επιλογή όλων των τραγουδιών για την παράσταση, καθώς τη μουσική επιμέλεια ανέλαβε ο ίδιος ο σκηνοθέτης Τάσος Πυργιέρης.
Ο Ετιέν (Βασίλης Αθανασόπουλος) ζει τη δική του μοναξιά, εγκαταλελειμμένος από τη γυναίκα του, της οποίας δεν είχε προσέξει ούτε το χρώμα των ματιών της και μάλλον την είχε «αφήσει στον αυτόματο» πιστεύοντας ότι θα λειτουργούσε αυτό εσαεί.

Τελικά βρίσκεται με τον Μωρίς μόνος στο σπίτι, που δεν ανήκει πια σε κανέναν, αναλογιζόμενος ποια θα είναι η συνέχεια της ζωής.
Ακούγεται το τραγούδι της Βίκυς Λέανδρος «Après toi». Μετά τη Μαντλέν πώς θα ζήσει;
Δεν κρατά κακία, όμως η θλίψη κυριαρχεί στην ψυχή του. Όλα όμως φαίνεται κάπως ξεπερνιόνται με ένα καλό pâté με τρούφα και ένα ποτήρι Beaujolais, που θα γευτεί μαζί με τον Μωρίς.
Η ζωή είναι σίγουρο ότι όπως και να έχει θα συνεχίζεται και έτσι πέφτει το τραγούδι των Noir Désir «Le vent nous portera». Χωρίς φόβο θα κινηθούν μέσα στους μαιάνδρους της ζωής και όλα θα πάνε καλά, γιατί θα τους κινεί ο άνεμος. Οι αναμνήσεις, όλα θα εξαφανιστούν και μόνο ο άνεμος, η δίνη της ζωής, θα μας μεταφέρει μέσα στον χρόνο.
Η δραματολογική επεξεργασία της Ελένης Γκίνη πολύ μελετημένη, πετυχημένη, φαίνεται ότι προέρχεται από άνθρωπο που γνωρίζει.
Η σκηνοθεσία του Τάσου Πυργιέρη ουσιαστική και ανάλαφρη, όπως το κείμενο. Περνούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι από τη σκηνή, φτάνει ο θεατής να χαμογελά, αλλά η θλίψη επικρατεί στο τέλος.
Οι φωτισμοί της Στέβης Κουτσοθανάση στήριξαν τη σκηνοθετική άποψη μαζί με τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελίνας Δράκου.
Μια παράσταση για την «αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι», για τις συνεχείς ανατροπές της ζωής, για τις προσωπικές διαψεύσεις και αποτυχίες.
Από τον Σεπτέμβριο (αν ξαναπαιχτεί) μην τη χάσετε!
***
«Η Ταράτσα» του Ζαν Κλοντ Καρριέρ σε σκηνοθεσία Τάσου Πυργιέρη στο «Σύγχρονο Θέατρο»



