30.2 C
Athens
Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς. Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Ουκρανή δημοσιογράφο με μήνυμα στον Πούτιν…

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

Τον Οκτώβριο του 2013 απονεμήθηκε στην Ουκρανή δημοσιογράφο Σβετλάνα Αλεξίεβιτς το Βραβείο Ειρήνης των Γερμανών εκδοτών. Χθες, 8 Οκτωβρίου 2015, ανακοινώθηκε από τη Σουηδική Βασιλική Ακαδημία Επιστημών η βράβευσή της με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η τελετή απονομής των φετινών βραβείων Νόμπελ θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου στη Στοκχόλμη.
Η ίδια μόλις ενημερώθηκε τηλεφωνικά για τη βράβευση αναφώνησε «Φανταστικό!», ενώ ο μόνιμος γραμματέας της Σουηδικής Ακαδημίας χαρακτήρισε το έργο της «όχι σαν ιστορία γεγονότων αλλά ιστορία συναισθημάτων», υπογραμμίζοντας την ευαίσθητη, ανθρώπινη προσέγγισή της στα πράγματα. Για την ιστορία, η Αλεξίεβιτς είναι η 14η γυναίκα που κερδίζει το βραβείο Νόμπελ.
Σίγουρα το Νόμπελ είναι μια γιορτή, αλλά και ένα επισφράγισμα μιας πνευματικής κατεύθυνσης ενός προσώπου με μια ιδιαίτερη προσφορά. Τα πολιτικά συμφέροντα όμως δεν λείπουν και όσο περνά ο καιρός εντείνονται, όπως επίσης και οι σφαίρες επιρροής των κυρίαρχων κρατών.
Ο πατέρας της Αλεξίεβιτς είναι Λευκορώσος, η μητέρα της Ουκρανή. Ανάλογη καταγωγή έχουν πολλοί Ρώσοι. Έζησαν μαζί για τριακόσια χρόνια στην ίδια χώρα. Όλα αναμείχθηκαν, οικογένειες, πολιτισμοί. Πέρασαν μαζί δύο παγκόσμιους πολέμους και τώρα προσπαθούν να επιβιώσουν κάτω από διαφορετικές σημαίες.
Η Σβετλάνα γεννήθηκε το 1948 στο Ivano-Frankovsk της Ουκρανίας και μεγάλωσε στη Λευκορωσία. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος, ενώ έγραψε διηγήματα, θεατρικά έργα, σενάρια για ντοκιμαντέρ. Το κύριο έργο της, όμως, είναι τα βιβλία μαρτυριών που συγγράφει, προσδίδοντας τη διάσταση της πεζογραφίας που έχει ως βάση το ρεπορτάζ.
Στην ανακοίνωση της Σουηδικής Βασιλικής Ακαδημίας αναφέρεται ότι το Νόμπελ απονέμεται στην Αλεξίεβιτς «για τα πολυφωνικά της γραπτά τα οποία είναι ένα μνημείο στον πόνο και το κουράγιο στην εποχή μας».
Τα περισσότερα από τα βιβλία της διασκευάστηκαν για το θέατρο, τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση ενώ η ίδια τιμήθηκε για τα έργα της με πλήθος διεθνών διακρίσεων, μεταξύ των οποίων το βραβείο της Ένωσης Συγγραφέων Σουηδίας, το βραβείο Αντρέι Σινιάφσκι, το ρωσικό βραβείο Θριάμβου, το Βραβείο Λειψίας «για την αμοιβαία κατανόηση στην Ευρώπη» (1998), το γαλλικό Βραβείο «Μάρτυρας του Κόσμου» (1999), το Βραβείο Χέρντερ και το Βραβείο Καλύτερου Πολιτικού Βιβλίου της Γερμανίας.

Το μήνυμα από το φετινό Νόμπελ

Τελικά στη σκακιέρα της απονομής του βραβείου -που έχει ενίοτε και στόχο να «χτυπήσει καμπανάκι» σε κάποιον- νικήτρια αναδείχθηκε η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς ενώ παραλήπτης του μηνύματος ήταν ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν. Ήταν κάτι σαν… δώρο για τα χθεσινά (7 Οκτωβρίου 1952) γενέθλιά του.
H Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, η οποία αντιστέκεται πάντα στο εκάστοτε καθεστώς, περιγράφει στα βιβλία της τα συλλογικά – εθνικά τραύματα της Ρωσίας από τη διάρκεια της Σοβιετικής περιόδου, τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, την καταστροφή του Τσερνόμπιλ κ.α. Είναι μια συγγραφέας που κυνηγά και καταγράφει τη μαρτυρία, ενώ σε μια πληθώρα κειμένων της αναπτύσσει τις ριζοσπαστικές της θέσεις για τις μετακινήσεις των προσφυγικών πληθυσμών.

Φαβορί στα γραφεία στοιχημάτων

Λίγες ώρες πριν από την ανακοίνωση του τελικού αποτελέσματος στα γραφεία στοιχημάτων φαβορί ήταν η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, η ακτιβίστρια και αρθογράφος. Ήταν η μεγάλη έκπληξη για τους γνωρίζοντες και όχι μόνο διότι ήταν από τις ελάχιστες φορές που μια δημοσιογράφος – δοκιμιογράφος, που τα βιβλία της δεν είναι καθαρή πρόζα, ήταν τόσο κοντά στο πολύτιμο βραβείο. Κάτι παρόμοιο είχε γίνει το 1902 με τον Γερμανό Τέοντορ Μόμσεν και το 1950 με τον καινοτόμο Βρετανό μαθηματικό Μπέρτραντ Ράσελ.
Στην κούρσα για το Νόμπελ Λογοτεχνίας η Αλεξίεβιτς είχε τους εξής αντιπάλους: Τον Χαρούκι Μουρακάμι του παραδείσιου εφιάλτη και των υγρών μικροκόσμων.
Την Τζόις Κάρολ Όουτς (βραβευμένη με το National Book Award όσο και το PEN) που έχει παρουσιάσει στη μακρά βιβλιογραφία της, τις όψεις της αμερικανικής καταναλωτικής ασφυξίας και των εσώτερων σκοταδιών των γυναικών.
Τον μεγαλύτερο εν ζωή δυτικό συγγραφέα Φίλιπ Ροθ.
Τον Ιρλανδό βραβευμένο με Booker, Τζον Μπάνβιλ. Ένα συγγραφέα που δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο με την ατμοσφαιρική γραφή του.
Τον Ούγγρο Λάζλο Κραζνάχορκαϊ, ο οποίος με το τελευταίο του βιβλίο «Πόλεμος και πόλεμος» κέρδισε το βραβείο Booker και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ο Κραζνάχορκαϊ συγκαταλέγεται στους τελευταίους οραματιστές μιας Ευρώπης μακριά από τα ολοκληρωτικά συμπλέγματα.
Το αουτσάιντερ μεταξύ Αλεξίεβιτς και Μουρακάμι, έρχεται από την Κένυα και έχει το όνομα Νγκούγκι Γουά Θιόνγκο. Εξόριστος και προγραμμένος για εκτέλεση από τη δικτατορία του Μόι, ο Κενυάτης συγγραφέας και πανεπιστημιακός, είναι ένα από τα πρόσωπα στα οποία η Ακαδημία ανακαλύπτει την ουμανιστική της πλευρά. Το βιβλίο του «A grain of wheat» (1967) ήταν ένα ράπισμα κατά της αποικιοκρατίας και της σκλαβιάς εισάγοντας τον δυτικό κόσμο στον μαρξισμό της Αφρικής, του Φανόν. Ίσως η πιο αξιαγάπητη και παγκόσμια συμμετοχή.
Να θυμίσουμε ότι η αρχική λίστα του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας περιλαμβάνει περί τα 20 ονόματα από τα οποία εξάγεται μια μικρότερη με πέντε ονόματα ως καταληκτική -κι αυτό λαμβάνει χώρα στο τέλος της Άνοιξης ώστε τα μέλη να έχουν μπροστά τους όλο το καλοκαίρι για να εντρυφήσουν στους υποψηφίους. Εννοείται πως η διαδικασία επιλογής είναι δύσκολη και είναι ιδιαίτερα σπάνιο ο νικητής να κερδίσει το βραβείο με ηχηρή πλειοψηφία -πόσω μάλλον απόλυτη. Στόχος βέβαια πάντα για την Ακαδημία είναι να τεθεί και πάλι στο επίκεντρο όχι μόνο η λογοτεχνία αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος. Όπως είχε πει ο κορυφαίος μας Νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης στην ιστορική εκείνη ομιλία του το 1963: «Σ’ αυτό τον κόσμο που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται».

Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς πριν από 30 χρόνια

Το πρώτο βιβλίο της Αλεξίεβιτς υπό τον τίτλο «Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας» (1985) περιείχε μαρτυρίες από τις γυναίκες που πολέμησαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ στους «Τελευταίους μάρτυρες» της ιδίας χρονιάς ενήλικοι της εξιστόρησαν πώς τον έζησαν ως παιδιά.

Το 1989, με το βιβλίο της «Οι Μολυβένιοι Στρατιώτες» τη σκληρή αλήθεια για τον δεκαετή «άγνωστο» πόλεμο των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν. Η έκδοση, απαγορευμένη επί πολλά χρόνια, προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις τόσο από στρατιωτικούς κύκλους όσο και από εκπροσώπους του παλαιού καθεστώτος, οι οποίες μάλιστα κατέληξαν σε δικαστική δίωξη της συγγραφέως.

Και οι «Μολυβένιοι στρατιώτες»

Φανταστείτε τώρα μια άλλη πραγματική εικόνα, παρμένη από την Καμπούλ του Αφγανιστάν το 1988: μια νεαρή Αφγανή που στέκει με ένα παιδί στην αγκαλιά της. «Πλησιάζω το παιδί κρατώντας ένα αρκουδάκι. Το παιδί το παίρνει δαγκώνοντάς το με το στόμα. «Μα γιατί το κρατάει με τα δόντια;» τη ρωτάω. Η γυναίκα τραβάει τη λεπτή κουβέρτα με την οποία είχε φασκιώσει το παιδί και αυτό που αντικρίζω είναι ένας κορμός χωρίς χέρια. «Εσείς οι Ρώσοι το κάνατε αυτό» μου λέει. «Δεν έχει ιδέα για ποιο πράγμα μιλάει τούτη η γυναίκα» αντιγυρίζει ένας αξιωματικός του σοβιετικού στρατού που κάθεται λίγο πιο πέρα και συμπληρώνει: «Εμείς τους φέραμε τον κομμουνισμό».
Ιδού, λοιπόν, ένα σπάραγμα από τον «άγνωστο» κατά τα άλλα πόλεμο των Σοβιετικών σε αυτή την ταλαιπωρημένη χώρα στην οποία οι «Μολυβένιοι Στρατιώτες» (1989) πίστευαν ότι εισέρχονταν ως απελευθερωτές αλλά τους αντιμετώπισαν ως εισβολείς. Το συγκεκριμένο περιστατικό, ένα μονάχα από τα αμέτρητα που έχει συμπεριλάβει στα βιβλία της, θυμήθηκε η Λευκορωσίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας στην ομιλία της στο Ναό του Αγίου Παύλου της Φραγκφούρτης την ημέρα που της απονεμήθηκε στην 65η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου το Βραβείο Ειρήνης των Γερμανών Βιβλιοπωλών 2013.

Οι αφανείς μάρτυρες στο Αφγανιστάν

Το βιβλίο «Μολυβένιοι στρατιώτες» είναι ένα αποκαλυπτικό χρονικό του δεκαετούς πολέμου της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν, μέσα από τις φωνές των Αφγανών μαρτύρων του. Μιλούν στρατιώτες και αξιωματικοί που πολέμησαν εκεί και επέστρεψαν, ανάπηροι οι περισσότεροι, σε μια πατρίδα που τους υποσχέθηκε υποδοχή ηρώων και τους επιφύλαξε κατόπιν αντιμετώπιση αποσυνάγωγων και αποδιοπομπαίων. Χήρες στρατιωτών που διερωτώνται, αν τελικά οι άντρες τους ήταν ήρωες ή εγκληματίες. Γυναίκες που στάλθηκαν ως πολιτικοί υπάλληλοι του στρατού της ΕΣΣΔ και αντιμετωπίστηκαν σχεδόν ως πόρνες.
Στο βιβλίο «Γοητευμένοι από τον θάνατο» (1993) η συγγραφέας ασχολήθηκε με τις αυτοκτονίες που προκάλεσε η πτώση του κομμουνισμού.
Το πιο πρόσφατο πόνημά της τιτλοφορείται «Μεταχειρισμένος χρόνος: Ο θάνατος του Κόκκινου Ανθρώπου» και είναι ο πέμπτος από τους συνολικά επτά τόμους του δικού της επικού χρονικού «Η Αυτοβιογραφία μιας Ουτοπίας» ή «Η Ιστορία του Κόκκινου Ανθρώπου». Σε αυτόν σκύβει πάνω στα τελευταία 20 χρόνια της μετασοβιετικής Ρωσίας συσσωματώνοντας μονολόγους απλών ανθρώπων που συνάντησε στις δικές της περιπλανήσεις στα πατρογονικά χώματα κατά την τελευταία δεκαετία.
Το 1996 κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Τσερνόμπιλ – Ένα χρονικό του μέλλοντος», που περιλαμβάνει μαρτυρίες για το πυρηνικό ατύχημα του 1986, τις οποίες συνέλεξε η συγγραφέας περιπλανώμενη επί δύο χρόνια στην Απαγορευμένη Ζώνη, με κίνδυνο της υγείας της και της ζωής της. Τα βιβλία της κυκλοφορούν μεταφρασμένα σε δεκάδες χώρες, όχι όμως και στην πατρίδα της, όπου η ίδια είναι στιγματισμένη ως αντικαθεστωτική.
«Λίγο προτού αρχίσει η εκκένωση της πόλης Πριπιάτ και καθώς απλωνόταν ο όλεθρος, κάποιοι είχαν κρεμαστεί στα μπαλκόνια τους – με μια ανατριχιαστική και ασύνειδη παραφορά – για να δουν την καταστροφή. Αργότερα ανακαλούσαν εκείνη την εντυπωσιακή εικόνα, εκείνο το πορφυρό φως. Ήταν η όψη του θανάτου. Αλλά δεν μας είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι ο θάνατος θα μπορούσε να δείχνει τόσο όμορφος. Εκείνες τις στιγμές μάλιστα προέτρεπαν οι ίδιοι τα παιδιά τους να παρατηρήσουν το θέαμα. Ελάτε να δείτε, θα το θυμάστε μέχρι το τέλος της ζωής σας. Είναι τρομακτικό αλλά εκείνοι οι άνθρωποι θαύμαζαν την όψη του δικού τους αφανισμού».
Επρόκειτο, μεταξύ άλλων, και για μηχανικούς που εργάζονταν στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνόμπιλ, ο αντιδραστήρας του οποίου κατεστράφη ύστερα από μια σειρά εκρήξεων στον τέταρτο ενεργειακό τομέα του στις 26 Απριλίου 1986.
Κάπως έτσι συντελέστηκε αυτό που χαρακτηρίστηκε το μεγαλύτερο τεχνολογικό ατύχημα του περασμένου αιώνα. «Μαγνητοφωνώντας τους είχα την αίσθηση πως ηχογραφώ το μέλλον», έχει γράψει (1996) η 67χρονη σήμερα Σβετλάνα Αλεξίεβιτς στο δικό της συγκλονιστικό χρονικό – επί δύο ολόκληρα χρόνια κυκλοφορούσε στην Απαγορευμένη Ζώνη – όπου το συγκεκριμένο γεγονός ανασυστήνεται από τα μέσα θα λέγαμε, μέσα από τις μαρτυρίες εκείνων που το έζησαν και βίωσαν τις συνέπειές του.

Η Αλεξίεβιτς και στα ελληνικά

Τη Σβετλάνα Αλεξιεβιτς τη συνέστησε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ο οίκος “Περίπλους” και ο Σύλλογος Υποστήριξης Ερευνών Κατά της Λευχαιμίας και Άλλων Παθήσεων. Έτσι το 2001 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο της «Τσερνόμπιλ, ένα χρονικό του μέλλοντος», ως μια προσπάθεια επαναφοράς στη μνήμη της μεγαλύτερης πυρηνικής καταστροφής της ανθρώπινης ιστορίας.
Την 26η Απριλίου 1986, μία σειρά εκρήξεων κατέστρεψε τον αντιδραστήρα του τέταρτου ενεργειακού μπλοκ στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνόμπιλ. Το ατύχημα αυτό χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη τεχνολογική καταστροφή του εικοστού αιώνα. Στο βιβλίο μιλούν άντρες, γυναίκες, παιδιά, χωρικοί, στρατιώτες, μαθητές, πυροσβέστες, επιστήμονες, μελλοθάνατοι και συγγενείς μελλοθανάτων, μητέρες που γέννησαν παραμορφωμένα παιδιά, μαθητές που δε συναντιούνται πια στο σχολείο μα σε μονάδες λευχαιμικών ασθενών, αγρότες που ξεριζώθηκαν από την απαγορευμένη ζώνη, γονιοί που έθαψαν τα παιδιά τους, γυναίκες που είδαν τους άντρες τους να λιώνουν ζωντανοί πριν πεθάνουν, γέροντες που αναθυμούνται τις παλιές προφητείες, κορίτσια που κρύβουν την καταγωγή τους, γιατί αν την αποκαλύψουν, δεν θα βρουν σύντροφο για τη ζωή τους. «Μαγνητοφωνώντας τους, είχα την αίσθηση πως ηχογραφώ το μέλλον», γράφει η συγγραφέας στη μοναδική δική της μαρτυρία.

Μαχητική συλλέκτρια εμπειριών

Ήδη από το 2013 το όνομά της Αλεξίεβιτς συζητούνταν ακόμη και για το Νομπέλ Λογοτεχνίας. Αυτή η μαχητική συλλέκτρια των ανθρώπινων εμπειριών, που κάνει και την παραμικρή λεπτομέρεια να πάλλεται από νόημα και ασχολείται με τα ταπεινά τρίμματα που αφήνει πίσω ο φοβερός μύλος της επίσημης Ιστορίας, τιμήθηκε επειδή αποτύπωσε όσο κανείς άλλος «την τοπογραφία του θανάτου και τη μάχη για επιβίωση» των συμπατριωτών της κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης.
Εκμεταλλευόμενη τους αφηγηματικούς τρόπους της λογοτεχνίας και αναβαθμίζοντας έτσι την ερευνητική δημοσιογραφία (investigative journalism) έχει αφήσει ένα εντελώς προσωπικό ίχνος στο γραμματολογικό είδος της λεγόμενης τεκμηριωτικής πεζογραφίας. «Δεν καταγράφω στεγνά μια ιστορία γεγονότων, γράφω μια ιστορία των ανθρώπινων αισθημάτων» – δικά της είναι αυτά τα λόγια.
Τα βιβλία ήταν απαγορευμένα προτού αναδυθεί ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ με την περεστρόικα και επιπλέον διώχθηκε ποικιλοτρόπως ως αντικαθεστωτική από το καθεστώς του Αλεξάντερ Λουκασένκο στη Λευκορωσία. Η σύνδεση του τηλεφώνου της ήταν υπό παρακολούθηση και οι δημόσιες εμφανίσεις της απαγορευμένες. Έφτασε σε σημείο να χάσει και τη δουλειά της ως δημοσιογράφος, με την πρόφαση ότι «βεβήλωνε με τα κείμενά της την τιμή των σοβιετικών στρατιωτών».
Η Αλεξίεβιτς, που ασκεί δριμεία κριτική στον πρόεδρο της Λευκορωσίας Αλεξάντρ Λουκασένκο, επισήμανε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης στο Μινσκ ότι το Νόμπελ με το οποίο τιμήθηκε αποτελεί μια ανταμοιβή όχι μόνο για εκείνη, αλλά επίσης και για τη χώρα της, αυτή «τη μικρή χώρα που ανέκαθεν βίωνε συνθήκες καταπίεσης».
«Δεν πρέπει να κάνουμε παραχωρήσεις ενώπιον ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος», επέμεινε η ίδια.
Με το βραβείο αυτό το καθεστώς του Λουκασένκο «θα αναγκαστεί να με ακούσει. Υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που έχουν κουραστεί και δεν έχουν πλέον τη δύναμη να πιστέψουν», προσέθεσε.
Η Αλεξίεβιτς παραμένει μέχρι σήμερα πιστή στο πρόταγμα του συμπατριώτη μέντορά της, του συγγραφέα Αλες Αντάμοβιτς, για ένα «συλλογικό μυθιστόρημα», όπου θα συγχωνεύονται όλες οι πιθανές εκδοχές της πραγματικότητας – κυρίως αυτές που δεν δύναται να συλλάβει η φαντασία.
Τον Οκτώβριο του 2000 εγκαταστάθηκε στην Ποντεντέρα, πόλη-άσυλο λογοτεχνών στην Τοσκάνη. Κατά περιόδους έμεινε στο Παρίσι, στη Στοκχόλμη και στο Βερολίνο. Τα βιβλία της για τη ζωή και την καθημερινότητα σε αυταρχικές κοινωνίες έχουν διεθνή αναγνώριση και απήχηση.
Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς θεωρείται από πολλούς ως μία από τις μεγαλύτερες χρονογράφους της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και μια θαρραλέα διαφωτίστρια. Σύμφωνα με την Ένωση Γερμανών Εκδοτών ο τρόπος συγγραφής των έργων της με ιστορικό περιεχόμενο συμβάλλει στην ηθική αφύπνιση των ανθρώπων που ζουν στον χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. «Ενσαρκώνει με τον τρόπο γραφής της την καθημερινότητα των πολιτών σε αυταρχικές χώρες όπως η πατρίδα της Λευκορωσία άλλα και άλλες πρώην σοβιετικές χώρες όπως η Ρωσία και η Ουκρανία», σύμφωνα με το δικαιολογητικό της βράβευσης. «Πρόκειται για μια πολύ θαρραλέα και σοφή επιλογή, για μία επίσης πολύ θαρραλέα και σοφή γυναίκα», είχε πει το 2013 η γραμματέας της Ένωσης Γερμανών Εκδοτών.

Το ιδιαίτερο συγγραφικό της ύφος

Σε ό, τι αφορά τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής της, έχει κάνει αμέτρητες συνεντεύξεις προσώπων που εμπλουτίζουν τα βιβλία της. Τη μέθοδο αυτή με τις συνεντεύξεις τη χρησιμοποίησε πρώτη φορά το 1983 στο βιβλίο της «Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας» με κεντρικό θέμα του έργου τη μοίρα των Σοβιετικών γυναικών που συμμετείχαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Μπροστά στον διάβολο, πρέπει να βάλεις τον καθρέφτη»

Τον Απρίλιο του 2002 η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς είχε έρθει στην Ελλάδα για την παρουσίαση του βιβλίου της «Οι μολυβένιοι στρατιώτες» (εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, με πρόλογο της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου).
Μιλώντας με τη δημοσιογράφο Όλγα Σελλά («Καθημερινή», Κυριακή 7 Απριλίου 2002), η Ουκρανή συγγραφέας είχε πει:
«Τη σημερινή εικόνα του κόσμου δεν μπορείς να τη φανταστείς χωρίς μαρτυρίες. Είναι ένα μωσαϊκό που δεν μπορείς να το προσεγγίσεις μόνο με τη σκέψη. Μέχρι τώρα θεωρούσαμε ότι το ντοκουμέντο δεν μπορεί ν’ αγγίξει συναισθήματα. Διαρκώς προσπαθώ ν’ ανοίξω τα περιθώρια σ’ ό, τι είναι ντοκουμέντο. Το αυτί μου βρίσκεται πάντα έξω. Έξω είναι πεταμένα χιλιάδες μυθιστορήματα, αλλά πρέπει να έχεις την ικανότητα να τα ακούσεις. Έχω την εντύπωση ότι γράφω τις αναμνήσεις εκείνων που δεν θα γράψουν ποτέ. Και δεν εξαφανίζεται ο συγγραφέας, υπάρχει. Για ν’ ακούσεις κάτι καινούργιο, πρέπει να ξαναρωτήσεις. Πρέπει να βρεις το σημείο όπου βασίζεται ο καθένας για να μείνει άνθρωπος. Το να συγκεντρώσεις τη φρίκη, είναι εύκολο. Προσπαθώ, μέσα από τις μαρτυρίες, να βρω πληροφορίες για τον άνθρωπο: πόση ανθρωπιά έχει ο άνθρωπος και πώς την υπερασπίζει; Μερικοί ισχυρίζονται πως όταν γνωρίζει τη φρίκη καταστρέφεσαι. Αλλά μπροστά στον διάβολο, πρέπει να βάλεις τον καθρέφτη. Είμαι διαπαιδαγωγημένη από την παράδοση του ρωσικού πολιτισμού να φτάνω μέχρι το τέλος».

Η δύσκολη επιστροφή στην πατρίδα

Όλα σχεδόν τα έργα της περιστρέφονται γύρω από τη ζοφερή καθημερινότητα στη Σοβιετική Ένωση. Στο βιβλίο της με τον τίτλο «Η εποχή του second hand» (2013) κεντρικό θέμα είναι οι εξιστορήσεις κατοίκων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, που εκφράζουν τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες τους για μια πιο ελεύθερη κοινωνία μετά τη διάλυση της Ένωσης. Για τη συγγραφή του έργου της χρειάστηκε να γυρίσει στη Λευκορωσία ύστερα από 16 χρόνια για να πάρει συνεντεύξεις από τους απλούς πολίτες. Από το 2011 ζει στο Μινσκ…

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -