Cat Is Art

Ελένη Σκότη. Έχει τη συνταγή της επιτυχίας: Σκληρή δουλειά αλλά πάντα με πλατύ χαμόγελο…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Του Παναγιώτη Μήλα

Τελικά και η γεύση της αποτυχίας είναι μερικές φορές γλυκιά. Τη δοκίμασα όταν συνάντησα τη σκηνοθέτιδα Ελένη Σκότη, ένα ήσυχο πρωινό στο θέατρο “Επί Κολωνώ”. Στόχος μου μια συνέντευξη μαζί της. Κυρίως, ενθουσιασμένος μετά την παρακολούθηση της τελευταίας της παράστασης, του καταπληκτικού “Άγριου Σπόρου”.
Το πρώτο βήμα ήταν να πει το «ναι».
Δυσκολεύτηκα, αλλά…
Το δεύτερο και πιο βασικό βήμα να βρω τις ερωτήσεις και να σχεδιάσω τη γραμμή πλεύσης για τη συζήτησή μας.
Δυσκολεύτηκα, αλλά…
Και το τρίτο βήμα που ήταν και πολύπλοκο: Η συνάντηση και η συνομιλία.
Δυσκολεύτηκα, αλλά…
Απέτυχα παταγωδώς.
Ο λόγος; Απλούστατος!
Είχα προετοιμάσει τις ερωτήσεις. Σχεδόν τις είχα αποστηθίσει όταν έφθασε η κρίσιμη ώρα της συνάντησης και της συνομιλίας. Εδώ λοιπόν όλα τα σχέδια πετάχτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων εξαιτίας αυτών των δύο λέξεων: ΣΥΝάντηση και ΣΥΝομιλία.
Αυτές οι δύο λέξεις με ανάγκασαν να βρω νέες ερωτήσεις. Ο χρόνος πίεζε. Η σκηνοθέτις Ελένη Σκότη ήταν ήδη απέναντί μου και περίμενε να με ακούσει. Αντί για ερωτήσεις, βρήκα 7+1 ρήματα με πρώτο συνθετικό την πρόθεση ΣΥΝ.
Αρχίζουμε, λοιπόν.

ΣΥΝΔΕΩ

Μια σύνδεση της οικογένειας από το παρελθόν, μέχρι και σήμερα. Ήμουνα ευτυχής και ταυτόχρονα λίγο δυστυχής που μεγάλωσα σε μια οικογένεια, που ο μπαμπάς μου ήταν διπλωμάτης. Τώρα, τι διπλωμάτης; Θα ξεκινήσω λίγο πιο παλιά… Είμαι Ελληνίδα, η καταγωγή μου είναι ελληνική. Ο πατέρας μου με καταγωγή ελληνική, γεννημένος στην Αμερική. Η γιαγιά μου και οι προπαππούδες μου, απ’ τη μεριά του πατέρα μου, ήταν από τα Τζουμέρκα, πάνω στην Ήπειρο. Και απ’ τη μεριά της μητέρας μου, οι γονείς ήτανε από τον Πόντο. Γίνανε πρόσφυγες μετά, πήγανε Ρωσία και τέλος καταλήξανε στην Περσία. Η γιαγιά μου ήταν η αιτία που φύγανε απ’ το χωριό, και πήγανε στην Αμερική. Η ταινία που έκανε η Βικτώρια Χαραλαμπίδου με τις «Νύφες», είναι ακριβώς η ιστορία. Ήταν μια νύφη κι αυτή. Την είδε σε φωτογραφία ο παππούς. Εκείνος 40 χρονών κι εκείνη στα 20. Την πήρε και φύγανε για την Αμερική. Στο πλοίο η γιαγιά ήταν ήδη έγκυος, όμως το δύσκολο ταξίδι της στέρησε τη χαρά της μητρότητας. Έχασε το μωρό εν πλω. Ήταν μια πολύ άσχημη ιστορία.

Στη συνέχεια το πρώτο παιδί που γέννησε η γιαγιά εκεί ήταν ο πατέρας μου που μεγάλωσε μέσα στο εστιατόριο του παππού. Ο μπαμπάς μου από μικρούλης ήταν ένας εξαιρετικός μαθητής. Έφθασε στο Χάρβαρντ και με υποτροφίες προχώρησε ψηλά στη ζωή του. Έγινε διπλωμάτης και γνώρισε τη μαμά μου σε ένα από τα επαγγελματικά ταξίδια του στη Μέση Ανατολή. Ο πατέρας μου μιλάει 7 γλώσσες. Ανάμεσά τους αραβικά και περσικά. Είναι ένας άνθρωπος διαβασμένος, κι αυτό τον βοήθησε στη ζωή του.

Στην Περσία, στο Ιράκ και στη Συρία

Γνωρίζει λοιπόν στην Περσία τη μαμά μου που ζούσε τότε εκεί. Ήταν και εκείνη ελληνικής καταγωγής. Πήγαινε σε σχολείο θηλέων, με Γαλλίδες καλόγριες. Εκεί στην αρχή μιλούσαν μόνο γαλλικά και ελληνικά. Η μαμά μου μετά έμαθε και αγγλικά. Και μεγάλωσα σε ένα σπίτι που ουσιαστικά, επειδή ο πατέρας μου ήταν διπλωμάτης, κάθε 2-3 χρόνια μετακομίζαμε. Δεν ήταν κάτι σταθερό.
Εγώ γεννήθηκα στο Λίβανο. Τα αδέλφια μου, η αδελφή μου κι ο αδελφός μου στη Βαγδάτη, στο Ιράκ. Ευτύχησα λοιπόν γιατί σαν παιδί έχουν δει τα μάτια μου πολλά. Έχω ζήσει πραγματικά. Βέβαια, πάντα σε ένα πλαίσιο, γιατί όντως ήταν στο περιβάλλον της αμερικανικής διπλωματίας. Οπότε είχαμε αυτή την «ομπρέλα». Πάντα πήγαινα σε σχολεία που ήτανε διεθνή, δεν ήτανε μόνο αμερικάνικα. Στα σχολεία που σπούδαζα γνώρισα και Άραβες, και Γάλλους, και Πακιστανούς που μπορούσαν να πάνε σε αυτά. Φυσικά έξω από το παράθυρο συνέβαιναν πράγματα και εγώ επειδή ήμουνα παιδάκι, αρκετά ζόρικο μπορώ να πω, έβγαινα έξω για να ζήσω και να μάθω. Όμως τώρα που το σκέφτομαι, αυτά τα ίδια πράγματα σήμερα δεν θα μπορούσα ούτε καν να τα σκεφτώ. Σίγουρα με τη σημερινή κατάσταση θα είχαμε προβλήματα, θα είχαμε μπλέξει. Βέβαια τότε έπρεπε να έχουμε και είχαμε σωματοφύλακες. Όπου πηγαίναμε είχαμε φρουρούς. Δεν μπορούσαμε να μην έχουμε. Ο πατέρας μου ήταν πρέσβης από τα 40 του χρόνια. Ήταν από τους νεότερους πρεσβευτές. Ήταν αυτός που άνοιξε την πρεσβεία των ΗΠΑ στη Συρία επί Κίσινγκερ και στη συνέχεια είχε μια λαμπρή σταδιοδρομία στο διπλωματικό σώμα.
Ευτύχησα γιατί είδα πολλά πράγματα, γνώρισα πολλά μέρη κι ανθρώπους. Όμως πάντα είχαμε τις βαλίτσες στα χέρια. Πάντα έπρεπε κάπου αλλού να πάμε. Δηλαδή δεν υπήρχε μια σταθερότητα. Τελικά είμαι μια Ελληνοαμερικανίδα με διχασμένη προσωπικότητα. Γιατί το μυαλό μου σκέφτεται σαν να είμαι Αμερικανίδα και η ψυχή μου είναι ξεκάθαρα ελληνική. Γι’ αυτό και είμαι εδώ. Τελικά ακολούθησα την ψυχή μου, και κατέληξα στην Ελλάδα.

Διχασμένη μεταξύ Αμερικής και Ελλάδας

Αυτή η περίοδος της ζωής μου ήταν πολύ δύσκολη μέχρι σχεδόν που γέννησα την κόρη μου, τη Ζωή. Μέχρι τότε, δεν ήξερα πού ανήκω και τι είμαι. Ήμουνα ένα δυστυχισμένο πλάσμα γιατί δεν είχα ούτε ταυτότητα, ούτε ρίζες. Όταν ήμουνα στην Ελλάδα και τα έβρισκα σκούρα, έλεγα: «Τώρα γιατί δεν είμαι στην Αμερική που είναι πολιτισμένη χώρα, που είναι όλα σωστά και οι άνθρωποι είναι ανοιχτόμυαλοι και δεν έχουν αυτή την κλειστή νοοτροπία».
Κι όταν ήμουνα στην Αμερική, έλεγα: «Τι είναι αυτοί; Κι αυτοί είναι στενόμυαλοι και δεν έχουν αίσθηση τι γίνεται γύρω τους στον κόσμο». Στη φάση αυτή ήθελα να γυρίσω στην Ελλάδα, που τα αμφισβητούν όλα και τουλάχιστον αυτό είναι πιο υγιές τελικά. Οπότε, για πολλά χρόνια, ταξιδεύαμε από χώρα σε χώρα. Κυρίως στη Μέση Ανατολή. Η τελευταία μετάθεση του πατέρα μου ήταν στην Υεμένη. Ήμουνα τότε 15 χρόνων και δεν είχα σχολείο μετά για να πάω. Αναγκάστηκε λοιπόν ο πατέρας μου να με στείλει σ’ ένα σχολείο στην Αμερική, σε ένα boarding school. Ήμουν δηλαδή εσωτερική σε ένα σχολείο μόνο με κορίτσια. Εκεί για μένα ήταν το πρώτο δυνατό σοκ που ένιωσα. Άφησα την ασφάλεια που είχα στη Μέση Ανατολή. Τότε δεν υπήρχε ο φόβος. Υπήρχαν μόνον οι σωματοφύλακες: Ο Άχμετ και ο Μωχάμετ που με οδηγούσαν στο σχολείο. Ήταν οι φίλοι μας που μας «ξεχνούσαν» εκεί πέρα, ενώ εμείς τρέχαμε στην έρημο. Ουσιαστικά δεν υπήρχε σχολείο. Όλοι οι δάσκαλοί μας ήταν νέα παιδιά, που έρχονταν εθελοντικά για να ζήσουν περιπέτειες στη Μέση Ανατολή. Μας διδάσκανε με εντελώς ελεύθερο και διαφορετικό τρόπο ενώ παράλληλα μας παίρνανε για ταξίδια στην έρημο.

Από την απόλυτη ελευθερία, στον εγκλεισμό…

Ήμουνα με τα μαλλιά ξέπλεκα σε τελείως χίπικη κατάσταση. Ήμουνα πολύ αθώα απέναντι στα πράγματα και στη ζωή. Δεν είχα την αίσθηση για το τι είναι μαύρος, τι είναι λευκός, τι είναι θρησκεία. Αμέσως μετά βρέθηκα στην Αμερική, σε ένα σχολείο πολύ «κλειστό» και πάρα πολύ ελιτίστικο. Έπαθα το σοκ της ζωής μου.
Δηλαδή από εκεί που ήμουν στην έρημο με την άμμο στα μαλλιά μου, κατέληξα σε ένα σχολείο πολύ «καθωσπρέπει». Εκεί ήταν όλα περίεργα. Οι μαθήτριες ακολουθούσαν την παράδοση στο ίδιο σχολείο που είχαν πάει πριν από πάρα πολλά χρόνια και οι γιαγιάδες τους. Εκεί πέρασα άσχημα. Από τα 15 μέχρι τα 18 ήταν πολύ δύσκολες χρονιές για μένα επειδή έπαθα κατάθλιψη και οι γονείς μου δεν μπορούσαν ακριβώς να το καταλάβουν αυτό. Ήταν πολύ μακριά, στην Υεμένη, και δεν υπήρχε εύκολη και άμεση επικοινωνία με την Ουάσιγκτον.

Βέβαια ο μπαμπάς μου που και που ερχόταν και με έβλεπε. Όμως εγώ ήμουνα μέσα στην κατάθλιψη και δεν έβγαινα απ’ το δωμάτιό μου. Η μόνη μου φυγή ήταν τότε που γνώρισα μια Εβραία στο σχολείο.

Οι λίγοι, οι πολλοί και ο Mr. Remsberg

Εν τω μεταξύ, ήμουνα και πολύ διαφορετική στο ντύσιμο. Όλα τα κορίτσια ντύνονταν «κάπως» πιο επίσημα, πιο «μανταμίστικα», με αποτέλεσμα εγώ να είμαι σαν τη μύγα μες στο γάλα. Όταν μάλιστα μάθανε ότι είμαι Ελληνίδα, τότε ολοκληρώθηκε το κακό αφού με αποκαλούσαν «βρωμιάρα». Τότε κλεινόμουν ακόμη πιο πολύ στον εαυτό μου. Διάβαζα, διάβαζα και διάβαζα. Συνέχεια μέσα στο δωμάτιό μου και χωρίς φίλες. Ευτυχώς είχα μόνο μία φίλη. Την λέγανε Portia και ήταν Εβραία. Αυτή σχεδόν με πήρε κάτω από τις φτερούγες της και μου είπε: «Έλα μια μέρα στο τμήμα τού θεάτρου». Τότε ήταν που ανακάλυψα το θέατρο. Σε αυτό το σχολείο. Ήμουν μόλις 15 χρόνων. Εκεί αισθάνθηκα το χώρο μου. Εκεί ήταν όλοι Άνθρωποι –γιατί οι άνθρωποι του θεάτρου ούτως ή άλλως είναι ανοιχτόμυαλοι. Κι εκεί αισθάνθηκα ότι βρήκα την οικογένειά μου. Εκεί, σ’ αυτό το σχολείο που υπήρχαν αρκετές μειονότητες ανάμεσα στους πολλούς Αγγλοσάξωνες, εκεί άρχισα να αισθάνομαι καλύτερα όταν πρωτογνώρισα το θέατρο. Είχαμε έναν καταπληκτικό δάσκαλο, τον Mr. John Remsberg, που μας αγαπούσε πολύ. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Με «σημάδεψε» αυτός ο δάσκαλος και με έβαλε σε έναν δρόμο. Αγαπούσε πάρα πολύ αυτό που δίδασκε. Η διδασκαλία του ήταν πανεπιστημιακού επιπέδου. Πηγαινοερχότανε στο Μπρόντγουεϊ όπου έπαιζε. Ήτανε ένα «προχωρημένο» άτομο. Νέος ήταν κι αυτός τότε. Από ’κει ξεκίνησε η πορεία μου λόγω της αγάπης και της υποστήριξής του. Εγώ ναι μεν έπαιξα σε διάφορες παραστάσεις στο σχολείο, αλλά ήθελα να σκηνοθετήσω, από πολύ μικρή ηλικία. Δημιούργησε λοιπόν ο Remsberg τμήμα σκηνοθεσίας από τότε. Ήμουν 15-16 χρονών. Το πρώτο έργο που σκηνοθέτησα ήταν το «Έκβους» του Πίτερ Σάφερ (Equus του Peter Shaffer). Και το σκηνοθέτησα, και πραγματικά άρεσε, και μου άρεσε. Για το έργο αυτό είχα δουλέψει πολύ με τα κορίτσια εκεί. Βέβαια ήμουνα μέτρια μαθήτρια. Ειδικά στα μαθηματικά πολύ κακή, σε αντίθεση με τη φιλολογία και την ιστορία. Μάλιστα παραλίγο να μείνω στην ίδια τάξη λόγω των μαθηματικών, επειδή ήμουνα πάντα «έξω απ’ το παράθυρο» και σκεφτόμουνα άλλα πράγματα. Αλλά κι αυτός ο δάσκαλος ήταν φοβερός. Με πήρε την τελευταία χρονιά και μου είπε: «Ελένη, δεν νομίζω εσύ ποτέ να μάθεις μαθηματικά. Είμαστε τρία χρόνια μαζί αλλά δεν τα καταφέρνεις. Θα σε περάσω, για να μπορέσεις να πας όπου αποφασίσεις». Μου έδωσε την ευχή του και όντως, αυτό έγινε. Έφτασα στη Νέα Υόρκη όταν ήμουνα 17-18 χρόνων και πήγα σε μια δραματική σχολή (The American Academy of Dramatic Arts). Εκεί σπούδασα για τρία χρόνια. Μεγάλη εμπειρία.

«Μην πας εκεί αλλά κάνε αυτό…»

Βέβαια, ήταν πολύ δύσκολο εκεί αν και περνούσα από χρόνο σε χρόνο. Εκεί δεν είναι όπως εδώ. Εκεί μένεις. Δηλαδή, σε παίρνουνε και μετά κάθε χρόνο λιγοστεύουν οι μαθητές. Από εκεί που μπήκαμε 100, καταλήξαμε να αποφοιτήσουμε 14. Έτσι όμως έμαθα τι σημαίνει να είσαι ηθοποιός. Το έμαθα. Και είχα δασκάλους απ’ το Actors Studio. Όλοι οι δάσκαλοί μου ήταν απ’ το Actors Studio, οπότε είχα πολύ καλή εκπαίδευση. Αλλά και ταυτόχρονα ήμουνα «απέξω», δηλαδή είχα μια απόσταση απ’ τα πράγματα. Μου άρεσε να κάθομαι πάντα δίπλα στη δασκάλα και να βλέπω μαζί της όσα γίνονταν στη σκηνή. Εκείνη μου έλεγε: «Πήγαινε πιο πέρα. Τι κάθεσαι δίπλα μου;». Το τρακ που είχα πριν μπω στη σκηνή μου έδωσε να καταλάβω πως δεν είναι αυτό για μένα. Αντιθέτως πιο πολύ μου άρεσε να λέω τους άλλους: «Μην πας εκεί, κάνε αυτό…». Οπότε κατάλαβα ότι αυτό ήτανε που έπρεπε να επιλέξω. Δηλαδή πιο πολύ σκηνοθεσία και μετά διδασκαλία. Κυρίως διδασκαλία. Αφού τέλειωσα εκεί, μετά θέλοντας να μάθω πιο πολλά πράγματα, πήγα σε πανεπιστήμιο στην Αμερική, και τελείωσα το Sarah Lawrence College, ένα πολύ προοδευτικό πανεπιστήμιο.
Κάποτε ήταν μόνο για γυναίκες. Ήταν από τα πρώτα σχολεία που στήριξαν το φεμινιστικό κίνημα στη Νέα Υόρκη. Ήταν ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο. Τότε αρκετά ακριβό, αλλά σήμερα πανάκριβο. Δηλαδή δεν ξέρω αν θα μπορέσω να στείλω την κόρη μου εκεί. Τώρα έχουν φτάσει τα πανεπιστήμια στην Αμερική να είναι μόνο για τους λίγους. Εγώ είχα την ευτυχία, γιατί τότε ο πατέρας μου ήταν στο διπλωματικό σώμα. Ήμουνα πάρα πολύ τυχερή σ’ αυτό το κομμάτι με την εκπαίδευσή μου. Αυτό με έχει σώσει.
Και αυτό μου το έλεγε πάντα και η μητέρα μου. Μου έλεγε: «Ελένη, δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Δηλαδή αν μπορούμε μόνο αυτό, αυτό θα σου δώσουμε. Δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί». Και τελικά ισχύει αυτό που μου είχε πει. Στη συνέχεια είχαμε δύσκολες στιγμές στην οικογένειά μου και από τότε που τελείωσα το πανεπιστήμιο δεν με έχει βοηθήσει κανείς. Μόνη μου έχω σταθεί στα πόδια μου. Λόγω της εκπαίδευσης που μου έχουν δώσει οι γονείς μου.
Οπότε πήγα πανεπιστήμιο, εκεί στο Sarah Lawrence. Εκεί ήταν όλοι εξαιρετικοί. Το πανεπιστήμιο αυτό, ήταν ακόμα καλύτερο απ’ το American Academy. Σε αυτό έκανα ιδιαίτερες σπουδές με έμφαση στη σκηνοθεσία. Σκηνοθετούσα, είχα καθηγητές που βλέπανε τη δουλειά μου, με διορθώνανε, με βοηθούσαν και προχωρούσα. Δεν είχα έναν δάσκαλο. Είχα πολλούς. Τρεις και τέσσερις που παρατηρούσαν τη δουλειά μου από διαφορετικές οπτικές.

Στη συνέχεια πήγα στο Λονδίνο, στο Royal Holloway and New Bedford College. Εκεί σπούδασα μόνο σκηνοθεσία. Ε, και μετά άρχισε η πορεία μου.
Γύρισα στην Αμερική για λίγο. Έκανα περιοδεία ως ηθοποιός. Μετά ήρθα στην Ελλάδα, που έπαιξα σε μια αγγλόφωνη παράσταση, στην «Ηλέκτρα», όπου είχα τον κεντρικό ρόλο μιας και δεν μπορούσα να μπω ως σκηνοθέτης με το «καλημέρα». Ύστερα από αυτό ήμουνα έτοιμη να γυρίσω στην Αμερική όμως πέθανε η μητέρα μου, όταν ήμουνα 26 χρονών. Ο πατέρας εν τω μεταξύ πήρε σύνταξη και ήρθε στην Ελλάδα. Εγκατασταθήκαμε εδώ. Έμεινα κι εγώ για να υποστηρίξω τον πατέρα μου. Και μετά άρχισε η πορεία μου. Δηλαδή μετά άνοιξε το μεγάλο κεφάλαιο που ονομάζεται Ελλάδα, από την ηλικία των 27 χρόνων που ήμουν τότε. Άρχισα να διδάσκω στο Αμερικάνικο Κολέγιο, στο Deree. Αισθάνθηκα όμως εκεί πολύ απομονωμένη, σαν να ήμουνα σε ένα αγγλόφωνο αμερικάνικο γκέτο και αυτό δεν μου άρεσε. Και τότε ξεκίνησα αυτό που κάνω, τα εργαστήριά μου «στα υπόγεια» της Αθήνας.

«Τώρα μπορώ να σκηνοθετήσω με αυτά τα παιδιά»

Άρχισα να δουλεύω με παιδιά στα ελληνικά. Η Βικτώρια Χαραλαμπίδου, ήταν απ’ τις πρώτες μου μαθήτριες, εκεί «στα υπόγεια». Άρχισα να τους εκπαιδεύω μέχρι που είπα πως «τώρα μπορώ να σκηνοθετήσω, μ’ αυτά τα παιδιά». Και έτσι αρχίσαμε. Μετά πήγα στο θέατρο «Πολιτεία», όπου εκεί ήταν ο Σωτήρης Χατζάκης. Παίξαμε δύο έργα: Το «Μεσημεριανό» και το «Νύχτα με τις Μάσκες» του Λέοναρντ Μέλφι. Στη συνέχεια πήγα στον «Φούρνο». Ήμασταν μαζί με τον Γιώργο Χατζηνικολάου τότε. Ανεβάσαμε «Το Δάσος» του Ντέιβιντ Μάμετ, το «Suburbia» του Ερίκ Μπογκοσιάν και το «Sex, Drugs, Rock ‘n Roll» και πάλι του Ερίκ Μπογκοσιάν. Από εκεί ακούστηκαν οι δουλειές μας και μετά βρήκαμε το «Επί Κολωνώ» και ήρθαμε εδώ το 2000.

ΣΥΝΑΝΤΩ

Η δασκάλα που με επηρέασε πάνω από όλους τους δασκάλους που γνώρισα ήταν η Joan Plowright. Τη γνώρισα όταν σπούδαζα σκηνοθεσία στην Αγγλία, στο Royal Holloway and New Bedford College. Ήταν εξαιρετική. Εκεί είχα κάνει Νo Theater (Γιαπωνέζικο). Παρόλο που έχω ασχοληθεί με το ρεαλιστικό -ψυχολογικό θέατρο, η εμπειρία με αυτή τη γυναίκα έκανε για μένα την έκπληξη. Ήτανε «κουφό», γιατί έκανα το «No», που με έβαλε στο χώρο των ονείρων πιο πολύ. Για κάναμε το «No», κάναμε και το «Τσάι τσι», μετά είχα πάρει τον «Μύθο», είχα πάρει την «Αντιγόνη» που είναι μέσα στη σπηλιά και είχα στήσει μια παράσταση –ήταν τμήμα σκηνοθεσίας τώρα– αλλά βάσει του «No» και με όλες τις αρχές του «No». Αυτό με έβαλε σε έναν άλλο χώρο, πιο αρχετυπικό. Πιο ψυχολογικό. Δηλαδή από τον Φρόιντ, στην ψυχολογία, πήγα στον Γιουνγκ. Δηλαδή από εκεί που για μένα όλα ήταν πιο ρεαλιστικά, μπήκα σε ένα χώρο που ήταν πιο ευρύς με τα αρχέτυπα, με το τι μας αγγίζει όλους στην ανθρωπότητα. Που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Τώρα ανήκω και στα δύο. Δηλαδή αντλώ υλικό κι απ’ τα δύο, γι’ αυτό λέω πως ήταν καθοριστική για μένα η Τζόαν Πλαράιτ. Πιστεύω ότι έτσι κινούμαι και στους δύο χώρους. Μπορεί να μην το κάνω με «συνταγή». Αντλώ όμως ενστικτωδώς, αυτό χρειάζεται από εκεί και αυτό που χρειάζεται από εδώ. Κι όταν διδάσκω χρησιμοποιώ την ίδια μέθοδο της αξιοποίησης στοιχείων και από τις δύο σχολές. Οι Αμερικανοί είναι πιο τεχνοκράτες, το κάνουν πάρα πολύ καλά. Στην Αμερική όταν πας σε μια οποιαδήποτε σχολή θα σου μάθουνε το αλφάβητο. Θα στο διδάξουν όλοι με τον ίδιο τρόπο και θα το μάθουν όλοι το ίδιο. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, ας το πούμε. Μπορεί να είναι με λίγο διαφορετικό τρόπο, αλλά όταν τελειώσεις μια σχολή, είτε είσαι στο Τέξας, είτε είσαι στη Νέα Υόρκη, είτε είσαι στο Ουισκόνσιν, μπορείς και επικοινωνείς με τους άλλους απόφοιτους. Δηλαδή μπορούν να σου πουν: Ποιο είναι το “θέλω” σου εδώ; Ποια είναι η δράση σου εδώ; Τι θέλει ο χαρακτήρας, ποιος είναι ο στόχος του; Οπότε καταλαβαίνουν και αυτό το έχουν μάθει στη σχολή. Αυτό είναι σπουδαίο επειδή έτσι δεν δημιουργείται χάος. Όλοι μιλάνε μια κοινή γλώσσα. Και αυτό το βλέπουμε παντού αφού οι σκηνοθέτες μιλάνε κοινή γλώσσα.

Ο πνευματικός ρεαλισμός του Στανισλάφσκι

Όμως η Ευρώπη έχει άλλα. Εντάξει, έχουν κι εδώ την πειθαρχία. Μην ξεχνάμε ότι η μέθοδος που διδάσκεται στην Αμερική, ξεκίνησε απ’ τη Ρωσία πρώτα. Και αυτοί πήραν ένα κομμάτι του Κονσταντίν Στανισλάφσκι. Το πήραν αλλά ο Ρώσος τώρα λέει: «Δεν το κάνει σωστά ο Αμερικανός». Και αυτό είναι σωστό επειδή ο Αμερικανός το έχει πάρει πιο τεχνοκρατικά, πήρε το κομμάτι που είναι πιο λειτουργικό ενώ ο Ρώσος είναι πιο πνευματικό ον. Και όντως, ο Στανισλάφσκι το έλεγε: «Κάνω πνευματικό ρεαλισμό». Δηλαδή είναι κάτι πιο ολιστικό. Ναι μεν είχε επηρεαστεί κι από τον Φρόιντ -δεν το συζητάω- αλλά νομίζω ότι όσο προχωρούσε η ζωή του Στανισλάφσκι, έμπαινε και στο χώρο του Γιουνγκ, που ήτανε πιο συλλογικός, πιο αρχετυπικός. Δηλαδή δούλευε με πολύ πιο μεγάλες έννοιες.
Οπότε, πηγαίνοντας στην Αγγλία, αυτή η δασκάλα μου άνοιξε πολύ τα μάτια, σε αντίθεση με την Αμερική.

ΣΥΝΘΕΤΩ

Εδώ μιλάμε για τη γνώση και την εμπειρία. Τα απαραίτητα υλικά για το «χτίσιμο» των νέων ηθοποιών. Άρχισα λίγο να μιλάω γι’ αυτό. Άρχισα να το λέω. Αυτό ισχύει. Δηλαδή εγώ θεωρώ τον εαυτό μου πιο πολύ δασκάλα παρά σκηνοθέτιδα. Αν ήμουνα σε ένα νησί και μου ζητούσαν να επιλέξω ανάμεσα στη διδασκαλία και στη σκηνοθεσία, νομίζω θα προτιμούσα το πρώτο. Βέβαια, όσο μεγαλώνω αλλάζει αυτό, αλλά μέχρι τώρα εκεί είμαι.
Όταν διδάσκω αισθάνομαι ότι δημιουργώ. Και δημιουργώ μέσα από το να βλέπω τον άνθρωπο.

Βλέπω τι έχει και τι μπορεί να έχει. Βλέπω ακόμη πώς μπορούμε μαζί να χτίσουμε κάτι. Δηλαδή ουσιαστικά, στόχος ενός δασκάλου, θεωρώ, είναι να προσπαθήσει να βοηθήσει το μαθητή –σε ένα πρώτο επίπεδο τώρα λέω αρχικό, και μετά αυτό πάει σε κάτι πιο ολοκληρωμένο– είναι να αποδομήσει τις έννοιες που αυτός έχει για τον εαυτό του. Δηλαδή το ασυνείδητο να έρθει στην επιφάνεια. Δεν είναι ψυχανάλυση. Αλλά σίγουρα είναι, πώς να το πω, είμαστε γείτονες. Είμαστε γείτονες με την ψυχανάλυση και την ψυχοθεραπεία στο θέατρο.
Βέβαια πάντα λέω στους μαθητές – ηθοποιούς πως ό, τι κι αν κάνουμε εδώ, εγώ μαζί σας στις ασκήσεις που κάνω υπηρετώ την τέχνη. Κι αυτό πάντα θα πάει εκεί. Αλλά η διαδικασία, σε ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι, είναι το να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε μαζί τι είναι το όργανό σου. Το όργανό σου είναι η ψυχοσωματική σου κατάσταση. Η ψυχολογία σου. Ξεκινάμε μ’ αυτό. Βρίσκω δηλαδή μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία τις κρυφές δυνατότητες που μπορεί να μην τις έχει ανακαλύψει ούτε ο ίδιος. Οπότε το κέρδος είναι διπλό μετά. Αυτά τα έχω ζήσει, πάνω απ’ όλα, στα εργαστήριά μου. Γιατί μέσα στα εργαστήριά μου, αυτά που έχω ζήσει δεν τα έχει δει -νομίζω- κανείς, ακόμη και στις καλύτερες παραστάσεις. Δηλαδή το άνοιγμα, την εμπιστοσύνη, το να βγει αυτό το κομμάτι, την απόλυτη εμπιστοσύνη χωρίς να αισθάνεσαι ότι είσαι σε μια σχολή που σε πιέζουνε εξωτερικά πράγματα, όπως ο ανταγωνισμός των εξετάσεων και το τι πρέπει να κάνεις. Δεν υπάρχει αυτό «το πρέπει» μέσα σε ένα εργαστήριο. Εδώ είναι άνθρωποι που έρχονται πραγματικά γιατί θέλουνε να μάθουνε. Και να μάθουνε, πού βρίσκονται οι ίδιοι σε σχέση μ’ αυτή την τέχνη. Και για να φτάσουνε εκεί η διαδικασία είναι μακριά, δεν μπορεί να γίνει μέσα σε ένα μήνα. Η πορεία αυτή θέλει χρόνο. Γι’ αυτό έρχονται για δύο και τρία χρόνια. Και πολλές φορές κάνουν το ίδιο μάθημα δύο φορές. Είχα μαθητές που έχουν κάνει το ίδιο μάθημα δύο και τρεις φορές. Ειδικά το master and slave που κάνω. Η διαδικασία μέσα από τα μαθήματα και μέσα από ασκήσεις που κάνουμε βοηθά τον μαθητή να ανακαλύψει πρώτα τον εαυτό του. Δεν μπορείς να ξέρεις ποτέ τον εαυτό σου, αλλά αρχίζεις και τον ανακαλύπτεις. Έχεις κάτι μικροαναλαμπές και ξαφνικά μένεις έκπληκτος με αυτό που βλέπεις. Αναζητάς τον θυμό, επιζητάς την οργή και έχεις απέναντί σου έναν μαθητούλη. Και τον λέω μαθητούλη οπωσδήποτε με την καλή έννοια. Τα μαλλιά του κρύβουν πολλές φορές αυτό το «πραγματάκι» που είναι φοβισμένο, που δεν μπορεί ούτε να ανοίξει το στόμα του και να σε κοιτάξει στα μάτια.

Σε αναζήτηση του θυμού και της λύπης

Και τότε ξαφνικά και εντελώς απρόσμενα βλέπεις να βγαίνει μια οργή και ένας θυμός από μέσα του, που λες: «Δηλαδή, αυτό από πού βγήκε»!
Βέβαια πάντα σε ένα πλαίσιο δραματουργικό. Πάντα είναι σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Και μέσα σ’ όλο αυτό δουλεύουμε και τη φαντασία. Και αυτό είναι που το θέατρο μπαίνει μέσα. Δηλαδή έχουμε μια ανακάλυψη: Πού βρίσκεται ο θυμός; Πού βρίσκεται η λύπη σου; Πού βρίσκεται ο έρωτάς σου; Πού βρίσκεται ο φόβος σου; Σαν να λέμε αυτά είναι τα βασικά χρώματα στην παλέτα της ζωγραφικής. Αυτά έχουμε και στο θέατρο. Αυτά χρησιμοποιούμε όταν δουλεύουμε με έναν πρωτοετή. Πάνω σε ένα πλαίσιο, είπαμε, με μια άσκηση που δουλεύουμε, δηλαδή αν ήσουνα αυτός, αυτός ο άνθρωπος πώς θα ήτανε. Οπότε αρχίζει και η φαντασία να λειτουργεί. Και μετά δουλεύουμε τη λεγόμενη «αλήθεια σου». Δηλαδή ο δικός σου ο θυμός. Όχι πώς φαντάζεσαι να θυμώνει ο άλλος αλλά εσύ πώς θυμώνεις μέσα απ’ αυτόν τον άνθρωπο. Το σημείο αναφοράς είσαι πάντα εσύ, δεν μπορεί να είναι κάποιος άλλος. Ασφαλώς δεν είναι ο καθρέφτης. Είσαι εσύ.
Βέβαια όσο περισσότερο αυτό το πράγμα αρχίζει και ανοίγει τότε καταλαβαίνεις, σε αδρές γραμμές, πώς είναι ο θυμός σου. Μετά έρχονται οι αποχρώσεις του θυμού ή της λύπης σου και όλα αρχίζουν να παίρνουν ένα σχήμα και έναν όγκο. Αυτό είναι αυτό που λέμε «ερμηνείες πρωτότυπες» έτσι ώστε να μη μοιάζει η μια με την άλλη. Από τη στιγμή που είναι δικό σου, είναι πρωτότυπο. Ξεκινάμε απ’ αυτό. Αλλά μετά είναι, τι κάνεις με το δικό σου. Μην είναι τηλεόραση; Μην είναι μια κοινότοπη επιλογή; Η έμπνευσή σου πού κινείται μέσα σ’ αυτό; Πόσο δεν το περιμέναμε αυτό; Εκεί που περίμενες να κάνει αυτό, να χτυπήσει δηλαδή το χέρι στο τραπέζι, αυτός… ξύνει το κεφάλι του και δεν χτυπάει. Κι αναζητάς να καταλάβεις πώς το βρήκε αυτό και το έκανε εκείνη τη στιγμή.
Οπότε, αυτά τα πράγματα θέλουμε να βρούμε δουλεύοντας πολύ την ψυχολογία. Φυσικά με έναν συνειδητό τρόπο αν και δεν μπορώ να πω ότι είναι ένας κανόνας, είναι όμως κάτι που το διαισθάνομαι. Δηλαδή λειτουργώ πολύ ατομικά, παρόλο που είμαστε σε ομάδα.

Απομονωμένοι μέσα σε ένα «μαύρο κουτί»

Όταν υπάρχει σκηνοθεσία είναι το ίδιο σαν προσέγγιση. Αλλά μετά όταν μπαίνουμε σε ένα έργο, που έχει και κάτι να πει, όταν μπαίνουμε σ’ αυτό το «μαύρο κουτί», βλέπουμε πως είναι ένας περίεργος χώρος. Το σκέφτομαι κάμποσες φορές, όλη μέρα επειδή είμαι σε ένα «μαύρο κουτί». Άμα το σκεφτείς αυτό είναι λίγο τρέλα. Και εμείς που είμαστε του θεάτρου, είμαστε κλεισμένοι σε ένα χώρο, κλειστό, δεν έχει παράθυρα. Κλεισμένο, απομονωμένο, με κάτι ψεύτικα φώτα, όλη μέρα πάνω μας. Και τι κάνει εκεί μέσα το μυαλό ενός καλλιτέχνη; Μπαίνει στον χώρο των ονείρων. Κι αυτό το όνειρο μπορεί να είναι από έναν Πικάσο, μέχρι έναν Χόπερ. Δηλαδή μπορεί να είναι μια Γκουέρνικα, που είναι κομμάτια μιας κατάστασης και μετά κάνεις μια σύνθεση και το καταλαβαίνεις μέσα απ’ τα σύμβολα. Ή είναι ένας Χόπερ, που βλέπεις και προσπαθείς να καταλάβεις την ιστορία του καθενός, το μυστήριο πίσω από την ιστορία των ατόμων που βρίσκονται σ’ αυτό το μπαρ. Οπότε κι εγώ βλέπω μέσα σε ένα τέτοιο «μαύρο κουτί» τον καλλιτέχνη που μπαίνει σε ένα προσωπικό του όνειρο. Και το δικό του όνειρο αρχίζει και είναι και σαν το view master. Αρχίζεις και βλέπεις εικόνες. Τότε μπαίνεις κι εσύ ως σκηνοθέτης και βλέπεις το δικό σου όνειρο σε σχέση με αυτό το έργο. Εγώ πώς θα το αφήσω να βγει αυτό; Δηλαδή πώς θα μου βγει αυτό το όνειρο; Και τα δικά μου τα όνειρα συνήθως έχουν ένα ψυχολογικό ρεαλιστικό πλαίσιο. Το δικό μου όνειρο έχει πολλές φορές μια αρχή και μια μέση. Το τέλος δεν υπάρχει πάντα. Εκεί αφήνω «ένα τέλος» να μπορούμε να καταλάβουμε πού μπορεί να καταλήξει. Δεν υπάρχει το τέλος το «κλειστό». Το επιλέγει ίσως και ο θεατής. Νομίζω ότι έτσι πρέπει να τελειώνει, αφού έτσι είναι και η ζωή. Είναι σαν την ανάλυση που κάνει ο ψυχαναλυτής σε ένα όνειρο δίνοντας τη δική του ερμηνεία, μιας και μπορεί να υπάρχουν κι άλλες γι’ αυτό το όνειρο. Ερμηνείες πάντα προσωπικές, και για τον λόγο αυτό λέω πως δεν μου αρέσει το διδακτικό θέατρο. Ποτέ δεν μου άρεσε. Παρόλο που ασχολούμαι με το κοινωνικό θέατρο, είμαι πιο ανθρωποκεντρική στην αντίληψή μου. Εξάλλου οι θεατρόφιλοι δεν θέλουν εύκολες λύσεις. Θέλουν δύσκολα θέματα, να τους προβληματίσουν και να τους ανεβάσουν τη σκέψη. Να τους φέρουν αντιμέτωπους με πράγματα που μπορεί να μη θέλουν να τα δουν. Αυτό που λέμε πως είναι στο ασυνείδητο, δεν θέλουν να τ’ αγγίξουν, δεν θέλουν να το προσεγγίσουν από φόβο. Είναι ο φόβος που μας συγκλονίζει, που μας τρομάζει και που μας απωθεί. Αλλά νομίζω οφείλουμε στο θέατρο να τα φέρουμε όλα στην επιφάνεια και να αρχίσουμε να συζητάμε από κει και πέρα. Τι μπορεί να αλλάξει, τι μπορούμε να κάνουμε πάνω σ’ αυτό, πώς μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι σε σχέση με αυτό που έχουμε δει.

ΣΥΝΥΠΟΓΡΑΦΩ

Ας μιλήσω εδώ για τις ομάδες με τις οποίες θέλω να εργάζομαι. Γι’ αυτό είπα προηγουμένως ότι «δεν θεωρώ τον εαυτό μου σκηνοθέτη». Δεν είμαι ο σκηνοθέτης του τύπου «πάμε να δούμε τη Σκότη». Προτιμώ το «πάμε να δούμε την ομάδα ΝΑΜΑ». Αυτό είμαι και έτσι θέλω να είμαι. Δεν με ενδιαφέρει πολύ το όνομά μου και δεν λειτουργώ έτσι. Και θα ήταν άδικο να το προωθήσω. Γιατί έχει ιδρυθεί αυτός ο χώρος, το θέατρο “Επί Κολωνώ”, μαζί με τον Γιώργο Χατζηνικολάου. Ο Γιώργος είναι το alter ego μου. Είναι μια σχέση που δεν μπορούμε μαζί αλλά και δεν μπορούμε χώρια. Είναι κάπως έτσι. Και άνθρωποι που έχουν δουλέψει μαζί μας, νομίζω ότι έχουν πάθει λίγο σοκ. Δηλαδή έρχεται ο Γιώργος συνήθως στην αρχή και κάνουμε μαζί μια ολόκληρη συζήτηση. Μετά θα αναλάβω εγώ τη συνέχεια.

Διαφωνούμε για να συμφωνήσουμε

Στο τέλος έρχεται πάλι ο Γιώργος, συνήθως την τελευταία βδομάδα ή δέκα μέρες πριν από την πρεμιέρα και λέει διάφορα πράγματα, όπου αναστατώνει τα πάντα, και μου δημιουργεί τεράστια σύγχυση, θυμώνουμε, γίνεται χαμός. Αλλά, ύστερα από αυτή τη ζύμωση, επέρχεται η συμφωνία. Και έχουμε ίδια κριτήρια, συμφωνούμε, έχουμε μια ίδια αντίληψη, και κοινωνικά, και πολιτικά, και αισθητικά.
Οπότε, ακόμα και να διαφωνούμε, θα καταλήξουμε σε μια συμφωνία. Και πέρα απ’ τον Γιώργο υπάρχουνε και οι ηθοποιοί. Δηλαδή αυτοί που χτίσανε και τον χώρο. Γι’ αυτό όταν δουλεύω, μου αρέσει να ακούω τη γνώμη του ηθοποιού. «Εσύ τι νομίζεις; Εσύ πώς το βλέπεις; Εσύ γιατί το πιστεύεις αυτό;». Μπορεί να έχω κάτι στο μυαλό μου, αλλά βάζω τον ηθοποιό εμπρός. Θα μπορούσα να το πω μεταφορικά: Είναι μια σπηλιά και είναι πολύ σκοτεινά και έχω τον ηθοποιό εμπρός από μένα, όχι επειδή φοβάμαι να μπω αλλά επειδή πιστεύω στην κρίση και στο ένστικτο τού ηθοποιού, στο να βρει τον δρόμο του. Το ένστικτο τού ηθοποιού είναι διαφορετικό, αν είναι ο ηθοποιός που είπαμε. Αυτός δηλαδή που έχει μελετήσει τον εαυτό του και ξέρει. Θα τον βάλω εμπρός, εγώ είμαι πίσω, και κάνω κάποιες υποδείξεις:

– Μήπως να πάμε εδώ δεξιά; Τι λες; Να πάμε δεξιά;

– Όχι, όχι, λέει, να πάμε ευθεία.
– ΟΚ, πάμε ευθεία, ωραία. Μήπως να πάμε λίγο αριστερά;
– Όχι, όχι, λέει, να πάμε ευθεία.

Προχωρά κάπως έτσι η συνεργασία. Κι ακολουθώ, και ανάλογα με το πού πάει, δημιουργώ. Βέβαια, υπάρχουν στιγμές, και χρειάζεται αυτή η στιγμή, που εγώ λέω: «Όχι, θα πάμε τώρα δεξιά».

Ψάξαμε αρκετά, κάναμε τα πολλά, αλλά ύστερα από όλο αυτό πρέπει να πάμε τώρα δεξιά. Και θα καταλήξουμε εκεί.

Γιατί από τα πολλά «δωμάτια» που έχουμε ψάξει, όταν καταλήγουμε εκεί είναι κάτι πολύ ώριμο πλέον. Και συμφωνούμε όλοι. Δεν είναι κάτι δικό μου. Μαζί φτάσαμε. Και θα συμφωνήσει και ο ηθοποιός. Δεν έχω ποτέ συναντήσει έναν ηθοποιό που λέει: «Δεν θέλω να πάω δεξιά ή αριστερά». Δηλαδή θα μου πει: «Ναι, εντάξει, έχεις δίκιο ρε, πάμε. Α! Τι ωραία που είναι εδώ Ελένη! Ναι, ναι είδες. Αλλά μαζί το βρήκαμε. Μαζί σου έφτασα σ’ αυτή την απόφαση». Και έτσι οι ηθοποιοί νιώθουν ότι είναι κι αυτοί συνδημιουργοί. Ναι, ναι έτσι είναι. Και κουράζονται οι ηθοποιοί μου, πάρα πολύ. Γιατί θεωρούν σε κάποια σημεία –μπορώ να το πω, επειδή τους βάζω εμπρός– την ευθύνη μεγάλη. Που αλλάζω πολλές φορές. Αυτοί πιστεύουν πολλές φορές ότι καταλήξαμε σε ένα «δωμάτιο».

Την επόμενη μέρα τους λέω: «Όχι. Δεν είμαστε εκεί. Πρέπει να συνεχίσουμε»…

Αλλά το χάος αυτό κρατάει για πολύ πολύ καιρό. Όχι, δεν κρατάει 24 ώρες. Κρατάει μέρες. Μήνες κρατάει.

«Το χάος τού ασυνειδήτου είναι κάτι που με ιντριγκάρει»

Μου αρέσει το χάος. Θα βρω την τάξη μες στο χάος. Δηλαδή αυτό που λέμε, αυτό που είναι το ασυνείδητο, το χάος τού ασυνειδήτου είναι κάτι που με ιντριγκάρει πολύ. Θα βρεις μιαν απάντηση. Μία. Δεν είναι όμως η μοναδική. Και δεν μπορεί να είναι. Δεν πρέπει να είναι. Αλλά είναι μια απάντηση και θέλω να βρω ό, τι καλύτερο μπορώ μετά τη μεγάλη έρευνα που έχει γίνει αφού έχουμε ψάξει από πολλές γωνιές. Όλοι μαζί και όλη η ομάδα.

ΣΥΝΙΣΤΩ

Θα σας δώσω εδώ μια συμβουλή για όσους θέλουν να γίνουν ηθοποιοί. Μια συμβουλή γενικά για τους νέους. Αυτό που λέω και στην κόρη μου. Αυτό που μου έλεγε και η μαμά μου: «Να μη χάνεις την ελπίδα». Είναι απαραίτητη η ελπίδα στην προσπάθεια που κάνει κάθε νέος να ακολουθήσει αυτό που αγαπάει. Είναι -νομίζω- το βασικότερο, ένας άνθρωπος να ασχοληθεί με οποιονδήποτε τρόπο μ’ αυτό που του αρέσει. Από κει και πέρα όμως, ακόμα και να μην μπορεί να ακολουθήσει αυτό, ας βρει παράλληλα κάτι που τον γεμίζει σαν άνθρωπο. Για να έχει μια ισορροπία στη ζωή του. Για να έχει στήριγμα σε κάτι, για να μπορεί να αντέξει τις δύσκολες στιγμές που μπορεί να του έρθουν. Κι όχι μόνο. Και σε σένα σαν άνθρωπο, να μπορείς και συ να εξελιχθείς και να αισθάνεσαι ότι προσφέρεις και δημιουργείς. Η δημιουργία για τον άνθρωπο είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι στη ζωή. Σε οποιαδήποτε μορφή.

Για τους νέους

Τώρα για ηθοποιούς, για νέους που θέλουν να γίνουν ηθοποιοί συγκεκριμένα, μπορώ να πω και κάτι πιο χειροπιαστό: «Η εκπαίδευση είναι για όλους τους ανθρώπους, είναι και για τους νέους. Αλλά το επάγγελμα είναι για λίγους. Και δεν συνιστώ να γίνει κάποιος επαγγελματίας ηθοποιός. Εκτός εάν πραγματικά είναι σαν να λέμε το ψαράκι έξω από το νερό, που αισθάνεσαι ότι θα πεθάνει»! Φυσικά αν το ψαράκι βγει έξω απ’ τη γυάλα τότε πρέπει να το παλέψει. Αλλά αυτή η πάλη είναι άγρια. Γιατί πολλά «όχι» θα ακούσει αλλά και αβεβαιότητες θα υποστεί. Και εκεί που αγαπάς το θέατρο, μπορεί να γίνει μια πολύ πικρή διαδικασία. Κράτα το ωραίο. Μείνε στην τράπεζά σου που δουλεύεις ως υπάλληλος. Κάνε κάποια δουλειά. Βγάλε το μισθό σου και κράτα το ωραίο. Κράτα το ωραίο. Κάνε το ερασιτεχνικά. Αλλά η εκπαίδευση είναι για όλους. Το ίδιο λέω και στα παιδιά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου: «Είσαστε όλοι εδώ, καλή ώρα, μπράβο σας. Και στα εργαστήριά μου πολύ ωραία, και να το κάνουμε εδώ, είναι ωραία. Αλλά αν πρόκειται να το δείτε σαν επάγγελμα, να το σκεφτείτε πάρα πολύ καλά. Και δεν είναι απαραίτητο να γίνεται όλοι ηθοποιοί. Αλλά, αυτό το παράλληλο, το να έχεις δηλαδή κάτι στη ζωή σου, που σου δίνει ευχαρίστηση και δημιουργία, το θεωρώ απαραίτητο. Και μέσα απ’ αυτό θα βρεις κουράγιο, πιστεύω. Αν μπορούν οι νέοι να βρουν αυτό το κομμάτι. Ακόμα κι αν οι γονείς σου λένε: «Όχι μην το κάνεις». Ξέρω πολλά παιδιά που σπουδάζουν κρυφά. Τα ενθαρρύνω αλλά συμφωνώ και με τους γονείς: «Να τελειώσεις το Πανεπιστήμιό σου, αλλά καλά κάνεις που είσαι κι εδώ, στη Δραματική Σχολή. Δεν χρειάζεται να τα ξέρουν όλα οι γονείς. Κάνεις κάτι καλό για τον εαυτό σου. Όπως κι αυτοί κάνανε κάποιες επιλογές, έτσι κι εσύ κάνεις τώρα για τον εαυτό σου».

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΑΙ

Εδώ θα σας θυμίσω τη φετινή μου δραστηριότητα. Αρχίζω από το «Αγαπητή Ελένα». Για μένα ήταν δύσκολη επιλογή, το να επανέλθει δηλαδή ύστερα από 15 χρόνια. Αντιθέτως για τον Γιώργο Χατζηνικολάου δεν ήταν καθόλου δύσκολη. Αυτός το ήθελε πάρα πολύ. Και καλά έκανε. Εγώ ήμουν πολύ εναντίον. Δεν το ήθελα καθόλου. Ήμουνα η απαράδεκτη της παρέας. Δεν το ήθελα γιατί το έργο και το ζήσαμε, και το κάναμε. Είχε αφήσει στη μνήμη μου κάτι πολύ μεγάλο. Επικό. Είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις στο δικό μου το μυαλό. Σαν εμπειρία, επειδή η έναρξη του θεάτρου ξεκίνησε μ’ αυτό το «μπαμ». Όλα τα βραβεία τα πήραμε εκείνη τη χρονιά. Το έργο ακόμα κι όταν το κατεβάσαμε -που λάθος μας αυτό- είχε λίστα αναμονής για περίπου 6 μήνες μετά. Υπήρχε άλλοθι λοιπόν τώρα -για μένα- και γι’ αυτό το ξανανεβάσαμε.
Και μου έλεγε ο Γιώργος: «Ρε Ελένη, το έργο δεν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του». Και ήταν λάθος μου και τότε, που έλεγα: «Όχι, ένα θέατρο πρέπει να προχωρήσει, να κάνει κάτι άλλο». Αλλά το παίξαμε και τότε δύο χρόνια. Μάλιστα και η Αριέττα ήταν πολύ στενοχωρημένη με αυτή την επιλογή. Μου έλεγε: «Τι κάνατε; Γιατί το κατεβάσατε;». Και έτσι φθάσαμε στην επιστροφή της “Ελένας”. Ο Στέλιος Μάινας έριξε την ιδέα. Ο Χατζηνικολάου προβληματίστηκε αλλά το άκουσε θετικά. Κι εγώ λέω: «Τι λέτε ρε παιδιά! Αυτό το κάναμε. Το έργο τελείωσε». Και ο Γιώργος μου απαντάει: «Για στάσου ρε Ελένη, ξέρεις πόσα χρόνια έχουν περάσει; Έχει έρθει μια γενιά καινούργια». Ήταν αυτό που έμεινε στο μυαλό μου. Γιατί δεν είχα συνειδητοποιήσει πως ήταν μια ολόκληρη γενιά. Δηλαδή ο Γιάννης Λεάκος, που τώρα παίζει στην «Αγαπητή Ελένα», είχε δει την πρώτη παράσταση όταν ήταν μικρούλης και αυτό τον ώθησε να κινηθεί στο χώρο του θεάτρου. Η «Ελένα» τον έφερε στο εργαστήριό μου. Δεν έχει τελειώσει μια σχολή ο Γιαννάκης. Όλα αυτά τα χρόνια έχει παίξει σ’ όλες τις παραστάσεις μας εδώ. Και τώρα, ο ίδιος, παίζει σ’ αυτή την παράσταση που τον παρακίνησε. Και ήταν και υποψήφιος φέτος για καλύτερος ηθοποιός.
Και το είπε και στα βραβεία. Και αυτό ήταν και το «κουφό» τη στιγμή που εγώ ήμουνα πολύ αρνητική και δεν ήθελα. Βέβαια βρήκαμε μια φοβερή ομάδα. Το ανεβάσαμε με πολλή αγάπη και πάλι με την Αριέττα Μουτούση και με καινούργια γενιά παιδιών. Με τον Λεάκο τώρα, να παίζει τον κύριο ρόλο. Κι όταν δίνονταν τα βραβεία από το «Αθηνόραμα», είπα: «Εντάξει, δεν θα πάρουμε φέτος, γιατί τα είχαμε πάρει όλα». Και μου λένε: Όχι Ελένη…

– Τι λέτε, ρε παιδιά! Δεν είναι δεοντολογικά σωστό. Τα πήραμε τα βραβεία.
– Ελένη, δεν έχεις καταλάβει; Έχουν περάσει 15 χρόνια. Είναι άλλοι θεατές που το βλέπουν τώρα το έργο.
Και όντως, ήμασταν πάλι υποψήφιοι. Και κερδίσαμε και δύο βραβεία: Σκηνοθεσίας το 3ο και Σκηνογραφίας για τον Γιώργο Χατζηνικολάου. Αλλά ήταν και ο Γιάννης Λεάκος υποψήφιος για το πρώτου ανδρικού ρόλου. Τελικά δεν το πήρε αλλά όταν σηκώθηκα να πάρω το βραβείο, το 3ο σκηνοθεσίας, είπα ότι για μένα ο μεγάλος νικητής είναι ο Λεάκος απόψε. Βραβείο για τη γενιά που ήρθε μαζί με τον Γιάννη. Αυτός τώρα είναι 15 χρόνια εδώ. Ήταν πολύ συγκινητικό.

Οπότε με την «Αγαπητή Ελένα», ναι μεν για μένα ήταν δύσκολο, αλλά και πολύ εύκολο. Το να το ανεβάσω το χάρηκα πάρα πολύ. Εκεί τα μονοπάτια ήταν πιο εύκολα. Δηλαδή τα είχαμε περπατήσει. Αλλά με πολλή αγάπη στήθηκε όλο αυτό.

Ο δωρικός «Απολλώνιος» και η κορινθιακή «Διονυσιακή»

Φέτος είχα δύο έργα που ανέβασα.

Το πρώτο είναι «Ο χορός του θανάτου» του Στρίντμπεργκ μαζί με τον Δημήτρη Καταλειφό. Του είπα: «Δημήτρη, φέτος θα τα αναλάβεις εσύ περισσότερο. Θα έρχομαι μόνο τρεις φορές την εβδομάδα. Και μετά πήγαινα πιο πολύ στο τέλος». Μια πολύ ωραία παράσταση. Υπαρξιακό έργο. Το αγάπησα. Εντάξει, με τον Δημήτρη έχουμε μια πολύ καλή συνεργασία πλέον. Ο Δημήτρης είναι λίγο πιο «απολλώνιος» από μένα, εγώ είμαι λίγο πιο «διονυσιακή». Δηλαδή σου είπα, Παναγιώτη, ότι το χάος μου αρέσει. Αυτό το χάος. Στον Δημήτρη δεν αρέσει το χάος. Θέλει να είναι μες στο φως τα πράγματα. Είναι «απολλώνιος» αλλά και «δωρικός». Εγώ είμαι πιο «κορινθιακή». Και πολλές φορές αυτά συγκρούονται, αλλά και πάλι βγαίνει κάτι όμορφο, ακριβώς για αυτό το λόγο. Επειδή με τον Δημήτρη έχουμε καλή επαφή και όμορφη συνεργασία.

Το δεύτερο έργο φέτος ήταν ο «Άγριος Σπόρος». Μετά την «Αγαπητή Ελένα», μπορώ να πω ότι αυτό το έργο του Γιάννη Τσίρου το αγάπησα πάρα πολύ. Και του το έχω πει του Γιάννη. Δεν ξέρω αν με πιστεύει ο Τσίρος. Αλλά κι αυτός μου έκανε ένα πολύ συγκινητικό τηλεφώνημα και είπε: «Δεν το λέω, Ελένη, πολύ συχνά αυτό. Δεν εκφράζομαι. Αλλά η δουλειά σας με έχει συγκινήσει βαθύτατα. Και το έργο μου το αναδείξατε. Και απ’ όλες τις δουλειές μου θεωρώ αυτό είναι που έχει αναδειχτεί».
Τέλος πάντων, το αγάπησα πάρα πολύ αυτό το έργο. Έψαχνα ελληνικό έργο πολλά χρόνια. Αλλά αυτό το έργο, δεν ξέρω πώς το ξεκίνησα, παρόλο που δεν είχα έτοιμη ομάδα. Εντάξει ο Τάκης Σπυριδάκης -χωρίς να τον μειώνω- δεν είναι ο ηθοποιός – ηθοποιός με την κλασική έννοια. Δηλαδή δεν είναι τυχαίο ότι δεν τελείωσε μια δραματική σχολή. Και το λέει πάντα με την πρώτη του κουβέντα. Μου το έλεγε και όταν τον πρωτογνώρισα. Δεν τον ήξερα τον Τάκη Σπυριδάκη. Δεν είχα δει τίποτα από τη δουλειά του. Τον γνώρισα έξω, στον κήπο του θεάτρου. Ο Χατζηνικολάου τον θυμόταν από τον κινηματογράφο. Και εγώ λέω: «Γιώργο τώρα με… κινηματογράφο; Να δούμε καλύτερα ανθρώπους του θεάτρου». Στη συνέχεια τον είδα λίγο σε μια ταινία και λέω: «Κοίτα φάτσα! Κοίτα φάτσα». Και ήρθε εδώ ο Τάκης στον κήπο, έτσι κάπως, με το τσιγάρο του και μας έλεγε κάτι ιστορίες με κάτι τουρίστες, για ένα μπαρ εκεί κάτω και ένα βουνό εκεί πάνω. Και εγώ τώρα τον άκουγα και τον έβλεπα: Τι είναι αυτό το πράγμα τώρα; Και πραγματικά αυτός ήτανε για μένα ο «Άγριος σπόρος». Αυτός ήταν. Και έτσι είναι και σαν ηθοποιός.
Είναι «τζαζ», είναι τελείως «τζαζ». Δεν είναι ο ηθοποιός που θα καθίσει και θα τον βάλεις κάτω και θα εκτελεί. Είναι ενστικτώδης. Το λέει ο Τάκης: «Θέλω να μπω στο μουντ. Θέλω να μπω τώρα στο μουντ. Να βρω το μουντ». Αυτό το «μουντ», λοιπόν, η καλή διάθεση, το καλό κλίμα, είναι για αυτόν ο κόσμος του. Και αν δεν το νιώσει, δεν μπορεί να φτιαχτεί και να μπει. Δηλαδή, αυτό ήτανε μεγάλη μου χαρά από τη μια, αλλά και μεγάλη μου πρόκληση. Γιατί ήτανε πολύ δύσκολο. Και τα άλλα δύο παιδιά συμπλήρωσαν την ομάδα. Η Ντάνη Γιαννακοπούλου είχε τελειώσει μια σχολή. Ο Ηλίας Βαλάσης δεν είχε τελειώσει σχολή, έχει τελειώσει τα δικά μου εργαστήρια. Και οι δυο τους ήταν μια μεγάλη έκπληξη και χαρά για μένα που ταίριαξαν τόσο πολύ με τον Τάκη. Τους ταλαιπώρησα και τους τρεις και πολλές φορές τους πλήγωσα. Εκείνοι όμως -και οι τρεις- έκαναν το αντίθετο. Μου χάρισαν τον καλύτερο εαυτό τους και τους το χρωστάω.
Το έργο αυτό το βρήκα μέσα από τον Ηλία Βαλάση. Στην αρχή μου είχε συστήσει ένα άλλο, «Τα αξύριστα πηγούνια», που το διάβασα και μου άρεσε πάρα πολύ. Λέω τότε στον Ηλία: «Τι άλλα έχει γράψει ο Γιάννης Τσίρος;». Γιατί ήθελα να ανεβάσω ένα έργο που δεν είχε ανεβεί στην Αθήνα. Μου έδωσε να διαβάσω τον “Άγριο σπόρο” και αμέσως είπα: Τι έργο είναι αυτό!

Ρώτησα αν είχε ανεβεί ξανά. Μου είπαν πως παίχτηκε στη Θεσσαλονίκη. Ρωτάω, στην Αθήνα ήρθε; Η απάντηση ήταν καταφατική: Ναι ήρθε! Ω, γαμώτο! Μετά έμαθα ότι παίχτηκε μόνο για 10 ημέρες. Δεν πειράζει, 10 ημέρες δεν το υπολογίζω. Αφού ανέβηκε το δικό μας έργο τότε επέτρεψα στον εαυτό μου να δει φωτογραφίες και υλικό από την άλλη παράσταση. Διαπίστωσα τότε πως η κόρη φορούσε την ίδια μπλούζα με την Ντάνη. Ήταν η μόνη αλλαγή που κάναμε.
Αυτό το έργο νομίζω θα αγγίξει πάρα πολύ κόσμο. Έχει να πει πολλά. Δεν είναι φωτογραφία στιγμής μιας εποχής. Είναι διαχρονικό έργο που φωτογραφίζει τη ζωή του Έλληνα κομμάτι κομμάτι, χρονιά τη χρονιά. Ένα έργο κοινωνικό αλλά και πάρα πολύ γύρω από τις σχέσεις. Αυτά τα δυο ο Τάκης τα συνδύασε με μια μοναδική μαεστρία θεωρώ. Ασφαλώς δεν είναι ένα έργο που έχει διδακτική διάθεση. Σου αφήνει μετέωρη μια αισιοδοξία. Σου δείχνει πως κάτι γκρεμίζεται, ενώ κάτι καινούργιο μπορεί να γεννηθεί. Τι είναι αυτό; Πού πάμε; Όλα φαίνονται από το πρόσωπο και από τα λόγια της μικρής. Και εδώ ήταν ένα κομμάτι που προκάλεσε πολλές διαφωνίες όταν στήναμε το έργο. Όμως η επιλογή της ομάδας έδωσε ένα δυνατό αποτέλεσμα. Τουλάχιστον αυτό λένε και αυτό αναγνωρίζουν οι θεατές του “Άγριου σπόρου”. Η μικρή Χαρά κρατάει το κλειδί, ανοίγει ένα παράθυρο και κάνει το τελευταίο σχόλιο ενώ η απάντηση του πατέρα της πριν πέσει το σκοτάδι στην παραλία δίνει τη λύση…
Αυτό είναι το τελευταίο έργο της χρονιάς.

ΣΥΝΕΧΙΖΩ

Κλείνω με τα επόμενα σχέδιά μου. Ψάχνω ακόμη έργο για τον χώρο μας. Θα ήθελα να κάνω κάτι με νέους, κάτι πάλι ελληνικό. Αισθάνομαι ότι τώρα που η Ελλάδα «βράζει» δεν μπορούμε να μην κάνουμε πιο πολλά ελληνικά έργα. Δεν ξέρω πού θα βρω αλλά αναζητώ κάτι ελληνικό.

* Μέχρι εδώ ήταν τα πρώτα επτά ρήματα με πρώτο συνθετικό την πρόθεση ΣΥΝ. Η συζήτηση με την κυρία Ελένη Σκότη κλείνει τώρα με το +1 ρήμα που αναφέρεται στα ζώα συντροφιάς.

ΣΥΝΥΠΑΡΧΩ

Συνυπάρχω με ένα αγγελούδι, τη Φοίβη. Αν και γάτα εν τούτοις είναι άγγελος. Είχαμε έναν γάτο πριν, τον Τσε. Ο Τσε ήταν ο πρώτος που πέθανε. Κι από τότε που έφυγε ο Τσε, είχαμε μόνο περιπέτειες. Είχαμε 5-6 γατούλες που έφυγαν από τη Ζωή και από τη ζωή μας. Η κόρη μου στο δωμάτιό της είχε αναμνηστικές πλάκες από όλα. Δηλαδή για το κάθε γατάκι είχαμε γράψει τα πάντα για την πορεία της ζωής του. Τώρα μαζί μας είναι η Φοίβη, ένα γατάκι ευφυές που δίνει μόνο αγάπη. Μερικές φορές δεν ξέρω αν είναι γάτα ή σκύλος. Αλλά -όσο κι αν φαίνεται περίεργο- δεν είναι καν σκυλί. Είναι γάτα αλλά με ένα τόσο εξελιγμένο μυαλό. Έρχεται και σου μιλάει με τον δικό της τρόπο: «Θέλω τώρα να με χαϊδεύεις. Τώρα είμαι στα πόδια σου και θέλω το χάδι σου». Δεν γρατζουνάει ποτέ. Μετά τον Τσε ήρθε η Φοίβη σε θηλυκή μορφή. Η Ζωή κι εγώ είμαστε πανευτυχείς με τη Φοίβη. Δεν έχω να πω λόγια για αυτή τη γάτα που είναι μέλος της οικογένειάς μας.
Φυσικά πάντα τα ζώα συντροφιάς δίνουνε κάτι το διαφορετικό στον άνθρωπο. Στην Αμερική, η καλύτερή μου φίλη ήταν η Ρεβέκκα. Επειδή οι γονείς μου ζούσαν στην Υεμένη εγώ στις διακοπές πήγαινα στα σπίτια συμμαθητριών και φίλων μου. Η Ρεβέκκα λοιπόν με την οικογένειά της ζούσε σε μια φάρμα, έξω απ’ τη Βοστόνη. Στο Κονγκ της Μασαχουσέτης. Η μητέρα της φίλης μου όταν έβρισκε χτυπημένα άγρια ζώα τα μάζευε. Είχε έναν τεράστιο στάβλο, έβαζε τα ζώα εκεί μέσα και τα θεράπευε μαζί με έναν κτηνίατρο. Εν τω μεταξύ το σπίτι τους ήταν γεμάτο με σκυλιά, γάτες, κουνέλια. Είχε ακόμη μέσα στο σπίτι και γουρούνια αλλά και αλεπούδες που τις είχε θεραπεύσει.
Μια φορά πήγαμε σε αυτό τον τεράστιο στάβλο για να δούμε τα ζώα. Όταν μπήκαμε, τα έχασα. Ήταν σαν να βρίσκομαι στη ζούγκλα. Είχε ακόμη και φίδια ενώ σε όλα είχε δώσει ονόματα. Ακόμη και τους αητούς είχε βαφτίσει. Η μητέρα της φίλης μου δούλευε με το World Wild Life και βοηθούσε κι άλλες μεγάλες οργανώσεις. Παράλληλα όμως ως ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια που ήταν έκανε άλλα δύο πράγματα: Από την πόλη έφερνε παιδιά με διαταραγμένη προσωπικότητα και παιδιά με υπερκινητικότητα. Τα βοηθούσε -από τη σχέση τους με τα ζώα- να βρουν το άγριο στοιχείο μέσα τους. Δηλαδή τους έλεγε: «Μην το κοιτάξεις το ζώο ευθεία στα μάτια. Αυτό θα το αγριέψει. Μην είσαι επιθετικός. Πώς θα το κοιτάξεις; Θα το πας πιο χαλαρά, πιο ομαλά, θα το χαϊδέψεις, να μη σε δαγκώνει, να μη σου κάνει κακό». Ακόμη έπαιρνε γάτες και σκυλιά, πολύ γλυκούλια σαν τη Φοίβη, ζωάκια που δεν δαγκώνουν και τα πήγαινε σε νοσοκομεία δίπλα σε ασθενείς ταλαιπωρημένους από δύσκολες περιπτώσεις. Εκεί οι ασθενείς αυτοί είχαν τη δυνατότητα να κάθονται, να χαϊδεύουν λίγο σκύλους και γάτες και να ηρεμούν. Τα καλύτερα αποτελέσματα τα έφερνε η γάτα, που δίνει μια ηρεμία, μια ζεστασιά και μια γαλήνη.
Και πραγματικά αυτοί όλοι οι ασθενείς λέγανε ότι περιμένουν πώς και πώς θα ξαναφέρουνε τα διάφορα ζώα.
Όταν γυρνάω απ’ τη δουλειά το βράδυ, ύστερα από δύσκολες ώρες, με πρόβες, κλάματα, φωνές και εντάσεις, βρίσκω τη Φοίβη να με περιμένει στην πόρτα και αυτομάτως ηρεμώ. Με ακολουθεί στο υπνοδωμάτιο, ανεβαίνει στο κρεβάτι και αρχίζουμε τη συζήτηση: Μιάου! Τι έγινε Φοίβη; Μιάου! Πώς πέρασες σήμερα; Τη χαϊδεύω, με χαϊδεύει. Με ηρεμεί, την ηρεμώ. Συντροφιά πραγματική. Βάλσαμο…

Επίλογος του μονολόγου και σκηνή τέλους

Ύστερα από αυτή τη συνάντηση, διαπίστωσα πως και η γεύση της αποτυχίας είναι γλυκιά. Δεν κατάφερα να πάρω συνέντευξη. Αντ’ αυτής απολαύσαμε μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Έναν μονόλογο που, όπως πιστεύω, ανοίγει δρόμους ακόμη και σε εκείνους που διστάζουν να περπατήσουν σε ανοικτή λεωφόρο. Η δασκάλα και σκηνοθέτις Ελένη Σκότη μας εκμυστηρεύτηκε τη συνταγή της επιτυχίας της, που είναι: Πολύ διάβασμα, σκληρή δουλειά και πλατύ χαμόγελο. Παρακολουθήσαμε ένα θεατρικό μονόπρακτο που ενδυναμώνει την πίστη και ενισχύει την ψυχική δύναμη ακόμη και για να επιλέξουμε δύσβατα μονοπάτια στη ζωή…

ΥΓ. Οι φωτογραφίες είναι του catisart.gr. Η φωτογράφιση έγινε στους χώρους του θεάτρου Επί Κολωνώ.

Σύνδεσμοι του cat is art

Κριτική για τον ΑΓΡΙΟ ΣΠΟΡΟ

Κριτική για την ΑΓΑΠΗΤΗ ΕΛΕΝΑ

Συνέντευξη με τον ΤΑΚΗ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗ

Συνέντευξη με τον ΓΙΩΡΓΟ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Συνέντευξη με την ΑΡΙΕΤΤΑ ΜΟΥΤΟΥΣΗ

Έργα (2015-2016) με την υπογραφή της Ελένης Σκότη

Θέατρο Επί Κολωνώ
«Άγριος σπόρος»
Συγγραφέας: Γιάννης Τσίρος
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Σκηνικά: Γιώργος Χατζηνικολάου
Κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου
Παίζουν: Τάκης Σπυριδάκης, Ντάνη Γιαννακοπούλου, Ηλίας Βαλάσης
Διάρκεια: 80 λεπτά
Ναυπλίου 12, Κολωνός. Τηλέφωνο: 210-51.38.067
***
Θέατρο Επί Κολωνώ
«Αγαπητή Ελένα»
Συγγραφέας: Λουντμίλα Ραζουμόβσκαγια
Μετάφραση: Βικτώρια Χαραλαμπίδου, Ειρήνη Χαραλαμπίδου
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Σκηνικά: Γιώργος Χατζηνικολάου
Κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου
Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Παίζουν: Αριέττα Μουτούση, Γιάννης Λεάκος, Δημήτρης Σαμόλης, Χρήστος Κοντογεώργης, Ηρώ Πεκτέση
Διάρκεια: 100 λεπτά
Ναυπλίου 12, Κολωνός. Τηλέφωνο: 210-51.38.067
***
Θέατρο Εμπορικόν
«Ο χορός του θανάτου»
του Αυγούστου Στρίντμπεργκ
Μετάφραση: Δήμος Κουβίδης
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καταλειφός, Ελένη Σκότη
Σκηνικά – κοστούμια: Μικαέλα Λιακατά
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Φωτογραφίες παράστασης: Νικόλας Κομίνης
Βοηθός σκηνοθέτη: Λάμπρος Γραμματικός
Πρωταγωνιστούν: Δημήτρης Καταλειφός, Φιλαρέτη Κομνηνού, Βασίλης Μπισμπίκης
Σαρρή 11, Ψυρρή, τηλέφωνο: 210-32.11.750

Εκτύπωση
diaxeiristisΕλένη Σκότη. Έχει τη συνταγή της επιτυχίας: Σκληρή δουλειά αλλά πάντα με πλατύ χαμόγελο…