“Ορέστεια” του Αισχύλου από το Εθνικό Θέατρο / “Αγαμέμνων” σε σκηνοθεσία Ιώς Βουλγαράκη

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

O «Αγαμέμνων», το πρώτο έργο της «Ορέστειας», αρχίζει με μια φράση που συμπυκνώνει όλο το σημασιολογικό φορτίο της τριλογίας: θεοὺς μὲν αἰτῶ τῶνδ᾽ ἀπαλλαγὴν πόνων, «τους θεούς παρακαλώ να με γλιτώσουν από τα βάσανα». Τη φράση μπορεί να εκφωνεί ένας επουσιώδης ανώνυμος χαρακτήρας, ο Φρουρός, διατρέχει όμως με το νόημά της την τραγωδία απ’ άκρου εις άκρον.
Ο Φρουρός είναι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να κρατήσει μέσα του το παράπονό του για την ανία που του προκαλεί η ατέλειωτη υπηρεσία του, να πλαγιάζει στο δώμα του παλατιού, να αγναντεύει τον ορίζοντα, για να αντιληφθεί και να μεταδώσει στη βασίλισσα Κλυταιμνήστρα ένα μήνυμα που θα σηματοδοτείτο από φωτεινό σήμα, ότι η Τροία έχει επιτέλους κυριευτεί. Λέει πως την επίπονη αυτή υπηρεσία την επιβάλλει καρδιά αντρόψυχη μιας γυναίκας που κάποιες ελπίδες τρέφει («γυναικός ανδρόβουλον ελπίζον κέαρ»).

Η τριλογία

Ο «Αγαμέμνων» του Αισχύλου έχει βέβαια θεατρική αυτοτέλεια, αλλά η ανάλυσή του προϋποθέτει τη γνώση της ένταξής του στην ευρύτερη τριλογία της «Ορέστειας».
Η φετινή πρόταση από το Εθνικό Θέατρο για το Φεστιβάλ Επιδαύρου ήταν ιδιαίτερα καινοτόμα. Τρεις σκηνοθέτιδες στην πρώτη τους εμφάνιση στην Επίδαυρο παρουσίασαν σε μια ενιαία πρωτότυπη παράσταση, με την προσωπική της σφραγίδα η καθεμία, την «Ορέστεια», τη μοναδική σωζόμενη τριλογία του αρχαίου δράματος, με τη δική τους δημιουργική ομάδα ηθοποιών και συντελεστών. Τον «Αγαμέμνονα» σκηνοθέτησε η Ιώ Βουλγαράκη, τις «Χοηφόρους» η Λίλλυ Μελεμέ και τις «Ευμενίδες» η Γεωργία Μαυραγάνη.

Ο μύθος

Δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του ο Αισχύλος, το 458 π.Χ., κατέλαβε, ακόμη μια φορά, την πρώτη θέση στους δραματικούς αγώνες με τη μόνη σωζόμενη τριλογία, την Ορέστεια, που απαρτίζεται από τα θεματικώς συνεχόμενα έργα Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες.
Η τριλογία αντλεί το θέμα της από τον μύθο των Ατρειδών. Στο επίκεντρο των δύο πρώτων έργων βρίσκεται ο φόνος, στον Αγαμέμνονα ο φόνος του ίδιου του Αγαμέμνονα, που γυρίζει νικητής από την Τροία, και της Κασσάνδρας από την Κλυταιμήστρα, στις Χοηφόρες ο φόνος της Κλυταιμνήστρας και του Αίγισθου από τον Ορέστη. Στις Ευμενίδες η ακολουθία “φόνος – εκδίκηση με άλλο φόνο” αναιρείται με την ισόψηφη αθώωση του μητροκτόνου Ορέστη από τον Άρειο Πάγο.

Εάλω η Τροία

Το πρώτο έργο της τριλογίας της Ορέστειας αφηγείται την επιστροφή του βασιλιά Αγαμέμνονα στο Άργος, μετά το τέλος του Τρωικού Πολέμου. Ο Αγαμέμνων μπαίνει θριαμβευτικά στην πόλη και στο παλάτι, φέρνοντας μαζί του, αιχμάλωτη, την Τρωαδίτισσα πριγκίπισσα, ιέρεια του Απόλλωνα και μάντισσα Κασσάνδρα. Η Κλυταιμνήστρα υποδέχεται τον σύζυγό της με στόμφο και υπερβολικές τιμές. Πολύ γρήγορα όμως αποκαλύπτεται πως η ενθουσιώδης υποδοχή της υποκρύπτει ένα καλά οργανωμένο σχέδιο εκδίκησης για τον φόνο της κόρης τους, Ιφιγένειας. Της κόρης που ο Αγαμέμνονας θυσίασε στην Αυλίδα, προκειμένου να ξεκινήσουν τα πλοία της εκστρατείας, δέκα χρόνια πριν. Το κόκκινο χαλί που στρώνει η Κλυταιμνήστρα για να τον υποδεχτεί οδηγεί σ’ ένα λουτρό αίματος όπου, με τη συνέργεια του εραστή της Αίγισθου, θα πνιγούν και ο βασιλιάς και η εξωτική ερωμένη του.

Το ιστορικό

Το οικογενειακό ιστορικό του Αγαμέμνονα είχε αμαυρωθεί από βιασμούς, φόνους, αιμομιξίες και προδοσία, συνέπειες του αποτρόπαιου εγκλήματος που διαπράχθηκε από τον πρόγονό του, Τάνταλο, και έπειτα εξαιτίας μιας κατάρας που επιβλήθηκε στον Πέλοπα, γιο του Ταντάλου, από τον Μύρτιλο, τον οποίο είχε δολοφονήσει. Έτσι κακοτυχία κυνηγούσε διαδοχικές γενιές του Οίκου των Ατρειδών, μέχρι να εξιλεωθούν από τον Ορέστη σε ένα δικαστήριο που πραγματοποιήθηκε από κοινού από ανθρώπους και θεούς.

Ο Οίκος

Οι Ατρείδες είναι ένας Ηγεμονικός Οίκος των Μυκηνών. Ο θεωρούμενος ως ιδρυτής του Οίκου, ο Τάνταλος, διέπραξε μια ιεροσυλία. Έσφαξε τον πρωτότοκο γιο του, τον Πέλοπα και τον προσέφερε στους θεούς για να τους δοκιμάσει. Οι θεοί το αντιλήφθηκαν και τον τιμώρησαν. Η τιμωρία του ήταν να βρίσκεται σε λίμνη μέχρι το λαιμό κάτω από ένα δέντρο γεμάτο καρπούς.
Ο Πέλοπας επανήλθε στη ζωή όπου γέννησε δύο γιους, τον Ατρέα και τον Θυέστη. Ο Θυέστης είχε συνάψει ερωτική σχέση με τη γυναίκα του Ατρέα και σφετεριζόταν τον θρόνο του.
Ο Ατρέας όταν το αντιλήφθηκε σκότωσε τους γιους του Θυέστη και του προσέφερε τις σάρκες τους. Ο Θυέστης αποφάσισε να εκδικηθεί. Ένας χρησμός ανέφερε ότι μόνο ο γιος του Θυέστη με την κόρη του Πελοπία, θα μπορέσει να φονεύσει τον Ατρέα. Έτσι ο Θυέστης βίασε την κόρη του και καρπός ήταν ο Αίγισθος. Ο Αίγισθος σκότωσε τον Ατρέα και ο Θυέστης έγινε βασιλέας.
Στη συνέχεια ο Αγαμέμνων, γιος του Ατρέα, τον ανέτρεψε και έλαβε την Κλυταιμνήστρα ως σύζυγό του.

Η ανθρωποθυσία

Όταν οι Αχαιοί συγκεντρώθηκαν στην Αυλίδα ένας χρησμός ανέφερε ότι για να φυσήξουν άνεμοι ώστε να μπορέσει ο στόλος να μεταβεί στην Τροία, θα έπρεπε ο Αγαμέμνων να θυσιάσει την κόρη του, την Ιφιγένεια, παρά τις εκκλήσεις της Κλυταιμνήστρας να μην το κάνει.
Ο Αγαμέμνων επιτελεί τη “θυσία” η οποία την τελευταία στιγμή δεν υλοποιείται καθώς η Άρτεμις άρπαξε την Ιφιγένεια και τη μετέφερε στη χώρα των Ταύρων.

Η προγονική κατάρα

Η τραγωδία αυτή εντάσσεται από τον ποιητή στην αλυσίδα των επάλληλων κύκλων του μυθικού πλαισίου των Πελοπιδών της Πελοποννήσου. Είναι η συνέχεια μιας φονικής αρχής που δε θα κλείσει με ό,τι γίνεται στο έργο αυτό. Ο μυθικός βασιλιάς των Μυκηνών κουβαλάει πάνω του την προγονική κατάρα που θα την κληροδοτήσει στον κύκλο των άμεσων απογόνων του.
Στο έργο κυριαρχούν οι μορφές του Αγαμέμνονα, της Κλυταιμνήστρας και του Χορού. Ο πρώτος, ανυποψίαστος για ό,τι τον περιμένει, δίνει την εικόνα ενός ώριμου, πολιτικώς ορθού ηγέτη που δε βιάζεται να κάνει απολογισμό της εκστρατείας του. Η δεύτερη, με τη δεινή επιτήδευσή της, δεν αφήνει περιθώρια για οποιαδήποτε υποψία. Ο τρίτος, ως συλλογικό πρόσωπο, έχει μια παρουσία τόσο δυναμική όσο σε κανένα άλλο έργο της αρχαίας δραματικής ποίησης.
Η δε σκηνή κατά την οποίαν η Κασσάνδρα, μόνη με το Χορό προ των ανακτόρων, καταλαμβάνεται από προφητικό οίστρο και αποκαλύπτει στο Χορό το έγκλημα που συντελείται, θρηνολογώντας συγχρόνως την ίδια της την τύχη, αποτελεί μία από τις τραγικότερες και μεγαλοπρεπέστερες σκηνές του θεάτρου.

Ηθικό χάος

Ο κόσμος του «Αγαμέμνονα» είναι ένας κόσμος ζοφερός και παράξενα ερημικός. Ένας κόσμος σε ηθικό χάος. Η ιστορία ξεκινά από μια ανθρωποθυσία. […] Βρισκόμαστε σε ένα εθνικό σύμπαν το οποίο συναίνεσε στο να θυσιαστεί ένα παιδί για μια εκστρατεία. Και κανείς δε σκέφτηκε ότι αυτό το παιδί έχει μια μάνα, η οποία είναι ο «αιμοδότης» της παράστασης που έστησε η Ιώ Βουλγαράκη.
Ο Οίκος στην Ορέστεια ανάγεται αφεαυτού σε πρόσωπο του δράματος. Το παλάτι δεν είναι απλώς ένα κτίσμα: είναι μια ζωντανή, στοιχειωμένη παρουσία, μέσα από την οποία η Κασσάνδρα ακούει τις κραυγές των σφαγμένων νηπίων και στην οροφή του οποίου βλέπει να κάθονται – μόνιμη, αμετακίνητη δύναμη καταστροφής – οι «σύγγονοι Ἐρινύες». Οι μυθικές χθόνιες θεότητες που κυνηγούσαν όσους είχαν διαπράξει εγκλήματα κατά της φυσικής και ηθικής τάξης των πραγμάτων.
Η προσοχή του θεατή στρέφεται ξανά και ξανά προς το κτίσμα που έχει ενώπιόν του και στο οποίο δεσπόζει μια μνημειακή πύλη σε ανθρώπινη μορφή.

Η σκηνοθέτις

Όλα εδώ άρχισαν για την Ιώ Βουλγαράκη. Ανοιχτός χώρος, ανοιχτές μνήμες και κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Συγκίνηση και η πρώτη επαγγελματική επίσκεψη και κατάθεση στην ορχήστρα του θεάτρου του Πολυκλείτου. Η αρμονία αυτού του Θεάτρου οφείλεται στον μοναδικό του σχεδιασμό βασισμένο σ’ ένα κανονικό πεντάγωνο, στο οποίο εγγράφεται η ορχήστρα, καθώς και στη χρήση τριών κέντρων για τη χάραξη των καμπύλων σειρών των εδωλίων του κοίλου. Περίφημη είναι και η ακουστική του.
Υπενθυμίζουμε ότι η Ιώ Βουλγαράκη σκηνοθέτησε πριν από δύο χρόνια την «Άφιξη» στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου.

 

 

Ο Χορός

Ο πρόλογος στον “Αγαμέμνονα” εκφέρεται από τον Φρουρό, που δέκα χρόνια περιμένει νύχτα μέρα πάνω στη στέγη του παλατιού να δει το σημάδι της φωτιάς που θα σημάνει ότι έπεσε η Τροία. Η απροσποίητη χαρά του σκοτεινιάζει από την ανησυχία για το μέλλον, η οποία τροφοδοτείται πιο πολύ από εκείνα που αποσιωπά ή υπαινίσσεται και όχι από εκείνα που αρθρώνει.
Στην πάροδο ο Χορός των γερόντων του Άργους, που έρχεται για να μάθει από τη βασίλισσα για ποιο λόγο προσφέρονται παντού θυσίες, κάνει μια αναδρομή στο ξεκίνημα της εκστρατείας, θυμάται ότι τους δύο γιους του Ατρέα τους προέπεμπε ως εκδικητές ο ξένιος Ζευς και μιλάει για τον οιωνό που φανερώθηκε τότε (δύο αετοί που σπάραζαν ετοιμόγεννη λαγίνα). Αναφέρεται επίσης στην εξήγηση που έδωσε ο Κάλχας, ότι οι δύο αετοί είναι οι δύο Ατρείδες, που θα πάρουν κάποια μέρα την Τροία. Μιλά για τον φόβο του μάντη για την ενδεχόμενη οργή της Άρτεμης για τον σπαραγμό του ανυπεράσπιστου ζώου.

Άνθρωπος και θείο

Στον Αισχύλο -όπως και στους άλλους τραγικούς- η σχέση ανθρώπου – θείου ήταν πολύ διαφορετική απ’ όσο σήμερα. Θα ισχυριζόταν κανείς πως ήταν άμεση. Αυτή η αμεσότητα που δεν υπάρχει σήμερα ή τουλάχιστον δεν υπάρχει σε τόσο βάθος, είναι ασφαλώς ένα εμπόδιο για το σύγχρονο άνθρωπο να διεισδύσει στο πνεύμα του τραγικού ποιητή.

Ο «Αγαμέμνων» του Αισχύλου είναι η αρχή μιας πολυεπίπεδης θεατρικής σύλληψης που με όχημα το μύθο του Τρωικού Πολέμου ρίζωσε στο παρόν που γράφτηκε (την Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ.) και από τότε ριζώνει σε κάθε παρόν μέχρι σήμερα.
Ύστερα από δέκα χρόνια απουσίας, ο βασιλιάς επιστρέφει από τον τρομερότερο των πολέμων νικητής για να δολοφονηθεί στο σπίτι του από τη γυναίκα του. Δέκα χρόνια αναμονής για ένα τέτοιο έγκλημα. Σ’ ένα ποιητικό σύμπαν σαν αυτό, όπου ο άνθρωπος είναι άλυτο αίνιγμα και η ανθρώπινη πράξη δεν συμβαίνει κάτω από άδειους ουρανούς, θύτης και θύμα εναλλάσσουν ρόλους. Την εναλλαγή αυτή παρακολουθεί μια άρχουσα τάξη που σιωπά, ώσπου χάνει τελικά όχι μόνο τη δύναμή της, αλλά την ίδια την υπόστασή της. Ποιος έχει δικαίωμα στο έγκλημα και από πού αντλεί το δικαίωμα αυτό;
Ο νόμος του αίματος, το δίκαιο των νεκρών ήταν θέματα πολύ σεβαστά για τον Αθηναίο του 5ου π.Χ. αιώνα.

Η παράσταση

Στην ανάγνωση της σημαντικής μας σκηνοθέτιδας το κυρίως πρόσωπο, η Κλυταιμνήστρα, έχει υιοθετήσει χαρακτηριστικά του κυρίαρχου φύλου για να επιβιώσει. Εμφανίζεται με ουδέτερα λευκό κοστούμι – φόρμα και ξυρισμένο το όμορφο κρανίο της. Μια Κλυταιμνήστρα δυναμική και νέα, σχεδόν έφηβη. Μια Κλυταιμνήστρα πάλλουσα από εκδίκηση και πάθος. Γύρω της ο Χορός των ανδρών με τις εξαίσιες φωνές και τα μαύρα ιερατικά κοστούμια.
Αυτό που την έχει καθορίσει στη συγκεκριμένη θεατρική προσέγγιση είναι η απώλεια του παιδιού της. Η Κλυταιμνήστρα είναι ένα ον που δεν έχει φύλο. Δεν είναι άνδρας, δεν είναι γυναίκα. Είναι ένα πλάσμα που έχει καταπατηθεί και ισοπεδωθεί. Έχει ξεριζωθεί βίαια από εκείνη ο ρόλος της μάνας και επί δέκα χρόνια οφείλει να είναι η αρχή, η εξουσία, σ’ ένα εντελώς ανδροκρατούμενο σύστημα.

Η Κλυταιμνήστρα

Τη δολοφονία την οργάνωσε και εκτέλεσε η Κλυταιμνήστρα, ενώ ο Αίγισθος, άβουλος και δειλός, καυχιέται ότι αυτός κατέστρωσε το σχέδιο έχοντας ως κίνητρο την ύβρη που είχε διαπράξει ο πατέρας του Αγαμέμνονα, ο Ατρέας, σκοτώνοντας τα παιδιά του αδελφού του Θυέστη και παραθέτοντάς τα ως δείπνο στον πατέρα τους. Τα κίνητρα της Κλυταιμνήστρας ήταν η θυσία της κόρης της Ιφιγένειας, την οποία ο Αγαμέμνων εκτέλεσε χωρίς πολλούς ενδοιασμούς, αλλά και το γεγονός ότι ο σύζυγός της είχε φέρει στο παλάτι την ερωμένη του Κασσάνδρα και μάλιστα της είχε ζητήσει να τη δεχτεί με συμπάθεια.
Έχει ενδιαφέρον και η ετυμολογία του ονόματός της, που σημαίνει αναπόληση της δόξας και της φήμης. Η Κλυταιμνήστρα, ως τραγική ηρωίδα, υπερβαίνει την ηθική και εκδικείται, μεταφέροντας την αίσθηση της κάθαρσης στους θεατές και πληρώνοντας, βεβαίως, την ύβρη της με τη ζωή της. Πολλοί θα κατανοήσουν την εκδικητική της διάθεση.

Στο εντυπωσιακό σκηνικό του Πάρη Μέξη το παλάτι γίνεται μέτοχος στη δράση, καθώς προσφέρει το εσωτερικό του για το κορυφαίο γεγονός, τη συζυγοκτονία. Η ανθρωπόμορφη θύρα του λειτουργεί ως Πύλη του Άδη, όπου οι άνθρωποι μπαίνουν για να πεθάνουν με βάναυσο τρόπο.
Η Κλυταιμνήστρα στρώνει το κόκκινο πολυτελές ύφασμα και οδηγεί τον σύζυγό της, που διασχίζει τον πορφυρόστρωτο δρόμο, στον θάνατο.

Η Κασσάνδρα

Κοιτώντας το σκηνικό οικοδόμημα, τον Οίκο του Ατρέα, στον οποίο πρόκειται σύντομα κι αυτή να μπει, για να συναντήσει τον θάνατό της, η Κασσάνδρα καταλαμβάνεται από βαθύ τρόμο. Μαντεύει πως ο χώρος έχει γνωρίσει πολλά κακά, φόνους μεταξύ συγγενών. Πως είναι σφαγείο ανθρώπων και το δάπεδό του είναι ποτισμένο με αίμα.

 

 

Οι συντελεστές

Στον «Αγαμέμνονα» θαυμάσαμε έναν γερό, στιβαρό, καλορυθμισμένο Χορό μεγάλων δυνατοτήτων. Μέλη του μερικοί από τους πιο διαλεκτούς ηθοποιούς μας, οι: Θανάσης Βλαβιανός, Πάρις Θωμόπουλος, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Νίκος Καρδώνης, Κωστής Κορωναίος, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Νταλιάνης, Θέμης Πάνου, Στρατής Πανούριος.

Ο Αργύρης Ξάφης ως Αγαμέμνων ερμήνευσε με εσωτερική συγκέντρωση την αλήθεια του ρόλου του, δίχως στόμφο, με ενδιαφέρουσες παύσεις και εκφραστικότατες νότες.
Θαυμάσια κι αλησμόνητη η σκηνή που κατεβαίνουν ιεροτελεστικά τα σκαλοπάτια στο κοίλο, αυτός και σιμά του η Κασσάνδρα με τη μυστηριώδη ομορφιά.
Η Δέσποινα Κούρτη ήταν για άλλη μια φορά αποκάλυψη. Με θερμή απλότητα και ειλικρινείς δονήσεις έδωσε ζωή στην προφητική Τρωαδίτισσα πριγκίπισσα. Τα είχε όλα: κίνηση, έκφραση, φωνή, στάση σώματος, συναισθηματικότητα. Μια ερμηνεία – επίτευγμα.
Όσο για την Εύη Σαουλίδου σαν ανάμνηση θα μας μείνει δυνατή και κυρίαρχη, μια γεμάτη ζωντάνια επιδραστική παρουσία. Οπωσδήποτε δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο από την καλή μας ηθοποιό και αυτή με προθυμία μας δικαίωσε άλλη μια φορά.
Τρεις ακόμη ηθοποιοί συνέβαλαν στον ορθό τόνο της παράστασης του «Αγαμέμνονα», ο έξοχος Αλέξανδρος Λογοθέτης ως Αίγισθος, ο θαυμάσιος Δημήτρης Γεωργιάδης με την επιβλητική παρουσία και την ερμηνευτική αμεσότητα στο ρόλο του Κήρυκα και ο συγκλονιστικός Στέλιος Ιακωβίδης, που άνοιξε εξαιρετικά την παράσταση με τον μικρό αλλά κομβικό και «τεράστιο» ρόλο του Φρουρού.

Αντιστικτικά στην Κλυταιμνήστρα που συμβολικά φορούσε λευκά παντελόνια, οι άνδρες φορούσαν μακριά μαύρα ενδύματα. Τα κοστούμια ήταν του Πάρη Μέξη.
Ο Θοδωρής Αμπαζής συνέθεσε μια ουσιαστική, ώριμη και δημιουργική μουσική που συγκίνησε και προκάλεσε ενθουσιασμό.

Η επιμελημένη κίνηση της Μαρίας Σμαγιέβιτς (Maria Smaevich), τα μεγαλειώδη σκηνικά του Πάρη Μέξη, ο συγχρονισμός και η ακρίβεια στους φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου και η σπουδαία δουλειά της Μελίνας Παιονίδου στη μουσική διδασκαλία έδωσαν ισορροπία και ζωντανό παλμό στην παράσταση.
Ο «Αγαμέμνων», το πρώτο μέρος της τριλογίας της «Ορέστειας» του Αισχύλου, τελειώνει με την πύλη του παλατιού, μετά το φόνο του βασιλιά, να κατακρημνίζεται και τα κομμάτια της να σκορπίζονται.
Η Κλυταιμνήστρα με τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα εξιστορεί το φόνο παινεύοντας το επιδέξιο χέρι της. Ενώ πετά την περικεφαλαία του συζύγου της στο Χορό, οι ιστοί που εξυφαίνει μια τεράστια αράχνη στο ξύλινο παλάτι λαμπυρίζουν κάτω από τα μαγικά φώτα του Λευτέρη Παυλόπουλου.
Ο Αργύρης Ξάφης – Αγαμέμνων σε μια κίνηση γεμάτη αλληγορία αποσύρει τα βαριά σκόρπια κομμάτια της βασιλικής πύλης και τα στοιβάζει παράμερα. Κοιτά το κοινό για μερικά δευτερόλεπτα και παραμερίζει. Ο Χορός ακίνητος παρακολουθεί τις λυγερόκορμες Χοηφόρους να έρχονται από τη μεριά του δάσους.
Εμποτισμένη με πνευματικότητα, που την αισθανθήκαμε ζωηρότατα, αισθητική συγκίνηση μας μετέδωσε η σκηνοθεσία της Ιώς Βουλγαράκη. Η σκηνοθέτις μας απέδειξε ότι μπορεί να γίνει ένας υπολογίσιμος παράγοντας και στη διδασκαλία της αρχαίας τραγωδίας.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Κ.Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία: Ιώ Βουλγαράκη
Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής
Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Κίνηση: Μαρία Σμαγιέβιτς (Maria Smaevich)
Σκηνικά: Πάρις Μέξης
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Έφη Χριστοδουλοπούλου
Βοηθός κινησιολόγου: Ειρήνη Κλέπκου

Διανομή

Αγαμέμνων: Αργύρης Ξάφης
Κασσάνδρα: Δέσποινα Κούρτη
Κλυταιμνήστρα: Εύη Σαουλίδου
Αίγισθος: Αλέξανδρος Λογοθέτης
Φρουρός: Στέλιος Ιακωβίδης
Κήρυκας: Δημήτρης Γεωργιάδης
Χορός ανδρών: Θανάσης Βλαβιανός, Πάρις Θωμόπουλος, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Νίκος Καρδώνης, Κωστής Κορωναίος, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Νταλιάνης, Θέμης Πάνου, Στρατής Πανούριος

***

Διαβάστε επίσης:

“Ορέστεια” του Αισχύλου από το Εθνικό Θέατρο / “Χοηφόροι” σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ

Ορέστεια” του Αισχύλου από το Εθνικό Θέατρο / «Ευμενίδες» σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη

Η μνημειώδης τριλογία της “Ορέστειας” παρουσιάζεται σε επιλεγμένους σταθμούς ανά την Ελλάδα