Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Στο θέατρο «Αλκμήνη» είδα το κλασικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ «Η Όπερα της Πεντάρας».
Η Ράσμι Σούκουλη και η ομάδα της στο Κέντρο Θεατρικής Αγωγής Αμαρουσίου, επιχείρησαν με μεγάλη επιτυχία μια διασκευή, σε μια πιο musical εκδοχή του έργου.
Δύσκολο εγχείρημα για επαγγελματίες ηθοποιούς, πόσω δε μάλλον για ερασιτέχνες οι οποίοι απέδειξαν άλλη μια φορά πως η θεατρική παιδεία είναι σημαντική για κάθε άτομο, ανεξαρτήτως ηλικίας ή επαγγελματικής πορείας.
Η επικοινωνία, η ενσυναίσθηση και η δημιουργικότητα θεωρούνται απαραίτητα εφόδια για την προσωπική και κοινωνική εξέλιξη, μοιραία η θεατρική αγωγή αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία.
Δεν είναι μόνο απασχόληση, είναι καθολική διαμόρφωση του ανθρώπου. Η θεατρική πράξη ενισχύει την αυτογνωσία και την αυτοπεποίθηση.
Η επιλογή του έργου αυτού του Μπρεχτ βρίσκει πολλές συνάφειες με τα σύγχρονα οικονομικά δεδομένα, ενεργοποιώντας τους ηθοποιούς και κατά συνέπεια και τους θεατές.
Το οικονομικό κραχ της Γουόλ Στριτ είχε σαν συνέπεια να βυθιστεί η Γερμανία στην κρίση.
Το 1932 οι άνεργοι είχαν ξεπεράσει τα 5.000.000 – ενώ άρχιζε η ραγδαία άνοδος του ναζισμού. Η περίοδος της Όπερας αφορούσε εν πολλοίς παραστρατιωτικές οργανώσεις, κυρίως βετεράνων, και δεν είχαν ακόμα αποκτήσει διακριτά χαρακτηριστικά μαζικού πολιτικού κινήματος.
«Ένας σκοτεινός κόσμος τραγουδάει την παρακμή του με ρυθμό, σαρκασμό και μπόλικο χιούμορ, μέσα από τραγούδι, έντονο σωματικό θέατρο και μια σκηνική γιορτή που θυμίζει καρναβάλι παρακμής. Οι ήρωες, κλόουν και εγκληματίες μαζί, εκθέτουν τη διαφθορά με το χαμόγελο καρφιτσωμένο στο πρόσωπο».

Το έργο
Στην Όπερα της Πεντάρας η υπόθεση ξετυλίγεται σε ένα ψευτοβικτωριανό Λονδίνο –παραβολή για τη Γερμανία της Βαϊμάρης– και αναφέρεται στις δολοπλοκίες δύο αντίπαλων συμμοριών: «Κατασκευής ζητιάνων» του κυρίου Πήτσαμ και «λευκής σαρκός» του ωραίου και βίαιου Μάκυ του Μαχαιροβγάλτη.
Στο επίκεντρο του μεταξύ τους ανταγωνισμού βρίσκεται, χωρίς να το επιδιώκει ο ίδιος, ο αστυνομικός διευθυντής του Λονδίνου «Τίγρης» Μπράουν.
Ο «Τίγρης», φίλος του Μάκυ από τα παλιά, έχει «μερίδιο» απ’ τις πόρνες του Μάκυ, αλλά εκβιάζεται από τον κ. Πήτσαμ να συλλάβει τον «συνεταίρο» του, προκειμένου να μην εξαπολύσει ο κ. Πήτσαμ τους ζητιάνους του και καταστρέψει, με ένα θέαμα μαζικής φτώχειας, ασκήμιας και αναπηρίας, τη «βιτρίνα» ενός Λονδίνου που έχει «εκκαθαρίσει» τους κεντρικούς δρόμους του απ’ τους φτωχούς του για τη στέψη της Βασίλισσας Βικτωρίας.
Ο κύριος Πήτσαμ εξαπολύει τον πόλεμο ενάντια στον Μάκυ, όταν ο τελευταίος «κλέβεται» και παντρεύεται την κόρη του κυρίου Πήτσαμ, Πόλυ, την οποία ο πατέρας της προορίζει να τον διαδεχθεί στην επιχείρηση με τους ζητιάνους. Ο αστυνομικός διευθυντής αναγκάζεται τελικά να δράσει, με αποτέλεσμα ο Μάκυ να καταλήξει στην αγχόνη, όταν τον καταγγέλλουν (έναντι χρημάτων) στην κυρία Πήτσαμ οι ίδιες οι πόρνες του –με κορυφαία την Τζένη, με την οποία είχε ξεκινήσει την επαγγελματική του «σταδιοδρομία».
Ο αγγελιαφόρος της βασίλισσας, ως από μηχανής θεός, θα σώσει από την αγχόνη τον Μάκυ. Θα του απονείμει χάρη εν όψει της στέψης της, καθώς και έναν πύργο για να περιοριστεί εκεί.

Η παράσταση
Όλοι οι ηθοποιοί είχαν βρει την κίνησή τους, ανάλογα με τον ρόλο που υποδύονταν. Εξαιρετική η κομπέρ – παρουσιαστής Νάταλι Καραδήμου, που εισάγει το θέαμα συστήνοντας τον κ. Πήτσαμ και τους «υπαλλήλους» του.
«Κυρίες και κύριοι, εδώ μπροστά σας βλέπετε έναν παρηκμασμένο εκπρόσωπο ενός καταρρέοντος κοινωνικού στρώματος».
Η κομπέρ δίνει διευκρινίσεις και βοηθά τις μεταβάσεις, από τη μια σκηνή στην άλλη, μαζί με την πολύ ενδιαφέρουσα πρωτότυπη μουσική της Ρέας Σιαφάκα, η οποία σέβεται την πασίγνωστη μουσική του Κουρτ Βάιλ και επιχειρεί να την ακολουθήσει με εγκράτεια.
Ο Μάκυ (Δημήτρης Κυριακού) είναι γκάνγκστερ που εμφανίζεται ως επιχειρηματίας, όπως και ο Πήτσαμ.
Υπέροχος ο Δημήτρης Κυριακού σε επίπεδο επαγγελματικό. Κανονίζει τον γάμο του σε μια αποθήκη, διατάζει τα τσιράκια του, όταν συλλαμβάνεται μοιράζει αρμοδιότητες ακόμα και στη γυναίκα του την Πόλυ, και βέβαια παίζει υπέροχα το παιχνίδι του στη φυλακή ανάμεσα στην Πόλυ και τη Λούσυ, δείχνοντας ότι τοποθετεί τις γυναίκες στο χαμηλό εκείνο επίπεδο, που κατά τη γνώμη του, τους αρμόζει, γι’ αυτό και η Τζένη θέλει να τον εκδικηθεί και τον προδίδει.
Έχει ωραία κίνηση, γίνεται φαιδρός και σκληρός, άτρωτος και ευάλωτος, χορεύει, τραγουδά, επιβάλλεται.
Ο κ. Πήτσαμ (Κωστής Κυζιρίδης), αυστηρός εργοδότης, κανονικός μαφιόζος, που εκπαιδεύει όμως τους ζητιάνους του, για να διεκδικήσουν την απαραίτητη ελεημοσύνη, να έχουν το σωστό στέκι, ώστε να του αποδίδουν το μερίδιο που τους ζητά. Σκληρός και άτεγκτος.
Η κυρία Πήτσαμ (Δήμητρα Τριβέλλα), μια ευνουχισμένη γυναίκα, παρατημένη να κάνει τα λογιστικά του άνδρα της, αρχικά γοητεύεται με την παρουσία του φιλόδοξου Μάκυ και τον θεωρεί καλό γαμπρό, αλλά μετά θέλει να καταστρέψει τον γάμο της κόρης της μαζί του και βέβαια τον ίδιο τον Μάκυ.
Πολύ έξυπνη η σκηνή, που χαϊδεύεται με ένα από τα διάφορα εργαλεία για τους ζητιάνους, διάφορα παρατεταγμένα ψεύτικα μέλη, συγκεκριμένα ένα χέρι, με το οποίο αγγίζει το κορμί της. Μια ζωή πνιγμένη στο ψέμα, την ψυχική και συναισθηματική ένδεια.
Η Πόλυ (Μαίρη Σιαφάκα) θέλει μόνο να παντρευτεί και να μπει κάτω από την προστασία κάποιου ισχυρού. Γεννήθηκε μέσα στην παρανομία και καλείται να επιβιώσει εκεί αποδεικνύοντας κιόλας ότι είναι επιχειρηματικό δαιμόνιο. Διεκδικεί τον τίτλο της συζύγου του Μάκυ και μαλλιοτραβιέται στην κυριολεξία με την έγκυο Λούσυ (Όλγα Κυπριώτου), που και καλά κυοφορεί το παιδί του Μάκυ.
Ο Μπράουν, ο «Τίγρης», ο διευθυντής της αστυνομίας (Ειρήνη Πατσιλίβα) ταλαντεύεται ανάμεσα στη φιλία, που έχει με τον Μάκυ, το καθήκον του να συλλάβει τους απατεώνες και τον εκβιασμό που του ασκεί ο κ. Πήτσαμ. Είναι υπέροχη η ηθοποιός. Όσο πρέπει νευρική και υστερική, ένα καρτούν σε αυτή την πολυχρωμία των απατεώνων, που προσπαθεί από τη μια να βάλει τάξη, από την άλλη να καλύψει και να σώσει. Εννοείται πάντα με το αζημίωτο.
Ο Μαθιός (Μάριος Καλύβης) το δεξί χέρι του Μάκυ είναι στιβαρός, έμπιστος, ένας άνθρωπος με σταθερό προφίλ. Μαζί με τον Ψηλό (Ανδρέας Καλογρίδης) κάνουν ένα ωραίο δίδυμο, ο Μαθιός σοβαρός, ο Ψηλός με αστείες γκριμάτσες, ένα πρόσωπο βγαλμένο από καρτούν. Ο ένας σε αντιδιαστολή με τον άλλον δημιουργούν ένα ωραίο τρίπτυχο μαζί με τον Μάκυ.
Η Τζένη (Μαίρη Παπαζλιώτη), αδικημένη και από τον ίδιο τον Μάκυ, νιώθει ότι πρέπει πια κάποιος να του δώσει ένα μάθημα. Τραγουδά, χορεύει, συντονίζει και τις υπόλοιπες πόρνες του Μάκυ: Κορίτσι Α’ (Νεκταρία Μισαηλίδη), Κορίτσι Β’ (Άννα- Μαρία Φραγκάκη) και Κορίτσι Γ’ (Καίτη Αθανασοπούλου) και όλες μαζί με κίνηση καμπαρέ αποδίδουν αυτό το άλλο επίπεδο. Όλοι οι επαίτες της ζωής, από τη μια οι πόρνες και οι γκάνγκστερ, από την άλλη οι ζητιάνοι.
Όλοι οι άλλοι, όπως ο Φιλντς (Μαίρη Παπαζλιώτη), ο Χελώνας (Σταμάτης Κούστας), ο Γκαβός (Νεκταρία Μισαηλίδη), ο Έντυ (Άννα – Μαρία Φραγκάκη) και ο Σουγιάς (Καίτη Αθανασοπούλου), πλαισιώνουν άρτια τους κεντρικούς ρόλους, χώρια ότι κάποιοι έχουν και διπλό ρόλο και βέβαια όλοι μαζί τραγουδούν και χορεύουν.
Δημιούργησαν ένα δροσερό, πολύχρωμο, μπρεχτικό θέαμα επιτυγχάνοντας μιαν όπερα των φτωχών, των κακοποιών, αυτών των κοινωνικά αδικημένων και κατατρεγμένων ανθρώπων, που όμως οδηγήθηκαν σύμφωνα με τον Μπρεχτ στην παραβατικότητα.
Αξίζουν συγχαρητήρια στη Ράσμι Σούκουλη, γιατί πέρα από την άρτια παράσταση, φαίνεται πόση πολλή δουλειά έχει γίνει από πίσω, ώστε να φτάσουν αυτοί οι ερασιτέχνες ηθοποιοί στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Πολλοί αυτοσχεδιασμοί, μεγάλη εκ των έσω ενεργοποίηση των ηθοποιών της. Όλοι μαζί ποιούν παιδεία και πολιτισμό.
***

Ταυτότητα της Παράστασης
«Η Όπερα της πεντάρας»
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Ράσμι Σούκουλη
Χορογραφίες: Ράσμι Σούκουλη
Μουσική πρωτότυπη και διασκευές: Ρέα Σιαφάκα
Διανομή
Μάκυ: Δημήτρης Κυριακού
Πόλυ: Μαίρη Σιαφάκα
Κύριος Πήτσαμ: Κωστής Κυζιρίδης
Κυρία Πήτσαμ: Δήμητρα Τριβέλλα
Μπράουν: Ειρήνη Πατσιλίβα
Παρουσιαστής: Νάταλι Καραδήμου
Λούσυ, Παππάς: Όλγα Κυπριώτου
Τζένυ, Φίλντς: Μαίρη Παπαζλιώτη
Μαθιός, Διευθυντής σκηνής Α’: Μάριος Καλύβης
Χελώνας, Αρχιφύλακας: Σταμάτης Κούστας
Γκαβός, Ζητιάνος Α’, Κορίτσι Α’: Νεκταρία Μισαηλίδη
Ψηλός, Ζητιάνος Β’: Ανδρέας Καλογρίδης
Έντυ, Κορίτσι Β’: Άννα – Μαρία Φραγκάκη
Σουγιάς, Κορίτσι Γ’, Διευθυντής Σκηνής Β’: Καίτη Αθανασοπούλου
Παραγωγή: Κέντρο Θεατρικής Αγωγής Ράσμι Σούκουλη



