Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Η Μαρία Πρωτόπαππα πήρε το σκηνοθετικό της βάπτισμα στις 8 και 9 Αυγούστου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου με την «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη στηριζόμενη στη μετάφραση του Γ. Β. Τσοκόπουλου.
Είχε προηγηθεί πρεμιέρα το Σάββατο 19 Ιουλίου στο Ανοιχτό Θέατρο Δελφών «Φρύνιχος», ενώ ακολούθησε μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία σε όλη την Ελλάδα.
Νομίζουμε ότι η επιλογή του έργου δεν ήταν καθόλου τυχαία, αν αναλογιστεί κάποιος τα push backs, την απόρριψη ανθρώπων που έχουν ήδη χάσει τα πάντα, την απαξίωση και απάνθρωπη αντιμετώπιση των μεταναστών. Ζούμε καθημερινά τις εικόνες τρόμου, της βίας, που αφορούν σε έναν εφιάλτη. Το έργο είναι μια διαχρονική και έντονη καταγγελία του πολέμου, της απληστίας, της προδοσίας και της πατριαρχικής βίας.
Το έργο
Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είχε ξεσπάσει αιματηρός, όταν ο Ευριπίδης παρουσίασε την τραγωδία του «Ανδρομάχη». Ο Ευριπίδης μέσα από τη συμπεριφορά του Μενέλαου ήθελε να δείξει και το πέτυχε ότι οι Σπαρτιάτες είχαν κακούς σκοπούς εναντίον των Αθηναίων.
Οι Σπαρτιάτες έπαιρναν όσα ήθελαν με το «έτσι θέλω» βάζοντας στους Αθηναίους το δίλημμα «ή υποτάσσεστε ή ανοίγουμε πόλεμο» (Θουκυδίδης, Α 140). Τρομερή η παγίδα και το δίλημμα που έθεσε ο Μενέλαος στην Ανδρομάχη για να βγει από το ιερό της Θέτιδας και τελικά να απειλήσει με θάνατο και εκείνη και τον γιο της.
Μέσα από τον λόγο της Ανδρομάχης, έκανε έκκληση στους λοιπούς Έλληνες να συνασπιστούν εναντίον της Σπάρτης. Το έργο θέτει συνεχώς τη μετάπτωση της βασίλισσας στο επίπεδο της σκλάβας.
Ο Νεοπτόλεμος γύρισε από την Τροία στη Φθία σέρνοντας μαζί του ως λάφυρο την Ανδρομάχη, τη χήρα του Έκτορα, από την οποία είχε ήδη αποκτήσει ένα γιο. Όταν και ο Μενέλαος γύρισε στη Σπάρτη, χώρισε τη μοναχοκόρη του, Ερμιόνη, από τον άνδρα της, Ορέστη, και την έστειλε σύζυγο του Νεοπτόλεμου, όπως του το είχε υποσχεθεί.
Η Ανδρομάχη αποτραβήχτηκε στο περιθώριο και αφιερώθηκε στην ανατροφή του γιου της.
Στα μάτια της Ερμιόνης όμως, η Φθία, όπου ακόμα βασίλευε ο γέρο Πηλέας, φάνταζε επαρχία μπροστά στη Σπάρτη και το Άργος.
Και ο Νεοπτόλεμος δεν ήταν γι’ αυτήν τίποτε άλλο από έναν επαρχιώτη. Συνεχώς, του θύμιζε με έπαρση τη σπουδαία γενιά της, ήταν ντυμένη στα λούσα κι έδειχνε ενοχλημένη που έβλεπε την Ανδρομάχη να ζει στο ίδιο ανάκτορο.
Πολύ περισσότερο που η Ανδρομάχη είχε κάνει ένα γιο στον Νεοπτόλεμο, ενώ εκείνη ήταν στείρα. Η Ερμιόνη πίστευε ότι η σκλάβα ήταν αντίζηλός της, κοιμόταν με τον άνδρα της και της είχε κάνει μάγια, ώστε να μην μπορέσει να πιάσει παιδί. Μέσα στη ζήλια της, πίστευε ότι σκοπός της ήταν να μεγαλώσει τον γιο της και να τον κάνει βασιλιά της Φθίας ως μόνο απόγονο του Νεοπτόλεμου.
Κάποτε, ο Νεοπτόλεμος αποφάσισε να πάει στους Δελφούς, να ζητήσει συγνώμη από τον θεό Απόλλωνα, επειδή τον είχε κατηγορήσει για τον φόνο του πατέρα του, Αχιλλέα. Ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή για την Ερμιόνη, να ξεμπερδέψει με την Ανδρομάχη. Κάλεσε τον πατέρα της, Μενέλαο, στη Φθία.
Η Ανδρομάχη που κατάλαβε, τι την περίμενε, έκρυψε τον γιο της, έστειλε να φωνάξουν τον γέρο Πηλέα να τη βοηθήσει και η ίδια κατέφυγε ικέτισσα στο άγαλμα της Θέτιδας.
Ο Μενέλαος κατέφθασε θρασύς, έβαλε τους δικούς του να ανακαλύψουν το κρυμμένο παιδί κι έθεσε στην Ανδρομάχη φοβερό δίλημμα: Ή θα σκότωνε το παιδί ή θα θυσιαζόταν εκείνη. Και βέβαια, η μάνα προτίμησε να σκοτωθεί η ίδια παρά ο γιος της.
Αποσύρθηκε και παραδόθηκε στον Μενέλαο που έβαλε να τη δέσουν πισθάγκωνα. Μετά της είπε κυνικά ότι τη γέλασε. Εκείνη μεν θα σκοτωνόταν, για δε την τύχη του παιδιού θα αποφάσιζε η κόρη του, Ερμιόνη. Η οποία βέβαια ήθελε το παιδί νεκρό.
Προδομένη, η Ανδρομάχη ξέσπασε. Η Ερμιόνη αναλογίζεται την απόπειρά της και τρέμει το γυρισμό του άντρα της. Εμφανίζεται ο Ορέστης (εχθρός του Νεοπτόλεμου) που παραμόνευε για ν’ αρπάξει την Ερμιόνη.
Αγγελιαφόρος εμφανίζεται και ανακοινώνει ότι ο Νεοπτόλεμος έπεσε θύμα επίθεσης στους Δελφούς που οργάνωσε ο Ορέστης. Ο Πηλέας θρηνεί το χαμό του εγγονού του τη στιγμή που εμφανίζεται η Θέτιδα σαν από μηχανής θεά για να κλείσει το έργο με ευχάριστες υποσχέσεις: ο γιος της Ανδρομάχης θα ιδρύσει το βασιλικό οίκο των Μολοσσών, ο Πηλέας θ’ ανυψωθεί σε θεό και θα κατοικεί μαζί της στο παλάτι της θάλασσας. Θα ξαναδεί και τον Αχιλλέα που κατοικεί σαν ήρωας στο νησί «Λευκή».

Η παράσταση
Γυναίκα (Μαρία Πρωτόπαππα) γιατί κλαις την ωραιότητα; Γιατί κλείνεις τα μάτια; Εσένα σκέφτομαι Ανδρομάχη. Στο σώμα σου πάνω γράφεται η Ιστορία.
Και αμέσως καλωσορίζουν τους θεατές σε έναν κόσμο, που παλεύει να βγει από το σκοτάδι στο φως. Το δουλικό της Ανδρομάχης κρεβάτι δεν το θέλει πια ο Νεοπτόλεμος.
Η Ερμιόνη φώναξε τον πατέρα της για να τη σκοτώσει. Να της κρατά ο πατέρας της το μαχαίρι.
Ο Χορός είναι ανήσυχος «Βασίλισσά μου ο Μενέλαος ψάχνει το παιδί σου. Κανείς μη μακαρίζει άνθρωπο πριν δει πώς θα περάσει την τελευταία του ημέρα».
Η Ανδρομάχη (Αργύρης Ξάφης) βλέπει πόσο έχει αδικηθεί. «Ένεκα της Ελένης με ήρπασαν από το δωμάτιό μου και με έσυραν σε δουλεία».
Τώρα πικραμένη βρίσκεται ικέτισσα πάνω στο βωμό της Θέτιδας για να σωθεί από το μένος της Ερμιόνης και του πατέρα της Μεναλάου.
Ασία και Σπάρτη μήτρες δύο τραγωδιών έριξαν και την Ανδρομάχη και την Ερμιόνη στου ίδιου αφέντη το κρεβάτι και οι δύο αδικημένες, από σκληρή διχόνοια χτυπημένες.
Ο Χορός συμπάσχει «γεννήθηκε στη Φθία, νιώθει τον πόνο της Ανδρομάχης και σκέφτεται ότι θα ήταν καλύτερα να μην τη δει η κυρά του Διός».
Η Ερμιόνη (Τάσος Λέκκας) λέει ότι η λάμψη του κεφαλιού της δεν γερνάει, «έρχεται σαν Λάκαινα χθων». Ο Χορός τρέμει με τα λόγια της. Λέει ότι η μήτρα της χωρίς παιδιά ξεραίνεται και της δηλώνει ότι θα είχε σώσει τη ζωή της αν μόνο ήταν δούλα της.
Τώρα την οικτίρει και καταλαβαίνει τι θα πει να είναι κάποιος βάρβαρος, γιατί για τους Έλληνες είναι οικτρό ο άνδρας να ελέγχει δύο γυναίκες. Είναι τρομερή η αντιπαράθεση των δύο γυναικών.
Η Ανδρομάχη είναι έξαλλη. Δηλώνει ότι θα πέσει μαχόμενη, αλλά και τότε ακόμα η Ερμιόνη θα θεωρεί ότι επιβουλεύεται τη ρήξη του νόμιμου δεσμού τους. Ο Έκτορας έσφαξε Έλληνες χιλιάδες και τονίζει τον αριθμό. Πάνω της κείτονται άθαφτα τα παιδιά τους και εκείνη γκαστρώνεται από τα μπάσταρδά τους.
Δεν φταίει η Ανδρομάχη για την αδεξιότητα της Ερμιόνης στον έρωτα. Μιλώντας έτσι έντονα αφαιρεί το πέπλο που σκεπάζει την Ερμιόνη, ενώ ο Χορός κρύβει το βλέμμα του. Είναι δυο γυναίκες, μια ώριμη και νεκρή και μια νέα και ζηλιάρα.
Η Ερμιόνη αναγνωρίζει ότι η Ανδρομάχη είναι σοφή και γι’ αυτό πρέπει να πεθάνει, δεν έχει μέλλον.
Ο Χορός (Δημήτρης Γεωργιάδης, Δημήτρης Μαμιός, Κωνσταντίνος Πασσάς, Γιώργος Φασουλάς, Γιάννης Μάνθος και Νώντας Δαμόπουλος) αναρωτιέται πώς άρχισε ο πόλεμος.
Η τραγωδία πλέκει σιγά σιγά τον πόνο της Ανδρομάχης, τον θρήνο της. Ο Χορός εναρμονίζεται με τους ήχους «παιδί μου κρύψου».
Μετά τον πόλεμο σε αυτόν τον κόσμο του μαρασμού τους άνδρες κυνηγούν τα φαντάσματα των θυμάτων του πολέμου.
Η Ανδρομάχη, πρώην βασίλισσα της Τροίας και σύζυγος του Έκτορα, αντιπροσωπεύει την ήττα, την καταστροφή και την ταπείνωση. Έχει χάσει την πατρίδα, τον άνδρα και την ελευθερία της.
Ζει ως δούλη του Νεοπτόλεμου, και κινδυνεύει να χάσει το παιδί της, τον Μολοσσό.
Αντιμετωπίζει τη ζήλεια και το μίσος της Ερμιόνης (νύφης του Μενελάου) και τις απειλές του Μενελάου.
Η Ανδρομάχη (Αργύρης Ξάφης) μιλά για τον εαυτό της, που γεννήθηκε στη Θήβα και έγινε παιδοποιός του Έκτορα στην Τροία.
«Υπάρχει γυναίκα πιο πένθιμη από εμένα, που είδε τον θάνατο κατάματα;» αναρωτιέται.
«Που είδα τον Έκτορα να τον σέρνει ο Αχιλλέας; Τον γιο μου από τα κάστρα;».
Τη χάρισαν σαν ζώο στο Νεοπτόλεμο και αυτός της έδωσε αρσενικό παιδί και το κράτησε, γιατί αν σωθεί θα είναι το μόνο άτομο που θα την υπερασπιστεί.
Ο παρασημοφορημένος Μενέλαος (Γιάννης Νταλιάνης) λέει ότι βρήκε το παιδί και το κρατά. Η Ανδρομάχη φοβάται κρατά δυο παιδικά παπούτσια και δεν φεύγει από τον βωμό μήπως σώσει το παιδί της.
Αναφερόμενη στα βάσανα του παρόντος, τονίζει ότι πλάγιασε με τον Νεοπτόλεμο παρά τη θέλησή της και χωρίς να ευθύνεται για τον γάμο και τον γιο που γέννησε από εκείνον. Όσον αφορά στο παρελθόν της, εκείνης της έλαχε να αντικρίσει τον φρικτό θάνατο του Έκτορα και την καταστροφή της Τροίας, ενώ μετά τη διαδέχτηκε η σκλαβιά, πηγαίνοντας ως παλλακίδα στο παλάτι αυτών που ευθύνονται για τον θάνατο του συζύγου της.
Ο Χορός συμπάσχει. Ο Μενέλαος τη ρωτά ειρωνικά αν φοβήθηκε μήπως της χαλάσει τη γαμήλια συμμαχία. Ο Μενέλαος είναι άτεγκτος και αυστηρός. Αυτός μονάρχης και η κόρη του να στερείται παιδιά.
«Φύγε από το βωμό, σώσε σαν μάνα το παιδί σου! Αν θες να ζήσεις, τότε ας πεθάνει αυτό».
Η Ανδρομάχη με τσακισμένο ηθικό κατεβαίνει από το βωμό, εγκαταλείπει το άσυλό της για να σώσει όπως νομίζει το παιδί της. «Χωρίστε το κεφάλι από το κορμί μου!».
Ο Μενέλαος την ενημερώνει ότι θα σκοτώσει το παιδί της. Την εξαπάτησε.
Ο Χορός θρηνεί, τρέμει, δείχνει οίκτο για την Ανδρομάχη, τονίζοντας τη βιαιότητα του Μενελάου. «Δεν υπάρχει θεός!».
Η κίνηση του Χορού πλαστική, με πολλά παραδοσιακά στοιχεία, πραγματικά δονεί τους θεατές και τους βυθίζει στο αδιέξοδο της Ανδρομάχης. «Ο θάνατος δεν με σκοτώνει, πέθανα μαζί με τη χώρα μου».
Ο Μενέλαος της φανερώνει ότι την εξαπάτησε και πως αυτή δεν εξασφάλισε τη ζωή του γιου της αλλά η Ερμιόνη θα είναι αυτή η οποία θα αποφασίσει για τη ζωή του.
Η Ανδρομάχη αποκαλεί τον Μενέλαο δειλό άνδρα που θα σκοτώσει ένα παιδί. Επιδεικνύει τον ηρωισμό του μόνο όταν αντίπαλός του είναι μια γυναίκα. Μοιρολογεί για το αθώο παιδί που σκοτώνουν. «Αθώο παιδί σε σκοτώνουν»!
Όλος ο Χορός κάτω, δίπλα στην Ανδρομάχη. Ο Χορός και όλοι αγανακτούν για κάθε πόλεμο με θύματα αθώα παιδιά. Πολλές οι σπαρακτικές εικόνες της ανθρώπινης ιστορίας, που δυστυχώς ακόμα και σήμερα επαναλαμβάνονται παρόλη την πρόοδο και την τεχνολογία.

«Ποιος κυβερνά αυτόν τον κόσμο;» αναφωνεί σπαρακτικά ο Χορός, σα να λέει «πού είναι η δικαιοσύνη, η ηθική, ο Θεός; Γιατί κυριαρχεί το κακό»;
Η Ανδρομάχη εξαπατημένη και ο Μενέλαος, υποκριτής, κυνικός, ωμός. Εξαιρετικός ο Γιάννης Νταλιάνης στο ρόλο του.
Η κατάσταση ανατρέπεται ολοκληρωτικά με την άφιξη από τα Φάρσαλα του γέρου Πηλέα, ο οποίος όντας πρόθυμος να βοηθήσει την Ανδρομάχη και να της εμπνεύσει ασφάλεια, αναρωτιέται για την αιτία όλων αυτών και κρίνει τον Μενέλαο, που αποφάσισε τον θάνατο δίχως να έχει προηγηθεί δίκη.
Έρχεται ο Πηλέας (Δημήτρης Πιατάς) από το βάθος της σκηνής με πατερίτσες, πιο δυνατός και κραταιός από τον φοβερό Μενέλαο. «Πού πηγαίνεις τη γυναίκα και το παιδί σαν πρόβατα σε σφαγή; Στο σπίτι μου ήρθες να κυβερνήσεις;».
Η Ανδρομάχη πέφτει στα γόνατά του και τον ικετεύει να τη σώσει και να δώσει τέλος στα βάσανά της.
Ο Μενέλαος δηλώνει ότι «ντρέπεται να έχει αντίπαλο μια σκιά που φωνάζει», ενώ ο Πηλέας ανταποδίδει ότι «τέτοια μηδενικά με ένα βλέμμα του τα νικάει». Η βαρύτητα, η σοφία του Πηλέα, η στιβαρότητα και το εκτόπισμα της μορφής του προκύπτει από την υπέροχη ερμηνεία του Δημήτρη Πιατά.
Η Ερμιόνη (Τάσος Λέκκας) τρέμει, φοβισμένη, δεν ξέρει πού να κρυφτεί. Συνειδητοποιεί ότι έχει κάνει κακό και φοβάται ότι θα τη σφάξει ο άνδρας της αν το μάθει. Ο Ορέστης είναι ευτυχής που βρίσκει τη συγγενή του Ερμιόνη, την οποία ήταν να πάρει γυναίκα του, όμως ο Μενέλαος δεν του το επέτρεψε γιατί ήταν μητροκτόνος, τώρα όμως που έχει εξαγνιστεί μπορεί να την παντρευτεί.
Ο Χορός, η μουσική, η κίνηση, οι ερμηνείες, πυροδοτούν το κείμενο. «Λέμε εμείς για βαρβάρους, που τον τόπο μας λυμαίνονται μητροκτόνοι».
Η σκηνοθετική άποψη της Μαρίας Πρωτόπαππα είναι παραδοσιακή και μεταμοντέρνα. Οι ρόλοι κρατιούνται από τους άνδρες, αλλά η κίνηση είναι απολύτως μελετημένη και το αρχαίο κείμενο, που παρεμβαλλόταν, ήταν απολύτως κατανοητό και έμπαινε εντελώς φυσικά και ήταν απολύτως κατανοητό, διδάσκοντας τη συνέχεια του πολιτισμού και της γλώσσας μέσα στους αιώνες.
Ο Χορός (Δημήτρης Γεωργιάδης, Δημήτρης Μαμιός, Κωνσταντίνος Πασσάς, Γιώργος Φασουλάς, Γιάννης Μάνθος και Νώντας Δαμόπουλος) και η κίνησή του διδαγμένη από τον Αλέξανδρο Βαρδαξόγλου, ήταν συγκλονιστικός.

Στον ρόλο της Θέτιδας είδαμε τη Στέλλα Γκίκα, με μια καταπληκτική φωνή.
Τα σκηνικά και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, ενώ τα κοστούμια της Βάνας Γιαννούλα.
Καθοριστική η μουσική του Λόλεκ, που έδωσε παλμό και ένταση στην ήδη έντονη ερμηνεία των ηθοποιών.
Οι ρόλοι ξεπηδούν μέσα από τον Χορό. Όλες οι ερμηνείες πολύ μελετημένες και ουσιαστικές. Θεράπαινα (Δημήτρης Γεωργιάδης), Τροφός: (Κωνσταντίνος Πασσάς), Ορέστης (Δημήτρης Μαμιός), Αγγελιοφόρος (Γιάννης Μάνθος).
Η Ανδρομάχη (Αργύρης Ξάφης) σπαρακτική. Αυτή πρέπει να σηκώσει πάνω της όλο το βάρος της αδικίας και να φωνάξει αγανακτισμένη προς όλες τις κατευθύνσεις «Πού θα σταματήσει αυτή η καταστροφή; Αυτός ο ξεπεσμός του ανθρώπου δεν έχει τέλος»;
Έχει χαθεί το μέτρο, το ήθος απειλείται και οι αυτοκρατορίες πέφτουν. Οι αδύναμοι τολμούν να σηκώσουν ανάστημα και να υψώσουν τη φωνή τους. Το βλέπουμε συνέχεια γύρω μας.
Φωνές που καταπνίγονται και αυθαιρεσίες των ισχυρών. Έως πότε; Ο Ευριπίδης θέλει να τιμωρούνται οι ισχυροί που αδικούν.
Μια παράσταση με την υπογραφή της Μαρίας Πρωτόπαππα, που έδωσε πρωτότυπα στοιχεία, που έκανε μια ιδιαίτερη ανάγνωση του κειμένου του Ευριπίδη και δεν άφησε κανέναν αδιάφορο.





