Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου
Γράφω αυτές τις γραμμές παραμονές Δεκαπενταύγουστου, την ώρα που οι πένες των πολιτικών αναλυτών έχουν πάρει φωτιά εν όψει της συνάντησης των Τραμπ – Πούτιν στην Αλάσκα. Τι προτίθενται να κάνουν στο βορειοανατολικότερο άκρο των ΗΠΑ οι δύο τιτάνες της πολιτικής; Τι προοικονομεί άραγε η «θερινή» διπλωματία ΗΠΑ και Ρωσίας στο Άνκορατζ της Αλάσκας;
Για να παραφράσω όμως τον Ζωρζ Κλεμανσώ, «ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την εμπιστευθούμε στους πολιτικούς». Οπότε ας μιλήσουμε για θέατρο και ειδικά για την «Ανδρομάχη», μια αντιπολεμική τραγωδία του αρχαίου ελληνικού θεάτρου που έγραψε ο Ευριπίδης και η οποία διδάχθηκε (παίχθηκε) περίπου το 424 π.Χ. στην αυλή του Βασιλιά Θαρύπα των Μολοσσών, στην αρχαία Πασσαρώνα της Ηπείρου.
Ρεαλισμός και αρχαιοελληνικός διαφωτισμός
Ο Ευριπίδης είναι ίσως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του αρχαιοελληνικού διαφωτισμού με σημαντικές επιδράσεις από τους σύγχρονούς του σοφιστές. Είναι επίσης ο κύριος εκπρόσωπος του ρεαλισμού στη δραματική ποίηση του αρχαίου ελληνικού θεάτρου.
Ο τρόπος με τον οποίο πλάθει τους χαρακτήρες του είναι μοναδικός. Τα ανθρώπινα πάθη και οι πιο σκοτεινές πλευρές των ηρώων του σε συνδυασμό με τον αυστηρό ορθολογισμό του ποιητή είναι γνήσια προϊόντα του αρχαιοελληνικού διαφωτισμού. Ο Ευριπίδης δημιουργεί σκεπτόμενους χαρακτήρες, δίνοντας φωνή ακόμα και σε δευτερεύοντα πρόσωπα, όπως δούλοι, τροφοί κ.λπ.
Αυτό το στοιχείο παραπέμπει στο σοφιστικό κίνημα, του οποίου η επιρροή στον Ευριπίδη είναι αδιαμφισβήτητη. Η αρχαία παράδοση τον συνδέει με τον Αναξαγόρα, τον Πρόδικο και τον Πρωταγόρα, με τον οποίον μάλιστα είχαν φιλικές σχέσεις. Κοντά φαίνεται να ήταν επίσης και με τον Σωκράτη.

Ο «από σκηνής φιλόσοφος»
Αξίζει να πούμε ότι περίπου στα μέσα του 5ου αιώνα, εμφανίζεται στον χώρο της σκέψης και της φιλοσοφίας μια σημαντική κίνηση, η σοφιστική. Η κίνηση αυτή αποτελεί μια μεγάλη τομή, τόσο όσον αφορά τις κατευθύνσεις που θα πάρει στο εξής ο φιλοσοφικός στοχασμός, όσο και τον τρόπο με τον οποίο οι φιλόσοφοι και οι διανοούμενοι θα παρεμβαίνουν στα πράγματα τις κοινωνίας, τον ρόλο τον οποίο θα παίξουν πλέον στη διαμόρφωση της κοινωνίας. Δύο σημαντικοί παράγοντες καθορίζουν τη σημαντική αυτή εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης -αφενός, οι κατευθύνσεις που, αργά αλλά σταθερά, είχε ήδη αρχίσει να παίρνει η φιλοσοφία στα προηγούμενα χρόνια· αφετέρου, οι μεγάλες αλλαγές που σημειώνονται στις ελληνικές κοινωνίες μετά τους Περσικούς πολέμους.
Ο «από σκηνής φιλόσοφος», όπως ονομαζόταν για τις φιλοσοφικές απόψεις που αναδείκνυε στο έργο του, ασχολείται με θέματα που μπορεί να είχαν ήδη παρουσιάσει στο θέατρο ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής (π.χ. μητροκτονία, τιμωρία ύβρεως). Τα παρουσιάζει όμως διαφορετικά, με τρόπο ρεαλιστικό.
Ο «τραγικώτατος των ποιητών»
Δύο αρχαία κείμενα επιβεβαιώνουν τη σχέση του Ευριπίδη με τον ρεαλισμό. Πρώτον, το Περί Ποιητικής του Αριστοτέλη, στο οποίο ο φιλόσοφος αναφέρει ότι ο Ευριπίδης παρουσιάζει τους ήρωες όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι. Τον χαρακτηρίζει επίσης ως τον «τραγικώτατο των ποιητών». Δεύτερον, οι Βάτραχοι του Αριστοφάνη, όπου ο κωμικός τον κατακρίνει για την ενοχλητική του συνήθεια να επικεντρώνεται στις πιο σκοτεινές και βίαιες πλευρές της καθημερινότητας.
Οι καινοτομίες
Οι νεωτερισμοί του Ευριπίδη ξεκινούν ήδη από τον τρόπο που διαχειρίζεται τον ίδιο τον μύθο. Οι τραγικοί ποιητές αντλούσαν από την ίδια δεξαμενή μυθολογικής παράδοσης, όμως ο Ευριπίδης έκανε αλλαγές ακόμα και σε στοιχεία που βρίσκονταν στον πυρήνα των μύθων.
Η χρήση του Χορού επίσης μεταβάλλεται στα έργα του. Ο ρόλος του συρρικνώνεται και έχει όλο και λιγότερη συμμετοχή στα τεκταινόμενα. Ο Ευριπίδης τοποθετεί το κέντρο βάρους όλο και περισσότερο στους ηθοποιούς, καθιστώντας τον Χορό άνευ πρακτικής σημασίας.
Μια εξίσου σημαντική πτυχή στο έργο του είναι ο ρόλος και ο χαρακτήρας των θεών. Ο Ευριπίδης εδώ έρχεται σε σύγκρουση με τη σοφόκλεια παράδοση. Η τραγική μοίρα των ηρώων είναι είτε αποτέλεσμα δικών τους επιλογών, τις οποίες οι θεοί παρακολουθούν με αδιαφορία, είτε αποτέλεσμα της πίεσης που δέχονται από τους θεούς. Και στις δύο περιπτώσεις το περιθώριο ελευθερίας των χαρακτήρων είναι μικρό και η απόδοση δικαιοσύνης, που υπήρξε τόσο σημαντική για τον Αισχύλο, αποκτά μία ειρωνική χροιά.

Είναι σίγουρο ότι το αττικό δράμα χρωστάει πολλά στον Ευριπίδη και ότι οι τραγωδίες του αντικατοπτρίζουν την ακμή και κορύφωση του πνεύματος της κλασικής Αθήνας. Παρότι είναι δύσκολο να αποτιμήσουμε τη σημασία της προσφοράς του Ευριπίδη στο αρχαίο ελληνικό θέατρο, γνωρίζουμε πως οι καινοτομίες του επηρέασαν τη λογοτεχνική παραγωγή των επόμενων αιώνων. Χαρακτηριστικά του έργου του Ευριπίδη υιοθέτησαν και προσάρμοσαν οι κωμωδιογράφοι της Αλεξανδρινής ή Ελληνιστικής εποχής, τα οποία επιβίωσαν στη συνέχεια στο είδος της μυθιστορίας.
H αλεξανδρινή περίοδος χαρακτηρίζεται για την ποικιλομορφία της και την αίσθηση του κοσμοπολιτισμού· είναι μια εποχή επαναστάσεων και αναστατώσεων, όπου κόσμοι συγκρούονται, άνθρωποι αναμειγνύονται σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό και κοινωνικό ορίζοντα, ενώ η επιστήμη, η τέχνη και η τεχνική δημιουργούν θαύματα.
Mια τραγωδία πολυδιάστατη και πρωτοποριακή για την εποχή της
Η «Ανδρομάχη», που είδαμε στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, σκηνοθετημένη από τη Μαρία Πρωτόπαππα, είναι για μία πολιτική αλλά και κοινωνική τραγωδία που έχει προβληματίσει τους κριτικούς, οι περισσότεροι από τους οποίους ειδικά στο παρελθόν εξέταζαν το έργο με τα αριστοτέλεια κριτήρια και δεν έβρισκαν σε αυτό επαρκή ενότητα στο βασικό θέμα. Η «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη θεωρείται όμως ότι αδικήθηκε και ότι απλώς ήταν υπερβολικά πολυδιάστατη και πρωτοποριακή ως προς τη δομή της για την εποχή της.
Το έργο έχει όντως έναν ιδιαίτερα πολυσήμαντο χαρακτήρα (κοινωνικό, προσωπικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό, πολιτικό και ερωτικό). Στοχοποιεί ταυτόχρονα πολλά δεινά: τον πόλεμο αυτό καθαυτό, την απληστία, την προδοσία, τις προσωπικές αδυναμίες, την εν τυφλώ υποταγή στους θεούς (χωρίς και να τους απορρίπτει όμως) και τη γυναικεία απιστία, χωρίς να απορρίπτει τον καλό γάμο ο οποίος στηρίζεται στη σωφροσύνη της γυναίκας και του άνδρα.

Έντονη αντισπαρτιατική τοποθέτηση
Διακρίνεται για την έντονη αντισπαρτιατική τοποθέτησή του, και ο Ευριπίδης κατηγορεί τους Λάκωνες ως εγκληματίες, για ανομία και δολιότητα, γεγονός που ερμηνεύεται από την ιστορική στιγμή (ο Πελοποννησιακός Πόλεμος βρίσκεται απλώς σε φάση ύφεσης και είναι πρόσφατη η εικονική δίκη και εκτέλεση των συμμάχων Πλαταιέων, αλλά και η απώλεια του στρατηγού Ξενοφώντα που σύμφωνα με πηγές ήταν γιος του). Άλλοι βλέπουν στο έργο μια σαφή αντιρατσιστική τοποθέτηση με τη “βάρβαρη Ανδρομάχη” να εξιδανικεύεται, άλλοι μια ξεκάθαρη επίθεση στην προδοσία και την απληστία ενώ άλλοι βλέπουν ως κεντρικό μήνυμα την ευθραυστότητα της καλοτυχίας και τον προσωρινό χαρακτήρα της ευτυχίας, εφόσον αυτή ορίζεται από τα πλούτη και τη δόξα.
Η ευτυχία δεν είναι μόνιμη κατάσταση
Είναι η συνειδητοποίηση ότι η ευτυχία δεν είναι μόνιμη κατάσταση και μπορεί να χαθεί ή να αλλάξει λόγω απρόβλεπτων γεγονότων ή συναισθηματικών μεταπτώσεων.
Η ευτυχία είναι μια πεταλούδα που όσο την κυνηγάς σου ξεφεύγει. Με το που θα ηρεμήσεις, θα έρθει και θα καθίσει πάνω σου. Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι την αποκαλούν “χαμένη Ατλαντίδα των συναισθημάτων”, αφού όλοι λένε πως υπάρχει, αλλά κανείς δεν έχει ιδέα πού ακριβώς να την αναζητήσει.

Υπόθεση
Ο Νεοπτόλεμος μετά την άλωση της Τροίας παίρνει ως τρόπαιο και παλλακίδα την Ανδρομάχη (μυθολογία) (χήρα του Έκτορα) και αποκτά μαζί της έναν γιο, τον Μολοσσό. Στη συνέχεια νυμφεύεται όμως την Ερμιόνη, κόρη του Μενελάου με την οποία δεν αποκτά παιδί. Οταν πηγαίνει στο Μαντείο των Δελφών για να εξιλεωθεί επειδή είχε μεμφθεί τον Απόλλωνα για τον θάνατο του πατέρα του Αχιλλέα, η Ερμιόνη βρίσκει ευκαιρία να ξεφορτωθεί την Ανδρομάχη. Επιδιώκει να τη σκοτώσει ο πατέρας της Μενέλαος (πεθερός πλέον του Νεοπτόλεμου). Η Ανδρομάχη φοβάται για τη ζωή του παιδιού της και το στέλνει μακριά ενώ η ίδια καταφεύγει στο ιερό της Θέτιδας. Οι άνθρωποι του Μενέλαου βρίσκουν το παιδί και την εκβιάζουν, οπότε βγαίνει από το ιερό στο οποίο είχε βρει άσυλο. Ενώ ετοιμάζονται οι άνθρωποι του Μενέλαου να σκοτώσουν μάνα και παιδί, παρεμβαίνει ο Πηλέας, ο γέροντας παππούς του Νεοπτόλεμου, οπότε ο Μενέλαος επιστρέφει στη Σπάρτη. Η Ερμιόνη φοβάται τώρα τι θα κάνει ο Νεοπτόλεμος μόλις γυρίσει και μάθει τα καμώματά της. Τότε εμφανίζεται ο παλιός της έρωτας ο Ορέστης που την παίρνει μαζί του στη Σπάρτη ελπίζοντας να παντρευτούν. Προηγουμένως έχει φροντίσει να δολοφονηθεί ο Νεοπτόλεμος στους Δελφούς. Ο Πηλέας οδύρεται για τον εγγονό του και η Θέτις τον συμβουλεύει να τον θάψει στους Δελφούς και να στείλει την Ανδρομάχη με το παιδί της στους Μολοσσούς, υποσχόμενη στον ίδιο ότι τον κάνει αθάνατο και τον θεοποιεί.
Πρόκειται για μία τραγωδία που παραμένει εκπληκτικά επίκαιρη, διερευνώντας τις εμπειρίες του τρόμου και της καταστροφής, τις ατομικές επιλογές και τη βαθιά επιρροή τους στην κοινωνία.
Ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί αλληγορικά τον τρόμο για να επισημάνει πως τα φαντάσματα που κατοικούν μέσα μας, προέρχονται από το παρελθόν μας.

Πρότυπο
Η τραγωδία του Ευριπίδη δεν πέρασε απαρατήρητη σε δύο μεγάλα κέντρα πολιτισμού, στη αρχαία Ρώμη και στο Παρίσι του 17ου αιώνα. Με πρότυπο την «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη, έγραψε ομώνυμη τραγωδία ο Κόιντος Έννιος (3ος π.Χ. αιώνας), ο πατέρας, όπως τον είπαν, της λατινικής λογοτεχνίας, που και σε άλλες τραγωδίες του (Medea, Hecuba, Iphigenia κλπ.) μιμήθηκε τον Ευριπίδη. Ο Ρακίνας, μελετητής και ζηλωτής του Ευριπίδη, στόλισε τα Γαλλικά Γράμματα με την πεντάπρακτη τραγωδία του «Ανδρομάχη», που τον ανέδειξε σε μεγάλο τραγικό ποιητή.
Η εστίαση της έρευνας σε επιμέρους «βουβές» ιστορίες, διαφορετικές από εκείνες που κυριαρχούν, δίνει τη δυνατότητα να αναδυθούν και να μελετηθούν νέα ζητήματα για το φύλο. Η Μαρία Πρωτόπαππα αξιοποιεί και ταυτόχρονα υπερβαίνει την κυρίαρχη νόρμα. Διοχετεύει σε έναν επιμελημένο θεατρικό λόγο τον προβληματισμό και τις σκέψεις της αναφορικά με τις γυναίκες, διαχειρίζεται όχι μόνο το ανδρικό αλλά και το γυναικείο κοινό, στο οποίο απευθύνεται με πρωτοποριακά για την εποχή μας μηνύματα.
Στηριζόμενη στην άμεση και λογοτεχνική μετάφραση του Γ. Β. Τσοκόπουλου, η σκηνοθέτιδα επεξεργάζεται δραματουργικά και σκηνοθετικά ένα έργο που εγείρει νευραλγικά ερωτήματα και με τον δυναμισμό που τη χαρακτηρίζει, αναλαμβάνει τον ρόλο της Γυναίκας.
Ένα μοναδικό υποκριτικό ανσάμπλ αποδίδει τους ρόλους των υπόλοιπων τραγικών προσώπων.
Ο Αργύρης Ξάφης υποδύεται την Ανδρομάχη, ο Τάσος Λέκκας την Ερμιόνη, ο Γιάννης Νταλιάνης τον Μενέλαο και ο Δημήτρης Πιατάς τον Πηλέα.
Στον ρόλο της Θέτιδας είδαμε τη Στέλλα Γκίκα, ενώ τον Χορό πλαισίωσαν οι Δημήτρης Γεωργιάδης, Δημήτρης Μαμιός, Κωνσταντίνος Πασσάς, Γιώργος Φασουλάς, Γιάννης Μάνθος και Νώντας Δαμόπουλος.

Οι γυναίκες
Στην Ανδρομάχη προβάλλονται πολύ οι γυναίκες, γεγονός που πιθανόν ερμηνεύεται από την προσπάθεια του συγγραφέα να χρησιμοποιήσει το γυναικείο φύλο σε εποχή που ο ανδρικός ηρωισμός διέρχεται κρίση. Κατά γενική εκτίμηση παλιότερα η Ανδρομάχη θεωρείτο “όχι και η καλύτερη των τραγωδιών του Ευριπίδη”. Η βασική ένσταση εστιαζόταν σε τεχνικά ζητήματα, στους νεωτερισμούς του συγγραφέα και διανοητή καθώς και στην τάση του να πειραματίζεται αδιάκοπα -όχι στην ουσία του έργου. Ξένισαν οι αναχρονισμοί του (γράφτηκαν ολόκληρες σελίδες για το πώς πρόλαβε ο Ορέστης να συνοδεύσει την Ερμιόνη και να πάει στους Δελφούς να σκοτώσει τον Νεοπτόλεμο) και η δυσκολία εντοπισμού ενός κεντρικού ήρωα όπως ήταν ο κανόνας στις τραγωδίες της εποχής -όχι όμως και στα πάντα πολυδιάστατα έργα του Ευριπίδη.
Οι κριτικοί
Ο ήρωας, κατά τη γνώμη των κριτικών, έπρεπε να είναι διαρκώς παρών και όχι να χάνεται (όπως η Ανδρομάχη, που λείπει από πολλές σκηνές και φέρεται να επανεμφανίζεται ίσως βουβή στο τέλος). Εντούτοις οι περισσότεροι κριτικοί σήμερα δέχονται ότι το έργο ουσιαστικά έχει τρεις ενότητες με την κάθε μια να έχει σαφώς αρχή και τέλος, περιπέτεια και σωτηρία (στην πρώτη ενότητα η Ανδρομάχη που σώνεται από τον Πηλέα, στη δεύτερη η Ερμιόνη που ο Ορέστης τη γλιτώνει από τις συνέπειες των πράξεών της και στην τρίτη ο Πηλέας που σώνεται από τη Θέτιδα. Σε αυτές τις ενότητες παλιότερα οι κριτικοί έβλεπαν αδυναμία του συγγραφέα και όχι δημιουργικότητα όπως σήμερα. Τέλος τους ενόχλησε (κυρίως στην εποχή του, αλλά και σήμερα, τους συντηρητικούς αρχαιολάτρες) η ελευθεροστομία των ηρώων την οποία ανέχονταν μόνο στις κωμωδίες (π.χ. στην Ανδρομάχη η φράση “απληστία λέχους”).

Η “απληστία λέχους” αναφέρεται στην επιθυμία της Ερμιόνης, συζύγου του Νεοπτόλεμου, να εξοντώσει την Ανδρομάχη και τον γιο της, Μολοσσό. Η Ερμιόνη είναι άτεκνη και πιστεύει ότι η Ανδρομάχη φέρει την ευθύνη για την ατεκνία της. Ο όρος “λέχους” αναφέρεται στον γάμο και στην επιθυμία της Ερμιόνης να έχει τον έλεγχο του συζυγικού κρεβατιού και της οικογένειας.
Σε πολλές τραγωδίες του Ευριπίδη κεντρικός ήρωας είναι μια γυναίκα και μέσα από το δράμα της αναφέρεται σε πολιτικά και ηθικά προβλήματα της εποχής του. Η θέση της γυναίκας στον οίκο και την κοινωνία είναι ένα από τα θέματα που άμεσα ή έμμεσα σχολίαζε και το οποίο διαχειρίστηκε με ιδιαίτερα νεωτεριστικό τρόπο. Αυτός είναι και ο λόγος που έχει χαρακτηριστεί από κάποιους “μισογύνης”, ενώ από άλλους “φεμινιστής”.
Οι αλλαγές, ο ρεαλισμός και η αμφισβήτηση
Στην Ανδρομάχη όπως και σε άλλα έργα του –μα και στην προσωπική ζωή του– ο Ευριπίδης έδειξε να μη φοβάται τις αλλαγές, το ρεαλισμό και την αμφισβήτηση και αποτέλεσε επιλογή του να διαφοροποιηθεί από τους συγχρόνους του στη δομή, χρησιμοποιώντας ως ενοποιητικό παράγοντα στο συγκεκριμένο έργο κατ’ άλλους την Ανδρομάχη που το δράμα της πυροδοτεί όλες τις εξελίξεις και κατ’ άλλους τον απολύτως απόντα Νεοπτόλεμο. Η Ανδρομάχη αξιολογείται ως μάλλον το πιο αδικημένο παρά το πιο μέτριο έργο του Ευριπίδη, καθώς προβάλλει με καινοτόμο τέχνη πολλά και βαθύτατα ζητήματα.

Καταπιεσμένη μειονότητα
Είναι αλήθεια ότι, επί αιώνες, οι γυναίκες, αν και αποτελούσαν την οριακή πλειονότητα του ανθρώπινου πληθυσμού, κατασκευάζονταν έτσι ώστε να βρουν τη θέση τους σε μια καταπιεσμένη μειονότητα, μια μειονότητα με κρυμμένη, ανομολόγητη και συχνά επαίσχυντη δύναμη. Και καλούνταν να παραμείνουν στο εσωτερικό της, παίζοντας συγκεκριμένους ρόλους, με συγκεκριμένο τρόπο: το πλέγμα των σχέσεων και τα παιχνίδια εξουσίας έμοιαζαν με νόμους της φύσεως. Όποια αμφισβητούσε τη «φύση», όποια σήκωνε κεφάλι, της το έκοβαν. Υποτίμηση, κοινωνική απομόνωση, ζουρλομανδύας. Σκάσε. Ακόμα και σήμερα, στον Δυτικό κόσμο, τη ζωή μας ρυπαίνουν τα ιστορικά υπολείμματα αυτής της μακραίωνης συνθήκης με τις ευαίσθητες ισορροπίες, τις ρήξεις, τους κλυδωνισμούς και τις ανατροπές. Στην Ανατολή, μάλιστα, όπου αυτή η ιστορική συνέχεια απουσιάζει, οι άνδρες και οι γυναίκες έχουν να διανύσουν μακρά απόσταση. Δεν μπορείς να κόψεις δρόμο, ούτε να συμπυκνώσεις τον χρόνο.

Σε μια μικρή επαρχιακή πόλη
Μια γυναίκα αιχμάλωτη πολέμου και το παιδί της, ένα νόθο τέκνο βιασμού, γίνονται η πέτρα του σκανδάλου σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Η επιμονή της Ανδρομάχης να επιβιώσει, γεμάτη ελπίδα και προσδοκίες για το μέλλον, η τόλμη της να αντισταθεί και να βροντοφωνάξει την αδικία που υφίσταται, αναστατώνει τα ντόπια μεγάλα τζάκια, κλείνει σπίτια, χαλάει συμμαχίες και εκθέτει τις ανισότητες της κοινωνίας.
Με τον πιο έντονο τρόπο, ο Ευριπίδης αναδεικνύει την αλαζονεία των ισχυρών, την ψευδαίσθηση της ανωτερότητας των “πολιτισμένων” Ελλήνων έναντι των “άγριων” βαρβάρων, αποκαλύπτοντας τις θεμελιώδεις αδικίες του κόσμου τους. Η Ανδρομάχη γίνεται σύμβολο της αντίστασης ενάντια στις κοινωνικές και πολιτικές αδικίες. Είναι μια γυναίκα που, παρά την κακομεταχείριση και την καταπίεση που υφίσταται, αρνείται να υποκύψει και να σιωπήσει. Οι πράξεις της, η επιμονή της και η φωνή της, δυναμιτίζουν το κατεστημένο και ανατρέπουν τις ισχυρές κοινωνικές δομές. Η ανατροπή των προσδοκιών, ο κατακερματισμός των ταμπού, και η καταγγελία του αδιόρθωτου κακού που προέρχεται από την εξουσία γίνονται η κινητήρια δύναμη που αλλάζει τις ισορροπίες και φέρνει τη Νέμεση στην καρδιά της κοινωνίας.
Σε μια παράσταση αυθεντική και ολοζώντανη, η Ανδρομάχη είναι πια μια ξένη που κι αυτή θα πρέπει να βρει (ή και να κατασκευάσει) τη θέση της στον κόσμο ως γυναίκα που αποφασίζει για τον εαυτό της.
Αποκαλύπτοντας την ηθική φτώχεια της εξουσίας, η σκηνοθεσία δεν μένει στην επιφάνεια, αλλά σκάβει βαθύτερα, παρατηρώντας πώς η διαφθορά και η βία επιστρέφουν εναντίον των υπευθύνων, λειτουργώντας ως μια φυσική, θεϊκή παρέμβαση. Όταν η ανθρώπινη δικαιοσύνη αποτυγχάνει, η Νέμεση αναλαμβάνει δράση, επαναφέροντας την ισορροπία και το δικαίωμα της γυναίκας να διεκδικήσει τη θέση της στον κόσμο, ανεξαρτήτως των κοινωνικών προκαταλήψεων.
Στην «Ανδρομάχη», η επιμονή για δικαιοσύνη, η ανάγκη για αναγνώριση και η παραδοχή της αλήθειας υπερβαίνουν τις κοινωνικές συμβάσεις, αποκαλύπτοντας τα κενά της εξουσίας και την αλαζονεία της. Μέσα από τη φωνή της Ανδρομάχης, η Μαρία Πρωτόπαππα με τη σκηνοθεσία της μάς καλεί να αναγνωρίσουμε την αληθινή αξία του ανθρώπινου πνεύματος, της αντοχής, της δύναμης και της δικαιοσύνης, που είναι πάντα ανώτερες από τα συμφέροντα και τις αντιφάσεις των ισχυρών.
Πίσω από την υποβλητική ατμόσφαιρα, οι ερμηνείες σού δονούν τα μύχια της ψυχής, φέρνουν πνοή από την ορχήστρα στο μεγάλο δίλημμα της ζωής. Πίσω από τον χρωστήρα, κάτω από στρώσεις χρωμάτων και σχημάτων, υπάρχει μια δημιουργός που φέρει εν σπέρματι μια ποιητική ματιά, που αναζητεί τη σκιά ή το αθέατο στο έργο της, το οποίο αναπλάθει μνήμες του παρελθόντος (πρόσωπα, γεγονότα, φως) και τις αποτυπώνει στη σκηνή.
Τα ρυθμικά κύματα των στίχων πλημμυρίζουν το «κοίλον», φτάνοντας το λόγο ως επάνω στις τελευταίες σειρές των εδωλίων. Στο «λογείον», το προσκήνιο, δεν υπάρχει πια το απογοητευτικά μικροκαμωμένο ανθρώπινο σχήμα μιας κατατρεγμένης γυναίκας.
Οι ερμηνείες
Ο Αργύρης Ξάφης που υποδύεται την Ανδρομάχη είναι ένας θεὸς που στέκει εκεί, δυνατὸς και περήφανος κι εκδικητικός, σαν όλους τους θεοὺς που τολμήσανε να τους προσβάλλουνε θνητοί. Κι όλο ψηλώνει παίρνοντας δύναμη ἀπὸ την ποίηση που ρέει απὸ τὸ στόμα του. Μια Ανδρομάχη κατατρεγμένη αλλά περήφανη, της οποίας τις πτυχές και τους χυμούς ανέδειξε θαυμάσια ο καλός μας ηθοποιός. Και το υποδόριο χιούμορ, και το σασπένς και τη σκληρότητα της εκδίκησης που δίνει την τελική αναπάντεχη λύση και προστατεύει το τέκνο της.
Επιπλέον όλοι οι ηθοποιοί (Γυναίκα: Μαρία Πρωτόπαππα, Θεράπαινα: Δημήτρης Γεωργιάδης, Ερμιόνη: Τάσος Λέκκας, Μενέλαος: Γιάννης Νταλιάνης, Τροφός: Κωνσταντίνος Πασσάς, Ορέστης: Δημήτρης Μαμιός, Αγγελιοφόρος: Γιάννης Μάνθος) ανέδειξαν τη βαθιά ανθρώπινη διάσταση του έργου, χωρίς να παραμελούν καμία υφή του. Ισορρόπησαν επιδέξια ανάμεσα στην απόγνωση και την ειρωνεία, αφήνοντας χώρο ώστε να ξεδιπλωθούν πλήρως οι υποκριτικές τους αποχρώσεις. Οι ερμηνείες τους αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της επιτυχίας της παράστασης.
Μια εντυπωσιακή ερμηνεία έδωσε και η κυρία Στέλλα Γκίκα. Η Θέτις της είχε πάθος και σαρωτική ιδιοσυγκρασία, αφήνοντας κάποιες ρωγμές γνήσιας ευαισθησίας, που κάποιες φορές ξεχυνόταν σαν ποτάμι ορμητικό που κυριαρχούσε στα πάντα.
Εξαιρετικός ο Γιάννης Νταλιάνης. Ξεχωριστός και πειστικός ως Μενέλαος. Από τους ηθοποιούς που έχουν σημαντικό βιογραφικό στον χώρο.
Ο τεράστιος Δημήτρης Πιατάς, ο σπάνιος αυτός ηθοποιός (και άνθρωπος -θα πρόσθετα), με την ερμηνεία του Πηλέα παρήγαγε θέατρο. Γέννησε συναίσθημα. Με κάθε εκατοστό του κορμιού του, έπλασε χώρους, κόσμους και Ιστορία.
Χαρακτήρας παρμένος από τη ζωή ο Πηλέας, όπου πάντοτε οι παππούδες λαχταρούν για τα εγγόνια τους. Η οργή του για τον κίνδυνο του δισέγγονου τού ξαναφέρνει όλη την ορμή που είχε, όταν ήταν νέος και παλικάρι.
Και η οδύνη του πάνω στο λείψανο του μονάχου εγγονού του, του Νεοπτόλεμου, είναι η οδύνη κάθε παππού, που του παιδιού του το παιδί είναι δυο φορές παιδί του, και οδύνη του κάθε γέροντα που βλέπει να ρημάζει το σπίτι του.
Στη σκιά των μορφών των ηρώων, διακρίνουμε ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια κάτω από τους αδρούς φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη, ως σύμβολο των δεινών του πολέμου, του ξεριζωμού και του μίσους για τον ξένο.
Η τραγική ιστορία μιας γυναίκας, μητέρας και βασίλισσας, που έζησε τις στάχτες της Τροίας και βρέθηκε στην ανάγκη να αγαπήσει ό,τι κανονικά θα ‘πρεπε να μισεί με όλη την ψυχή της. Μια γυναίκα ζωντανό πένθος!
Η παράσταση αποτελεί μια καλλιτεχνική σύμπραξη δημιουργικών συντελεστών, όπου μουσική (Λόλεκ), σκηνογραφία (Σάκης Μπιρμπίλης) και κοστούμια (Βάνα Γιαννούλα) συντονίζονται με ακρίβεια, δημιουργώντας έναν κόσμο λιτό, ασφυκτικό και συνάμα βαθιά ποιητικό, όπου όσο κι αν όλα δείχνουν χαμένα, η ανάγκη να ειπωθεί κάτι και να ακουστεί κάτι, επιμένει. Και να μην ξεχάσω να προσθέσω -καθώς είναι κεφαλαιώδους σημασίας- τη συνεργασία στη δραματουργική επεξεργασία (Έλενα Τριανταφυλλοπούλου) και την καλλιτεχνική συνεργασία (Ελένη Σπετσιώτη).
Στο πρόσωπο του Νεοπτόλεμου καταγγέλλεται η γενιά που τον δημιούργησε, που τον έφτιαξε, που τον αποπροσανατόλισε. Αυτός είναι το θύμα της παραπλάνησης. Ο νέος –ως πολεμική μηχανή– που κατασκευάστηκε να καταστρέφει και να αυτοκαταστρέφεται
Στον Χορό οι Δημήτρης Γεωργιάδης, Δημήτρης Μαμιός, Κωνσταντίνος Πασσάς, Γιώργος Φασουλάς, Γιάννης Μάνθος και Νώντας Δαμόπουλος κινήθηκαν πάνω στην εξαίσια χορογραφία του Αλέξανδρου Βαρδαξόγλου, που άντλησε έμπνευση από πυρρίχεια και ποντιακή θεματική, ενώ επιτέλεσαν και μιαν εκστατική, βακχική «μετάβαση» κόκκινου φωτός προς την αλλαγή θεματικής του δεύτερου μέρους.
Όπως λέει και ένα αραβόφωνο τραγούδι των θλιμμένων ημερών μας, «μπορεί να χάσω τη φωνή μου, η δική σας όμως θα μείνει» – για να πει την ιστορία απ’ την καλή και την ανάποδη, για να μη σβηστεί η μνήμη και τα πολλά της ονόματα, για να γράψει στο μέτωπο των εγκληματιών τον πόνο που έδωσαν.
Το ποιητικό βλέμμα της σκηνοθέτιδας
Δεν είναι σπάνιο να μας περνά από το μυαλό η ζωή των ανθρώπων που χρησιμοποίησαν τα εκθέματα των μουσείων, καθώς τα παρατηρούμε. Χρειάζεται όμως ύψιστος βαθμός ευαισθησίας και ευστοχίας, όπως αυτός της κυρίας Πρωτόπαππα, ώστε με την παρακολούθηση της «Ανδρομάχης» της να νιώσουμε πως οι άνθρωποι προβάλλονται πάνω σε σχήματα, να αντιληφθούμε τους πιθανούς τρόπους και της δικής μας ταύτισης με αυτά, να θυμηθούμε τα συναισθήματα που είναι πιθανό να συναρτήσουμε και να αναλογιστούμε, τα νοήματα που μπορεί να επινοήσουμε και να τα αποδώσουμε στα πράγματα, στο σχήμα, στα υλικά τους. Έτσι αλλάζει ο τρόπος που επισκεπτόμαστε τα μουσεία, η ματιά μας στα αντικείμενα, ειδικά στα αγαπημένα. Το ποιητικό βλέμμα της σκηνοθέτιδας ενδυναμώνει το δικό μας βλέμμα, αλλάζει τη ματιά μας. Πρόκειται για επίτευγμα «ου σμικρόν».

Παράσταση ορμητική, γοργή, επαναστατική
Η παράσταση της Μαρίας Πρωτόπαππα είναι μια παράσταση ορμητική, γοργή, επαναστατική, προχωρά ακάθεκτη, επιταχύνει σθεναρά και απογειώνεται χωρίς πουθενά να κάνει κοιλιά. Απολαυστικά παράλογη, βαθιά συγκινητική και απόλυτα επίκαιρη.
Πραγματεύεται εκπλήξεις, συνάφειες, αναλογίες, αφηγήσεις, ψυχικές κινήσεις, όντως χαλεπές ως προς την αποτύπωσή τους.
Ένα θεατρικό διαμάντι που δεν πρέπει να χάσετε καθώς η περιοδεία της συνεχίζεται.
***
Η «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη από τη Μαρία Πρωτόπαππα στην Επίδαυρο και σε περιοδεία



