Οι Γάτες των Μοναστηριών…
Αθόρυβοι Φύλακες του Μεσαίωνα
Πίσω από τις βαριές πόρτες των μεσαιωνικών μοναστηριών, ανάμεσα σε περγαμηνές, κεριά και ράφια γεμάτα σιτηρά, ένα σιωπηλό πλάσμα περιδιάβαινε τους διαδρόμους: η γάτα. Δεν ήταν απλώς συντροφιά, ήταν φύλακας.
Οι μοναχοί γνώριζαν καλά πως χωρίς αυτήν, τα ποντίκια θα κατέστρεφαν τόσο τα χειρόγραφα όσο και τις πολύτιμες προμήθειες τροφής. Γι’ αυτό και οι γάτες είχαν αξία σχεδόν «εργαζομένου». Σε μεσαιωνικά χειρόγραφα βρίσκουμε σκίτσα που τις απεικονίζουν, αλλά και καταγραφές που μαρτυρούν ότι οι γάτες είχαν μισθό: τροφή, ένα ζεστό μέρος δίπλα στη φωτιά, την προστασία της κοινότητας και καταγράφονταν στα έξοδα ως «συντηρούμενες». Σε κάποιες περιπτώσεις, γάτες δανείζονταν σε άλλα μοναστήρια ή αγροκτήματα και ο μοναχός που τις παραχωρούσε έπαιρνε ως αντάλλαγμα τροφή ή χρήματα.
Στο Αβαείο του Peterborough στην Αγγλία, τον 13ο αιώνα, αναφέρεται πληρωμή για «δανεισμό γάτας» ώστε να προστατευτούν οι αποθήκες. Στην Ουαλία, μάλιστα, ο νόμος του Hywel Dda (10ος αι.) όριζε την ακριβή αξία μιας γάτας σε ασήμι, υποχρεώνοντας τον υπαίτιο να την αποζημιώσει αν χαθεί ή κλαπεί.

Στον 15ο αιώνα, ένας Ιρλανδός μοναχός έγραψε με τρυφερότητα για τη γάτα του, τον Pangur Bán, περιγράφοντας πώς ο καθένας τους είχε τη δική του εργασία: ο μοναχός να κυνηγάει λέξεις, η γάτα να κυνηγάει ποντίκια. Έτσι, πίσω από τις σιωπηλές πόρτες των αβαείων, οι γάτες δεν ήταν τυχαίοι επισκέπτες. Ήταν οι άγρυπνοι φύλακες των βιβλίων, αλλά και πηγή χαράς, σε κόσμους όπου η ζωή κυλούσε αυστηρά, με προσευχή και πειθαρχία.



