21.5 C
Athens
Σάββατο 18 Μαΐου 2024

Ο υπέροχος γρίφος του “Εραστή”, όπως τον σκηνοθέτησε η Μίνα Αδαμάκη στο Υπόγειο του Κουν

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Υποθέτω ότι ο Χάρολντ Πίντερ θα μείνει πάντα στη συνείδηση των θεατρόφιλων ως άρχοντας της απειλής και της ανησυχητικής παύσης. Είναι όμως πολύ επιδέξιος κι όταν πρόκειται να διαχειριστεί συγγραφικά σκοτεινό ερωτισμό και παράνομη επιθυμία. Το σεξ είναι η κινητήρια δύναμη πολλών από τα καλύτερα έργα του – κυρίως το «Παλιοί καιροί», η «Προδοσία», η «Συλλογή» και ο «Εραστής». Η πρώτη σκέψη του θεατή κατά την παρακολούθηση αυτών των έργων είναι πόσο τολμηρά θα φαίνονταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Ο Κάρολος Κουν γοητευόταν από την υπέρβαση της ρεαλιστικής όψης των πραγμάτων στον Πίντερ, τον μάγευε η σύζευξη του ρεαλιστικού με το φανταστικό και το ονειρικό στοιχείο.

Η Μίνα Αδαμάκη, μαθήτριά του, επέστρεψε φέτος, ύστερα από 45 χρόνια, στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης από όπου ξεκίνησε, σκηνοθετώντας τον «Εραστή» του Χάρολντ Πίντερ.

Ο Ρίτσαρντ και η Σάρα, ένα τυπικό ζευγάρι Άγγλων μεσοαστών, ζουν απομονωμένοι σε μια εξοχική κατοικία κοντά στο Windsor. Εύποροι. Διαθέτουν ένα θαυμάσιο, άνετο, καλόγουστο σπίτι με κήπο. Ο Ρίτσαρντ εργάζεται ως οικονομικός σύμβουλος στο City, η Σάρα είναι η τέλεια σύζυγος, που φροντίζει να δημιουργεί το ιδανικό περιβάλλον για την ομαλή συμβίωσή τους.

Η ερωτική τους ζωή με τα χρόνια αρχίζει να εμφανίζει σημάδια κόπωσης και συλλαμβάνουν έναν ιδιαίτερο τρόπο ώστε να την τονώσουν. Αποφασίζουν, από κοινού, να βρει η Σάρα έναν εραστή τον οποίο να δέχεται στο σπίτι τους όποτε εκείνη επιθυμεί, φυσικά την ώρα που ο Ρίτσαρντ θα βρίσκεται στο γραφείο του. Ο άνθρωπος όμως είναι ένα σύνθετο και απρόβλεπτο ον, δεν συμβιβάζεται με φόρμες και, πολύ συχνά, πέφτει στις παγίδες που ο ίδιος στήνει.

Ο «Εραστής» είναι ένα έργο που σου επιβάλλεται. Οι σχέσεις των χαρακτήρων διαγράφονται με ενδιαφέρουσα καθαρότητα αλλά και με μια παράλληλη αίσθηση του ανεξήγητου. Το ίδιο το έργο σε υποχρεώνει να συμμετέχεις σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και κρυφών βλεμμάτων, ειδικότερα όταν οι ηθοποιοί σιωπούν.

Πίσω από τις λέξεις κρύβονται νοήματα και το κοινό πραγματοποιεί ένα υπέροχο ταξίδι βλέποντας τις ανθρώπινες σχέσεις να ζωντανεύουν, χωρίς απαραιτήτως να ενδιαφέρεται για την πραγματική αλήθεια. Ο ίδιος ο συγγραφέας, άλλωστε, δεν μας αφήνει τα περιθώρια να καταλήξουμε σε ένα ασφαλές συμπέρασμα, γιατί, όπως φαίνεται, δεν είναι στις προθέσεις του.

Η άσκηση της εξουσίας αποτυπώνεται έντονα στο ζευγάρι ή στα ζευγάρια που εναλλάσσονται στη σκηνή, όπου το φύλο δεν έχει πια σημασία. Κανένας από τους ήρωες δεν είναι το θύμα και κανένας δεν έχει τύψεις. Ο καθένας δίνει τη δική του απάντηση σε κάποιο μυστικό που ακόμα και το κοινό δεν θα μάθει ποτέ.

Για τον Πίντερ δεν έχει σημασία ποιο ήταν το παρελθόν ή ποιο θα είναι το μέλλον των ηρώων. Αυτό που προβάλλει είναι η έκφραση του αληθινού και αυθεντικού παρόντος τους. Η ιστορία των ηρώων ξετυλίγεται μέσα από ένα καθαρά λονδρέζικο χιούμορ, ενώ μεταξύ τους υπάρχει κάτι απροσδιόριστα κοινό, ένα μαγικό νήμα που τους ενώνει. Είναι συνένοχοι στο υπονοούμενο.

Τα θεατρικά έργα του Πίντερ δείχνουν μέσα στη λιτότητά τους απλώς σαν καταγραφές ενός συνηθισμένου προφορικού λόγου, χωρίς κανένα λογοτεχνικό φτιασίδωμα. Αυτό όμως είναι το μεγαλείο και η δύναμή τους. Οι απολύτως αποδραματοποιημένοι τους διάλογοι, καθρέφτης της πιο κοινότοπης γλώσσας, μπορούν να μεταδώσουν στο κοινό την τραχύτητα της καθημερινότητας, τον κυνισμό του μεταπολεμικού κόσμου, να μεταφέρουν την αποστροφή, την κατάπληξη, τον σιωπηλό πόνο, τον τρόμο, το κενό που -ως φαίνεται- είχε νιώσει ο ίδιος ο συγγραφέας ως πολιτικοποιημένος άνθρωπος. Διάσημοι οι υπαινιγμοί, οι νύξεις αλλά και οι παύσεις ή «σιωπές» στις προτάσεις του, που φορτίζουν απαράμιλλα την ένταση. Μόνιμες θεματικές του η συσκότιση και η μυστικότητα που μας ενώνουν και μας απομακρύνουν, οι ανομολόγητοι πόθοι.

Ο «Εραστής» διαθέτει μια απόλυτα ικανοποιητική πληρότητα, μια εξαίσια οικονομία των μέσων για να παράγει κυρίαρχα και ανεπιφύλακτα την ακρίβεια του αποτελέσματος.

Το έργο, που πραγματεύεται το γάμο, τη συνήθεια, τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα, είναι ένας περίπλοκος γρίφος.

Υπάρχουν μόνο δύο χαρακτήρες στον «Εραστή», αν και αρχικά φαίνεται ότι υπάρχουν τρεις -η σύζυγος, ο σύζυγος και ο εραστής. Αλλά ο εραστής, που επισκέπτεται το καλαίσθητο σπίτι στο Windsor κάθε απόγευμα, είναι στην πραγματικότητα ο σύζυγος που φοράει ένα διαφορετικό προσωπείο. Μέχρι οι δύο πτυχές του γάμου της Σάρα και του Ρίτσαρντ, η συζυγική και η παθιασμένη, να συγχωνευτούν σε μία.

Ο σύζυγος φεύγει για την εργασία του ως ένα αξιοσέβαστο μεγαλοστέλεχος, μόνο για να φορέσει η σύζυγος το αισθησιακό φόρεμα και τα ψηλά τακούνια ώστε να τον καλωσορίσει πίσω ως έναν ωμό, σκληρό, άγριο και λαϊκό εραστή, μετά το γεύμα. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι τα παιχνίδια αλλαγής ρόλων μπορούν να οδηγήσουν σε απροσδόκητες συγκρούσεις.

Ένας άνδρας και μια γυναίκα προσπαθούν να επικοινωνήσουν, την ίδια ώρα που μια “απειλή” εισβάλλει στη ζωή τους.

Η παράσταση ξεχωρίζει, εκτός του άλλων, για τη μοναδική χρήση των διαλόγων μέσω των οποίων διαπραγματεύεται την αποξένωση μεταξύ των ηρώων και εξερευνά τα νοηματικά επίπεδα που προκύπτουν από τις παύσεις και τη σιγή.

Ο Πίντερ εγκαινίασε μια νέα δραματουργία και έθισε το κοινό σε μια νέα αντίληψη της σκηνικής μίμησης. Αντλεί τα θέματά του από την τρέχουσα πραγματικότητα. Ως γνωστόν, δεν υπάρχει ούτε ένα πιντερικό έργο «ιστορικό». Βλέπει τον κόσμο μέσα από τον φακό του λογοτέχνη – παρατηρητή.

Ο Χάρολντ Πίντερ ταυτίστηκε με τα κλειστοφοβικά τοπία και τους απρόβλεπτους διαλόγους, το λιτό ύφος, το γεμάτο σιωπές, δημιουργώντας σχολή στη νεότερη παγκόσμια δραματουργία με το επώνυμό του: το «πιντερικός» («Pinteresque»), που σημαίνει την απειλή σαν σκιά που κρύβεται πίσω από το κείμενο. Η Σουηδική Ακαδημία στο σκεπτικό της για τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τον χαρακτήρισε ως τον πιο προβεβλημένο εκπρόσωπο της αγγλικής δραματουργίας του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα.

Οι ήρωές του είναι πάντοτε εγκατεστημένοι και εγκλωβισμένοι στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου, ενός γραφείου, ενός σπιτιού. Περιορισμένοι. Και μέσα σε αυτόν τον πάντοτε πεπερασμένο χώρο προσπαθούν να ανιχνεύσουν και να βρουν καινούργιες ή παλιές διαστάσεις του πάντοτε άπειρου χρόνου. Εκφράζονται με λίγες λέξεις αλλά πάντοτε κυοφορούσες. Καμία φράση δεν είναι μόνη της. Κάθε φράση που εκστομίζεται σχεδόν κουβαλάει μαζί της και άλλες, άλλων σημασιών. Έννοιες εφάμιλλες με τον ελλειπτικό λόγο του. Σαν να συμπληρώνουν κάτι ή να δημιουργούν ένα νέο ερωτηματικό. Η παύση και η σιωπή παίζουν σημαίνοντα ρόλο, όπως ο χρονοδείκτης στην παρτιτούρα. Ο σκηνοθέτης και ο ηθοποιός αντλούν από την αναπλήρωση των κενών και προσπαθούν να πλάσουν έναν χαρακτήρα, συμπληρώνοντας τις παύσεις.

Αυτή η μόνιμη «απειλή της γλώσσας», που άλλα εκφωνεί και άλλα -συχνότατα- εννοεί, είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των πιντερικών έργων.

Η γοητεία της ατμόσφαιρας, της απειλής, του φόβου αλλά και το εξαίσιο χιούμορ σε μια κωμωδία αποκαλύψεων, ανατροπών και απρόσμενων στοιχείων έρχονται να συνθέσουν ένα παιχνίδι ερωτικής συνωμοσίας, όπως ο «Εραστής».

Πόσο ανάγκη έχουμε τη φαντασίωση, τελικά; Πόσο μας βοηθά στη σχέση μας με την πραγματικότητα; Είναι η φαντασίωση μέρος της ζωής μας; Αναπτύσσουμε ουσιαστικές σχέσεις με τους συντρόφους μας ή τους χρησιμοποιούμε και κατόπιν τους ακυρώνουμε αγνοώντας τα δικά τους «θέλω»; Είναι διαβρωμένη η σχέση της Σάρα και του Ρίτσαρντ; Υπάρχει ηθικό και ανήθικο στον έρωτα; Υπάρχουν ενοχές; Κρύβουμε τις ανάγκες και τα συναισθήματά μας; Αφηνόμαστε να κυριευτούμε από συναισθήματα ενάντια σε μια κοινωνία αυστηρά ορθολογική και κόντρα σε ό, τι θεωρείται πρέπον για το φύλο μας, την ηλικία μας ή τη θέση μας; Τα ερωτήματα μένουν αναπάντητα και ο κάθε θεατής θα κάνει τις δικές του αναγωγές!

Ο Πίτερ Χολ έχει πει: «Οι ηθοποιοί ξέρουν ότι στα έργα του Πίντερ μιλάς μ’ έναν στεγνό, κοφτό τρόπο, κρατάς τις παύσεις, δεν χρωματίζεις τη φωνή, δεν βάζεις πολύ συναίσθημα».

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος και η Ευτυχία Γιακουμή ενσαρκώνουν το ζευγάρι με κατανόηση, δίχως υπερβολή και με απόλυτη διείσδυση στην ουσία των ρόλων τους και των καταστάσεων. Είναι και οι δύο ηθοποιοί που ξέρουν να λένε πολλά ακόμα κι όταν δεν ανοίγουν καν το στόμα τους.

Η Ευτυχία Γιακουμή φωτίζει και τις δύο πλευρές του ρόλου της με έναν συναρπαστικό ερωτισμό και έναν αέρα μυστηρίου. Είναι τόσο σαγηνευτική όσο είναι ανησυχητική.

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος ισορροπεί με μαεστρική δεξιοτεχνία την επιθετικότητα και την ανασφάλεια που περιέχονται στο πρόσωπο του Ρίτσαρντ.

Εξαιρετικός στο μικρό του ρόλο, αυτόν του γαλατά, ο ηθοποιός – μαθητής της σχολής, Γιάννης Βερβενιώτης.

Η λεπτότητα και ο ηδονισμός της κίνησης που δίνει στην παράσταση η χορογράφος Καλλιόπη Σίμου συντελεί στην επιτυχία της.

Η κομψή και εκλεπτυσμένη παράσταση της Μίνας Αδαμάκη λειτουργεί απλά και όμορφα, σαν ένα τέλεια προσαρμοσμένο κομμάτι μικροσκοπικών μηχανημάτων. Με ωραίες εισόδους και εξόδους των ηθοποιών, διακριτικό εγγλέζικο περιβάλλον, φινετσάτα κοστούμια, ευρηματικές μουσικές επιλογές και ενδιαφέρουσες αναπλάσεις.

Η σκηνοθέτις με ανάλυση και στυλ δίνει δύναμη σιωπηρή στο εκεί και στο αλλού και μια ζωτικής σημασίας θερμοκρασία που κατεβάζει ουσιαστικά την παράσταση από τη σκηνή στην πλατεία. Ο εξαιρετικός της ρυθμός και το χρονοδιάγραμμά της έχουν την υπέροχη επιδεξιότητα ενός δυνατού παίκτη του μπιλιάρδου.

Ο “Εραστής” του Πίντερ, που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Τέχνης / Υπόγειο, είναι ένα έργο και μια παράσταση υπέροχης λεπτότητας και ενθουσιασμού.

  • Την Τρίτη 30 Μαΐου ολοκληρώνονται στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης οι παραστάσεις του “Εραστή” του Χάρολντ Πίντερ σε μετάφραση και σκηνοθεσία της Μίνας Αδαμάκη, με τους Λάζαρο Γεωργακόπουλο και Ευτυχία Γιακουμή επί σκηνής. Τελευταίες 4 παραστάσεις Δευτέρα και Τρίτη στις 21.15.

 

Λίγα Λόγια για τον Πίντερ και το έργο

Το σύγχρονο έργο, κατά τον Πίντερ, έχει μια αποστολή: να θέτει ερωτήματα. Χωρίς απαντήσεις. Ο Πίντερ αποφεύγει τις απαντήσεις, όχι γιατί δεν θέλει να τις δώσει, αλλά γιατί τις θεωρεί ύποπτες. Πιστεύει πως οι απαντήσεις μεροληπτούν και άρα δεν εξυπηρετούν την αλήθεια. Για τον Πίντερ η αλήθεια δεν βρίσκεται στον λόγο που αρθρώνεται με καλλιέπεια και καθ’ υπερβολή. Αντιθέτως, κρύβεται μέσα στον σπασμένο κι αγχωτικό λόγο των ανθρώπων σε σύγχυση, πίσω από τις σιωπές όταν δεν θέλουν ή δεν μπορούν να εκφέρουν αυτό που τους ταράζει. Αυτός είναι ο πιντερικός λόγος, η πιντερική γραφή. Σε κάποιους μοιάζει δύστροπη και δυσκολεύονται να την κατανοήσουν, σ’ άλλους συνταρακτική. Είναι ίσως γιατί βολευτήκαμε στην εύκολη ανάγνωση μιας ιστορίας που σου προσφέρει μια ετοιματζίδικη αλήθεια, «κοινά» αποδεκτή, και βαριόμαστε να καταβάλουμε και την ελάχιστη ακόμα προσπάθεια που απαιτείται για την ανεύρεση της βαθύτερης αλήθειας. Ή, ακόμη, φοβόμαστε να μπούμε πιο βαθιά, γιατί μας τρομάζει αυτό που μπορεί να ανακαλύψουμε, αυτό που κρύβουμε κι από εμάς τους ίδιους. Το αποτέλεσμα είναι ενοχή. Φόβος κι ενοχή. Αυτές τις αλήθειες μας προσφέρει ο Πίντερ. Είναι οι ίδιες που μας προσφέρει κι ο Μπέκετ πριν απ’ αυτόν, κι ακόμα πιο πριν ο Κάφκα. Είναι άβολες, αλλά αν είχαμε τη δύναμη να κοιτάξουμε μέσα μας;

Σημείωμα σκηνοθέτη | Από τον Κουν μέχρι τον Πίντερ

Θέατρο Τέχνης, Πεσμαζόγλου 5, Υπόγειο. Εδώ γεννήθηκα ως ηθοποιός. Σ’ έναν μικρό χώρο, στο υπόγειο του «Ορφέα». «Ορφέας» ήταν το όνομα ενός μεγάλου κινηματογράφου της Αθήνας στη Σταδίου που εξελίχθηκε αργότερα σε αίθουσα συναυλιών, μπουζουκιών, και ποικίλων άλλων μεγάλων θεαμάτων. Οι δύο αυτές αίθουσες, λειτουργούσαν αντιστικτικά: η μεγάλη αίθουσα από πάνω και το μικρό θέατρο από κάτω. Η ειρωνεία είναι πως το «μικρό» αυτό θέατρο όρισε και καθόρισε το θέατρο για πολλές γενιές. Με θυμάμαι να μπαίνω το πρωί από τη στοά του «Ορφέα», να βγαίνω στη Σταδίου, να κατεβαίνω τη στενή, στριφογυριστή σκάλα και να μπαίνω στο φουαγιέ του θεάτρου για πρόβα ή παράσταση. Πιο συχνά και τα δύο μαζί, γιατί τότε ζούσαμε σχεδόν μέσα στο θέατρο. Από τη σχολή ακόμη, ως μαθητές, είχαμε την τύχη να παίζουμε στο θέατρο. Πρόβα το πρωί, μετά σχολή και μετά παράσταση. Προσωπικά, εμένα αν μου βάζανε ένα ράντζο, θα μπορούσα και να κοιμάμαι εκεί! Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που βρέθηκα σ’ έναν τόσο ιδιαίτερο χώρο. Έναν χώρο συνύπαρξης ανθρώπων αφοσιωμένων, αφιερωμένων θα έλεγες σε κάτι σχεδόν ιερό. Σαν μύστης μπήκα κι εγώ στο θέατρο. Μύστης μιας ιερής και ιερόσυλης θρησκείας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που κατέβηκα, ως μαθήτρια, στο θέατρο. Με είχε ζητήσει ο Κουν για πρόβα, δεν θυμάμαι ποιο έργο ήταν. Μόνο το γαλαζωπό ημίφως απ’ τον καπνό, την ησυχία, και τα πρόσωπα που φωτίζονταν σαν σε πίνακα του Ρέμπραντ καθώς έσκυβαν ν’ ακούσουν τον δάσκαλο, μόνον αυτό θυμάμαι. Όσο για μένα, ύστερα από σαράντα πέντε χρόνια περιπλάνησης, ξαναγύρισα στο σπίτι μου, σ’ αυτό το «ταπεινό» – ιστορικό Υπόγειο, μ’ έναν Πίντερ στις αποσκευές μου. Τον Πίντερ που πρώτος ο Κουν ανέβασε στην Αθήνα ταυτόχρονα με όλες τις πρωτεύουσες στην Ευρώπη και στην Αμερική, όπως έκανε και με τον Μπέκετ, τον Άλμπι, τον Ιονέσκο, τον Τένεσι Ουίλιαμς και όλους τους μεγάλους πρωτοποριακούς συγγραφείς που έγραψαν το θέατρο της δεκαετίας του ’60, της πιο εμβληματικής δεκαετίας του περασμένου αιώνα και το οποίο σήμερα θεωρείται κλασικό. (Μίνα Αδαμάκη, 1/4/2017)

 

Συντελεστές

Σκηνοθεσία – Επιμέλεια Σκηνικού και Κοστουμιών – Φωτισμοί – Μουσικές Επιλογές: Μίνα Αδαμάκη

Επιμέλεια Κίνησης: Καλλιόπη Σίμου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Κλεάρχου

Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης

Video Trailer: Μιχαήλ Μαυρομούστακος

Παίζουν: Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Ευτυχία Γιακουμή

Πληροφορίες

Χάρολντ Πίντερ

Ο Εραστής

Θέατρο Τέχνης – Υπόγειο

Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα

Τηλέφωνο ταμείου: 2103228706

Παραστάσεις: Δευτέρα – Τρίτη : 21.15

Τιμές: 15 ευρώ γενική είσοδος | 10 ευρώ μειωμένο | 5 ευρώ Ανεργίας

Διάρκεια Παράστασης: 70 Λεπτά | Λήξη Παραστάσεων: 30 Μαΐου

 

Ο Πίντερ έχει πει

  • Υπάρχουν δυο σιωπές. Μια στην οποία καμιά λέξη δεν αρθρώνεται και μια άλλη στην οποία χρησιμοποιείται ίσως κι ένας χείμαρρος λέξεων. Ο λόγος μιλάει για μια γλώσσα φυλακισμένη κάτω από αυτόν. Αυτή είναι η συνεχής αναφορά του. Ο λόγος που ακούμε είναι μια ένδειξη όλων όσων δεν ακούμε. Είναι μια απαραίτητη αποφυγή, ένα βίαιο, υποχθόνιο, αγχωμένο ή κοροϊδευτικό προπέτασμα καπνού, που κρατάει τον άλλον στη θέση του. Όταν πέφτει η αληθινή σιωπή, πάλι μένουμε με μια ηχώ αλλά βρισκόμαστε πιο κοντά στη γύμνια. Ένας τρόπος να καταλάβουμε το λόγο είναι να τον δούμε ως μια συνεχή προσπάθεια να αποκρύψουμε τη γύμνια. (Χάρολντ Πίντερ)
  • Οι χαρακτήρες μου μού λένε τόσα. Ούτε λέξη παραπάνω για τις εμπειρίες τους, τις προσδοκίες τους, τα κίνητρά τους, την ιστορία τους. Ανάμεσα στην έλλειψη βιογραφικών δεδομένων γι’ αυτούς και το διφορούμενο χαρακτήρα των λόγων τους υπάρχει ένα πεδίο που όχι μόνο αξίζει αλλά είναι απαραίτητο να ερευνηθεί. Εσείς κι εγώ, όπως και οι χαρακτήρες που αναπτύσσονται πάνω στη σελίδα, είμαστε ανέκφραστοι τον περισσότερο καιρό, φανερώνουμε ελάχιστα πράγματα, είμαστε αναξιόπιστοι, φευγαλέοι, άπιστοι, όλο εμπόδια, απρόθυμοι. Αλλά μέσα από αυτά τα χαρακτηριστικά ξεπηδάει μια γλώσσα. Μια γλώσσα στην οποία, πίσω από αυτό που αρθρώνεται, λέγεται κάτι άλλο. (Χάρολντ Πίντερ)

Χάρολντ Πίντερ – βιογραφικό

Ο Χάρολντ Πίντερ (Harold Pinter) γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1930 στο Χάκνεϊ του Ανατολικού Λονδίνου, στους κόλπους μιας εβραϊκής οικογένειας με ανατολικοευρωπαϊκές ρίζες. Ο πατέρας του Τζακ ήταν «ράφτης κυριών» και η μητέρα του Φράνσις «κρατούσε το σπίτι αμόλυντο και μαγείρευε υπέροχα».

Το 1948 ο νεαρός Χάρολντ γράφτηκε στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών, αλλά άντεξε μόλις ένα χρόνο και το 1949 τα παράτησε. Την ίδια χρονιά κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, αλλά ως αντιρρησίας συνείδησης τη γλίτωσε με ένα πρόστιμο.

Άρχισε να δουλεύει ως ηθοποιός σε περιοδεύοντες θιάσους, ενώ άρχισε να γράφει και τα πρώτα του ποιήματα. Το 1956 γνώρισε την πρώτη του σύζυγο, την ηθοποιό Βίβιεν Μέρτσαντ, με την οποία έζησε έως το 1977, οπότε κατέθεσε αίτηση διαζυγίου. Το 1980 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά την ιστορικό Λαίδη Αντωνία Φρέιζερ. Η Μέρτσαντ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον χωρισμό της από τον Πίντερ και το έριξε στο ποτό. Πέθανε δύο χρόνια αργότερα, σε ηλικία 52 ετών, παρά την υλική και ηθική υποστήριξη του πρώην συζύγου της.

Το 1957 ο Πίντερ παρουσίασε το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο Το Δωμάτιο στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ. Τέσσερα χρόνια αργότερα ανέβηκε στη χώρα μας από τον Δημήτρη Κολλάτο, στην πρώτη γνωριμία του Πίντερ με το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό. Ακολούθησαν άλλα 28 θεατρικά έργα, που του χάρισαν μία επίζηλη θέση στους μεγάλους της δραματουργίας, με κορυφαία Πάρτι Γενεθλίων (1957),  Ο Επιστάτης (1959) και Η Προδοσία (1978). Το λιτό ύφος του, γεμάτο σιωπές, καθιέρωσε το επίθετο «πιντερικός» (Pinteresque) στη θεατρική φρασεολογία. Το έργο του συμπληρώνουν 15 δραματικά σκετς, 26 σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ένα μυθιστόρημα και μία σειρά από πεζά, ποιήματα και δοκίμια.

Με έντονη παρουσία στα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, ο Πίντερ έχει συχνά ενοχλήσει με τις απόψεις και τις πρωτοβουλίες του τους ισχυρούς της γης. Πολέμιος της Θάτσερ και του Ρίγκαν και σε διαρκή κόντρα με τον Τόνι Μπλερ, ύψωσε το ανάστημά του ενάντια στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ και τους βομβαρδισμούς στο Αφγανιστάν, μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου.

Το 1996 αρνήθηκε τον τίτλο του ιππότη που του πρόσφερε ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός, Τζον Μέιτζορ, λέγοντας: «Αδυνατώ να δεχτώ μία τέτοια τιμή από μία συντηρητική κυβέρνηση». Στις 13 Οκτωβρίου 2005 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για την ικανότητά του «να αποκαλύπτει το βάραθρο μέσα από τη μωρολογία της καθημερινότητας και να παραβιάζει τις πύλες για να εισέλθει στους κλειστούς θαλάμους» ή πιο ελεύθερα «να αποκαλύπτει σκοτεινά στοιχεία και δυνάμεις της καθημερινότητας και να φτάνει στα άδυτα της ψυχής».

Ο Χάρολντ Πίντερ επισκέφτηκε επανειλημμένα τη χώρα μας και αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Είναι πολύ γνωστός στους Έλληνες θεατρόφιλους από τα διαρκή ανεβάσματα των έργων του και μία σταθερή επιλογή για τους θιασάρχες.

Πέθανε στις 24 Δεκεμβρίου 2008, καταβεβλημένος από τον καρκίνο, από τον οποίο έπασχε τα τελευταία χρόνια.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -