30.2 C
Athens
Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

«Ο Θείασως πέζη Κάφκα», έργο ιδιόρρυθμο και σουρεαλιστικό

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Ύστερα από ‘κείνες τις σφαίρες, ξύπνησα μέσα σ’ ένα κλουβί. Κι εδώ αρχίζουν οι αναμνήσεις μου…».

Δεν τετραγωνίζουν τον κύκλο, δεν περικυκλώνουν το τετράγωνο… Είναι δημιουργικοί δίχως δεύτερες σκέψεις και η δημιουργικότητα χωρίς στρατηγική ονομάζεται «τέχνη». Πέντε αξιαγάπητοι και ταλαντούχοι άνθρωποι, που συμβαίνει να είναι νέοι της ίδιας ηλικίας, μας παρουσίασαν από τα μέσα Μαΐου έως τα μέσα Ιουνίου, στο Bios, το έργο «Ο Θείασως πέζη Κάφκα». Ένα έργο που η ιδιόρρυθμη ορθογραφία του τίτλου του μας θυμίζει τον αλησμόνητο Μποστ.
Κύριο σκεπτικό τους, ένας πολύ ιδιαίτερος και ενθουσιώδης θίασος πέντε συμμετεχόντων σε καλλιτεχνικό διαγωνισμό που αφηγείται την ιστορία ενός πιθήκου, από την αιχμαλωσία του μέχρι την εξέλιξη και εκπαίδευσή του ως άνθρωπος στον δυτικό κόσμο.
Σε μια ιστορία που θυμίζει λίγο – πολύ τη βίαιη ενηλικίωση του παιδιού που υπήρξαμε κάποτε, έννοιες όπως: πρόοδος, εξέλιξη, ελευθερία, φαίνονται να είναι τίποτα παραπάνω από μία ψευδαίσθηση ή ένα απλό show με πολύ κακές κριτικές.
Το έναυσμα για τη δράση τους πυροδοτήθηκε από την ανακάλυψη ενός σκονισμένου βιβλίου. Πιθανόν σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο. Το διήγημα του Φραντς Κάφκα, «Ανακοίνωση σε μια Ακαδημία» (μετάφραση Κώστα Προκοπίου), πάνω στο οποίο βάσισαν την παράστασή τους και την «αφιερώνουν σε όλους όσοι πλέον δεν μπορούν να γράψουν…», είναι μια ανήσυχη και πολύπλοκη αλληγορία.

Ο «Κόκκινος Πίτερ»

Ένας πίθηκος εμφανίζεται στα μέλη μιας ομιχλώδους (τυπικά καφκικής) Ακαδημίας, προκειμένου να παρουσιάσει τη δική του ιστορία εξημέρωσης, εκπολιτισμού και κοινωνικοποίησης. Ακούει στο όνομα «Κόκκινος Πίτερ» από κάποιο σημάδι που του άφησε στο πρόσωπο το κυνήγι της αιχμαλωσίας. Και μπορεί να διηγηθεί μόνο τα τελευταία χρόνια της ζωής του, από τη στιγμή που ήλθε σε επαφή με τη γλώσσα των ανθρώπων. Ωστόσο, και αυτά αρκούν: Θυμάται το κελί της αιχμαλωσίας στο πλοίο, τη βασανιστική επαφή με το είδος των ανθρώπων, το μαρτύριο της οσμής τους. Θυμάται κυρίως την ανάγκη του να βρει μια κάποια διέξοδο, όχι προς αυτό που ονομάζουμε «ελευθερία» -γλωσσική μάλλον, παρά αληθινή οντότητα- όσο προς ό, τι μπορεί να του εξασφαλίσει την επιβίωση. Η αφήγηση του “Κόκκινου Πίτερ” μπροστά στην Ακαδημία ξεκινά από τη στιγμή της αιχμαλωσίας του στην αφρικανική Χρυσή Ακτή. Ήταν μαζί με άλλους πιθήκους και έπινε νερό σε μια λίμνη όταν ομάδα κυνηγών τον πυροβόλησε -στο πρόσωπο και κάτω από τους γοφούς. Τον έβαλαν σε ένα στενό κλουβί και τον μετέφεραν με ένα ατμόπλοιο στο Αμβούργο. Τον αιφνιδιασμό, τον τρόμο και την απελπισία των πρώτων στιγμών διαδέχεται η συνειδητοποίηση ότι θα πεθάνει αν δεν βγει από το κλουβί. Και ο μόνος «δρόμος είναι να μετατραπεί σε άνθρωπο». Απευθύνεται στα μέλη της Ακαδημίας φοβισμένος. Θα αντιληφθούν άραγε τι σημαίνει γι’ αυτόν «διέξοδος»; Σίγουρα δεν αναφέρεται στην «ελευθερία»… Ξέρει πως η ελευθερία δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση, που σαν διαλυθεί, ο άνθρωπος χάνεται στη βαθύτερη απογοήτευση. Και η απογοήτευση είναι εξίσου υψηλό συναίσθημα με την ελευθερία.

Βιογραφία

Ο Φραντς Κάφκα γεννιέται στις 3 Ιουλίου του 1883 στην Πράγα και είναι ο πρωτότοκος γιος του εμπόρου Χέρμαν Κάφκα. Το 1906 ολοκληρώνει τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Γερμανικού Πανεπιστημίου της Πράγας, αφού προηγουμένως είχε παρακολουθήσει μαθήματα Χημείας, Φιλοσοφίας και Ιστορίας της Τέχνης και αρχίζει την πρακτική του εξάσκηση σε δικαστήρια. Τον επόμενο χρόνο εργάζεται σε μία ασφαλιστική εταιρεία, ενώ το 1908 προσλαμβάνεται στο Ίδρυμα Ασφαλίσεων Εργατικών Ατυχημάτων στην Πράγα. Προς το τέλος του 1909 ταξιδεύει με τον αδερφικό του φίλο Μαξ Μπροντ στη Βόρεια Ιταλία, ενώ το 1911 και το 1912 περιοδεύουν στο Παρίσι, την Ελβετία και τη Γερμανία (αυτά έμελλε να είναι τα μόνα ταξίδια που πραγματοποίησε ο Φραντς Κάφκα, παρά το ότι λάτρευε να ταξιδεύει). Εκείνη τη χρονιά, γράφει το πρώτο μεγάλο του πεζό, την “Αμερική” και γνωρίζει τη Felice Bauer, με την οποία αρχίζει πυκνή αλληλογραφία, αρραβωνιάζονται στα μέσα του 1914 (αυτή είναι η χρονιά που γράφει και τη “Δίκη”), για να διαλυθεί ο αρραβώνας ένα μήνα μετά. Το 1917 διαλύεται και ο δεύτερος αρραβώνας με τη Felice Bauer λόγω φυματίωσης. Από εκείνο το σημείο και μέχρι το θάνατό του γράφει τα περισσότερα από τα αριστουργήματά του (Γράμμα στον Πατέρα, Ένας αγροτικός ιατρός, Ο Πύργος, Κτίσμα, Ζοζεφίνα η τραγουδίστρια). Ήδη, όμως το 1924 η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται, όταν και ζητάει επιτακτικά από τον Μαξ Μπροντ να κάψει όλα του τα έργα, με τον τελευταίο να αγνοεί την εντολή. Πεθαίνει τελικά στις 3 Ιουνίου του 1924.

Σε πολέμο με το χρόνο

Πεθαίνει με την αίσθηση του προσωρινού, αφού η ζωή «διαρκεί (έτσι έλεγε) μια νύχτα», χωρίς βεβαιότητες, χωρίς αυτοπεποίθηση, σε πόλεμο με τους οικείους του, γιατί προσπαθούσαν να πολεμήσουν τις ιδιορρυθμίες του, με την αμαρτία και τις ενοχές στην άκρη των δαχτύλων του.
Πεθαίνει με την αίσθηση του προσωρινού, με τη βεβαιότητα πως η ζωή είναι δισταγμός, δεν είναι δρόμος, με τη βαθιά εντύπωση ότι «κανείς δεν τον κατανοεί ολόκληρο», με την πεποίθηση -ή έστω την υποψία- πως θα πεθάνει «σ’ ένα φυλάκιο στην άκρη του δρόμου ανέκαθεν (λέει) ιδιοκτησία του κράτους».

Το έργο του μυστηριώδους αυτού λογοτέχνη είναι αντικείμενο συζητήσεων, αναλύσεων και αντιπαραθέσεων μέχρι σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά το θάνατό του, από κριτικούς λογοτεχνίας, φιλοσόφους ακόμα και ψυχαναλυτές.
Άγρυπνος τις νύχτες, παραγωγικός ή όχι, πάντως ελεύθερος, σε πόλεμο με τον χρόνο. Διατεθειμένος -αν ήταν δυνατόν- να μη γνωρίσει κανέναν. Ανίκανος να συγχωρεί· να σωθεί· ν’ αγαπήσει· να είναι με άλλους. Πότε σκαθάρι, πότε σκύλος, πότε πίθηκος, σε ζωόμορφες μεταμορφώσεις, οπλισμένος με μια εγγενή συστολή κι ωστόσο ιδιαίτερα ευαίσθητος στις δυνατότητες της γραφής. Εβραίος και Τσέχος που μπόρεσε να γράψει γερμανικά, κάτι σκόρπια, κυρίως ημιτελή κείμενα, χαοτικά, ποιητικά, ψυχρά. Κείμενα που υποστηρίζουν ή αναιρούν τις δυνατότητες της ζωής του. Βασισμένα σε εφιάλτες που μόνο με τη γραφειοκρατία, το φόβο του κενού, το Νόμο, το δέος, την εκμηδένιση, το θάνατο, το αμετάτρεπτο, τη δειλία, είχαν να κάνουν.

Ευφυής σάτιρα

Η παράσταση περικλείει την ατμόσφαιρα του Φραντς Κάφκα ανανεωμένη με μια αίσθηση πραγματικότητας του παρόντος. Με νέα σχήματα, νέες σκιές και νέα φώτα. Γρήγορα μετατρέπεται σε παράξενη και ονειρική. Αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, μια ξεχωριστή μεταφορά έργου του μεγάλου συγγραφέα. Εκφράζει την αγωνία των καλλιτεχνών για τον σύγχρονο κόσμο μέσα από τη δίοδο της ευφυούς σάτιρας και αποτελεί καρπό δημιουργικής αφομοίωσης των διαβασμάτων τους αλλά και της λαϊκής θεατρικής παράδοσης.

Είναι μία από τις λίγες φορές που στο θέατρο μπλέκονται με τόσο θαυμαστά αποτελέσματα η νεανικότητα, η πραγματικότητα και η φαντασία. Ο σκηνοθέτης, Γιώργος ΚατσήςΤζούλιο), μόλις στο ξεκίνημά του, καταπιάνεται όχι μόνο με τις αυτοσχεδιαστικές πτυχές και τις υποκριτικές δυνατότητες των μελών του θιάσου, που τις καλλιεργεί στο έπακρο, αλλά επίσης και με τα περίπλοκα νοήματα των βιβλίων του Κάφκα. Τολμά να τοποθετήσει τον πίθηκο στη δράση της παράστασης με έναν εξαιρετικά έξυπνο τρόπο που συναρπάζει.
Πιθανόν η παράσταση να διαθέτει και κάποιες υπερβολές. Όπως και να το πάρει κανείς, όμως, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ότι δόθηκαν καταπληκτικές ερμηνείες, ακόμα και στις πιο έντονες στιγμές, όπου και θα το περιμέναμε να ανέβουν λίγο οι τόνοι, υπήρχε μια προσεγμένη ισορροπία.
Ο σκηνοθέτης Γιώργος Κατσής ή Τζούλιο θέλησε να δείξει και να κατακρίνει κάποιες συμπεριφορές. Τα όσα διαδραματίζονται δεν είναι τίποτε άλλο από μια πλύση εγκεφάλου που γίνεται στους πολίτες από την εξουσία -ακριβώς όπως και στις μέρες μας. Γι’ αυτό δεν πρέπει να υποτιμάμε την τέχνη και τη λογοτεχνία επειδή ίσως έχουν περισσότερη δύναμη ακόμα και από όλους αυτούς που έχουν βαλθεί να μας καταστρέψουν.

“Ο θείασως πέζη Κάφκα” βρίθει ιδεών, εικόνων και συνεχούς κίνησης. Πέντε διαγωνιζόμενοι που θέλουν πάση θυσία να αφηγηθούν μια ιστορία. Ο καθένας μέσω της δικής του προσωπικότητας, μέσω των δικών του βιωμάτων και δεξιοτήτων.
Επιπλέον, υπάρχει και η συνθήκη του διαγωνισμού. Δεν είναι μόνο ότι αφηγούνται μια ιστορία αλλά ότι πρέπει να την αφηγηθούν και είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να το κάνουν καλά γιατί έχουν να επωφεληθούν απ’ αυτό. Η περιπέτεια του πιθήκου τρέχει παράλληλα με τον διαγωνισμό. Βέβαια οι δύο συνθήκες, του διαγωνιζόμενου και του πιθήκου, παρουσιάζουν πολύ συχνά ομοιότητες!

Η προσέγγιση στο έργο του Κάφκα αποτελεί και μία εξαιρετική ευκαιρία για έναν προβληματισμό αναφορικά με τη λειτουργία της τέχνης ευρύτερα και τη σχέση της με τις κοινωνικές διεργασίες.

Οι συντελεστές

Οι αφηγήσεις, οι μιμήσεις και οι μεταμορφώσεις ήταν εξαιρετικές. Οι Μαρία Μοσχούρη και η Νάνσυ Σιδέρη απέδωσαν το ρόλο τους συνέχεια μαζί. Κολλημένες σχεδόν σαν σιαμαίες. Παρότι πολύ διαφορετικές. Δεν έμοιαζαν παρά μόνο στο ύψος. Έχοντάς το υπόψη τους δεν προσπαθούσαν να γίνουν ένα, αλλά να διατηρήσουν η καθεμία τη δική της φωνή μέσα στην ταυτόχρονη ομιλία, η κάθε μία τη δική της σημαντικότητα. Έκαναν κυριολεκτικά άριστη δουλειά πάνω στη μετάδοση και την επίκληση γιατί στην πραγματική ζωή ο λόγος του ενός δεν πέφτει πάνω στο λόγο του συνομιλητή του. Ιδιαίτερα χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις. Μόνο στο συμβάν μιας στιγμιαίας σύμπτωσης. Αυτό ακριβώς το ξάφνιασμα πέτυχαν, το ξάφνιασμα του απροσδόκητου. Η φράση που απευθύνουν στους θεατές για να συστηθούν είναι πολύ αντιπροσωπευτική της κατάστασής τους: «Είμαστε δύο». Ένα χαριτωμένο παράδοξο, που προϋποθέτει πολλή εξάσκηση και μας έφερε στο νου πρόσωπα ενός μυθικού τσίρκου. Συγχαρητήρια και στις δύο για το συγχρονισμό και την επικοινωνία τους.
Η Νατάσα Εξηνταβελώνη είναι ένα πολύ όμορφο και λαμπερό πλάσμα. Το σημαντικότερο πλεονέκτημά της όμως είναι πως δεν φοβάται να τσαλακωθεί, να εκτεθεί, να αμφισβητήσει τον εαυτό της. Πολύ δυνατή η παρουσία της, με άνεση στο λόγο, ανεπτυγμένη ευαισθησία, εντυπωσιακή κίνηση.
Ο Πάνος Παπαδόπουλος είναι κωμικότατος, πληθωρικός, σαρωτικός. Με κωμική φλέβα και αναμφισβήτητο ταλέντο. Ίσως όμως πρέπει να δουλέψει λίγο με την πειθαρχία του επί σκηνής. Το μόνο που επισημαίνω και το γράφω καλοπροαίρετα.
Ο Κωνσταντίνος Πλεμμένος είναι εκφραστικότατος, φυσικός, άνετος. Έχει επινοητικότητα και μπορεί να παίξει σε πολλά επίπεδα.
Αξιοπρόσεκτο το παιχνίδι με τα χρώματα και τα αντικείμενα στα σκηνικά.

Ο σκηνοθέτης Γιώργος ΚατσήςΤζούλιο), εκτός από την αναμφισβήτητη δεξιότητά του, είχε και τρεις δυνατούς στύλους στο πλευρό του, τον Μάνο Βαβαδάκη στους φωτισμούς, την Κατερίνα Ζησούδη ως βοηθό σκηνοθέτη και τον Νίκο Πανταζάρα στις φωτογραφίσεις.

Με χαρακτηριστικά ιδιόρρυθμο ύφος ο “θείασος” έθιξε τα κακώς κείμενα, ειρωνεύτηκε τη μικροαστική υποκρισία και τα θέσφατα, αυτοσατιρίστηκε, επιτέθηκε στη σοβαροφάνεια, στην παγιωμένη κοινωνική λογική και στην καθεστηκυία τάξη. Ο σουρεαλισμός, σήμα κατατεθέν του θεατρικού του λόγου, ταίριαξε απόλυτα με τη σουρεαλιστική ελληνική πραγματικότητα.
Παρακολουθήσαμε λοιπόν με αμείωτο ενδιαφέρον φρέσκους ηθοποιούς να δουλεύουν ομαδικά σε μια ευρηματική παράσταση. Διδαχτήκαμε ένα παραμύθι του Κάφκα με τον ζωντανότερο, ευφυέστερο, τολμηρότερο και λυτρωτικότερο τρόπο. Γελάσαμε, αιφνιδιαστήκαμε, διαφωνήσαμε. Ποτέ άλλοτε ένας νεανικός θίασος δεν μας διηγήθηκε σε τόση λίγη ώρα με τόση εκρηκτικότητα και ακρίβεια, χιούμορ και καταγγελτικότητα την κοσμοθεωρία ενός συγγραφέα που έμελλε να πεθάνει μόλις στα 40 του χρόνια από φυματίωση.

* Ο ΘΕΙΑΣΩΣ

Σκηνοθεσία: Γιώργος Κατσής (ή Τζούλιο)
Φωτισμοί: Μάνος Βαβαδάκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Ζησούδη
Παίζουν: Νατάσα Εξηνταβελώνη, Μαρία Μοσχούρη, Νάνσυ Σιδέρη, Πάνος Παπαδόπουλος, Κωνσταντίνος Πλεμμένος
Teaser © Τάκης Παπαναστασίου & Γιώργος Φουρτούνης

Trailer © Τάκης Παπαναστασίου

* Η παράσταση, βασισμένη στο διήγημα του Φραντς Κάφκα, «Ανακοίνωση σε μια Ακαδημία», παρουσιάστηκε στο BIOS.TESLA Main.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -