Ο ηθοποιός, όπως τον εννοούσε ο Λευτέρης Βογιατζής

Ο ηθοποιός, όπως τον εννοώ εγώ, πάει στην πρόβα στις 10.30 το πρωί και είναι έτοιμος να πηδήξει από το παράθυρο. Δεν κάθεται να «του έρθει». Κι εγώ το έχω κάνει αυτό και έχω καταλάβει τι λάθος είναι, καθόλου δημιουργικό. Όμως οι λέξεις… ο διαχωρισμός ανάμεσα στη γραπτή εικόνα και στον προφορικό λόγο… Είναι άλλο πράγμα.

Τι κάνουμε στο θέατρο; Αναπαράγουμε ή αναπαριστούμε αυτήν την επιφανειακή πραγματικότητα που είναι η σειρά των ανθρώπων που μιλάνε. Δεν υπάρχει αυτό στον προφορικό λόγο. Δηλαδή μπορεί να περιμένεις την απάντηση κάποιου, αλλά παράλληλα σκέφτεσαι ένα σωρό πράγματα. Πρέπει λοιπόν και οι ηθοποιοί να δουν τη διαφορά. Ένα δευτερεύον που γίνεται πρωτεύον. Όπως λέγαμε και την εποχή της «Σκηνής», «ξεκινάμε από τον λόγο, φεύγουμε από τον λόγο και επιστρέφουμε σε αυτόν». Δηλαδή διαλύουμε το σύμπαν και ξαναγυρνάμε σε αυτό, αλλά έχουμε άλλη γνώμη όταν επιστρέφουμε.
Μια από τις βασικές λειτουργίες του ηθοποιού είναι να μπαίνει σε περιοχές που δεν ξέρει. Όμως για αυτό χρειάζεται πολλή δουλειά. Δεν υπάρχει η γνώση του πώς δουλεύω. Όχι της δραματικής σχολής αλλά κάτι προσωπικό. Υπάρχουν οι καλοί μαθητές αλλά εμένα αυτό το είδος δεν με ενδιαφέρει. Δεν είναι κακό πράγμα ο επιμελής γιατί και εγώ υπήρξα, αλλά μου είπε κάτι μια φορά ο Μαρωνίτης και άρχισα να σκέφτομαι διαφορετικά. Στα εργαστήρια που κάναμε για την «Αντιγόνη» μου είπε «σταμάτα σε παρακαλώ Λευτέρη να σημειώνεις ό,τι λέω»!
Oι λέξεις… Το πρώτο πράγμα στο θέατρο. Όμως η πραγματική, ανεξάντλητη και αθώα αμφιβολία είναι ανάγκη. Να υποπτεύεσαι. Έτσι γνωρίζεις. Ό,τι και να ξέρεις είναι πολύ λίγο σε σχέση με το πώς μεταβάλλεται η γνώση. Και πρέπει να το δεχθείς.

Απόσπασμα από συνέντευξη στην “Καθημερινή”:

ΚΛΙΚ ΕΔΩ

Αρχείο Λευτέρη Βογιατζή F/B

Ο Λευτέρης Βογιατζής ήταν σκηνοθέτης του θεάτρου και ηθοποιός, που άφησε έντονη τη σφραγίδα του στο ελληνικό θέατρο.

Γεννήθηκε στην Αθήνα (Καλλιθέα) στις 12 Οκτωβρίου του 1944. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια παρακολούθησε θεατρικά μαθήματα στο Μαξ Ράινχαρτ Σέμιναρ (Max Reinhardt Seminar) της Βιέννης και στη Σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη στην Αθήνα. Για τα παιδικά του χρόνια και την πρώτη του επαφή με το θέατρο είχε πει σε μία συνέντευξή του στην εφημερίδα “Καθημερινή”:

Μικρός ήμουν το καλό παιδί στην οικογένεια, από σύμβαση. Κλειστός, εσωστρεφής. Ήταν σαν να είχα ένα σύννεφο μπροστά μου. Είχα ανάγκη να διαλυθεί. Όταν ασχολήθηκα με το θέατρο κατάλαβα ότι η μεγαλύτερη ευκολία είναι η ιδιάζουσα σκηνική συμπεριφορά, γιατί αρέσει. Πρέπει, όμως, να είναι μεγάλου βεληνεκούς ο καλλιτέχνης για να είναι το ιδιάζον, κάτι πραγματικά ξεχωριστό. Καλύτερα, λοιπόν, να το σβήσεις, να αρχίσεις από την αρχή και να προσπαθήσεις να είσαι κανονικός. Μεγάλη λέξη. Τι είναι το κανονικός; Ξέρω ‘γω; Κανονικός. Αυτό.

Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1973, στο ρόλο της Γιαγιάς, στον Κυριακάτικο Περίπατο του Ζορζ Μισέλ, σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη. Ακολούθησαν συνεργασίες με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, την Έλλη Λαμπέτη και την Ελεύθερη Σκηνή, σε μια προσπάθεια ανανέωσης της επιθεώρησης. Τα χρόνια αυτά, έπαιξε πολλούς ρόλους του κλασικού κυρίως ρεπερτορίου, μεταξύ άλλων: τον Άλφρεντ, στις Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης του Χόρβατ, την επώνυμη ηρωίδα στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, τον Ευριπίδη στους Βατράχους του Αριστοφάνη, τον Ταρτούφο, στον Ταρτούφο του Μολιέρου κ.ά.

Το 1981 ίδρυσε την Εταιρεία Θεάτρου Η Σκηνή, με τη συνεργασία έξι ακόμα ηθοποιών. Σκηνοθέτης έγινε από ανάγκη.

Είχαμε σκεφτεί κάποιον άλλον για τη Σκηνή. Μετά είπαμε, όμως, πώς θα μας σκηνοθετήσει κάποιος που δεν μας ξέρει; Κάπως έτσι έγινε κι έπεσα στα βαθιά. Αναγκάστηκα, δηλαδή, να δεχτώ κάτι που συνέβαινε. Από τότε είχα τον εαυτό μου ως ηθοποιό σε δεύτερη μοίρα, παρότι υπήρχαν στιγμές που απελευθερωνόταν ο ηθοποιός κι είχε κάποιες καλές στιγμές. (Lifo)

Από το 1982 έως το 1987 σκηνοθέτησε και έπαιξε στα έργα: Η Σπασμένη στάμνα του Χάινριχ φον Κλάιστ, Οι Αγροίκοι του Κάρλο Γκολντόνι, Συμφορά από το πολύ μυαλό του Αλεξάντερ Γκριμπογέντοφ, Σε φιλώ στη μούρη… του Γιώργου Διαλεγμένου, για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας Κάρολου Κουν το 1987.

Το 1988 ίδρυσε τη θεατρική ομάδα Νέα Σκηνή, όπου με τη συμμετοχή νέων ηθοποιών παρουσίασε συστηματικά έργα που καλύπτουν το τρίπτυχο: κλασικό έργο, σύγχρονο έργο αιχμής και νεοελληνικό έργο. Το 1989 σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε στον Θείο Βάνια του Άντον Τσέχωφ (Βάνιας) και το 1991 στο έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ Ρίπερ, Ντένε, Φος (Φος), που ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Παράλληλα, το 1989, στην απαρχή της ενασχόλησής του με το αρχαίο ελληνικό δράμα, ιδρύει το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος, σκηνοθετώντας την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Μία Αντιγόνη κλειστού χώρου, όπου κυριάρχησε «η ένταση του τραγικού ψιθύρου». Με τους μαθητές του συνεχίζει τη διερεύνησή του στις απαρχές του ελληνικού θεάτρου, ανεβάζοντας την αναγεννησιακή κρητική κωμωδία Κατσούρμπος του Γεωργίου Χορτάτζη.

Επιστρέφοντας στους επαγγελματίες ηθοποιούς, το 1995, ανεβάζει ένα ακόμα σύγχρονο ελληνικό έργο, τη σατιρική κωμωδία των Δημήτρη Κεχαΐδη – Ελένης Χαβιαρά Με δύναμη από την Κηφισιά. Ακολουθούν επιτυχημένες παραστάσεις όπως: Ο Μισάνθρωπος του Μολιέρου (1996), Ελένη του Ευριπίδη (1996) σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, η πολυβραβευμένη Νύχτα της κουκουβάγιας του Γιώργου Διαλεγμένου (1998), Οι Πέρσες του Αισχύλου (1999) και Τέφρα και σκιά του Χάρολντ Πίντερ (2000). Το 2001 ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα Σάρα Κέην, το Καθαροί πια, όπου κρατά τον ρόλο του Τίνκερ. Το 2003, σκηνοθετεί το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη Σ’ εσάς που με ακούτε και για δεύτερη φορά έργο της Σάρα Κέην, το Crave (Λαχταρώ).

Ακολουθεί το 2004 ένας δεύτερος Μολιέρος (Το Σχολείο των γυναικών) και τον επόμενο σκηνοθετεί και παίζει σ’ ένα ακόμα έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, το Bella Venezia, για το οποίο αποσπά το βραβείο Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής Κάρολος Κουν. Το 2006 κλείνει το Φεστιβάλ Επιδαύρου με την Αντιγόνη του Σοφοκλή σε νέο ανέβασμα, ενώ το καλοκαίρι του 2007 η ίδια παράσταση ανοίγει το Φεστιβάλ Επιδαύρου.

Το 2007 ανεβάζει και πρωταγωνιστεί στην Ήμερη του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ακολουθούν τρία θεατρικά έργα: το Ύστατο σήμερα του Χάουαρντ Μπάρκερ, το Θερμοκήπιο του Χάρολντ Πίντερ και Ο Τόκος του Δημήτρη Δημητριάδη, τα οποία σκηνοθετεί και ανεβάζει ο ίδιος στο ανακαινισμένο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, που αποτελεί τη θεατρική του στέγη.

Τον Αύγουστο του 2012 αποθεώνεται στην Επίδαυρο μετά το τέλος της πρεμιέρας του Μολιερικού Αμφιτρύωνα, που έμελλε να είναι και το τελευταίο έργο που σκηνοθέτησε. Τον Απρίλιο του 2013 θα επανερχόταν στη σκηνή του Θεάτρου της οδού Κυκλάδων με το Θερμοκήπιο του Χάρολντ Πίντερ, με ανανεωμένο καστ και τον ίδιο να ερμηνεύει τον ρόλο του Ρουτ. Η πρεμιέρα είχε προγραμματιστεί για τις 8 Απριλίου, αλλά λόγω αδιαθεσίας του οι παραστάσεις ακυρώθηκαν.

Οι εμφανίσεις του στον κινηματογράφο υπήρξαν λιγοστές. Συμμετείχε σχεδόν αποκλειστικά σε ταινίες του Νίκου Παναγιωτόπουλου, με τον οποίο τον συνέδεε μεγάλη φιλία (Τα οπωροφόρα της Αθήνας, Αθήνα-Κωνσταντινούπολη, Beautiful people, Ονειρεύομαι τους φίλους μου, Η γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα, Βαριετέ, Μελόδραμα). Έπαιξε, επίσης, στις ταινίες Ανατολική Περιφέρεια του Βασίλη Βαφέα, Ρόζα του Χριστόφορου Χριστοφή και Ακροπόλ του Παντελή Βούλγαρη.

Ο Λευτέρης Βογιατζής έφυγε από τη ζωή στις 2 Μαΐου 2013, χτυπημένος από τον καρκίνο. Αφοσιωμένος στην τέχνη του, γνωστός για την πειθαρχία και τις κοπιαστικές πρόβες που αφιέρωνε στην κάθε παράσταση. Το κάθε ένα από τα έργα που σκηνοθετούσε ήταν δουλεμένο στην εντέλεια και αποτελούσε θεατρικό γεγονός. Καλλιτέχνης που επέλεγε πάντοτε τον δύσκολο δρόμο για να κάνει θέατρο, για τον Λευτέρη Βογιατζή ο κάθε συγγραφέας, κάθε έργο, ήταν άλλη μια συνάντηση, άλλος ένας κόσμος, άλλη μια απόπειρα να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του. «Λειτουργεί μια περίεργη συμμαχία κάθε φορά, γίνεται μια αλληλεπίδραση. Ο συγγραφέας σε κάνει να ανακαλύψεις πράγματα για τον εαυτό σου και μετά περπατάς πάνω στα δικά σου χνάρια, τα οποία όπως παραδέχθηκες χάρη σ’ αυτόν. Τα έργα που κάνω είναι σαν να έχουν τελειώσει. Δεν έχω και καλή μνήμη», ανέφερε σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Το Βήμα.

Είπε…

-Για τη σημερινή Ελλάδα

Δεν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτα σε αυτήν τη χώρα. Είναι συνηθισμένος ο πυρήνας των ανθρώπων σε λειτουργίες συμφεροντολογικές. Είναι διχασμένοι οι άνθρωποι. Με τον ίδιο τρόπο που μπορεί ένας κριτικός θεάτρου να γράψει τα καλύτερα για τους φίλους του, χωρίς να το πιστεύει. Να το υποστηρίζει, χωρίς να το πιστεύει. Με την ίδια ευκολία που απογειώνει μετριότητες, καταβαραθρώνει αυτούς που αξίζουν. Έτσι, οι άνθρωποι χάνουν το γούστο τους. Δεν έχουν πια γούστο κι αυτό γίνεται συνήθεια. (Lifo)

-Για τις ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν

Δεν με συγκινούν τα ωραία. Με συγκινεί η χώρα μου, γιατί την έχω συνηθίσει… Είχα κάθε ευκαιρία, και πολύ καλές καλλιτεχνικά, να φύγω εξωτερικό. Σχεδόν δεν θέλησα. Έβρισκα τρόπους να μην πηγαίνω. Θα ήταν ενδιαφέρον να πήγαινα, αλλά δεν ένιωσα ποτέ ότι έχω λύσει κάτι βασικό εδώ. Μια φορά, ένα πολύ μεγάλο θέατρο μου έκανε μια πρόταση και μου έστειλε ηθοποιούς να διαλέξω. Όταν τους είδα, έκανα την πολύ ηλίθια σκέψη ότι με αυτούς θα έχω τελειώσει την παράσταση σε δεκαπέντε μέρες. Μα, είναι δυνατόν να κάνω εγώ παράσταση σε δεκαπέντε μέρες; (Lifo)

-Για τον χαρακτήρα του

Είμαι απρόβλεπτος, γιατί δεν ξέρω εμένα. Δεν ξέρω τι μπορεί να κρύβω μέσα μου… Άλλες φορές υποκύπτω στη μοιραία κούραση κι άλλες με πιάνει ορμή ξεκινήματος.

-Για την τελειομανία του

Δεν υπάρχει τελειομανία. Η τελειομανία είναι κάτι στείρο… Η λεπτομέρεια είναι η ραχοκοκαλιά. Χωρίς τη λεπτομέρεια, το επίκεντρο, η βάση, δεν αποκτά φως. Το ένα είναι βοηθός του άλλου. Κάποτε μπορεί να έλεγα ασχολούμαι με λεπτομέρειες και χάνω την ουσία. Δεν υπάρχει αυτό. Σημασία έχει ο τρόπος που ασχολείσαι με ό,τι ασχολείσαι. Και όχι μια γενική εντύπωση του τι είναι σωστό και τι είναι καλό. (Το Βήμα)