Ο Νίκος Καζαντζάκης (Ηράκλειο Κρήτης, 18 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1883 – Φράιμπουργκ, Γερμανία, 26 Οκτωβρίου 1957) αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως. Έγινε ακόμη γνωστότερος μέσω της κινηματογραφικής απόδοσης των έργων του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο τελευταίος πειρασμός.

Η Οδύσσεια (στην πρώτη έκδοση, του 1938, η γραφή είναι με ένα σίγμα, ως Οδύσεια) είναι μεγαλόπνοο έπος του Νίκου Καζαντζάκη που θέμα του έχει τις νέες περιπλανήσεις του ομηρικού ήρωα μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη μέχρι τον θάνατό του. Είναι γραμμένη σε ιαμβικό δεκαεπτασύλλαβο στίχο (στο σύνολο 33.333 στίχοι) και χωρίζεται σε 24 ραψωδίες, όσες και αυτή του Ομήρου.
Θα γράψει χαρακτηριστικά ο στενός φίλος του Καζαντζάκη Παντελής Πρεβελάκης:
«Η υπεράνθρωπη επιχείρηση ν’ αξιοποιηθεί η απέραντη πνευματική πείρα του Καζαντζάκη είναι η Οδύσσεια. Αυτό εξηγεί την έκτασή της, τον εφιαλτικό καταρράκτη των βιωμάτων, τον συγκρητισμό τόσο μεγάλου πλήθους από μύθους, συνήθειες και δοξασίες, τη χλιδή των εικόνων, την ατερμοσύνη των σκοπών, ακόμα και την καταλυτική ορμή που τη διατρέχει απ’ άκρη ως άκρη, ίσαμε την τελική συνουσία του Οδυσσέα με τον Θάνατο. Ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη θα βγει στην αναζήτηση του Θεού, όπως ο Οδυσσέας του Ομήρου βγαίνει στην αναζήτηση της πατρίδας.»
Για τον Καζαντζάκη, η Οδύσσεια αποτελούσε το ‘Εργο (la Obra), αναφώνηση που την είχε ακούσει από το στόμα του ποιητή Χιμένεθ. Η συγγραφή της άρχισε στην Κρήτη, όπου γράφτηκαν οι πρώτες έξι ραψωδίες, τον χειμώνα του 1925, και συνεχίστηκε στην Αίγινα, όπου γράφτηκαν οι υπόλοιπες δεκαοχτώ, από τις 20 Μαΐου ως τις 22 Σεπτεμβρίου του 1927. Αυτή ήταν η πρώτη γραφή. Ακολούθησαν άλλες έξι με τις οποίες ο ποιητής αναθεώρούσε το έργο, μέχρι την τελική έβδομη γραφή, έπειτα από δεκατρία ολόκληρα χρόνια.
Ο Οδυσσέας (Δυσσέας) του Καζαντζάκη φεύγοντας από την Ιθάκη περιπλανιέται στη Σπάρτη, την Κρήτη και την Αίγυπτο, που συνταράσσονται από εσωτερικές επαναστάσεις και επιδρομές «ξανθομάλληδων βαρβάρων», των Δωριέων (Ραψωδίες Α-Λ), στις οποίες λαμβάνει και ο ίδιος μέρος υπέρ των ανατροπέων. Στη συνέχεια (ραψωδίες Μ-Ο) ο ήρωας ιδρύει την δική του πολιτεία, «το κάστρο του Θεού», η οποία όμως καταστρέφεται από σεισμό. Στις τελευταίες ραψωδίες (Π-Ω), ο Οδυσσέας γίνεται ασκητής και αρχίζει μια μοναχική πορεία, στη διάρκεια της οποίας συναντά τις μεγάλες μορφές του ανθρώπινου πνεύματος, όπως τον Χριστό και τον Βούδα, τον Φάουστ και τον Δον Κιχώτη. Αφού δώσει στον καθένα, αλλά και πάρει από τον καθένα κάτι, πεθαίνει γαντζωμένος από ένα παγόβουνο στο Νότιο Πόλο.
Ο Καζαντζάκης εστιάζει στην εσωτερική σύγκρουση του Οδυσσέα, την προσπάθειά του να επιστρέψει στην Ιθάκη, η οποία είναι παράλληλη με την αναζήτηση του ανθρώπου για νόημα στη ζωή του. Το έργο είναι γεμάτο φιλοσοφικές αναφορές και εξετάζει τη σχέση του ανθρώπου με το θείο, την ανθρώπινη φύση, το πεπρωμένο και την ελευθερία.
Πολλοί στίχοι εκφράζουν την αέναη πορεία του ανθρώπου να ανακαλύψει την αλήθεια και τον προορισμό του στη ζωή, κάνοντας το έργο εξαιρετικά σύγχρονο και διαχρονικό. Αποτυπώνουν την εσωτερική πορεία του Οδυσσέα και την αναζήτηση του ανθρώπου για νόημα, ελευθερία και αυτογνωσία. Το έργο του Καζαντζάκη είναι γεμάτο φιλοσοφικές αναζητήσεις, με τον Οδυσσέα να αντιμετωπίζει τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες της ζωής του και του κόσμου γύρω του.
Η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη είναι γεμάτη από εικόνες της ελληνικής παράδοσης, ενώ ταυτόχρονα συνδυάζει μια φιλοσοφική αναζήτηση για τη ζωή και την ύπαρξη, με τον Οδυσσέα ως τον αέναο ταξιδιώτη που αναζητά την Ιθάκη του, η οποία συμβολίζει την ολοκλήρωση της ανθρώπινης εμπειρίας.
Επιλογή στίχων:
Εδώ είναι μερικοί από τους πιο γνωστούς στίχους από την «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη
«Εκείνος που δεν έχει τίποτα,
κανέναν θεό, κανέναν νόμο,
εκείνος που βαστάει τη φωτιά της καρδιάς του,
εκείνος είναι ο ελεύθερος.»
«Μη με ρωτάς, δεν ξέρω,
την Ιθάκη μου την ψάχνω,
τη ζωή μου την αναζητώ.»
«Μην απορείς, Οδυσσέα, που η ζωή σου είναι ένα ατέλειωτο ταξίδι.
Γιατί η Ιθάκη δεν είναι παρά μια εικόνα του κόσμου,
και το ταξίδι σου είναι η ζωή σου.»
«Ταξίδι, έλεγα, ταξίδι για πάντα.
Αχ, το ταξίδι, αυτό είναι το κλειδί,
το ταξίδι είναι ο στόχος.»
«Ο δρόμος δεν τελειώνει ποτέ, Οδυσσέα,
εκεί που νομίζεις ότι φτάνεις,
ένας καινούριος δρόμος ανοίγεται μπροστά σου.»
«Όταν η καρδιά σου φλέγεται από το πάθος,
άφησέ την να σε καθοδηγήσει.
Εκείνη θα σε οδηγήσει στην Ιθάκη.»
Μωρέ, τον αντρειωμένο μην τον κλαις, όσο κι αν αστοχήσει!
Κι αν αστοχήσει μια και δυο, πάλε θα ζώσει τ’ άρματά του,
πάλε θα βάλει το σκουφί στραβά, τον κατηφέ στο αυτί του
και πάλε οι φίλοι του θα θρονιαστούν στα πλούσια του τραπέζια!
Κρασί δεν είναι, αδέρφια, η λευτεριά μήτε γλυκιά γυναίκα,
μήτε και βιος μες στα κελάρια σας μήτε και γιος στην κούνια·
έρμο τραγούδι ’ναι ακατάδεχτο και σβήνει στον αγέρα!
«Θεά δεν είμαι εγώ, κι οχτρεύουμαι τους ουρανούς τούς άδειους·
μου αρέσει η γης και νιώθω μέσα μου χώμα πολύ και ρόδο·
δε με χωράει το σπίτι ετούτο πια, τι πλάτυνε η ψυχή μου
τα πέλαα να θωράει και τις φωτιές και τ’ άγρια αντρίκεια γόνα.
Μα αν φύγω, μάθε, το πουρνό και μπω στο μαύρο σου καράβι,
δε φεύγω σαν κοράσο που χιμάει στον γκρέμο της αγκάλης —
πέρασε το Πάρης μια βολά στο μέγα πέλαγο και χάθη!
Μα σαν και σένα, λαχταρώ κι εγώ να μη χαθεί η ψυχή μου.»
[…]
Καβάλα απάνω σε ίσκινα άλογα τους ίσκιους κυνηγούμε·
ίσκιος κι ο θάνατος, και κυνηγάει τον ίσκιο της ζωής μας.
Ω πολυφίλητο κορμί, το πιο κρουφό ‘σαι μονοπάτι.
«Όλα ’ναι ονείρατα, αδερφέ, και μην πικραίνεται η καρδιά σου!
Μέγα, λαμπρό παιχνίδι στάθηκε στα φρένα μας η Τροία,
με λάσπη, με γυναίκες, με γιαλό και φονικά πλασμένη·
κούπα βαθιά με αλλόφρενο κρασί, και το ρουφήξαμε όλο,
κι ο νους μας σάλεψε και κίνησε στη θάλασσα να πλέει.
Μα του κρασιού, αδερφέ, μη σε γελάει το ζαβολιάρο πνέμα·
δεν είναι αλήθεια πως κινήσαμε με τα γοργά καράβια,
πως δέκα χρόνια πολεμούσαμε το κάστρο ν’ ανεβούμε
και πως μια νύχτα η στάχτη του καπνός στον άνεμο σκορπίστη·
στο νου μας μοναχά σα στοχασμοί μεγάλοι παιχνιδίσαν.
Κουνάει μια ταραχίτσα το μυαλό τού αλαφρονούση ανθρώπου
και πλάθει κάστρα και γιαλούς, θεούς, γλυκά κορμιά, καράβια·
και στην κορφή κορφή των αγαθών θρονιάζει την Ελένη.
[…]
Νίκος Καζαντζάκης. 1967. Οδύσσεια. 4η έκδ. Αθήνα: Εκδόσεις Καζαντζάκη.



