Νίκη Σερέτη: Περιμένω να πάρει ο καθένας μας, αυτό που του αξίζει…

Με αφορμή αυτή τη δύσκολη – από κάθε άποψη – χρονιά, το Catisart.gr δίνει τον λόγο σε καλλιτέχνες που μιλούν για όσα έχασαν, για όσα κέρδισαν και για όσα περιμένουν.
Μας μιλούν για θέματα που τους ενόχλησαν ή τους συγκίνησαν, για γεγονότα που τους πίκραναν, τους εξόργισαν ή τους έδωσαν χαρά.
Εκμυστηρεύονται τις απογοητεύσεις ή τις ελπίδες τους και τέλος εκθέτουν διαφωνίες, σκέψεις, ιδέες και προτάσεις…

 

Γράφει η Νίκη Σερέτη

 

«Σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι, ρεμβάζω, τρώω παγωτά, βγαίνω από το σπίτι, μπαίνω στο ασανσέρ κι όλα αυτά είναι πράξη πολιτική.
Σιγομουρμουρίζω: Ήρθε ένας ιός στην πόλη κι έφερε το χάσι – χάσι, Παναγίτσα μου να χάσει. Είχαμε πεθάνει αλλά επιστρέψαμε. Επανήλθαμε άναυδοι με μια άηχη κραυγή στο στόμα. Ζήτω η νέα σύγχυση.
Ο χρόνος παραμένει χρήμα, αλλά το χρήμα μετατράπηκε σε ρεπό. Πάνω που είχες ξοδέψει όλα σου τα λεφτά στην ψυχοθεραπεία για να μάθεις να μην κρατάς την αναπνοή σου, τώρα πρέπει να μάθεις να την κρατάς μέχρι σκασμού.
Γίνε δύτης και κολύμπα. Βάλε βατραχοπέδιλα και μπρατσάκια. Ο πνιγμός είναι σίγουρος. Θα είστε πολλοί οι πνιγμένοι. Θα μπορείτε όμως να βλέπετε ο ένας τον άλλον και να παρηγοριέστε.
Το απόλυτο χάος είναι εγγύηση. Μέθοδοι του παραλογισμού και του χαζέματος. Δεν ξέρεις πού πάς, αλλά πηγαίνεις. Ο καθένας με την Χίμαιρα του. Εγώ κουβαλώ καρτερικά, εδώ κι ένα χρόνο, τις παχιές μύγες του Αυγούστου. Τις ταΐζω. Αποχαυνωμένη. Όλα έτσι μου μοιάζουν. Με εκφράσεις που δεν κατανοώ.

 

 

Ένας στους δύο περισσεύει, άρα σωστά μας μάθαιναν ότι το δύο ισούται με ένα. Η σπλήνα μου είναι σίγουρα μπλε σαν την Μελαγχολία του Λαρς Φον Τριερ και ευελπιστώ αυτό το μπλε να κυριαρχήσει σε όλο το σώμα μου, ώστε να γίνω μια γαλαζοαίματη. Η γαλάζια μου μάσκα συνωμοτεί.
Στον ύπνο μου γίνομαι το κορίτσι των ονείρων μου. Συνομιλώ με τους νεκρούς και σκοτώνουμε μπάτσους. Όμως όλο και κάποιο χέρι έρχεται να μου τραβήξει το αυτί γιατί γέλασα λέει, στον ύπνο μου. Το πρωί πιάνω το αυτί μου και το ξανακολάω. Δεν υπακούει εύκολα στο νόμο της βαρύτητας. Ευτυχώς.

Άνοιξε την πλατφόρμα μου, είμαι γεμάτη αναστολές. Ειδικότης μου, οι αναστολές ζωής. Μην φουλάρεις την μηχανή γιατί θα σε βρει καμιά παύση πάλι και θα σε κοιμίσει ανελέητα. Σαν αρκούδα.
Βόλεψε η απόσταση. Εγώ κι ο εαυτός μου όμως σε zoom. Το ένα μου χέρι κρατάει το άλλο και ξεφοβάμαι. Ευτυχώς δεν είμαι μάνα. Είμαι τυχερή. Είμαι μόνο η δική μου μάνα.

Δεν έχω απαντήσεις. Μόνο ερωτηματικά και αμφιβολίες. Από Σάββατο σε Κυριακή. Τις υπόλοιπες μέρες διαβάζω ποίηση σαν οδηγό επιβίωσης. Και τρώω παγωτά. Αλλά πόσα παγωτά να χωρέσει ένας άνθρωπος σε ένα καλοκαίρι που δεν λέει να φανεί. Μου αρέσει αυτό. Νοιώθω σαν να κάνω ζαβολιά, τρώγοντας παγωτό μες στο χειμώνα. Μου αρέσει που δεν έρχεται ο θερισμός. Που δεν έρχεται η αγάπη ώστε να μην φοβάμαι μετά ότι θα φύγει. Κι έτσι δεν μας βρίσκει ούτε ο έρως ούτε το θέρος. Μένουμε ασφαλείς.

Δεν έχω σάουντρακ, μουσικό χαλί για να μου θυμίζει την πρώτη μου έξοδο στα μπαρ, μετά την καραντίνα. Η μουσική απαγορεύεται. Την αφαίρεσα ενοχικά κι από τον τηλεφωνητή μου. Ηχογράφησα εμετούς, χαστούκια, χειροκροτήματα, πυροβολισμούς. Για να συμβαδίζω με την εποχή. Για να γίνομαι πιο κατανοητή. Αφήστε μήνυμα μετά το χειροκρότημα. Στον απόηχο του κλαπ – κλαπ ακούγεται ήχος σφαίρας. Σε αιφνιδιάζω για να σε κρατάω σε εγρήγορση. Δεν αφήνεις τίποτα τελικά, εκτός από την τρομαγμένη ανάσα σου, που από μόνη της, είναι μια πράξη εγκληματική.

«Θέλω χρόνο, να μείνω μόνος να σκεφτώ». Συγχαρητήρια εισακούστηκες. Παρ ‘τον να μην στον χρωστάω. Τον χρόνο σου. Τώρα όμως δεν έχεις χρόνο. Δεν έχεις λεπτό για χάσιμο.

«Θέλω να περνάω απαρατήρητη». Δώστε και σε μένα συγχαρητήρια. Με την μάσκα και τα μαύρα μου γυαλιά περνάω απαρατήρητη. Δεν ξεχωρίζω. Έπρεπε να γεννηθώ με μάσκα. Ή μήπως την είχα από νωρίς; Στο μυαλό μου ανακυκλώνω φιλιά από ταινίες. Τελευταία ξανάρχισα να φοράω κατακόκκινο κραγιόν. Καιροφυλαχτεί πίσω από την μάσκα, να σε φιλήσει επικίνδυνα. Να σε μολύνει αγάπη. Κάποτε φίλησα ένα αγόρι με ένα τέτοιο κραγιόν και μετά μου παραπονιόταν ότι τον κορόϊδευαν οι φίλοι του γιατί κυκλοφορούσε ανυποψίαστος στον χώρο σαν να έχει βγει από μάχη paintball. Είναι ένα καλό test drive για να δεις αν ο άλλος είναι έτοιμος για τον πόλεμο. Σύμμαχος ή εχθρός. Είμαι κινητή χειροβομβίδα. Τικ τακ, ένας θεός ξέρει σε ποιανού στόμα θα σκάσω.

 

 

Τίποτα δεν άλλαξε. Οι κλέφτες φεύγουν πάντα σαν κλέφτες. Εγκλήματα συμβαίνουν καθημερινά. Όλοι φοράμε μάσκες και οπλοφορούμε. Είμαστε επικηρυγμένοι. Ο καθένας μας έχει την δική του ταρίφα.

Θέλω να σου πω τι έχασα και τι κέρδισα. Τα δάχτυλα μου, έρχονται και μου κλείνουν το στόμα. Μια φωνή στο κεφάλι μου φωνάζει «άκυρο, άκυρο, άκυρο». Οι νίκες και οι ήττες είναι προσομοίωση θανάτου. Τίποτα δεν είναι οριστικό. Προσπαθώ τουλάχιστον, σε κάθε εκδοχή να μην μου κρατάει πολύ ούτε η χαρά, ούτε η λύπη. Πάντα outsider ήμουν. Έχω ένα τατουάζ «Venceremos» στον ώμο μου για να μου θυμίζει όλα τα Βατερλώ της ζωής μου. Τις επιδημίες μου. Το ταμείο μου. Τα γκολ που έφαγα με το σώμα. Να κάτι ουλές σαν Πούλιτζερ. Σώμα θυμήσου. Με βρίσκω και με χάνω. Να με χάνω στα χαρτιά, να με κερδίζω στην αγάπη. Μα δεν παίζεις χαρτιά γλυκιά μου…

-Δεν θέλω να είμαι αυτή που περιμένει. Βαρέθηκα.
Το μόνο που περιμένω είναι να πάρει ο καθένας μας, αυτό που του αξίζει.

-Α μάλιστα! Θα σας ειδοποιήσουμε.

Σας ευχαριστώ.