Cat Is Art

Λεωφορείον Θέατρο Express, η πληθωρική χρονομηχανή με οδηγό τον Τάσο Πυργιέρη!

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Πώς γλεντούσαν οι Αθηναίοι στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου; Ποια ήταν τα «σουξέ» της παλιάς Αθήνας; Πώς γινόταν το κόρτε; Τι καντάδες έλεγαν; Πώς διασκέδαζαν οι νέοι της εποχής, στις ταβέρνες και τα νυχτερινά κέντρα; Και κυρίως πώς ζούσαν οι πρωτευουσιάνοι;

Ποια γυναίκα λεγόταν «παστρικιά» και γιατί; Πού κυκλοφορούσαν οι δανδήδες και οι λιμοκοντόροι; Ποιος ήταν ο αγαπημένος περίπατος των Αθηναίων;

Όλα αυτά και πολλά ενδιαφέροντα ακόμα πληροφορηθήκαμε μέσα σε ένα λεωφορείο από τρεις ηθοποιούς κι ένα σκηνοθέτη.

Η πρωτοποριακή δράση του Εθνικού Θεάτρου και του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών (ΟΑΣΑ) με αρωγό τις Οδικές Συγκοινωνίες (ΟΣΥ), με τίτλο Θέατρο Express συνεχίζεται, μετακινείται και επεκτείνεται.

Το θέατρο ταξιδεύει από γειτονιά σε γειτονιά για να συναντήσει τους θεατές του, να τους προσκαλέσει στον κόσμο του θεάτρου και να τους μυήσει στη μαγεία του. Το Λεωφορείο ταξιδεύει, κινητοποιεί και ανοίγει νέους δρόμους διαφυγής.

Το 2019 και μετά την επιτυχημένη παρουσίαση της “Αρκούδας” του Άντον Τσέχωφ το περασμένο καλοκαίρι, το Εθνικό Θέατρο και ο ΟΑΣΑ παρουσιάζουν τις Ιστορίες καθ’ οδόν. Πρόκειται για εύθυμες διηγήσεις που αφορούν τις πρώτες προσπάθειες οργάνωσης του ελληνικού κράτους και της πρωτεύουσάς του, τους ανθρώπους, τις συνήθειες και τις παραδόσεις τους.

 

 

Η ιστορία της πρωτεύουσας

Το 1832, βασιλιάς της Ελλάδας ανακηρύσσεται ο πρίγκιπας της Βαυαρίας, Όθων. Ο Όθωνας, που υιοθέτησε την ελληνική ονομασία του ονόματός του και την ελληνική ενδυμασία, μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ελλάδας από το Ναύπλιο στην Αθήνα για ιστορικούς και συναισθηματικούς λόγους κυρίως, μιας και δεν ήταν μεγάλη πόλη.

Συγκεκριμένα, όταν το 1834 η Αθήνα ανακηρύχθηκε επίσημα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, δεν ήταν παρά ένα μικρό χωριό μόλις 5.000 κατοίκων, απλωμένο γύρω από το βράχο της Ακρόπολης. Έμοιαζε τότε η Αθήνα με «αρχαιολογικό κήπο» ερειπίων όπου μισογκρεμισμένα και ερειπωμένα αρχαία, βυζαντινά και μεσαιωνικά κτήρια συνυπήρχαν με τρισάθλιες καλύβες, όπου ζούσαν οι πάμφτωχοι, τότε, Αθηναίοι.

Ο βαρόνος Κωνσταντίνος Μπέλλιος, που ήλθε από τη Βιέννη εκείνη την εποχή, σημείωνε: «Τα σπίτια των Αθηνών, όπερ εις διάστημα ολίγου καιρού έγιναν, εκατασκευάσθησαν με βίαν και άκραν οικονομίαν, με λάσπας και ξύλα και με ασβέστην ασπρισμένα… χωρίς να σκεφθούν οι ανόητοι ότι μήτε πέντε χρόνους δεν θέλουν διατηρηθή, πρέπει να γκρεμισθούν, ότι τα τείχη των μόλις 5 δακτύλων χόντρους έχουν».

Νερό έπαιρναν οι Αθηναίοι από τις βρύσες και τις πηγές που υπήρχαν. Στα 1834, θυμήθηκαν το αρχαίο Αδριάνειο υδραγωγείο, που λειτουργούσε ως το 1730. Το επίσκευασαν και το ξαναχρησιμοποίησαν. Εκεί, συγκεντρώνονταν τα νερά της Πεντέλης και με έναν αγωγό έφταναν στη Δεξαμενή, στο Λυκαβηττό.

Στη νέα πρωτεύουσα όμως, ούτε δημόσιος φωτισμός υπήρχε. Όταν ο ήλιος βασίλευε, η πόλη βυθιζόταν στο σκοτάδι. Στα σπίτια, είχαν τα λυχνάρια. Το 1835, ο δήμος έβαλε δεκαπέντε φανάρια με λάμπες λαδιού σε μερικά κεντρικά σημεία. Ως το 1850, τα φανάρια λαδιού είχαν φτάσει τα 200. Στη συνέχεια, τα αντικατέστησαν με φανάρια πετρελαίου κι από το 1862 με λάμπες φωταερίου. Οι λάμπες πετρελαίου καταργήθηκαν σταδιακά ως το 1873. Από το 1889, άρχισε ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης αλλ’ ως το 1915 ήταν ελάχιστος.

 

 

Οι περιγραφές

Οι περιγραφές όμως είναι πράγματι αποκαρδιωτικές όταν μιλούν για την Αθήνα μετά τις περιπέτειες του απελευθερωτικού πολέμου. Αναφωνεί τον Αύγουστο του 1832 ο Γερμανός ελληνιστής και ο πρώτος καθηγητής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ludwig Ross: «Αυτό δεν είναι αι ιοστεφείς και περίφημοι Αθήναι. Αυτό είναι μονάχα ένας θεόρατος σωρός ερείπια, μια άμορφη […] γκριζωπή μάζα στάχτης και σκόνης, απ’ όπου ξεπροβάλλουν μια δωδεκάδα φοίνικες και κυπαρίσσια, τα μόνα που αντιστέκονται στην καθολική ερήμωση».

Η κατοικία του Αυστριακού πρεσβευτή στην Αθήνα, Prokesch von Osten, οικοδομήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1830, στη σημερινή οδό Φειδίου. Το 1841 περιγράφεται ως απομονωμένο στην «άκρη της πόλης», με θέα στην «πλατιά ερημιά και τα ψηλά βουνά».

Η ανάπτυξη της πόλης των Αθηνών έως τα τέλη τη δεκαετίας του 1870, φαίνεται ανάγλυφα στο χάρτη του Kaupert, που εκδόθηκε το 1881. Παραμένουν ακατοίκητες οι εκτάσεις πέραν του Πολυτεχνείου (Πεδίον του Άρεως, Κυψέλη), πέραν των λόφων του Λυκαβηττού και του Στρέφη, αλλά και πέραν των σημερινών οδών Πλουτάρχου και Ριζάρη, προς τους Αμπελόκηπους. Η Μονή Πετράκη (“Kloster ton Asomaton”) παραμένει απομονωμένη στην εξοχή, ενώ η μελλοντική λεωφόρος Αλεξάνδρας είναι ακόμη μια απότομη ρεματιά.

Τα καλοκαίρια οι λάτρεις της φύσεως Αθηναίοι ταξίδευαν στα μακρινά… Πατήσια, την Κολοκυνθού, τα Σεπόλια, με τα ωραία τους περιβόλια και τα σύννεφα των κουνουπιών. Οι Αμπελόκηποι επίσης και οι άλλοι επίγειοι λουλουδένιοι παράδεισοι της Αττικής δέχονταν όσους ποθούσαν να ζήσουν και ν’ αναπνεύσουν σε περιβάλλον εξωτικό, δρέποντες ευδαίμονας ναρκίσσους, ανύπαρκτους, όμως (φευ), τότε στα τριγύρω χωράφια.

 

 

Προφορική μνήμη

Η παράσταση που σκηνοθετεί Τάσος Πυργιέρης ασχολείται με τη δημόσια ιστορία, δηλαδή με την ιστορία που βρίσκεται γύρω μας. Ερμηνεύει και αναλύει το παρελθόν για να το παρουσιάσει στο θεατρικό κοινό με τρόπο ψυχαγωγικό. Διαμεσολαβήσει ανάμεσα στην αθηναϊκή κοινότητα και το παρελθόν της. Η ιστορία της παλαιάς Αθήνας ξεκινά από το 1834 με την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Οθωμανούς και τελειώνει πριν από το 1940, όταν ξεκινάει ο πόλεμος. Εκεί σταματά γιατί μετά έχουμε τη νεότερη ιστορία.

Ιστοριογραφία, προφορική ιστορία, μνημονικοί τόποι, συνήθειες, απασχόλησαν το σκηνοθέτη και εμπνευστή της παράστασης, που αφού τις σταχυολόγησε τις παρουσίασε με μερικούς εξαιρετικά ενδιαφέροντες και πρωτότυπους τρόπους.

Τότε που τα ειδύλλια των νέων περιορίζονταν σε γλυκοκοιτάγματα. Τότε που οι αρτίστες έρχονταν από το εξωτερικό. Τότε που οι παρεξηγήσεις, τα διπλωματικά επεισόδια στα καφέ σαντάν και τα “κατορθώματα” των θερμόαιμων Αθηναίων ήταν σε ημερήσια διάταξη.

Θαυμαστά “άγνωστα” γεγονότα της εποχής παρουσιάζονται με γλαφυρό και σπινθηροβόλο ύφος. Ιστορίες αξιοπερίεργες, απίθανες, πολιτικές κωμικοτραγικές διαμάχες, σατιρικά ποιήματα του Γεωργίου Σουρή, ευθυμογραφήματα του Βασίλη Αττικού, τραγούδια της εποχής, αφηγήσεις ξένων περιηγητών, καθώς και τραγούδια σε μουσική του Λεό Ραπίτη και στίχους του Μίμη Τραϊφόρου.

Η παράσταση δίνει πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα την περίοδο μετά την ανεξαρτησία της και τις προσπάθειες της ανασύνταξής της, σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.

 

 

Το επάγγελμα του ηθοποιού

Μας μιλά για τη λειτουργία των πρώτων θεατρικών σκηνών, πολύ πριν από την ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου και τα κοινωνικά στερεότυπα που τα καθόριζαν.

Η θεατρική τέχνη, σε κάθε λογής εκδήλωσή της, συνεχίζεται αδιάκοπα. Το θέατρο μεταφέρει τα τσαντίρια του και τα παιχνίδια του από τις δωρικές πολιτείες της αρχαίας Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη των τελευταίων Παλαιολόγων, κι αφού πρώτα θρέψει με τη ζωντανή του παράδοση τις χώρες της Ανατολής και σ’ αντανάκλαση της Δύσης, έρχεται ως “μπουλούκι” και στην Αθήνα.

Το επάγγελμα του ηθοποιού ήταν σε πλήρη ανυποληψία εκείνες τις εποχές. Ακόμα και για τους άνδρες, εθεωρείτο ανήθικο. Για τις γυναίκες, ούτε λόγος να γίνεται. Γι’ αυτό και τα πρώτα χρόνια μετά την Απελευθέρωση, έως το 1842 που βγήκε στη σκηνή η Αικατερίνη Παναγιώτου, η πρώτη επαγγελματίας Ελληνίδα ηθοποιός, τους γυναικείους ρόλους υποδύονταν άνδρες. Βέβαια, οι Αθηναίοι εκείνα τα χρόνια ήταν… μουστακαλήδες. Πώς να ξυρίσουν το μουστάκι τους για τις ανάγκες μιας παράστασης; Επινόησαν, λοιπόν, ένα κόλπο: για να το κρύψουν κάπως, κολλούσαν πάνω του ένα ροζ τσιρότο. Η συγκεκριμένη σκηνή είναι σπιρτόζικη, σαρωτική, με χιούμορ απίστευτο.

Πρωτότυπα, ζωντανά τα σκετς, απεικονίζουν ακριβώς την καθημερινότητα της εποχής. Τις φασαρίες, την αντάρα, τα ξεσηκώματα στις γειτονιές! Τις μπάντες που έπαιζαν στις πλατείες, τα τσάγια που σερβίρονταν στα σαλόνια και τις χοροεσπερίδες που έδιναν και έπαιρναν.

Η σκηνή μέσα στο Λεωφορείο αναδεικνύει με τον πιο εύσχημο και απολαυστικό τρόπο τη σχέση του χθες με το σήμερα. Μια πρωτότυπη, εμπνευσμένη και ευχάριστη παράσταση που συνδυάζει τη γλυκιά μνήμη με την ορμή του αύριο με αφορμή αφηγήσεις, διηγήσεις αλλά και ευθυμογραφήματα του αθηναιογράφου Βασίλη Αττικού.

Το έργο αναδεικνύει τη μικροϊστορία, το θρύλο, το παρασκήνιο, τις φήμες με επιθεωρησιακό τρόπο. Εντυπωσιάζει με την ειλικρίνεια, συναρπάζει με τη ζωντανή εικονοπλασία, παρασύρει σε συμμετοχή και δημιουργεί άμεσες συγκινησιακές καταστάσεις για να δικαιώσει, τελικά, και την αγαθότητα της θεατρικής πρόθεσης και την ιερότητα της Ιστορίας των κοντινών μας προγόνων.

 

 

Οι συντελεστές

Ο σκηνοθέτης Τάσος Πυργιέρης, που εμφανίζεται και ως ηθοποιός, ο εξαίρετος δραματουργός Γιάννης Παναγόπουλος, που επίσης κράτα και ένα ρόλο στην παράσταση, και ο Αλέξης Κωτσόπουλος με τις μουσικές του επιλογές, είχαν την ευφυΐα να εντάξουν το παλιό στο σύγχρονο, χωρίς να τα ξεχωρίσουν δημιουργώντας ένα άψογο αποτέλεσμα.

Δουλειά – κέντημα έκαναν στη σκηνογραφική επιμέλεια η Κατερίνα Κανελλοπούλου αλλά και η Μαρία Τσιώτη στην επιμέλεια των κοστουμιών.

Μπορεί η παράσταση να παίζεται σε ελάχιστα τετραγωνικά, να διαρκεί σχεδόν λιγότερο από μία ώρα αλλά είναι μια θεατρική δουλειά που δίνει σχήμα απτό στην επιθεώρηση, τιμώντας την και αποθεώνοντάς την.

Παράσταση ιδιαίτερης αίσθησης, ιδιαίτερου ταλέντου, ιδιαίτερου θεάματος.

Παράσταση που καθ’ όλη τη διάρκειά της δημιουργεί ευφορία. Επίτευγμα σπάνιο.

Συνεχής ροή, κανένα χάσμα, κανένα απολύτως μπέρδεμα. Αντιθέτως, απόλυτη ευρυθμία.

Όσο για τους ηθοποιούς; Γνήσια χαρισματικοί όλοι τους. Οι Σταύρος Καραγιάννης, Ρένα Κυπριώτη, Γιάννης Παναγόπουλος, Τάσος Πυργιέρης είναι καλλιτέχνες με αμεσότητα, κέφι, μπρίο, ευρηματικότητα, λάμψη, εκρηκτικότητα.

Από τις σπάνιες φορές που μετά το πέρας της παράστασης βλέπω την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων των θεατών.

Αξίζει σε όλους ανεξαιρέτως τους συντελεστές και στο Εθνικό Θέατρο και στον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών (ΟΑΣΑ) και στις Οδικές Συγκοινωνίες (ΟΣΥ) ένας μεγάλος έπαινος για τη διασκέδαση που προσφέρουν στο κοινό.

Οι ιστορίες από την παλιά Αθήνα έχουν κάτι το ζωντανό και πληθωρικό, κάτι το χιουμοριστικό, μυθικό και μεθυστικό που πιστεύω ότι σήμερα το έχουμε ανάγκη. Μη διστάσετε να επιβιβαστείτε στο Θέατρο Express και να παρακολουθήσετε τις “Ιστορίες καθ’ οδόν”. Θα γελάσετε, θα τραγουδήσετε, θα ομορφύνετε.

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία: Τάσος Πυργιέρης

Δραματουργία: Γιάννης Παναγόπουλος

Σκηνογραφική επιμέλεια: Κατερίνα Κανελλοπούλου

Ενδυματολογική επιμέλεια: Μαρία Τσιώτη

Μουσική επιμέλεια: Αλέξης Κωτσόπουλος

Φωτισμοί: Τάσος Πυργιέρης

Δραματολόγος: Ειρήνη Μουντράκη

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Ρούλα Λιανού

Σχεδιασμός κομμώσεων – Περούκες: Ιουλία Συγριμή

Παίζουν οι ηθοποιοί: Σταύρος Καραγιάννης, Ρένα Κυπριώτη, Γιάννης Παναγόπουλος, Τάσος Πυργιέρης

Φωτογράφος παράστασης: Χριστίνα Μπράτουσκα

 

 

  • Οι στάσεις του “Θεάτρου Εxpress” θα ανακοινώνονται στο www.n-t.gr και στο www.oasa.gr.
Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΛεωφορείον Θέατρο Express, η πληθωρική χρονομηχανή με οδηγό τον Τάσο Πυργιέρη!

Related Posts