
“Bread and Butter” Large Still Life of Bread, Butter and Knife on Gray/Tan
2008
Tο βούτυρο είναι λέξη με ετυμολογία ολοφάνερη: σύνθετο από τις λέξεις βους και τυρός, το τυρί της αγελάδας σα να λέμε. Η λέξη «τυρός» είναι ομηρική, αλλά το «βούτυρον» εμφανίζεται τον 5ο αιώνα στον Ιπποκράτη. Γράφει ότι οι Σκύθες παίρνουν αλογίσιο γάλα και: «ἐγχέοντες γὰρ τὸ γάλα ἐς ξύλα κοῖλα σείουσι· τὸ δὲ ταρασσόμενον ἀφριῇ καὶ διακρίνεται, καὶ τὸ μὲν πῖον, ὃ βούτυρον καλέουσιν, ἐπιπολῆς διίσταται τοῦτο, ἐλαφρὸν ἐόν·»
Στο μεσογειακό κλίμα, το βούτυρο ήταν δύσκολο να διατηρηθεί χωρίς να χαλάσει και το βούτυρο οι αρχαίοι το είχαν κυρίως για λιπαντικό ή για φαρμακευτική χρήση και όχι για τρόφιμο -μαγείρευαν με λάδι άλλωστε. Τη χρήση του για τρόφιμο την ήξεραν από τους βορειότερους λαούς. Ο κωμικός Αναξανδρίδης αποκαλεί «άνδρας βουτυροφάγους» τους Θράκες, ενώ ο Πλίνιος έλεγε πως το βούτυρο είναι η εκλεκτότερη τροφή που έχουν οι βάρβαροι.
Παρόλο όμως που το βούτυρο δεν ήταν πολύ της μόδας στην αρχαιότητα, η ελληνική λέξη πέρασε στα λατινικά, ως butyrum και από εκεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες: butter στα αγγλικά, Butter στα γερμανικά, beurre στα γαλλικά, burro στα ιταλικά, buter στα ολλανδικά. (Από τα λατινικά και το βούτυρο προέρχεται και η ρίζα βουτ- των χημικών ενώσεων, βουτάνιο και δεν συμμαζεύεται, λόγω του βουτυρικού οξέος).
Στις σκανδιναβικές γλώσσες, είναι smor ή κάπως έτσι, ας πούμε smör στα σουηδικά, όπου smörgas είναι το βουτυρωμένο ψωμί και smörgasbord το κρύο εκείνο πιάτο με βουτυρωμένο ψωμί που έχει πάνω την Άρτα και τα Γιάννενα. Στις σλάβικες γλώσσες είναι maslo ή κάπως έτσι, ενώ στα ισπανικά είναι mantequilla (και στα πορτογαλικά manteiga), που θυμίζει τη μαντέκα που είχαν οι μάγκες του 1920 για να καλλωπίζουν το μουστάκι τους.
Και τώρα πάντως το βούτυρο φέρνει στο νου εικόνες μαλθακότητας ή τρυφής όπως δείχνουν τα σύνθετα βουτυρόπαιδο ή βουτυρομπεμπές. Στα φρασεολογικά, λέμε «είναι βούτυρο στο ψωμί του» για κάτι που ενισχύει τη θέση κάποιου, που διευκολύνει τα σχέδιά του -ας πούμε, η διένεξη ανάμεσα στα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι βούτυρο στο ψωμί της κυβέρνησης.
Η έκφραση αυτή ίσως είναι δάνειο από κάποια ξένη γλώσσα, πάντως στη φρασεολογία μας δεν έχουμε άλλες αναφορές στο βούτυρο -ενώ σε άλλες γλώσσες βρίσκουμε περισσότερες, ας πούμε στα γαλλικά: avoir le beurre et l’argent du beurre είναι το ισοδύναμο του «την πίτα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο», mettre du beurre dans les épinards (βάζω βούτυρο στο σπανάκι μου) σημαίνει βελτιώνεται η οικονομική μου κατάσταση, fondre comme du beurre (λιώνω σα βούτυρο) εξαφανίζομαι, χάνομαι, l’assiette au beurre (το πιάτο με το βούτυρο) η πηγή εισοδημάτων, faire son beurre (κάνω το βούτυρό μου) βγάζω κέρδη, συχνά παράνομα, και άλλες πολλές.
Δίπολο «βούτυρο – όπλα»
Το δίπολο «βούτυρο – όπλα» εμφανίζεται συχνά στις συζητήσεις για την ιεράρχηση των δαπανών. Κατά σύμπτωση, πριν από κάποιες μέρες, ο Ισπανός υπουργός Γεωργίας, Luis Planas λέγεται, αρνήθηκε ότι τίθεται τέτοιο δίλημμα, αφού είπε No hay que elegir entre cañones y mantequilla (Δεν μπαίνει ζήτημα να διαλέξουμε ανάμεσα σε κανόνια ή βούτυρο).
Αλλά η πιο διάσημη ιστορικά αναφορά ήταν από τον Χέρμαν Γκέρινγκ, τον υπουργό των Ναζί, ο οποίος το 1935, σε λόγο του στο Αμβούργο, δήλωσε: «Erz hat stets ein Reich stark gemacht, Butter und Schmalz haben höchstens ein Volk fett gemacht.», δηλαδή «Το μετάλλευμα πάντοτε κάνει δυνατά τα κράτη, το βούτυρο και το λίπος το πολύ πολύ να κάνουν χοντρό τον λαό». Ο ίδιος βέβαια είχε ένα όχι ευκαταφρόνητο περιτύπωμα, αλλά αυτά τα έλεγε για τους άλλους.
Ο αντιφασίστας Τζον Χάρτφελντ (ήταν Γερμανός, λεγόταν Helmut Herzfeld) έφτιαξε μια (τελικά προφητική) αφίσα, με μια γερμανική οικογένεια που γευματίζει τρώγοντας ατσάλινα σύνεργα. «Ζήτω, το βούτυρο τελείωσε!».
Από την άλλη, όταν εμπορεύεσαι όπλα ή παίρνεις μίζες από όπλα, οι εξοπλισμοί είναι βούτυρο στο ψωμί σου, όλοι το ξέρουν αυτό.


Σύμβολο πολιτισμού και ταυτότητας




