La Nouvelle Vague: Το κίνημα που έφερε την επανάσταση στην 7η τέχνη

Το Γαλλικό Νέο Κύμα (γαλλικά: La Nouvelle Vague) ήταν ένα κινηματογραφικό κίνημα το οποίο εκδηλώθηκε τη δεκαετία του 1960 στη Γαλλία και θεωρείται ευρέως το πιο διάσημο και σημαντικό κίνημα στην ιστορία του κινηματογράφου.

Το Νέο Κύμα άρχισε το 1959 και συνέχισε στη δεκαετία του 1960, με πολλούς να διαφωνούν για το πότε ακριβώς τελείωσε. Κύρια χαρακτηριστικά του Κύματος ήταν η εναντίωση στην εμπορευματοποίηση του κινηματογράφου και η απελευθέρωση της κινηματογράφησης, από τα καθιερωμένα της πλαίσια. Για να προσδώσουν μία μεγαλύτερη φυσικότητα στις ταινίες τους, οι σκηνοθέτες τις γύριζαν σε εξωτερικό χώρο και με πραγματικό φωτισμό. Οι ταινίες του Νέου Κύματος επαναστατοποίησαν την Έβδομη Τέχνη, εδραιώνοντας διάφορες ριζοσπαστικές τεχνικές, και η επιρροή του κινήματος στον παγκόσμιο κινηματογράφο είναι ασυναγώνιστη.

Σημαντικό κομμάτι του κινήματος ήταν και η Θεωρία του Auteur, η οποία υποστήριζε ότι ένας σκηνοθέτης πρέπει να έχει πλήρη έλεγχο σε μια ταινία, όπως ο συγγραφέας σε ένα βιβλίο. Το Νέο Κύμα γέννησε μερικούς από τους πιο αναγνωρισμένους σκηνοθέτες όλων των εποχών, καθώς και ταινίες που συχνά αναγνωρίζονται ως ανάμεσα στις καλύτερες όλων των εποχών.

Το Cahiers du Cinema

Το Νέο Κύμα γεννήθηκε όταν πέντε κριτικοί ταινιών οι οποίοι δούλευαν για το περιοδικό Cahiers du Cinema εκδήλωσαν αγανάκτηση σχετικά με την κατάσταση του Γαλλικού Κινηματογράφου, και συγκεκριμένα με την πεζότητα και έλλειψη καινοτομίας που επιδείκνυε. Έτσι, αυτοί οι κριτικοί αποφάσισαν να σκηνοθετήσουν ταινίες οι ίδιοι, ώστε να ανατρέψουν το κινηματογραφικό κατεστημένο της εποχής. Οι πέντε αυτοί σινεφίλ οι οποίοι μετατράπηκαν σε σκηνοθέτες και οι οποίοι έδρασαν ως οι πυλώνες του κύματος ήταν οι Φρανσουά Τριφό, Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Ερίκ Ρομέρ, Ζακ Ριβέτ και Κλοντ Σαμπρόλ.

 

 

Η Αριστερή Όχθη και η Δεξιά Όχθη

Πέρα από τους κριτικούς του Cahiers du Cinema, πολλοί άλλοι Γάλλοι σκηνοθέτες επίσης έφτιαξαν ριζοσπαστικές ταινίες την ίδια χρονική περίοδο και άρα συχνά θεωρούνται μέλη του κινήματος. Μια σημαντική ομάδα από τέτοιους σκηνοθέτες ήταν το λεγόμενο Left Bank (Αριστερή Όχθη, όπου Δεξιά Όχθη είναι η ομάδα του Cahiers du Cinema). Σε σχέση με τη Δεξιά Όχθη, οι σκηνοθέτες της Αριστερής Όχθης ήταν λιγότερο τρελαμένοι με τον κινηματογράφο και τον έβλεπαν σαν όμοιο με άλλες τέχνες, όπως η λογοτεχνία. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν υπήρχε πραγματικά έχθρα ανάμεσα στις δύο ομάδες, καθώς υποστήριζαν η μία την άλλη. Η Αριστερή Όχθη απαρτιζόταν από τους Αλέν Ρενέ, Ανιές Βαρντά, Ζακ Ντεμί, Κρις Μαρκέρ και Ενρί Κολπί.

Άλλοι σκηνοθέτες που συχνά συσχετίζονται με το Νέο Κύμα είναι οι Ζαν-Πιερ Μελβίλ, Λουί Μαλ κ.λπ. Υπάρχει διαφωνία για το ποιοι σκηνοθέτες πρέπει να θεωρούνται μέλη του κινήματος: ενώ ο Φρανσουά Τριφό κυκλοφόρησε μια λίστα με 162 σκηνοθέτες που είχαν κάνει το ντεμπούτο τους μετά το 1959 και εξ ου μπορούσαν να θεωρηθούν μέλη, ο συνάδελφός του Ζαν-Λικ Γκοντάρ διαφώνησε, ισχυριζόμενος ότι τα μόνα μέλη του Νέου Κύματος ήταν η ομάδα του Cahiers du Cinema.

Επιρροές του κινήματος ήταν ο ιταλικός νεορεαλισμός, το κλασικό Χόλιγουντ, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, το φιλμ νουάρ και άλλα. Μεταξύ των ταινιών που το όρισαν ή που θεωρούνται σταθμός του είδους είναι το Τα 400 χτυπήματα (1959) του Φρανσουά Τριφό, το Χιροσίμα Αγάπη μου (1959) του Αλέν Ρενέ, το Με κομμένη την ανάσα (1960) του Ζαν-Λικ Γκοντάρ κ.ά.

 

 

Είχε προηγηθεί η Βαρντά

Ο Άθως Δημουλάς έχει γράψει στην “Καθημερινή”:

Είναι το καλοκαίρι του 1954 και η 26χρονη Ανιές Βαρντά, έχοντας ήδη υιοθετήσει το ισόβιο χαρακτηριστικό της κούρεμα, ταξιδεύει στις μεσογειακές ακτές της Γαλλίας, και συγκεκριμένα στη μικρή πόλη Σετ, αφήνει για λίγο τη φωτογραφική της μηχανή και στέκεται πίσω από μια κάμερα. Για τα έξοδα της ταινίας (υπολογίζεται ότι δεν χρειάστηκε περισσότερα από 14.000 δολάρια) χρησιμοποίησε ένα μικρό ποσό που είχε αποταμιεύσει από μια κληρονομιά και δανείστηκε χρήματα από φίλους, καταφέρνοντας έτσι να δημιουργήσει αυτό που σήμερα θεωρείται το πρώτο κεφάλαιο μιας από τις συναρπαστικότερες ιστορίες του παγκόσμιου σινεμά, της Νουβέλ Βαγκ. Γιατί, πριν εμφανιστεί ο Τριφό, ο Γκοντάρ και ο Ρομέρ, είχε προηγηθεί η Βαρντά και το θρυλικό πρώτο της φιλμ «La Pointe Courte».

Στην ταινία παρακολουθούμε δύο μεταξύ τους ανεξάρτητες ιστορίες (η Βαρντά είχε επηρεαστεί από τα «Άγρια φοινικόδεντρα» του Φόκνερ): την πορεία μιας ερωτικής σχέσης και τη ζωή κάποιων ψαράδων. Η τεχνική της αφήγησής της ήταν πρωτοποριακή, ωστόσο αυτό που πρωτίστως πιστώθηκε στη νεαρή σκηνοθέτιδα ήταν η δύναμη των πλάνων της και η ικανότητά της να μεταφέρει το συναίσθημα μέσα από τις εικόνες και τη διαδοχή τους.

Η Βαρντά παρέμεινε δημιουργική και δραστήρια μέχρι που έφυγε από τη ζωή, στα 90 της χρόνια. Σε μια συνέντευξή της στον Guardian, λίγους μήνες πριν από το τέλος της, είχε πει: «Θα ήθελα ο κόσμος να με θυμάται ως μια σκηνοθέτιδα που απόλαυσε τη ζωή, ακόμα και τον πόνο».

 

 

Μια σπουδαία ομάδα

Κατά κανόνα έχουμε στο μυαλό μας τους σκηνοθέτες της νουβέλ βαγκ ως μια συμπαγή ομάδα και ήταν όντως ομάδα, μια σπουδαία ομάδα. Μόνο που τα μέλη της είχαν διαφορετικές καταβολές το ένα σε σχέση με το άλλο, εμπνέονταν από διαφορετικά πράγματα και ως δημιουργικές μονάδες δεν είχαν ταύτιση.

Είχαν όμως κοινά χαρακτηριστικά και αυτά έπαιξαν ρόλο στην ανάπτυξη του Νέου Κύματος. Ανάμεσά τους η θεωρητική δουλειά του περιοδικού «Cahiers du Cinema», από το οποίο ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους ως κριτικοί κινηματογράφου ο Κλοντ Σαμπρόλ, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, ο Ερίκ Ρομέρ και βεβαίως ο Φρανσουά Τριφό. Εκεί, στα «Cahiers», η νιότη ήταν σκληρή και αφοριστική. Στο στόχαστρο των νεαρών δαιμόνων της κριτικής βρέθηκε το «σινεμά του μπαμπά» («cinemadupapa»), όπως ήταν το παρατσούκλι που χρησιμοποιούσαν για τον εμπορικό κινηματογράφο της Γαλλίας διαγράφοντας παλιούς εκπροσώπους του όπως ο Αντρέ Καγιάτ, ο Αντρέ Ινεμπέλ, ο Ανρί Ζορζ Κλουζό και ο Κλοντ Οτάν Λαρά.

Την ίδια ώρα όμως τα παιδιά του Νέου Κύματος θαύμαζαν την ανεξάρτητη πορεία των επίσης παλαιότερων Γάλλων Ζαν Ρενουάρ, Ζακ Τατί, Ρομπέρ Μπρεσόν και Ζαν Κοκτό. Εκτιμούσαν τον ιταλικό νεορεαλισμό της δεκαετίας του 1950 (αγαπημένος τους ήταν ο Ρομπέρτο Ροσελίνι). Λάτρευαν τον Άλφρεντ Χίτσκοκ και ανακάλυπταν εκ νέου τον κλασικό αμερικανικό κινηματογράφο σκηνοθετών, όπως ο Τζον Φορντ, ο Χάουαρντ Χοκς, ο Ραούλ Γουόλς και ο Μάικλ Κερτίζ.

Διαφορετική φιλοσοφία

Τρανταχτό παράδειγμα της διαφορετικής φιλοσοφίας των σκηνοθετών της νουβέλ βαγκ αποτελούν οι εμβληματικοί ηγέτες του Νέου Κύματος, ο Τριφό και ο Γκοντάρ. Τα «400 χτυπήματα», η ιστορία του 13χρονου Αντουάν (Ζαν Πιερ Λεό) που προσπαθεί να το σκάσει από το αναμορφωτήριο όπου έχει καταλήξει, είναι ένας «λερωμένος» καθρέφτης της προεφηβείας του σκηνοθέτη. Το 1945 ο ίδιος ο Τριφό βρισκόταν στην ηλικία του Αντουάν και όπως αργότερα εξομολογήθηκε: «Ήμουν ανυπόμονος να μεγαλώσω, να μπορώ να κάνω όλα τα απαγορευμένα πράγματα, χωρίς κανείς να με τιμωρεί…». Ο Τριφό δεν ταύτιζε τους δικούς του γονείς με τους σκληρούς γονείς του Αντουάν αλλά, σύμφωνα με τον μελετητή του Καρλ Χάνσερ Φέρλανγκ, η αλήθεια ήταν διαφορετική: Στα 16 ο Τριφό εισήχθη σε ίδρυμα για «δύσκολα» παιδιά, απ’ όπου τον έσωσε ο Αντρέ Μπαζέν, συνεκδότης των «Cahiers du Cinema», ο οποίος τον έπεισε να ασχοληθεί με τον προγραμματισμό προβολών. Μέσω αυτού ο Τριφό γνώρισε την παρέα του μελλοντικού Νέου Κύματος (σ.σ.: τα «400 χτυπήματα» είναι αφιερωμένα στον Μπαζέν).

Αντιθέτως, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, που γεννήθηκε στο Παρίσι στις 3 Δεκεμβρίου του 1930, ήταν γόνος μεγαλοαστικής γαλλοελβετικής οικογένειας. Ο γιατρός πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης κλινικής και η μητέρα του προερχόταν από οικογένεια εύπορων Ελβετών τραπεζιτών. Ο Γκοντάρ απέκτησε την ελβετική υπηκοότητα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το 1949 βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης σπουδάζοντας εθνολογία. Όπως έχει συμβεί με πολλούς καλλιτέχνες, τα πανεπιστημιακά χρόνια ήταν και για τον Γκοντάρ τα χρόνια των μεγάλων αποφάσεων. Ο κινηματογράφος άρχισε να του κεντρίζει το ενδιαφέρον και οι επισκέψεις στα cine clubs του Καρτιέ Λατέν ή στην Ταινιοθήκη του Παρισιού ήταν περισσότερες από εκείνες με την τάξη του. Έτσι επήλθε η γνωριμία του με τον Φρανσουά Τρυφό, τον Ζακ Ριβέτ, τον Ερίκ Ρομέρ και βεβαίως τον Αντρέ Μπαζέν.

Στην περίπτωση των Γκοντάρ – Τριφό όμως υπήρξε μια μεγάλη, μυστηριώδης διαμάχη, στην οποία ρίχνει φως το ντοκιμαντέρ «Les deux de la vague» («Οι δύο του κύματος») του Εμανουέλ Λοράν.

Πάντως στη δύση της δεκαετίας του 1950, γεννήθηκε η νουβέλ βαγκ, αν και το παράξενο είναι ότι ακόμη δεν μπορούμε να πούμε πότε ακριβώς αρχίζει και πότε ακριβώς τελειώνει. Πολλοί θεωρούν πρώτη ταινία του Νέου Κύματος, εκτός από το «Pointe Court» της Ανιές Βαρντά, το «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» του Ροζέ Βαντίμ, δύο ταινίες του 1956. Η πρώτη όμως πέρασε εντελώς απαρατήρητη, ενώ η δεύτερη έκανε τόσο πολύ θόρυβο λόγω της Μπριζίτ Μπαρντό, που αναπόφευκτα φαινόταν ξένο σώμα δίπλα στις μεταγενέστερες ταινίες του Νέου Κύματος.

Η ειρωνεία είναι ότι με την «Περιφρόνηση» (1963) του Γκοντάρ, μία επταετία αργότερα, η Μπαρντό θα γινόταν μία από τις μούσες της νουβέλ βαγκ (η Άνα Καρίνα ήταν μια άλλη), όπως ο Ζαν Πολ Μπελμοντό έγινε το απόλυτο παλικάρι της με το «Με κομμένη την ανάσα» και τον «Τρελό Πιερό», επίσης του Γκοντάρ.

 

 

Στο θολό τοπίο της αφετηρίας υπάρχει επίσης η περίπτωση του Λουί Μαλ που γύρισε το «Ασανσέρ για δολοφόνους» το 1958, την ίδια δηλαδή χρονιά που ο Κλοντ Σαμπρόλ γύρισε τον «Ωραίο Σέργιο». Η αλήθεια όμως είναι ότι μόνο όταν εμφανίστηκε η διπλή επιτυχία των «400 χτυπημάτων» και του «Χιροσίμα, αγάπη μου», η οποία ακολουθήθηκε από το «Με κομμένη την ανάσα», κριτικοί και κοινό άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι κάτι ριζικά άλλαζε στον γαλλικό κινηματογράφο και ότι η Γαλλία γινόταν το κέντρο της κινηματογραφικής ανανέωσης.

Μετά τον Μάη του ’68 τα παιδιά είχαν πια μεγαλώσει, η αθωότητα είχε χαθεί, οι δρόμοι είχαν χωρίσει. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι εκπρόσωποι της νουβέλ βαγκ υποχώρησαν σε συμβάσεις ή ανακάλυψαν αυτό που στην πραγματικότητα ήταν. Όχι βέβαια ο Γκοντάρ. Αρκεί να ρίξεις μια ματιά στην πρόσφατη ταινία του, «Filmsocialism», και θα δεις ότι ο άνθρωπος παραμένει αμετανόητος!

Αλλά οι τελευταίες ταινίες του Τρυφό έμοιαζαν περισσότερο με τις ταινίες που ο ίδιος είχε απορρίψει νεότερος. Το θέμα είναι ότι το Νέο Κύμα άφησε πίσω του πλούσια κληρονομιά και κυρίως άσκησε τεράστια επιρροή στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Ψήγματά του δεν έχουν σταματήσει να εμφανίζονται σε αμερικανικές ταινίες, είτε εκείνης περίπου της εποχής («Μπόνι και Κλάιντ» του Αρθουρ Πεν) είτε σε μεταγενέστερες («Pulpfiction» του Κουέντιν Ταραντίνο).

Το Νέο Κύμα θέσπισε μια πρωτόγνωρη, επαναστατική κινηματογράφηση. Η κάμερα βρέθηκε για πρώτη φορά κυρίως στο χέρι και η κίνησή της ήταν αδιάκοπη, με μεγάλης διάρκειας πλάνα, γυρίσματα σε εξωτερικούς χώρους, φυσικό φωτισμό και αυτοσχεδιασμούς στους διαλόγους. Και για πρώτη φορά τα πρόσωπα που άρχισαν να αναδεικνύονται δεν ήταν μόνο ηθοποιοί, αλλά και σκηνοθέτες όπως και τεχνικοί που συνέβαλαν στην απελευθέρωση της κινηματογραφικής γλώσσας από τα δεσμά της.

(Από δημοσίευση στο BHMagazino, τεύχος 508, σελ. 42-47, 11/07/2010)

 

 

Ταινιοθεραπεία

Με αφορμή τα πρόσφατα γενέθλια του Ζαν-Λικ Γκοντάρ ακολουθεί η βασική φιλμογραφία του «νέου κύματος», από τον Μπάμπη Ακτσόγλου (αρχείο του ΣΙΝΕΜΑ). Κρατήστε σημειώσεις και ετοιμαστείτε για ταινιοθεραπεία:

  • «Ο Ωραίος Σέργιος» (Le Βeau Serge,1958) του Κλοντ Σαμπρόλ, με τους Ζεράρ Μπλεν, Ζαν—Κλοντ Μπριαλί, Μπερναντέτ Λαφόν

Ένας Παριζιάνος που επιστρέφει στη γενέτειρά του, ένα χωριό στην Κρεζ, προσπαθεί να βοηθήσει έναν παλιό του φίλο ο οποίος έχει γίνει αλκοολικός. Ο Σαμπρόλ γύρισε την πρώτη του αυτή ταινία χάρη σε μια κληρονομιά. Ρεαλιστική απεικόνιση της γαλλικής επαρχίας το χειμώνα, απόλυτη σκηνοθετική δεξιοτεχνία, χριστιανικό φινάλε! Η πρώτη «επίσημα καταχωρισμένη ταινία της νουβέλ βαγκ.

  • «Οι Εραστές» (Les Amants, 1958) του Λουί Μαλ, με τους Ζαν Μορό, Αλέν Κινί, Ζαν-Μαρκ Μπορί

Η σύζυγος ενός μεγαλοεκδότη έχει μια πρόσκαιρη παράνομη σχέση μ’ ένα νέο που γνωρίζει στο δρόμο. Ο Μαλ, ξεκινώντας από μια συνηθισμένη ιστορία μοιχείας, κάνει μια ταινία όπου η ελευθερία του έρωτα γίνεται πράξη επαναστατική και οδηγεί στη συνειδητοποίηση. Προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο στην εποχή της, αλλά και το θαυμασμό του Τριφό που έγραψε: «Ο Λουί Μαλ σκηνοθέτησε την πρώτη ερωτική νύχτα του κινηματογράφου»!

  • «Τα Ξαδέλφια» (Les Cousιns, 1959) του Κλοντ Σαμπρόλ με τους Ζεράρ Μπλεν, Ζαν Κλοντ Μπριαλί, Κλοντ Σερβάλ

Ο ανταγωνισμός (μέχρι θανάτου) ανάμεσα σ’ έναν επαρχιώτη και το Δον Ζουάν ξάδελφό του, φοιτητές και οι δύο της Νομικής. Μια μεγάλη εμπορική επιτυχία που ο Γκοντάρ παρουσίασε με τα εξής λόγια: «Τα Ξαδέλφια θα είναι μια συγκινητική ταινία που θα σας αποσπάσει από τα αγαθά αυτού του κόσμου, μια ταινία ψεύτικη που θα σας πει τις τέσσερις αλήθειές της, μια ταινία ατέλειωτου κενού, άρα βαθιά»!

  • «Χιροσίμα, Αγάπη Μου» (Hiroshima Μοn Amour, 1959) του Αλέν Ρενέ, με τους Εμανουέλ Ριβά, Εϊτζι Οκάντα

Μια Γαλλίδα ηθοποιός γνωρίζει έναν Ιάπωνα αρχιτέκτονα στη Χιροσίμα και ζει για 24 ώρες έναν τρελό έρωτα μαζί του. Για την ηρωίδα του Ρενέ, ο έρωτας είναι ενιαίος και αδιαίρετος. Η νέα σχέση που ταράζει τη ζωή της ανακαλεί εικόνες από την ερωτική ιστορία της μ’ ένα Γερμανό στρατιώτη στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, στην πόλη Νεβέρ. Το παρελθόν της ηρωίδας συναντά το παρελθόν της Χιροσίμα: η πόλη βιώνει το τραύμα του πυρηνικού ολέθρου, η ηρωίδα κουβαλάει την τραυματική εμπειρία ενός έρωτα που διακόπηκε βίαια στο παρελθόν. Σε σενάριο Μαργκερίτ Ντιράς, η πιο αριστουργηματική ταινία της νουβέλ βαγκ, οι μορφικές καινοτομίες της οποίας κάλλιστα συγκρίνονται με τον «Πολίτη Κέιν».

  • «Τα 400 Χτυπήματα» (Les 400 Coups, 1959) του Φρανσουά Τριφό, με τους Ζαν-Πιερ Λεό, Αλμπέρ Ρεμί, Κλερ Μοριέ

Η δύσκολη προ-εφηβεία του 12χρονου Αντουάν Ντουανέλ, ο οποίος νιώθει να πνίγεται ανάμεσα στο σχολείο και την οικογενειακή ζωή. Μια τρυφερή ταινία που μιλά για τα τραύματα της πρώιμης εφηβείας, τον πόθο της ελευθερίας, τις αυθαιρεσίες της αυταρχικής εκπαίδευσης, την αγάπη του σινεμά. Η πρώτη μεγάλη εμπορική επιτυχία της νουβέλ βαγκ.

  • «Με Κομμένη την Ανάσα» (Α Bout De Souffle, 1959) του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, με τους Ζαν-Πολ Μπελμοντό, Τζιν Σίμπεργκ

Ο Μισέλ Πουακάρ σκοτώνεις χωρίς προφανή λόγο έναν αστυνομικό. Βρίσκει καταφύγιο στο διαμέρισμrα μιας Αμερικανίδας σταρ στο Παρίσι και έχει μια σύντομη σχέση μαζί της. Η πρώτη ταινία του Ζαν-Λικ Γκοντάρ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απελευθέρωση της κινηματογραφικής γλώσσας από τις συμβάσεις της κλασικής φιλμικής δραματουργίας. Γυρίστηκε με αυτοσχέδιους διαλόγους και λήψεις και διαπνέεται από ένα γνήσιο αναρχικό συναίσθημα, τόσο σε θεματικό όσο και μορφικό επίπεδο. Ο Ζαν Πολ Μπελμοντό έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς σινεφίλ που την άγγιξε ο ρομαντικός μηδενισμός του ήρωα, αλλά και η ανεμελιά με την οποία αντιμετωπίζει τα θέματα του έρωτα ή του θανάτου.

  • «Η Ζαζί στο Μετρό» (Zazίe Dans Le Metro, 1960) του Λουί Μαλ, με τους Φιλίπ Νουαρέ, Κατρίν Ντεμονζό, Ανί Φρατελίνι

Μια δεκάχρονη επαρχιωτοπούλα ανακαλύπτει το Παρίσι και τους κατοίκους του, μένοντας λίγο καιρό στου θείου της. Πάνω σ’ αυτό το θέμα της εξερεύνησης ενός νέου κόσμου από ένα αθώο μάτι, ο Μαλ κάνει μια αλληγορία της καταστροφής, δίνοντας μια αποκαλυπτική εικόνα της ξέφρενης ζωής και της τρέλας της μεγαλούπολης.

  • «Ζιλ και Τζιμ (Jules et Jim, 1961) του Φρανσουό Τριφό, με τους Ζαν Μορό, Όσκαρ Βέρνερ, Ανρί Σερ

Ο Ζιλ και ο Τζιμ, φίλοι και διανοούμενοι, μοιράζονται από κοινού την αγάπη τους για την Κατρίν στη Γαλλία του 1914. Ίσως η ομορφότερη ταινία του Τριφό, ο οποίος έλεγε γι’ αυτήν: «Συναντάμε δύο θέματα: της φιλίας και της αδυναμίας της τριαδικής σχέσης. Η άποψη της ταινίας είναι ότι το ζευγάρι δεν είναι μια έννοια απόλυτα ικανοποιητική, αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση πέρα απ’ αυτήν».

  • «Λόλα» (Lola, 1961) του Ζακ Ντεμί, με τους Ανούκ Εμέ, Μαρκ Μισέλ

Μια χορεύτρια του καμπαρέ περιμένει εδώ και δέκα χρόνια την επιστροφή του πρώην εραστή της, με τον οποίο έχει ένα παιδί εν αγνοία του. Ο Ραούλ Κουτάρ, μόνιμος διευθυντής φωτογραφίας του Γκοντάρ, φωτογραφίζει μια μυθική Νάντη και μια εξίσου μυθική Ανούκ Εμέ. Όσο για τον Ντεμί, υπογράφει ένα γνήσιο μελό με θέμα τις συμπτώσεις που καθορίζουν τελικά τη ζωή των ηρώων του.

  • «Πέρσι στο Μαρίενμπαντ» (L’ Annee Derniere A Marienbad, 1961) του Αλέν Ρενέ, με τους Ντελφίν Σεϊρίνγκ, Τζόρτζιο Αλμπερτάτζι

Πάνω στο σενάριο του Αλέν Ρομπ Γκριγιέ στηρίζεται μια συνεχώς αναιρούμενη αφήγηση, όπου έχει καταλυθεί ο χρόνος, όπως και τα όρια ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό. Η πιο εγκεφαλική ταινία της νουβέλ βαγκ.

  • «Το Παρίσι μας Ανήκει» (Paris Nous Appartient, 1961) του Ζακ Ριβέτ, με τους Τζιάνι Εσπόζιτο, Ζαν-Κλοντ Μπριαλί, Φρανσουάζ Πρεβό

Μια παρέα νεαρών διανοούμενων προσπαθεί να λύσει το μυστήριο του θανάτου ενός φίλου τους. Αυτοκτονία ή δολοφονία από μια φασιστική οργάνωση; Μια από τις σημαντικότερες ταινίες της νουβέλ βαγκ, η οποία επιχειρεί να καταγράψει την υπαρξιακή αγωνία της προοδευτικής παρισινής νεολαίας την περίοδο του πολέμου της Αλγερίας.

  • «Η Κλεό από τις Πέντε ως τις Εφτά» (Cléo de 5 à 7, 1962) της Ανιές Βαρντά, με την Κορίν Μαρσάν

Δύο ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας που περιμένει το αποτέλεσμα κάποιων ιατρικών εξετάσεων. Μαθαίνει τελικά ότι έχει καρκίνο, ενώ μόλις γνώρισε ένα νεαρό στρατιώτη που πρόκειται να φύγει στον πόλεμο της Αλγερίας. Γυρισμένο εξ ολοκλήρου στους δρόμους του Παρισιού, ένα συγκινητικό ποίημα για τον έρωτα και το θάνατο, από την πιο «ντοκιμαντερίστρια» της νουβέλ βαγκ.

  • «Ζούσε τη Ζωή της» (Vivre sa Vie, 1962) του Ζαν Λικ Γκοντάρ, με την Άνα Καρίνα

Η ιστορία μιας πωλήτριας που γίνεται πόρνη. Η Άννα Καρίνα, στο ρόλο της γυναίκας που πουλά το σώμα της αλλά διατηρεί καθαρή την ψυχή της, μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από ταινία του Καρλ Ντράγιερ. Από τις ομορφότερες ταινίες του Γκοντάρ της πρώτης περιόδου.

  • «Η Περιφρόνηση» (Le Mepris, 1963) του Ζαν Λικ Γκοντάρ, με τους Μπριζίτ Μπαρντό, Μισέλ Πικολί, Φριτς Λανγκ, Τζακ Πάλανς

Ένας σεναριογράφος και η νεαρή γυναίκα του μοιάζουν να είναι ευτυχισμένο ζευγάρι. Όμως, έπειτα από ένα επεισόδιο με έναν παραγωγό, η σύζυγος αρχίζει να περιφρονεί τον άνδρα της. Μόνο ο Γκοντάρ θα τολμούσε να πάρει την Μπε-Μπε, ένα μυθιστόρημα του Μοράβια και τον Φριτς Λανγκ αυτοπροσώπως και να κάνει μια γνήσια τραγωδία με θέμα το ίδιο το σινεμά.

  • «Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει» (Le Feu Follet, 1964) του Φρανσουά Τριφό, με τους Ζαν Ντεζεγί, Φρανσουάζ Ντορλεάκ, Νέλι Μπενεντέτι

Ο έρωτας ενός παντρεμένου για μια αεροσυνοδό και η οργισμένη αντίδραση της γυναίκας του. Αν και πρόκειται για μια ιστορία που ο Τριφό δανείστηκε από την επικαιρότητα, παραμένει μια ολότελα προσωπική ταινία του. Ωστόσο, η κριτική της εποχής κατηγόρησε τον Τριφό ότι πρόδωσε τη νουβέλ βαγκ για να κάνει «σινεμά ποιότητας».

  • «Ο Τρελός Πιερό» (Pierrot Le Fou, 1965) του Ζαν Λικ Γκοντάρ, με τους Ζαν Πολ Μπελμοντό, Άνα Καρίνα, Ζαν Πιερ Λεό

Ένας αναρχικός ύμνος για μια γενιά που βιώνει ένα ανάλογο υπαρξιακό αδιέξοδο με τους ήρωες του Καμί, αλλά διαφέρει από τον Ξένο» στο ότι οι αυτοκαταστροφικές δυνάμεις της έχουν το χάρισμα να είναι δημιουργικές. Κι αυτό γιατί οι ήρωες του Γκοντάρ θέτουν συνεχώς ερωτήματα για τον κόσμο, τη ζωή, τα συναισθήματα, την πολιτική, την Τέχνη, το σινεμά. Ερωτήματα που δε βρίσκουν πάντοτε την απάντησή τους, αλλά που συχνά οδηγούν τους ήρωες σε στιγμές έκστασης (όπως όταν στο τέλος ανακαλύπτουν ότι «η αιωνιότητα είναι η θάλασσα που ενώνεται με τον ήλιο»). Ο λυρισμός, η απόλυτη ελευθερία έκφρασης στη γραφή, η αναρχική θεώρηση των πραγμάτων, οι υπέροχοι αυτοσχεδιασμοί του ζεύγους Μπελμοντό – Καρίνα, κάνουν τον «Τρελό Πιερό» την πιο χαρακτηριστική ταινία της νουβέλ βαγκ, έστω κι αν γυρίστηκε προς το τέλος της.

  • «Η Συλλέκτρια» (La Collectioneuse, 1966) του Ερίκ Ρομέρ, με τους Πατρίκ Μποσό, Αϊντέ Πολιτόφ, Ντανιέλ Πομερέλ

Το πορτρέτο μιας ελεύθερης κοπέλας που «συλλέγει» άνδρες και οι προσπάθειες δύο φίλων να την κατακτήσουν. Δεν πρόκειται για μια ιστορία σαγήνης ή ενός ερωτικού τριγώνου αλά Τριφό, αλλά για μια ηλιόλουστη ταινία λαμπρών διαλόγων που εγκαινιάζει τους μύθους ηθικής του Ρομέρ. Ο οποίος θα μείνει μέχρι σήμερα πιστός στις βασικές αρχές της νουβέλ βαγκ, την οποία υπηρέτησε αρχικά ως κριτικός στα Cahiers και όψιμα ως σκηνοθέτης.

 

 

  • Πηγές πληροφοριών: ΒΗΜΑ, BHMagazino, Καθημερινή, περιοδικό Σινεμά, ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ