O Ζαν-Λικ Γκοντάρ έκλεισε τα 90 χωρίς να γεράσει

Χθες, ο σκηνοθέτης που είναι συνώνυμος της λέξης «σινεμά» έκλεισε τα 90 του χρόνια. Γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου του 1930 στο Παρίσι. Και μπορεί να μεγάλωσε (και μαζί του και τα όρια της μεγάλης οθόνης), αλλά όπως φαίνεται ευτυχώς, δεν γέρασε ποτέ.

Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ δεν λέει να σταματήσει τους πειραματισμούς που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους μεγαλύτερους κινηματογραφικούς δημιουργούς όλων των εποχών. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά μοιάζει αποφασισμένος να συνεχίσει να προκαλεί τα όρια της 7ης Τέχνης, ακολουθώντας την ίδια πορεία που έκαναν τις τελευταίες του ταινίες, «Αποχαιρετισμός στη Γλώσσα» και «Το Βιβλίο των Εικόνων», δύο από τις πιο τολμηρές μιας ήδη αντισυμβατικής και εμβληματικής σταδιοδρομίας.

Πληροφορίες τον θέλουν απομονωμένο στο σπίτι του στο Ρολ της Ελβετίας (κοντά στη λίμνη της Γενεύης, εκεί που δεν άνοιξε την πόρτα στην Ανιές Βαρντά στο «Πρόσωπα και Ιστορίες») να επιμένει στη συντροφιά του πούρου του και των πιστών συνεργατών του Φαμπρίς Αρανιό και Ζαν-Πιερ Μπαταγιά, και να «ιδιοκατασκευάζει» (ναι, με τον τρόπο που το κάνει τελευταία) ακόμα μία ταινία. Είναι άραγε αυτή ή κάποια άλλη;

Κι εμείς περιμένουμε να τη δούμε, στο επόμενο Φεστιβάλ Κανών, όποτε αυτό γίνει. Σε σκοτεινή αίθουσα, ανάμεσα σε εκατοντάδες μάτια που, συμφωνούν ή διαφωνούν πια με τη σύγχρονη αισθητική του, δεν έχει καμία σημασία: όταν το κάδρο γράψει «un film de Jean-Luc Godard», θα βουρκώσουν.

Χρόνια πολλά, αθάνατε Γκοντάρ!

***

Το όνομά του Ζαν-Λικ Γκοντάρ ταυτίζεται συχνά με τη νουβέλ βαγκ, ένα από τα σημαντικότερα κινήματα στην ιστορία του κινηματογράφου, δεδομένου ότι υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους της. Η καριέρα του ωστόσο επεκτείνεται πέρα από αυτήν την περίοδο, έχοντας σκηνοθετήσει πάνω από 100 ταινίες, οι οποίες άλλαξαν το κινηματογραφικό τοπίο.

Με αφορμή τη συμπλήρωση 90 ετών από τη γέννησή του, δείτε πέντε αλήθειες για τη ζωή και την πορεία του κορυφαίου σκηνοθέτη-δημιουργού:

1. Από κριτικός και ηθοποιός στη θέση του σκηνοθέτη
Το 1950, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ μαζί με τους Τριφό και Ριβέτ εκδίδει το περιοδικό Gazette du Cinema, γράφει για το σινεμά και παράλληλα παίζει σε ταινίες των Ριβέτ και Ρομέρ. Όπως αναφέρει η Βικιπαιδεία, ο σπουδαίος Γάλλος σκηνοθέτης το 1952 ξεκίνησε τη συνεργασία του με το θρυλικό περιοδικό Cahiers du Cinema του Αντρέ Μπαζέν. Μαζί με άλλους κριτικούς κινηματογράφου, αποφάσισε να φτιάξει δικές τους ταινίες και να φέρουν μια επανάσταση στο μέσο, διότι ήταν δυσαρεστημένος με την ποιότητα του Γαλλικού Κινηματογράφου της εποχής τους. Αυτή η ομάδα ήταν η βάση της Νουβέλ Βαγκ. Το 1954 θα γυρίσει το ντοκιμαντέρ μικρού μήκους “Επιχείρηση Μπετόν”, την πρώτη ταινία του, ενώ μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50 θα έχει ολοκληρώσει άλλα τέσσερα φιλμ μικρού μήκους.

2. Τζίγκα Βερτόφ
Το 1968, o Γκοντάρ εγκατέλειψε τη Νουβέλ Βαγκ και ίδρυσε μαζί με τον Jean-Pierre Gorin την κινηματογραφική ομάδα Τζίγκα Βερτόφ (Dziga Vertov Group), ονομασμένη από τον γνωστό Σοβιετικό σκηνοθέτη. Επρόκειτο για μια ομάδα πολιτικά ενεργών σκηνοθετών οι οποίοι ομαδικά και ανώνυμα δημιουργούσαν πειραματικές και πολιτικές ταινίες οι οποίες υποστήριζαν κινήματα όπως ο Μαοϊσμός και ο Μαρξισμός. Οι ταινίες αυτές ήταν ριζοσπαστικές ως προς το περιεχόμενο και το ύφος τους και βασίζονταν ως επί το πλείστον, στις ιδέες της πάλης των τάξεων και τον διαλεκτικό υλισμό.

3. Το τροχαίο και η επιστροφή στο κλασικό σινεμά
Το 1971 ο Γκοντάρ είχε ένα σοβαρό ατύχημα με μοτοσικλέτα που τον κράτησε αρκετούς μήνες στο νοσοκομείο. Στο Παρίσι θα γνωρίσει την Ελβετίδα σκηνοθέτιδα Αν-Μαρί Μιεβίλ και το 1972 θα φύγουν μαζί για την Γκρενόμπλ. Εκεί ο Γκοντάρ αρχίζει να απομακρύνεται από το στρατευμένο σινεμά και ευαισθητοποιείται στην τέχνη του από πιο προσωπικά θέματα. Μαζί με τη Μιεβίλ θα ολοκληρώσουν αρκετά φιλμ, μεταξύ των οποίων και το το “Σώζων Εαυτόν Σωθήτω” (1980), το οποίο σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας περιόδου στο έργο του.

4. Τα Κίτρινα Γιλέκα
Ο Γκοντάρ δεν σκοπεύει να σταματήσει τους πειραματισμούς που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους μεγαλύτερους κινηματογραφικούς δημιουργούς όλων των εποχών. Σε συνέντευξή του, πριν από δύο χρόνια περίπου, στο γαλλικό περιοδικό “Les Inrockuptibles”, ο Γκοντάρ ρωτήθηκε για το αν ετοιμάζει κάποια καινούργια ταινία, κι εκείνος απάντησε: «Ναι. Θα αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας από το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων η οποία χωρίζει με τον φίλο της. Το θέμα είναι εμπνευσμένο από τη “Βερενίκη” του Ρακίνα. Η ηρωίδα φέρνει στο μυαλό τη Βερενίκη όταν ο Τίτος επιστρέφει στη Ρώμη».

5. Αναγνώριση και διακρίσεις
Το 2002 σε ψηφοφορία κριτικών του κινηματογραφικού περιοδικού Sight & Sound, του βρετανικού ινστιτούτου κινηματογράφου (BFI), κατετάγη τρίτος ανάμεσα στους δέκα καλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών. Δέκα χρόνια αργότερα, το Sight & Sound ονόμασε την ταινία του «Με κομμένη την ανάσα» την 13η καλύτερη ταινία όλων των εποχών. Στην ίδια ψηφοφορία, τρεις άλλες ταινίες του συμπεριλήφθηκαν στη λίστα των 50 καλύτερων ταινιών. Αυτές ήταν «Η Περιφρόνηση», «Ο Τρελός Πιερό» και το «Histoire(s) du Cinema». Το 2010 βραβεύτηκε με το Τιμητικό Όσκαρ, αλλά δεν παρέστη στην τελετή απονομής των βραβείων. Το 2015 κέρδισε για πρώτη φορά στην καριέρα του βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ των Κανών, το οποίο μοιράστηκε μαζί με ακόμα μία ταινία. To 2018 η ταινία του Le Livre d’Image κέρδισε το πρώτο βραβείο Ειδικού Χρυσού Φοίνικα.

 

Αυτοπροσωπογραφία του Ζαν-Λικ Γκοντάρ (Μάρτιος/Μάιος 2020)