Cat Is Art

Κίττυ Παϊταζόγλου: «Το ρίσκο στη ζωή είναι που θα φέρει το ρίσκο και στην τέχνη»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Tης Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Το θέατρο δεν σηκώνει αστεία, επιβάλλει τους δικούς του νόμους και έχει τους δικούς τoυ τρόπους να σου αντιστέκεται, έχει τη δική του οντότητα που είναι συχνά ισοδύναμη και παραπάνω απ’ τη δική σου. Ο δύσκολος αγώνας με την τέχνη κρατάει πολύ αλλά δίνει και στιγμές απίστευτης χαράς. Δεν είναι ο εύκολος φίλος, όμως θα σου μιλήσει για το δράμα σου, για τον καημό σου, θα ανακαλύψει τα μυστικά σου. Απαιτεί την αφοσίωσή σου και την κρίσιμη στιγμή της παράστασης να πάρεις το ρίσκο πάνω σου. Γιατί η τέχνη είναι θέμα κρίσης, ρυθμού και ατέλειωτης δουλειάς. Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ μια ηθοποιό που είναι ακριβώς ο ορισμός της θεατρικότητας. Πληροί όλες τις προδιαγραφές. Ξέρει να παίρνει το ρίσκο στη ζωή που φέρνει το ρίσκο και στην τέχνη. Η Κίττυ Παϊταζόγλου είναι μια καλλιτέχνις με πείσμα. Και ταχύτητα σκέψης. Και διαίσθηση. Και γενναιοδωρία. Ένα γλυκύτατο πλάσμα, νέο και δυναμικό, που συνομιλεί μ’ ελπίδες κι ατσάκιστα όνειρα. Όταν τη γνώρισα, δεν είχα παρά να κοιτάξω το θεληματικό της χαμόγελο, για να διακρίνω το όμορφο μονοπάτι που ανοίγεται μπροστά σε μια τόσο γεμάτη καρδιά. Σαν τη λάμψη μιας πυγολαμπίδας που επιμένει μέσα στο σκοτάδι. Εκπαιδευμένη στο κλασικό παιχνίδι των μεγάλων ποιητών, σε κάθε συμμετοχή της είναι εντυπωσιακή στην έκφραση και στην αποδέσμευση του σώματος. Την έχουμε δει στο «Z» της Έφης Θεοδώρου, στο «Βιτριόλι» του Ολιβιέ Πι, στα «Kύματα» της Αγγελίτας Τσούγκου, στην «Iφιγένεια εν Αυλίδι» της Μαρίας Πρωτόπαππα, στον «Φιλάργυρο» του Γιάννη Μπέζου, στην «Tριλογία της Πόλης» του Κωνσταντίνου Χατζή. Στο «Λίλιομ» του Θωμά Μοσχόπουλου η Κίττυ Παϊταζόγλου ήταν μια θύελλα, μια τεράστια αποκάλυψη για το κοινό όταν έβγαζε τη μάσκα και αποδείκνυε ότι κατέχει και την κωμωδία εξίσου καλά με την τραγωδία. Απέδιδε άψογα, ανταποκρινόμενη στο ονειρικό πνεύμα του Φέρεντς Μόλναρ, δύσκολους και διαμετρικά αντίθετους ρόλους. Εύπλαστη και αεικίνητη, ικανή να πετύχει ποικιλίες νοήματος και διαφοροποιήσεις στο στυλ. Αυτό τον χειμώνα ερμήνευε τη μία από τις δύο Ιουλιέτες (μαζί με τη Δανάη Επιθυμιάδη) στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Κωνσταντίνου Ρήγου. Σε μια παράσταση γεμάτη νιάτα, ορμή και φρεσκάδα, ήταν η Ιουλιέτα η ασυμβίβαστη και η αισθαντική. Σφύριγμα εκκωφαντικό η παρουσία της στη σκηνή, κύματα λάμψης τα βελούδινα μάτια της, κύματα ταλέντου τα χέρια της –χέρια μπαλαρίνας. Πνεύμα σαιξπηρικό και μικρός σάτιρος, δαιμόνιο θεοπάλαβο, χαριτωμένο, κορίτσι γεμάτο εκρηκτική εξυπνάδα, μαγκιά και μαγικό ξεχείλισμα. Θα παρομοίαζα την Κίττυ με τον «αίγαγρο» του Εμπειρίκου, έναν επαναστάτη των βουνών αλλά και άνθρωπο του πνεύματος. Που «δεν νοιάζεται για όλου του κάτω κόσμου τη βοή και την αντάρα» αλλά «στέκει στητός στα πόδια του». Και θα της έλεγα: «Γεια και χαρά σου, Αίγαγρε, που δεν αγαπάς του κάμπους! Τι να τους κάνεις;», λάμπουν στο βλέμμα σου οι αστραπές, αφουγκράζεσαι τις κορυφές και ο ήλιος κάθε πρωί σηκώνεται για σένα…

Ακολουθεί η συνέντευξη.

* Μικρή ήμουν πολύ ατίθαση, και πολλές αναμνήσεις μου συνδέονται μ’ αυτό. Μονίμως μελανιασμένα γόνατα, σκαρφαλώματα και βουτιές με το κεφάλι από κάθε βράχο και βραχάκι της Άνδρου- και τη μαμά μου να φωνάζει στο πουθενά και το μπαμπά μου να χτυπάει εκείνος ερχόμενος να με «σώσει». Άπειρες ώρες τραμπολίνο στο λούνα παρκ, κατασκηνώσεις και βραδινά μπάνια στη θάλασσα με φακούς, κάθε καλοκαίρι κι άλλος έρωτας, στοιχήματα με φίλους ποιος τολμά να κάνει τι… Πασχαλινά διαβάσματα με τη μαμά μου, πριν από τον Επιτάφιο ή την Ανάσταση.

Το να ασχοληθείς με την υποκριτική υπήρξε αναπόφευκτο;

* Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως ναι. Τότε όχι. Ήμουν πολύ μπερδεμένη στο σχολείο. Ήθελα γιατρός, πήγα όμως Νομική. Έβρισκα την υγειά μου στη θεατρική ομάδα σχολείου, μ’ άρεσε όμως κι ο χορός. Κι η κολύμβηση. Και να γράφω. Μάλλον λαχταρούσα -και λαχταρώ- κάτι που να ‘χει να κάνει με ανθρώπους και να χωράει τα πάντα. Ίσως γι’ αυτό κι η υποκριτική.

Υπάρχουν δάσκαλοι που τους θυμάσαι με ευγνωμοσύνη;

* Η Μαρία Κεχαγιόγλου, ο Νίκος Χατζόπουλος, ο Ακύλας Καραζήσης ήταν καθηγητές μου στο Εθνικό κι είναι άνθρωποι που αγαπώ πολύ και τους οφείλω πολλά. Το ίδιο νιώθω -και με το παραπάνω- για τη Μαρία Πρωτόπαππα. Δεν ήταν τυπικά δασκάλα μου, αλλά δουλεύοντας μαζί της στην «Ιφιγένεια», το 2013, μου ‘δωσε τόση έμπνευση και τόση αγάπη και τόσα εργαλεία να χρησιμοποιώ, που μου άλλαξε την ψυχή και το μυαλό.

Έχεις ακόμη τον ίδιο ενθουσιασμό της αρχής;

* Ε, εκεί είναι το στοίχημα. Πώς να διατηρείς αυτόν τον ενθουσιασμό, τη λαχτάρα. Είναι κάτι που προσπαθώ συνεχώς, και με κάθε τρόπο, να επανευρίσκω.

Γιατί έφυγες στο εξωτερικό, τι έκανες και γιατί γύρισες;

* Ήθελα να δω πώς γίνεται το θέατρο έξω, ίσως έψαχνα κι αφορμή να ζήσω για λίγο έξω, να πατήσω στα πόδια μου. Πέρασα στο μεταπτυχιακό υποκριτικής στη Central School of Speech and Drama (CSSD) στο Λονδίνο και πέσαμε με τα μούτρα στον Σαίξπηρ. Κόσμος υπέροχος. Τον πρώτο χρόνο σπούδαζα λοιπόν και τον επόμενο δούλεψα εκεί, στα αγγλικά, στο θέατρο και λίγο σινεμά. Γύρισα στην Ελλάδα, γιατί μου έτυχε μια πολύ όμορφη συνεργασία με τον Ολιβιέ Πι, στο Εθνικό, στο «Βιτριόλι», και είπα θα γυρίσω και κάποια στιγμή θα ξαναφύγω. Έκτοτε, προσπαθώ να συνδυάζω το έξω και το εδώ.

Απόλαυσες την υποψηφιότητά σου για το Βραβείο Μερκούρη, που προέκυψε από την ερμηνεία σου στο “Λίλιομ”;

* Πήρα μεγάλη χαρά, κι αιφνιδιάστηκα. Παρ’ όλα αυτά είναι καλό να σκεφτόμαστε πως το βραβείο είναι κάτι υποκειμενικό, με την έννοια ότι είναι αδύνατο οι άνθρωποι της επιτροπής να έχουν δει 1.600 παραστάσεις που παίζονται κάθε χρόνο στην Αθήνα. Κι αλίμονο αν τα βραβεία, όσο ωραία κι αν είναι όταν έρχονται, καθόριζαν τις επιλογές και τον τρόπο που υπάρχουμε στο χώρο, το πάθος και την αφοσίωσή μας.

Αισθάνεσαι ότι κάποιον ή κάποιους οφείλεις να ευχαριστήσεις γι’ αυτή την υποψηφιότητα;

* Σίγουρα τον Θωμά Μοσχόπουλο, για την εμπιστοσύνη του στο «Λίλιομ» και την επιμονή του, και το ότι μ’ έφερε -με την καλή έννοια- αντιμέτωπη με τα όριά μου. Τη Φιλαρέτη Κομνηνού, για όλες τις στιγμές που μ’ αγκάλιασε πραγματικά και με στήριξε, και βέβαια όλα τα παιδιά, την Άννα, την Έμιλυ, τον Γιώργο, τον Ηλία, τον Σωκράτη, τον Γιάννη, τον Λευτέρη.*

Πώς λειτούργησε η συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Ρήγο, έναν από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες της γενιάς του, και ποια ήταν η σκηνοθετική του προσέγγιση στο έργο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα»;

* Για μένα το πιο σημαντικό πράγμα που έκανε ο Κωνσταντίνος είναι ότι πήρε ρίσκο. Δεν είναι αυτονόητο. Πρώτο ρίσκο να εμπιστευτεί το έργο αποκλειστικά σε πολύ νέα παιδιά, πράγμα που γέμισε φρεσκάδα και ορμή όλη την παράσταση. Σ’ αρέσει – δεν σ’ αρέσει, η παράσταση έχει νιάτα και αφορά τα νιάτα, τελεία. Και δεύτερον να ανεβάσει το έργο κατά τρόπο μη αναμενόμενο, χωρίς να προδώσει όμως το κείμενο. Ο ρομαντισμός να βγει από τη βία της κατάστασης, από την πάλη των παιδιών με το αναπόφευκτο και το μοιραίο, κι όχι από ένα γλυκανάλατο ρομαντισμό. Γιατί ο έρωτας σε φέρνει αντιμέτωπο με τα όριά σου, έχει βία. Όπως βία έχει και η εφηβεία.

Ποια είναι η Ιουλιέτα και γιατί στην παράσταση υπάρχουν δύο;

* Είναι ένα παιδί που βλέπει μέσα της να ξεπηδάει μια γυναίκα. Κι όλα καθορίζονται από αυτό. Η αθωότητά της τής δίνει πίστη, δύναμη και αυταπάρνηση. Χωράει τα πάντα και ζητά τα πάντα, δε συμβιβάζεται. Είμαστε δύο, εγώ κι η Δανάη (Επιθυμιάδη), όπως και οι Ρωμαίοι είναι πολλοί (ο Γιώργος, ο Γιάννης, ο Κωνσταντίνος, ο Αντώνης, ο Πάνος, ο Αναστάσης, ο Αλέξανδρος)**, γιατί η γραμμή της παράστασης είναι να καταδειχτούν οι αέναες θυσίες Ρωμαίων και Ιουλιετών. Οι θυσίες των νέων μέσα στο χρόνο που γκριζάρουν το τοπίο.

Υπάρχουν σήμερα έρωτες σαν του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας;

* Αλίμονο αν δεν πιστεύουμε πως υπάρχουν, κάπου, κάποια στιγμή… μακριά ή κοντά.

Ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο έννοιες αλληλένδετες;

* Πάντα.

Έχεις δημιουργήσει φιλίες μέσα από τις θεατρικές σου δουλειές;

* Και πολύ γερές μάλιστα.

Με ποιον από τους χαρακτήρες που έχεις παίξει ταυτίστηκες περισσότερο;

* Με το Κορίτσι από το «Βιτριόλι», του Γιάννη Μαυριτσάκη. Με το πάθος της, τη μεγάλη ανασφάλειά της, το ρομαντισμό της που δεν άντεξε και γύρισε σε κυνικότητα.

Υπάρχει σχέση μεταξύ πολιτικής και υποκριτικής;

* Το θέατρο είναι εξ ορισμού πολιτική πράξη. Έχεις λόγο, συμπράττεις με άλλους, εκτίθεσαι δημόσια μπροστά σε ανθρώπους που ήρθαν να σε ακούσουν και προσπαθείς/ευελπιστείς να αλλάξεις κάτι. Στον εαυτό σου; Στον άλλον; Στον κόσμο; Το «να αλλάξεις» δεν το λέω βαριά, σοβαρά.. Και τη μέρα του άλλου να φτιάξεις, ένα γέλιο να του δώσεις, αλλαγή είναι κι αυτό.

Ποια θεωρείς ότι είναι τα αίτια και οι ρίζες της ρατσιστικής συμπεριφοράς κάποιων ανθρώπων εις βάρος ευάλωτων ή ηττημένων συνανθρώπων τους;

* Η έλλειψη παιδείας πρώτα και κύρια. Αυτό στη συνέχεια δίνει χώρο σε περιόδους κρίσης, όπως η σημερινή- κρίση σε πολλά επίπεδα, οικονομική, πολιτική, ηθική- να θελήσουν άνθρωποι να οχυρωθούν έντονα πίσω από μια ταυτότητα, αποκλείοντας ή καταστρέφοντας άλλους που δεν ανήκουν σε αυτή. Ο φόβος οδηγεί στο ρατσισμό, που είναι συμπεριφορά καθαρά φασιστική, από όποια πλευρά ή ιδεολογία κι αν προέρχεται. Αλλά ο φόβος θρέφεται από την έλλειψη παιδείας.

Το κωμικό ενέχει τραγικότητα και το αντίθετο, κατά τη γνώμη σου;

* Στη ζωή συνέχεια συμβαίνει αυτό. Στο θέατρο για κάποιο λόγο το ξεχνάμε όμως. Παίζουμε το δράμα. Παίζουμε την κωμωδία. Ενώ η ζωή συνέχεια μας αιφνιδιάζει.

Ποιο είναι το δικό σου σύνθημα που θα ήθελες να ακουστεί;

* Ο Φόβος είναι Αμαρτία. Fear is a Sin, αγγλιστί… Όχι με τάση επίκρισης, καμία σχέση… Όσο μεγαλώνω όμως συνειδητοποιώ πως ό, τι δεν κάνουμε, ό, τι δεν τολμάμε, είναι πάντα από φόβο για κάτι. Θα ‘θελα να ήμουν, να ήμασταν, λιγότερο φοβισμένοι άνθρωποι.

Το θέατρο ως εμπειρία είναι από μόνο του μια αμοιβή;

* Όχι δεν είναι, αν δεν γίνεται ταυτόχρονα με μια προσπάθεια αλλαγής σε προσωπικό επίπεδο. Το ρίσκο στη Ζωή είναι που θα φέρει το ρίσκο και στην Τέχνη. Δεν πιστεύω στον καλό καλλιτέχνη που κλείνεται στο καβούκι του και αυτοτροφοδοτείται. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει τέτοιος. Οι πρόβες είναι κυρίως μέσα στη ζωή, στις σχέσεις και στον κόσμο για να μπορέσεις να μεταφέρεις κάτι ζωντανό και καίριο και στη σκηνή. Δε μιλώ για υποκρισία στη ζωή, μιλώ για άνοιγμα και δόσιμο πραγματικό στους ανθρώπους.

Οι επιλογές είναι ένας τομέας που επίσης απαιτεί ταλέντο;

* Αναπόφευκτα. Ωραίο όμως είναι και το άφημα στο τυχαίο κάποιες φορές, ή σε λάθος επιλογές, που μπορεί εκεί όμως να μάθεις πιο πολλά.

Όταν καλείσαι να ενσαρκώσεις έναν αρνητικό χαρακτήρα, πόσο εύκολο είναι να απενεργοποιήσεις τον προσωπικό σου ηθικό κώδικα και να τον προσεγγίσεις χωρίς να τον κρίνεις;

* Το «αρνητικός χαρακτήρας» είναι αποτέλεσμα. Δική μας κρίση. Δε νομίζω πως κάποιος στον δικό του αξιακό κώδικα δεν έχει έστω κάποιες στοιχειώδεις αρχές ή δεν πιστεύει στο δίκιο του. Κι αυτό είναι τρομερά γοητευτικό και συγκινητικό να το ανακαλύψεις. Επίσης κανείς δεν είναι κακός ή καλός. Κανείς. Όλοι εν δυνάμει έχουμε και το καλό και το κακό μέσα μας. Και θέλει κουράγιο και τόλμη να αποδεχτείς τις μαύρες πλευρές σου πλάι στις φωτεινές.

Πώς θα χαρακτήριζες τους καλλιτέχνες της γενιάς σου;

* Toλμηρούς. Ανήσυχους.

Λειτουργείς με το συναίσθημα ή με τη λογική;

* Δεν μπορώ ακόμα να βρω τη χρυσή τομή. Δυσκολεύομαι πολύ. Άλλοτε γίνομαι υπερσυναισθηματική κι ευάλωτη κι άλλοτε απόλυτα εγκεφαλική. Νομίζω από παιδί, πάντα, ο αγώνας μου ήταν να βρω το μέτρο στα πράγματα. Και κάπως πάντα αποτύγχανα.

Πώς θα ήθελες να είσαι επαγγελματικά, καλλιτεχνικά και προσωπικά σε δέκα χρόνια από τώρα;

* Το να μπορώ να ζω αποκλειστικά από τη δουλειά μου, μου φαίνεται ακόμα και ύστερα από δέκα χρόνια ουτοπικό να το πω… Αλλά θα το πω, κι ας διαψευστώ. Καλλιτεχνικά, θα ‘θελα να ανεβαίνει συνέχεια ο πήχης, να βγαίνω από τη βολή μου, να αιφνιδιάζομαι, και να γνωρίσω όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους με μεράκι και πάθος για τη δουλειά τους. Σε προσωπικό επίπεδο, εύχομαι να έχω κάνει δική μου οικογένεια μέχρι τότε. Λατρεύω τα παιδιά.

Τι ωραίο θα ήθελες να δανειστείς;

* Ύψος (χα χα). Να μια ματαιόδοξη πλευρά μου.

Ο καλλιτέχνης συχνά παίρνει ρίσκα. Δεν το φοβάσαι αυτό;

* Πρέπει να αμφισβητείς συνέχεια και να ρισκάρεις. Μόνον έτσι αντιλαμβάνομαι το προχώρημα. Κι ας μη μιλήσουμε για το προχώρημα… γιατί εν τέλει μπορεί να μην αφορά κανέναν αυτό. Μόνον έτσι έρχεται, νομίζω, η μαγεία στο θέατρο. Η ουσία.

Τι διαβάζεις αυτή την εποχή;

* Ιστορία. Για τον Εμφύλιο. Παράλληλα ξαναδιαβάζω τα Ημερολόγια του Σεφέρη.

Τι απεχθάνεσαι;

* Την ανευθυνότητα. Την αποποίηση ευθύνης.

Τι σε έχει κάνει (κάποτε) να… ντραπείς;

* Ξέρετε με τι ντρέπομαι συνέχεια; Kάθε φορά που κάποιος άνθρωπος -πώς να το πω;- ζητά βοήθεια, ελεημοσύνη, στο δρόμο, στα φανάρια, στο τρένο, στα καφέ. Όποια κι αν είναι η στάση μου, θέλω πάντα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Είναι πολύ προσωπικό αυτό που λέω, αλλά είτε δώσω, είτε δεν δώσω, είτε κάνω κάτι, είτε δεν κάνω, ντρέπομαι το ίδιο… Νιώθω λίγη, δήθεν, ψεύτρα, υποκρίτρια… Σαν να τεστάρεται η κρίση μου, η αλληλεγγύη μου, η φιλοδωρία μου, ο εγωισμός μου, η βαρεμάρα μου, η υπομονή και η αξιοπρέπειά μου σε κάθε τέτοια στιγμή.

Μίλησέ μας και για το κατοικίδιό σου!

* Δεν έχω δυστυχώς, αν και πάντα ήθελα και αγαπώ πολύ τα ζώα. Δεν μπορώ να το έχω όμως κλεισμένο σε διαμέρισμα 30 τ.μ., με αυτές τις συνθήκες ζωής μου, που είμαι εξαφανισμένη από το σπίτι όλη μέρα… Αν είχα κήπο θα έπαιρνα ένα σκύλο, σίγουρα λυκόσκυλο, μεγάλο.

* Οι φωτογραφίες είναι του catisart.gr

(*) Στο Λίλιομ έπαιζαν οι ηθοποιοί: Λευτέρης Βασιλάκης, Άννα Καλαϊτζίδου, Γιάννης Κλίνης, Έμιλυ Κολιανδρή, Φιλαρέτη Κομνηνού, Ηλίας Μουλάς, Κίττυ Παϊταζόγλου, Σωκράτης Πατσίκας, Γιώργος Χρυσοστόμου.

(**) Στο Ρωμαίος και Ιουλιέτα το ρόλο του Ρωμαίου κρατούσαν οι ηθοποιοί: Αχτάρ Αλέξανδρος, Καραούλης Γιάννης, Καραχανίδης Αναστάσιος, Κατσής Γιώργος, Παναγιώτης Μπρατάκος, Πλεμμένος Κωνσταντίνος, Σταμόπουλος Αντώνης.

Εκτύπωση
diaxeiristisΚίττυ Παϊταζόγλου: «Το ρίσκο στη ζωή είναι που θα φέρει το ρίσκο και στην τέχνη»