Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Μια συγκλονιστική παράσταση σχετικά με το Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρικό Ίδρυμα, που λειτουργεί από την 1η Οκτωβρίου 1887. Στην παράσταση επιχειρείται η αναβίωση της διαδρομής του μέχρι και την περίοδο της δεκαετίας του ‘90.
Η παράσταση είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Μαρίας Φαφαλιού «Ιερά Οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια). Επιπλέον, έχουν χρησιμοποιηθεί αποσπάσματα από το βιβλίο «Αυτοί οι ωραίοι τρελοί» του Γιάννη Καιροφύλα (Εκδόσεις Φιλιππότη) και μια αφήγηση από το βιβλίο «Ακόμη ένας άγιος – Εικονοστάσι ανωνύμων αγίων» του Γιάννη Ρίτσου (Εκδόσεις Κέδρος).
Αποσπάσματα από μαρτυρίες που αντλήθηκαν μέσα από τα βιώματα των ίδιων των πρωταγωνιστών που έζησαν μέσα στο Δρομοκαΐτειο από την περίοδο του Βιζυηνού, του Μητσάκη και του Φιλύρα, καθώς και πολλών άλλων ψυχικά ασθενών που έμειναν στο Ίδρυμα και που πολλές φορές εγκαταλείφθηκαν εκεί από τις οικογένειές τους.

Η παράσταση σε σκηνοθεσία του Βασίλη Παχουνδάκη έρχεται σε μια στιγμή που έχει καταφτάσει η είδηση ότι με κοινοτική οδηγία θα κλείσουν τα ψυχιατρικά ιδρύματα στην Ελλάδα. Τραγικές στιγμές θα ζήσουν στην Ελλάδα οι οικογένειες και οι συγγενείς ψυχικά ασθενών συμπολιτών μας. Όλο και συζητιέται αυτό το ενδεχόμενο από το κράτος πρόνοιας.
Δεν λαμβάνουμε υπόψη μας ότι οι ψυχικά ασθενείς που βρίσκονται στα ιδρύματα και τους ξενώνες αυτήν τη στιγμή δεν είναι ικανοί να φροντίσουν μόνοι τους τον εαυτό τους, ούτε βεβαίως έχουν την ικανότητα να πάρουν μόνοι τους τα φάρμακά τους. Χωρίς ιατρική παρακολούθηση μπορούν να υποτροπιάσουν και να καταλήξουν σε επικίνδυνες καταστάσεις έως και σε εγκληματική ενέργεια και αυτό το έχει αποδείξει η ιστορία και μάλιστα με ανθρώπους ιδιαίτερα ευαίσθητους και μορφωμένους. Πολλοί από τους τροφίμους, που έχουν εγκαταλειφθεί στα ιδρύματα, αν αυτά κλείσουν θα κοιμούνται στα παγκάκια. Για τι είδους πρόνοια και συμπερίληψη μιλάμε λοιπόν;
Ωστόσο παρ’ όλα τα ταμπού που χαρακτηρίζουν την ελληνική κοινωνία η λογοτεχνία έχει αγκαλιάσει αυτά τα πληγωμένα άτομα, που βιώνουν μια διαφορετική πραγματικότητα, ταλανίζονται από μια εσωτερική ταραχή, που δύσκολα μπορεί να τιθασευτεί.
Στο Δρομοκαΐτειο ο ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός που πέθανε σ’ αυτό το 1896, ο συγγραφέας Μιχαήλ Μητσάκης, ο λογοτέχνης και ζωγράφος Γεράσιμος Βώκος, ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας, ο ζωγράφος Νικόλαος Δραγούμης, αδελφός του Ίωνα, ο ζωγράφος Βαλεντίνος Ίλβες, ο δημοσιογράφος και λογοτέχνης Άριστος Καμπάνης, ο ζωγράφος Ανδρέας Κρυστάλλης, αδελφός του Ηπειρώτη ποιητή Κωνσταντίνου Κρυστάλλη κ.ά.
Ο Ζωρζής (Γεώργιος) Δρομοκαΐτης γεννήθηκε το 1805 στον Κάμπο της Χίου. Καταγόταν από τη βυζαντινή οικογένεια των Δερμοκαΐτη, η οποία είχε μετοικήσει στο νησί από την Κωνσταντινούπολη. Η σύζυγός του Ταρσή Φραγκοπούλου, αδελφή του εξέχοντος εμπόρου Σταματίου Φραγκόπουλου, έπασχε από ψυχασθένεια. Μετά τον θάνατό της δεν ξαναπαντρεύτηκε, και αφού δεν είχε παιδιά αφοσιώθηκε στο εμπόριο και τις αγαθοεργίες. Ενίσχυσε δε με σημαντικά ποσά κοινωφελή ιδρύματα της Χίου.
Η μεγαλύτερη ευεργεσία του, με την οποία διασώθηκε ως τις μέρες μας το όνομά του, είναι το ψυχιατρικό θεραπευτήριο στο Δαφνί της Αττικής, το οποίο φέρει την ονομασία «Φρενοκομείον Ζωρζή και Ταρσής Δρομοκαΐτου», γνωστότερο ως Δρομοκαΐτειο.
Αυτό το Ίδρυμα, την ιστορία του και τις εμπειρίες των ανθρώπων εκεί πραγματεύεται αυτή η παράσταση και ο σκηνοθέτης Βασίλης Παχουνδάκης, με έναν γλυκό, τρυφερό και νοσταλγικό τρόπο, μας την παρουσιάζει σαν να την ξεθάβει μέσα από τη σκόνη του.
Δεν έρχεται κριτικά απέναντι στο Ίδρυμα, αλλά περιβάλλει με τρυφερότητα τα αδιέξοδα των ψυχικά ασθενών και τη μεταχείρισή τους την εποχή εκείνη, προσκαλώντας μας να αναρωτηθούμε για τη σύγχρονη αντιμετώπιση των ανθρώπων αυτών. Στη μεταφορά στο παρελθόν και την προσέγγιση που αναφέραμε συμβάλλει καθοριστικά με τους φωτισμούς της η Έβη Χρήστου.
Στο Δρομοκαΐτειο νοσηλεύτηκε ο λογοτέχνης Γεώργιος Βιζυηνός, λόγω του ατυχή του έρωτα με τη 14χρονη μαθήτριά του Μπετίνα Φραβασίλη, που έχει περάσει πλέον στη σφαίρα του μύθου. Συγκλονισμένος από «παραληρηματικό έρωτα» τη ζήτησε σε γάμο από τη μητέρα της, αλλά βέβαια εκείνη δεν δέχτηκε.
Η άρνηση της μητέρας γίνεται με σκληρό τρόπο και μετατρέπει τον Βιζυηνό σε ένα πραγματικό ερείπιο. Τον Απρίλιο του 1892, πλέον, ο ποιητής έχει χάσει τα λογικά του και αρνείται να δει την πραγματικότητα. Το τσακισμένο του μυαλό φτιάχνει διάφορες ιστορίες.
Μια από αυτές είναι πως ο γάμος θα γίνει σε… μερικές ώρες. Προετοιμάζεται, ντύνεται γαμπρός και περιμένει τη νύφη. Σε κάποια έκλαμψη, που μάλλον αντιλαμβάνεται ότι δεν θα γίνει γάμος, αποπειράται να αυτοκτονήσει.
Οι γιατροί αποφασίζουν τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο λόγω «φρενικής νόσου». Όταν πια το μυαλό του έχει παραδοθεί στην απόλυτη νύχτα οι τελευταίοι του στίχοι αφορούν εκείνη την κοπέλα και μόνο.

Η ηθοποιός Χριστίνα Λυκοτσέτα που υπογράφει και τη δραματουργική επεξεργασία, διηγείται αυτά και άλλα στην παράσταση ενώ παράλληλα ταυτίζεται με τον χώρο του Δρομοκαΐτειου και με τους τροφίμους του. Το βλέμμα της είναι άλλοτε ανήσυχο, άλλοτε, το βλέμμα του «τρελού», άλλοτε ξεχειλίζει από περίσσια χαρά.
Δεν προκαλεί τρόμο παρά συμπάθεια για αυτά τα άτομα και τους δαίμονές τους. Σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά με τη ζωντανή μουσική του και τη δική του συμπληρωματική αφήγηση ο Φίλιππος Δραγούμης.
Θυμούνται την εποχή των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 που κάποιοι νεαροί πετούν πέτρες σε έναν ρακένδυτο κύριο, που εκλιπαρεί σωτηρία από τους δαιμονισμένους νέους. Δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα Μιχαήλ Μητσάκη.
Συνηθίζει να υπογράφει άλλοτε με το όνομά του, άλλοτε, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα μεταξύ των οποίων: Καιροσκόπος, Κόθορνος, Πλανόδιος, Ιξίων, Κρακ, ενώ υπάρχουν πληροφορίες πως έγραψε και πολλά ανώνυμα άρθρα.
Δεν μπόρεσε ωστόσο να τυπώσει ποτέ ούτε ένα βιβλίο. Είχε την αποτυχία στο αίμα του. Στα γραπτά του, που εικονογραφούσε πάντα ο ίδιος, ζωγράφιζε έναν πύργο, όπου κανείς δεν μπορούσε να ανέβει. Ήταν ευφυής πλην όμως ανισόρροπος, φρενοβλαβής με ιδεοληψίες.
Στον ύπνο του έκανε τα πιο απίθανα ταξίδια.
Την εποχή εκείνη σαν έμπαινες στο Δρομοκαΐτειο ήταν σαν να έμπαινες στον Άδη. Δεν καταλάβαιναν τα «ταραγμένα» μυαλά την επιμονή των γιατρών να θέλουν ντε και καλά να τους γιατρέψουν. Αναρωτιέται ο Μητσάκης για τον παραλογισμό των λογικών: « Τι θα βάλουν στη θέση αυτού του οράματος οι λογικοί;».
Οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν γυμνοί ή ήταν έγκλειστοι σε σιδερένια κλουβιά 1, 20 εκ., όπου δεν μπορούσαν να σταθούν όρθιοι και όταν έβγαιναν προχωρούσαν έρποντας. Πολλές και διάφορες οι θεραπείες, που περιγράφονται και συνοδεύονται από τρομακτικό μουσικό ήχο αποδίδοντας τον εφιάλτη του ηλεκτροσόκ και των άλλων βασανιστηρίων.

Η Χριστίνα Λυκοτσέτα κάνει μια γρήγορη ανάγνωση του καταλόγου των ονομάτων των ψυχοπαθών του Δρομοκαΐτειου και η μουσική έχει μια εναγώνια κορύφωση. Η θεραπεία που προτείνεται σε πολλούς είναι η εργοθεραπεία. Κόρες κλείνουν και εγκαταλείπουν εκεί τον πατέρα τους, που αίφνης νόμιζε ότι το χέρι του δεν ήταν δικό του, αλλά αλλουνού. Η ηθοποιός μπαίνει σε ρόλο θεραπευόμενου, γιατρού και νοσηλευτή.
Πώς μπορεί να ονειρευτεί κάποιος μέσα σε αυτή την κόλαση; Τι θα απογίνουν άραγε αυτοί οι άνθρωποι; Περιμένουν κάποτε να πεθάνουν εκεί. Διερευνώνται τα δίπολα όπως ασθένεια/υγεία, πραγματικότητες/φαντασιακά τοπία, αλήθεια/ ψέμα, μέσα/έξω, εγκλεισμός/ελευθερία.
Όλοι συνομιλούν με τα φαντάσματά τους, ζουν σε ένα άλλο φάσμα. Μακάρι και να μπορούσαμε να αφουγκραστούμε την απελπισία κάποιου που ακούει φωνές, που βλέπει φαντάσματα και βέβαια μακάρι να τον πλαισιώναμε με ανθρωπιά και αίσθημα συμπερίληψης.
Εξαιρετική ατμόσφαιρα μέσα στο Μπάγκειον που από μόνο του έχει τα δικά του φαντάσματα, μια προσέγγιση της τρέλας με πραγματικό ενδιαφέρον μέσα σε μια αχλή ποιητικού παρελθόντος.
***
Η παράσταση συνεχίζεται μέχρι και τις 26 Νοεμβρίου 2024.
«Ιερά Οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο», της Μαρίας Φαφαλιού στο «Μπάγκειον»



