Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Το 20ο Διαγωνιστικό Φεστιβάλ που οργανώνει ο «Θίασος Βασίλη Ρώτα» στο Χιλιομόδι Κορινθίας, που έλαβε χώρα από τις 24 Ιουλίου έως τις 4 Αυγούστου 2024, ακολουθώντας μια μακραίωνη θεατρική πορεία, ολοκληρώθηκε όταν την τελευταία ημέρα ο θίασος Βασίλη Ρώτα παρουσίασε πριν από τις απονομές των βραβείων το έργο του Νικολάι Γκόγκολ «Ο Επιθεωρητής».
«Ο Eπιθεωρητής» ανέβηκε για πρώτη φορά το 1836. Ο Νικολάι Γκόγκολ γράφει μια κωμωδία η οποία στηλιτεύει τις σχέσεις υποταγής και εξουσίας που χαρακτηρίζουν την προεπαναστατική Ρωσία και όχι μόνο. Εστιάζει στους μικρόφθαλμους αυτούς ανθρώπους που διακατέχονται από τον φόβο της ιεραρχίας.
Αυτοί οι άνθρωποι έχουν φιλοδοξίες, αλλά η κυριότερη είναι να κοροϊδέψουν τους ανωτέρους τους και βέβαια να αποσπάσουν το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος, ό,τι δηλαδή συμβαίνει διαχρονικά στις σύγχρονες και σε κρίση κοινωνίες.
Όταν ο Γκόγκολ παρουσίασε το έργο στην Αγία Πετρούπολη, ο Τσάρος Νικόλαος που ήταν ανάμεσα στους θεατές είπε: «καλά μας “περιποιήθηκε” όλους μας και πρώτα πρώτα εμένα».
Είναι φανερό ότι το σύστημα δεν έχει ευνοήσει αυτούς τους ανθρώπους και έτσι εκείνοι θεωρούν ότι με τον τρόπο αυτό θα «πάρουν πίσω το αίμα τους».
Αριβίστες, μωροφιλόδοξοι που με τον κωμικό φακό του Γκόγκολ, ξεσκεπάζονται μέσα από το γέλιο. Στηλιτεύεται η γραφειοκρατία, ο δεσποτισμός και η αδικία.
Μια κωμωδία διαχρονική εδώ και 200 χρόνια, μια κωμωδία που το θέμα της και το χιούμορ της μοιάζει σημερινό.
Ο Επιθεωρητής είναι μια τέλεια κωμική μηχανή που στηρίζεται στην παρεξήγηση. Είναι ακόμη ένα υπόδειγμα σατιρικής κωμωδίας που θα λέγαμε ότι έχει συγγένειες με τον Αριστοφάνη στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων.

Σε μια ρωσική επαρχιακή πόλη, αναμένεται ένας Επιθεωρητής απ’ την πρωτεύουσα για να επιθεωρήσει τη λειτουργία των κρατικών ιδρυμάτων. Από την ανησυχία τους οι αξιωματούχοι της πόλης, «παίρνουν» για Επιθεωρητή έναν άφραγκο δημόσιο υπάλληλο, τον Χλεστακόφ (Βλάσσης Ζαφείρης), έναν ασυνείδητο και χαραμοφάη νεαρό από την Πετρούπολη, που μένει στο πανδοχείο της πόλης.
Είναι πάμπτωχος και φαντασμένος, δεν έχει να πληρώσει και στο πανδοχείο δεν του συμπεριφέρονται σωστά. Στέλνει τον πεινασμένο υπηρέτη του (Δημήτριος Τσάγρης) να ζητά φαγητό. Εκείνος τι να κάνει εκτελεί την εντολή του αφέντη του. Είναι ένας τυπικός υπηρέτης, που έχει αριστοφανικές και commedia dell arte ρίζες.
Ταλαίπωρος και πεινασμένος, όταν ο περίγυρος εκλαμβάνει το αφεντικό του για Επιθεωρητή, αποδεικνύεται καλός μαθητής του κυρίου του και αποσπά και εκείνος τα «φιλοδωρήματά» του. Ο Χλεστακόφ παριστάνει τον επιθεωρητή και επωφελείται από τη «μικρή» αυτή παρεξήγηση. Όταν τον επισκέπτονται οι Υπάλληλοι και Διοικητές των ιδρυμάτων της πόλης, βουτηγμένοι στη διαφθορά, αρχίζουν να επιδίδονται σε ένα πρωτοφανές πανδαιμόνιο από κολακείες, αλληλοκατηγορίες και αυτοεξευτελισμούς, προσπαθώντας πάντα να κερδίσουν την εύνοιά του.
Ο ψευδο-επιθεωρητής γίνεται καταλύτης της μικρής κοινωνίας, η οποία αυτοαποκαλύπτεται ως υποκριτική και διεφθαρμένη, ενώ ξεσκεπάζει την αποσύνθεση της κρατικής μηχανής και των λειτουργών της. Εξαιρετική η ερμηνεία του Βλάσση Ζαφείρη, είναι ένας φαινομενικά ταπεινός, αλλά υποχθόνιος καιροσκόπος, μανιώδης χαρτοπαίχτης, που δεν έχει φρένο σε τίποτα. Αποσπά από όλους χρήματα και δεν διστάζει να φλερτάρει με τη γυναίκα του Κυβερνήτη, ενώ τάζει γάμο στην κόρη του.
Ο Κυβερνήτης (Κωνσταντίνος Νικολάου) αποδεικνύεται το έξυπνο πουλί, που πιάνεται από τη μύτη. Η ερμηνεία του, φυσική, ορμώμενη από φυσικά πρόσωπα και παραδείγματα δεν διστάζει να κάνει περιπαιχτικές αναφορές σε τοπικούς φορείς, προκαλώντας, «σκουντώντας τους» φιλικά με «εσωτερικό αστεϊσμό». Η ερμηνεία του έχει διάδραση με το κοινό και προκαλεί το γέλιο, ενώ στην πραγματικότητα θίγει ζητήματα πολιτικής υφής.

Εξαιρετική η σκηνή με τον Επιθεωρητή στο πανδοχείο, όπου ο ένας απατεώνας είναι καθρέφτης του άλλου. Ο ένας, ο δήθεν Επιθεωρητής, δεν έχει λεφτά να πληρώσει, ενώ ο άλλος, ο Κυβερνήτης, κλέβει το κράτος.
Ο Νικολάι Γκόγκολ, ο «εύθυμος μελαγχολικός», όπως τον ονόμαζε ο Πούσκιν, έγραψε τον Επιθεωρητή στα είκοσι πέντε του χρόνια. Ένα έργο με νεανική ορμή, μια επιθετική σάτιρα μιας κοινωνίας χωρίς ηθικές αξίες, βουτηγμένη στη διαφθορά και την αδικία.
Εύκολα πείθονται όλοι από φόβο από τα λόγια των Μποντίνσκι (Γιώτα Κλεμπετσάνη- Σουκούλη) και Ντομπίνσκι (Αγγελική Μαλούση), αυτών των δύο αρλεκίνων, που μιλούν με ταχύτητα και μπρίο και ο ένας συμπληρώνει ή αναιρεί τον άλλον, λέγοντας ότι έφτασε ο ελεγκτής στην πόλη. Οι υπηρέτες και αυτά τα δύο πρόσωπα, όπως και η γκροτέσκο φύση των υπολοίπων σπάει τη «σοβαρότητα» της κρίσης αυτή της κοινωνίας και της γενικότερης κατάρρευσης.
Η παράσταση ξεκινά με ταμπλώ βιβάν ινσταντανέ, που αποδεικνύουν εξαρχής την κοινωνική διάβρωση και τη σαφή πρόθεση του συγγραφέα και του σκηνοθέτη Μιχάλη Κοβανίδη.

Ο Κυβερνήτης επιδίδεται σε ερωτική συνεύρεση με μαστίγιο, η υπεύθυνη νοσοκομείων (Αναστασία Ρουστέμη- Γκουργιώτη) μετρά λεφτά, όπως και η Υπεύθυνη Δικαστηρίου (Παγώνα Τσαλπαρά).
Και οι δυο έχουν ένα πονηρό ύφος και λειτουργούν με γλοιώδη και απεχθή τρόπο. Η Υπεύθυνη Εκπαίδευσης (Κυριακή Δάρα), όλο σηκώνει προκλητικά τη φούστα της, προκαλώντας, ελπίζοντας να καταφέρει να επιτύχει τους στόχους της.
Η Υπεύθυνη Ταχυδρομείου (Μαρία Ρουσέτου) είναι εκείνη που κατασκοπεύει την αλληλογραφία των πολιτών, ανοίγει τις επιστολές και γνωρίζει τα πάντα, ενώ πληροφορεί την εξουσία, γεγονός που αναφέρεται σε σύγχρονες καταστάσεις κρατικής κατασκοπίας, υπουργών και πολιτών.
Η σύζυγος του Κυβερνήτη (Κική Τσόγκα) και η κόρη του (Αλεξάνδρα Παπακωνσταντίνου) φλερτάρουν με τον υποτιθέμενο Επιθεωρητή και μάλιστα η μια ανταγωνίζεται την άλλη. Η κόρη δέχεται αφελώς να παντρευτεί έναν πολύ μεγαλύτερό της και άγνωστο άνθρωπο, μόνο και μόνο επειδή είναι ο Επιθεωρητής, θύμα και αυτή των κοινωνικών συμβάσεων και παραμορφωτικός καθρέφτης της μητέρας της.

Ο σκηνοθέτης (Μιχάλης Κοβανίδης) δίδαξε αποτελεσματικά τους ηθοποιούς του, που αν και ερασιτέχνες απέδωσαν αυτό το κλίμα του έργου του Γκόγκολ. Οι κρατικοί φορείς δίνουν ασύδοτα λεφτά για να κλείσουν το στόμα του υποτιθέμενου Επιθεωρητή, καλύπτοντας τις ανομίες τους.
Ο Κυβερνήτης βρίσκεται στην κορωνίδα της διαφθοράς και ο ηθοποιός (Κωνσταντίνος Νικολάου) το χειρίζεται επιδέξια. Προκαλεί το πικρό γέλιο για την κατάντια του κοινωνικού σώματος, με μια άνετη κίνηση και μεγάλη ευκολία στο χειρισμό του λόγου.
Το έργο είναι μια δύσκολη επιλογή για ερασιτεχνικό θίασο, με πολλές απαιτήσεις. Ο Κορινθιακός θίασος Βασίλη Ρώτα μέσα από διαδικασίες προσέγγισε το έργο πληρώντας τις προϋποθέσεις προβληματίζοντας ευχάριστα το κοινό του.
***

Ταυτότητα της παράστασης
«Επιθεωρητής»
Του Νικολάι Γκόγκολ
Μετάφραση: Αγγελική Κλουτσινιώτη
Σκηνοθεσία: Μιχάλης Κοβανίδης
Κατασκευή σκηνικών: Δημήτρης Τσάγρης
Φωτισμός: Λένα Δαλαμαρίνη
Κομμώσεις: Μαρία Ρουσσέτου
Επιμέλεια Μουσικής & επί σκηνής τρομπέτα: Νίκος Κωνσταντέλος
Εικαστικά: Δέσποινα Τσιρίγου

Παίζουν:
Κατερίνα Γιουνγκ – Υπηρέτρια
Κυριακή Δάρα – Υπεύθυνη Εκπαίδευσης
Βλάσσης Ζαφείρης – Επιθεωρητής
Γιώτα Κλεμπετσάνη – Σουκούλη – Μποντίνσκι
Νίκος Κωνσταντέλος – Αστυνομικός, Αγγελιαφόρος, Μουσικός παράστασης
Ιωάννα Μαγκαβάλη – υπεύθυνη Νοσοκομείου
Αγγελική Μαλούση – Ντομπίνσκι
Κωνσταντίνος Νικολάου – Κυβερνήτης
Κατερίνα Παπαϊωάννου – Έμπορος
Αλεξάνδρα Παπακωνσταντίνου – Κόρη Κυβερνήτη
Μαρία Ρουσέτου – Υπεύθυνη Ταχυδρομείου
Αναστασία Ρουστέμη- Γκουργιώτη – Υπεύθυνη Αγαθοεργιών Ιδρυμάτων
Νίκος Σωτηρόπουλος – γκαρσόνι
Δημήτριος Τσάγρης – γκαρσόνι – υπηρέτης Επιθεωρητή
Παγώνα Τσαλπαρά – Υπεύθυνη Δικαστηρίου
Κική Τσόγκα – σύζυγος Κυβερνήτη



