Χαριτίνη Ξύδη: Ασκούμαι ώστε να ελπίζω, να αγωνίζομαι, να διεκδικώ

Με αφορμή αυτή τη δύσκολη – από κάθε άποψη – χρονιά, το Catisart.gr δίνει τον λόγο σε καλλιτέχνες και δημιουργούς που μιλούν για όσα έχασαν, για όσα κέρδισαν και για όσα περιμένουν.
Μας μιλούν για θέματα που τους ενόχλησαν ή τους συγκίνησαν, για γεγονότα που τους πίκραναν, τους εξόργισαν ή τους έδωσαν χαρά.
Εκμυστηρεύονται – εξομολογούνται τις απογοητεύσεις ή τις ελπίδες τους και τέλος εκθέτουν διαφωνίες, σκέψεις, ιδέες και προτάσεις…

Γράφει η Χαριτίνη Ξύδη

O Covid-19 αλλάζει τη ζωή μου, στις περισσότερες από τις εκφάνσεις της. Οι περιορισμοί, τα καινούρια μέτρα, οι καραντίνες, τα σκάνδαλα, είναι αποκαλυπτικά.
Φέρνουν στο φως άλλες συμπεριφορές, άγνωστες πτυχές χαρακτήρων, πράξεις και διαπράξεις, πρόσωπα και προσωπεία, τον βαθύτερο και κάποτε τον πιο σκοτεινό εαυτό μας, ένα νέο ήθος πιθανώς, το οποίο καλλιεργείται «ερήμην» μας.
Τα ευρήματα της φανέρωσης τα υποδέχομαι άλλοτε με έκπληξη κι ενθουσιασμό, άλλοτε τα απογράφω με τρόμο. Αυτή η ταλάντευση, από το ευχάριστο ξάφνιασμα στον τρόμο, και πάλι πίσω, με διαλύει.
Έχω να ανταποκριθώ σε τρία ρήματα που μου αναθέσατε, σε σχέση με τα παραπάνω: «κέρδισα, έχασα, περιμένω».
Θα μου επιτρέψετε να συμπτύξω τα δύο πρώτα, τουλάχιστον, σε ένα, και αυτό είναι το ρήμα «κατάλαβα».
Για να είμαι πιο ακριβής, θα το θέσω σε χρόνο ενεστώτα, επειδή εκτιμώ πως το απότοκο αυτής της περιόδου θα διαρκεί επιδρώντας σ’ έναν μέλλοντα χρόνο και τόπο.
Μέσα από το φάσμα της δεινής περιπέτειας που διερχόμαστε, καταλαβαίνω πως οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από κάποιες, θα τις πω, παύσεις, οι οποίες αναδέχονται ένα ρόλο χρονικού, ιστορικού και κοινωνικοπολιτικού, «κενού».
Στις μεσοδιαύλους αυτές, αναπαυόμαστε από την υπαρξιακή κόπωση, όπως έχει επισημάνει ο Νίκος Καρούζος, επεξεργαζόμαστε τα νέα δεδομένα υπό διάφορο πρίσμα, καταχωρούμε τα υπέρ και τα κατά. Δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Πρόκειται για μία σύνθετη και περίπλοκη διαδικασία, ανάλογα με το είδος της νοοτροπίας και της ιδιοσυγκρασίας των ενδιαφερομένων και εμπλεκομένων.
Δείχνει σαν να ζούμε σ’ έναν χρόνο άχρονο, έναν τόπο άτοπο, – η πραγματική ζωή περνά ξυστά δίπλα μας -, όπου τα πάντα μπορούν να ειπωθούν, να πραχθούν, το ίδιο καλά και το ίδιο άσχημα, και είτε να αγνοηθούν είτε να συγχωρεθούν.
Μια τέτοια εποχή, [κατά την οποία η επικοινωνία και όλες οι επαφές μας είναι σχεδόν μόνο εικονικές, εφόσον τα πάντα – μέχρι και η ερωτική πράξη – έχουν υποκατασταθεί, αν όχι αντικατασταθεί, από μία οθόνη, ένα πληκτρολόγιο, στην καλύτερη περίπτωση από το τηλέφωνο ή τις βιντεοκλήσεις] ενός κενού αέρος, θα λέγαμε εάν ταξιδεύαμε με το αεροπλάνο, σαν γκαπ της αποβάθρας του ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι – πάντοτε το φοβόμουν – συνειδητοποιείς πόσο υπέροχη είναι εν τέλει η ζωή και η πραγματικότητα, χωρίς περιορισμούς, εγκλεισμούς, φοβίες και φόβους, νόσους, πάθη, πανδημίες και μάσκες, αλλά και πόσο ζώσα γίνεται με βόλτες, φίλους, πάθος, παρέες, ωραία ξενύχτια, κολύμπι, ταξίδια, αισθήματα, έρωτα, φιλιά στο στόμα. Πόσο υπέροχη, – ναι, θα το ξαναπώ – ακόμα και με τις θηριώδεις ανασφάλειες που συχνά σε καταλαμβάνουν. Αυτονόητα, με την ελευθερία των επιλογών παρούσα και ολάνοιχτη μπροστά σου.
Πόσο σπουδαίο είναι, επίσης, να παραμένεις, επιμένοντας, ένας άνθρωπος δικαιωματικός και πολιτικός, με την αριστοτελική έννοια. Πόσο μεγάλο είναι, να μην απομακρύνεσαι, παρά τα δεινά, παρά τις συμφορές, τις καταστροφές, τις τραγωδίες, από την συνειδητοποιημένη σου αλήθεια, την αξιοπρέπεια και την βαθύτερη ύπαρξη, να μην αδιαφορείς για τον συνάνθρωπο, τα ζώα και τη φύση, να μην ολιγωρείς, να μην απαξιώνεις οποιαδήποτε ταπεινότερη από σένα ύπαρξη στο γνωστό και το άγνωστο σύμπαν.

 

Οι εποχές του κενού χρόνου, του κενού πόνου, μοιάζει σαν να μην έχουν τίποτε καλό να φωτίσουν. Επομένως, τους είναι απαραίτητο το σκοτάδι. Η ύπαρξη στο σκοτάδι αλλοιώνεται, όμως. Εμποτίζεται από μούχλα και σκουριά. Διαβρώνεται. Γίνεται και εκείνη ερεβώδης, κακόθυμη, υστερόβουλη, εκδικητική, επικίνδυνη.
Το διάστημα αυτό, για μένα, λειτουργεί σαν ένα οδυνηρό σχολείο – στρατόπεδο, όπου διδάσκομαι να υπομένω, να μην αγανακτώ με το παραμικρό, εκπαιδεύομαι στο να έχω μέτρο και να θέτω το όριό μου, ασκούμαι ώστε να ελπίζω και να αισιοδοξώ, να αγωνίζομαι υπερήφανα, για να διεκδικώ κάθε καλή, ή λιγότερο καλή, μέρα της ζωής μου, να μεταβολίζω τους φόβους μου σε δύναμη και τόλμη, να μην παραιτούμαι, να μετατρέπω ακόμα και τις ήττες μου σε νίκες, να γίνομαι διαρκώς γενναιότερη στη μάχη αλλά κυρίως μπροστά στον θάνατο.
Καταλαβαίνω, ακόμα, πως τα αισθήματα είναι ανεκτίμητα, το βάρος τους είναι καθαρός χρυσός και μόνο αυτά μπορούν να σώσουν την ψυχή. Οφείλουμε να τα υπερασπιζόμαστε, με κάθε κόστος, όπως και εγκαίρως να τα απευθύνουμε στους φυσικούς αποδέκτες τους.
Καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να νοείσαι άνθρωπος χωρίς την αγάπη, τη φιλία, την αλληλεγγύη και την συμπόνια, προς όλους τους συνανθρώπους σου.
Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, μέσα από αυτή την τόσο δυσχερή και επώδυνη σήραγγα, μπορεί να βγαίνω πληγωμένη αλλά μόνο κερδίζω. Γίνομαι ξανά καθαρή, σχεδόν εξαγνισμένη.
Περιμένω (υπό την έννοια της προσδοκίας): την ανάσταση των νεκρών, (πρώτα, των ζωντανών), λιγότερες μαχαιριές (τουλάχιστον, καθόλου πισώπλατες), «λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλειά», αρτιότερα εμβόλια που θα διασφαλίζουν την πλήρη ανοσία, μια άλλη κυβέρνηση, μια δίκαιη δικαιοσύνη, να μειωθεί ο αριθμός των τραπεζών, ανά τον κόσμο, να αφανιστούν οι φασίστες στην υφήλιο, να βρεθεί άμεσα το φάρμακο για τον καρκίνο και για την άνοια, την εξάλειψη παντός είδους εγκλημάτων και πολέμων, την αταξική κοινωνία, την οριστική επικράτηση της αριστεροσύνης, να ξανακάνω ραδιόφωνο, να εκδοθούν σύντομα τα τρία βιβλία μου: Πορνογραφία, Αρζεντίνα, Σημειώσεις Ανασκαφής.
Δεν αποκλείεται, κάπου παρακάτω, να έχω έτι ψυχωφελέστερες απολαβές. Το βέβαιο είναι πως, έπειτα από όλα αυτά, ο Μπέκετ θα υπογράφει παντοτινά το ζενερίκ του βίου μου:
«Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω»…