Παράλληλη τέχνη

“Μεγάλες Προσδοκίες” του Ντίκενς: Τι πρέπει να ξέρετε πριν δείτε την παράσταση στο Σύγχρονο Θέατρο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου / catisart.gr

 

Στις 3 Αυγούστου του 1861 ο Κάρολος Ντίκενς δημοσιεύει στη λογοτεχνική εφημερίδα που επιμελείται ο ίδιος, το τελευταίο μέρος του αριστουργήματός του «Μεγάλες Προσδοκίες». Πρόκειται για την ιστορία του Πιπ, ενός ορφανού αγοριού που βλέπει ξαφνικά την τύχη να του χαμογελά. Του χαμογελά όμως πραγματικά ή μήπως τον ειρωνεύεται; Οι «Μεγάλες προσδοκίες» είναι ένα από τα πιο αγαπημένα και πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα στον κόσμο.

Μια γενναία κληρονομιά περιμένει τον Πιπ. Και ξαφνικά όλα αλλάζουν γύρω του και μέσα του. Ο δρόμος του διασταυρώνεται με τους δρόμους παράξενων ανθρώπων: ο δραπέτης Μάγκουιτς, η τρελή μις Χάβισαμ, η άκαρδη ωραία Εστέλλα, ο πανούργος δικηγόρος Τζάγκερς και πολλοί άλλοι μπερδεύουν τη ζωή και την ψυχή του ήρωα.

Χαρακτήρες που η πένα του Κάρολου Ντίκενς ζωντανεύει με τις πιο αδρές πινελιές και τις πιο λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις, με χιούμορ και δραματική ένταση, στήνοντας μια δυνατή πλοκή μέσα στο σκοτεινό σκηνικό του Λονδίνου των αρχών του 19ου αιώνα.

Ο Κάρολος Ντίκενς, ορθότερα Τσαρλς Ντίκενς (Charles Dickens, 7 Φεβρουαρίου 1812 – 9 Ιουνίου 1870) υπήρξε ένας από τους πιο διάσημους Άγγλους μυθιστοριογράφους. Θεωρείται ένας από τους καλύτερους συγγραφείς της Βικτωριανής Εποχής. Μερικά από τα διασημότερα έργα του, στην πλειονότητα των οποίων κυριαρχεί το θέμα της κοινωνικής μεταρρύθμισης, είναι ο Όλιβερ Τουίστ, η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, η Ιστορία των Δύο Πόλεων, Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, Μεγάλες Προσδοκίες κ.α.

Πολλά από τα μυθιστορήματά του, με το έντονο ενδιαφέρον που παρουσίαζαν για την κοινωνική μεταρρύθμιση, εμφανίστηκαν αρχικά στα περιοδικά σε συνέχειες, πρακτική ιδιαιτέρως διαδεδομένη την εποχή εκείνη. Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς, οι οποίοι ολοκλήρωναν τα μυθιστορήματά τους πριν τα εκδώσουν σε συνέχειες, ο Κάρολος Ντίκενς έγραφε και συγχρόνως εξέδιδε το μυθιστόρημά του.

Η πρακτική αυτή προσέδωσε στις ιστορίες του ένα συγκεκριμένο ρυθμό, ο οποίος τονιζόταν από δραματικές στιγμές με αποτέλεσμα το αναγνωστικό κοινό να αναμένει πάντα με αδημονία τη συνέχεια.

Ο μεγάλος Άγγλος συγγραφέας στα έργα του σχολιάζει τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής του, αναπλάθει την ατμόσφαιρά της, αλλά επίσης συνθέτει χαρακτήρες, οι οποίοι έχουν στοιχεία που ξεπερνούν τα συγκεκριμένα χρονικά όρια. Δεν λείπουν απ’ αυτά, ωστόσο, ο έρωτας, οι ίντριγκες, αλλά και η αστυνομική ιστορία.

Αν θέλει κανείς να καταλάβει περισσότερα για την προσωπικότητα του ανθρώπου και συγγραφέα Ντίκενς, θα μπορούσε να αναφέρει ένα περιστατικό της σύντομης αλλά θαυμαστής ζωής του, που χρησιμοποιεί η βιογράφος του Κλερ Τόμαλι.

 

 

«Βικτωριανή Αγγλία, 14 Ιανουαρίου 1840. Στο ομώνυμο πτωχοκομείο του Μέριλμπον, που βρίσκεται μέσα σε ένα περίπλοκο σύμπλεγμα κτηρίων, σε μια άναρχα δομημένη περιοχή του κεντρικού Λονδίνου, διεξάγεται δικαστική έρευνα για τον θάνατο ενός νεογνού. Η πλατεία Τραφάλγκαρ την εποχή εκείνη βρίσκεται ακόμη στα χαρτιά, ενώ ένα μεγάλο μέρος της πρωτεύουσας το χαρακτηρίζουν η φτώχεια και η ανέχεια.

Η Ελίζα Μπέρτζες, μια ορφανή παραδουλεύτρα ετών 25 ετών, κατηγορείται ότι σκότωσε το νεογέννητο παιδί της στην κουζίνα των αφεντικών της. Έχουν κληθεί, ως ένορκοι, οι ιδιοκτήτες και οι ένοικοι του συγκροτήματος, δώδεκα άτομα συνολικά, προκειμένου να αποδώσουν δικαιοσύνη -οι μεσόκοποι της περιοχής θεωρούν ότι πρέπει να επιβληθεί στη μητροκτόνο η πιο βαριά τιμωρία.

Ανάμεσά τους όμως βρίσκεται ένας νεαρός άνδρας που πρόσφατα έχει μετακομίσει εκεί. Δεν απαιτείται πολλή ώρα για να καταλάβει κανείς ότι είναι πολύ διαφορετικός από τους άλλους. Δεν είναι ούτε ψηλός ούτε κοντός, είναι κομψός και εντυπωσιακά ντυμένος. Πίσω από τα μαύρα κατσαρά μαλλιά του, που πέφτουν άτακτα στο μέτωπο και στο κολάρο του, διακρίνεται ένα ζωηρό, σπινθηροβόλο βλέμμα που διατρέχει ερευνητικά την αίθουσα.

Ο ξεχωριστός αυτός 28χρονος δανδής, που ακούει στο όνομα Κάρολος Ντίκενς, πιστεύει στην αθωότητα της Ελίζας. Πιθανότατα υπήρξε θύμα βιασμού και αργότερα έχασε στις σκάλες το αγοράκι της σε μια άτυχη στιγμή του καθημερινού της μόχθου, όταν έσπευσε να ανοίξει την πόρτα σε δύο κυρίες που είχαν έλθει για επίσκεψη. Το παιδί, κατά τα φαινόμενα, γεννήθηκε νεκρό και οι προσπάθειες της μητέρας να καλύψει την ιστορία σίγουρα δεν αγγίζουν τα όρια της ευθύνης.

Ο Κάρολος την υπερασπίζεται με πάθος, τα επιχειρήματά του συντρίβουν τις αμφιβολίες των υπολοίπων».

Και σίγουρα δεν αφήνει μια γυναίκα να καταστρέψει τη ζωή της από μια άδικη κατηγορία.

Αυτή άλλωστε η συναισθηματικότητα και η αληθοφάνεια του συγγραφέα που κυριαρχεί στο έργο του και προσδίδει πόντους στην καλλιέργεια της πεζογραφίας του έχει επαινεθεί από συναδέλφους του όπως ο Τζορτζ Γκίσινγκ, ο Λέων Τολστόι, ο Τζορτζ Όργουελ και ο Γκίλμπερτ Κηθ Τσέστερτον. Αντίθετα, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Χένρι Τζέιμς και η Βιρτζίνια Γουλφ, τον επέκριναν για την ντελικάτη συναισθηματικότητα, την απουσία ψυχολογικού βάθους και το χαλαρό πεζογραφικό ύφος. Ο όρος Ντικενσιανός έχει επικρατήσει για να περιγράψει φτωχές κοινωνικές συνθήκες ή αντιπαθείς χαρακτήρες στα όρια του κωμικού.

 

 

Η υπόθεση

Οι «Μεγάλες Προσδοκίες» είναι η υπέροχη ιστορία του νεαρού Πιπ που ζει στη φτώχεια του χωριού του, ώσπου οι τρομερές συμπτώσεις τον φέρνουν στο Λονδίνο, στους κύκλους του «καλού κόσμου». Μέσα από τις περιπέτειες του Πιπ, που παρατηρεί τον κόσμο γεμάτος όνειρα κι ερωτηματικά, ο Ντίκενς περιγράφει την Αγγλία της πρώτης βιομηχανικής εποχής, μιας σκληρής εποχής όπου όμως τα θαύματα ήταν δυνατά. Με φόντο την ύπαιθρο, που παρακμάζει, και το άστυ, που αναπτύσσεται γοργά, ο Ντίκενς δημιουργεί μια σειρά αξιαγάπητους χαρακτήρες (όπως τον καλοκάγαθο Τζο και τη γλυκιά Μπίντυ) που συγκρούονται με τους Κακούς, που κι αυτοί απ’ την πλευρά τους έχουν τις δικαιολογίες τους.

Η ωραία Εστέλλα είναι δύστροπη και καταστροφική, η μις Χάβισαμ είναι μισότρελη, η αδελφή του Πιπ είναι μια μέγαιρα: και ο Μάγκγουιτς, που αποτελεί με τον τρόπο του το κέντρο αυτής της ιστορίας, είναι ένας παράνομος – σαν τον Γιάννη Αγιάννη στους Αθλίους. Όμως πίσω από τα φαινόμενα κρύβονται απρόσμενες αλήθειες και παλιά μυστικά που συνιστούν την ίδια την πλοκή και που κινούν το γαϊτανάκι των ηρώων. Ο ανικανοποίητος έρωτας, η φιλία, η μοίρα, η εκδίκηση, οι ταξικές συγκρούσεις, η κοινωνική αναρρίχηση, η αρρώστια, ο θάνατος και η λύτρωση περιγράφονται εδώ με ρεαλισμό και χιούμορ: οι δραματικές σκηνές είναι συνταρακτικές, οι κωμικές είναι ξεκαρδιστικές και οι πρώτες διαδέχονται τις δεύτερες σε μια μνημειώδη σύνθεση.

Κινηματογραφικές μεταφορές

Το βιβλίο έχει γνωρίσει δεκάδες κινηματογραφικές μεταφορές. Πιο διάσημη από όλες παραμένει η ταινία του 1946 σκηνοθετημένη από τον Ντέιβιντ Λιν. Ακόμη, αίσθηση έχουν κάνει μια ελεύθερη διασκευή του Αλφόνσο Κουαρόν με τους Ίθαν Χοκ και Γκουίνεθ Πάλτροου (1998), καθώς και μια τηλεταινία του BBC (1999) με τη Σαρλότ Ράμπλινγκ στο ρόλο της Μις Χάβισαμ.

Η πιο πρόσφατη παραγωγή γυρίστηκε το 2012 και έκανε πρεμιέρα στη χώρα μας στις 18 Απριλίου 2013. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Μάικ Νιούελ, ένας καλός επαγγελματίας του βρετανικού σινεμά, ο οποίος έχει δοκιμαστεί με επιτυχία σε πολλά είδη: από τις ερωτικές κομεντί («Τέσσερις γάμοι και μια κηδεία») και τις γκανγκστερικές ταινίες («Ντόνι Μπράσκο»), μέχρι τις υπερπαραγωγές φαντασίες («Χάρι Πότερ 4»).

Οι “Μεγάλες Προσδοκίες”, γραμμένες στα 1860-61, ξεχωρίζουν από τα προηγούμενα μυθιστορήματα του Ντίκενς για το πολύπλευρο, το περισσότερο οικείο κι ανθρώπινο των διαφόρων προσώπων τους. Εδώ, μονάχα ο Κομπέισον κι ο Όρλικ είναι βαθύτερα κακοί, μόνο ο Τζο κι η Μπίντυ, ίσως ακόμα κι ο Ερβέρτος κι η Κλάρα, είναι ουσιαστικά καλοί. […]

 

 

Ανθρώπινη ουσία

Το βιβλίο αυτό έχει αναμφισβήτητη δραματική δύναμη κι η τέχνη του, καθώς και το μήνυμα που αναπτύσσεται σε αυτές τις συγκινητικές σελίδες, έχει μια βαθύτερη ανθρώπινη ουσία.
Ο συγγραφέας, έχοντας μια τραυματική εμπειρία της φτώχειας και της αδικίας κατά την παιδική του ηλικία, πλάθει χαρακτήρες και γεννά με τη φαντασία του καταστάσεις που αντικαθρεπτίζουν τη βρετανική κοινωνία των βικτωριανών χρόνων.

Ο πλούτος έρχεται σε αντίθεση με τη μιζέρια και τη μεγάλη φτώχεια, ο έρωτας βρίσκεται σε συνεχή διαμάχη με την απόρριψη, ο σνομπισμός με την πίκρα των περιφρονημένων, το δίκαιο με το άδικο. Στο τέλος νικά η καλοσύνη, η καλή πλευρά του ανθρώπου έρχεται στην επιφάνεια ενώ ο σκοταδισμός και το κακό περιορίζονται. Στις «Μεγάλες Προσδοκίες», μάλιστα, ο συγγραφέας εμβαθύνει περισσότερο στην ψυχολογική ανάλυση των προσώπων του σε σχέση με άλλα έργα του.

Εγκλήματα, αθλιότητα, κτηνωδία και θάνατος συνυπάρχουν με κωμική εφευρετικότητα και απέραντη τρυφερότητα στο έργο του Τσαρλς Ντίκενς.

 

Πορτρέτο του Τσαρλς Ντίκενς από τον Ουίλιαμ Πάουελ Φριθ (1859). Ανήκει στο Μουσείο Βικτώρια και Άλμπερτ.

***

“Μεγάλες Προσδοκίες”: Το αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς σκηνοθετεί η Λίλλυ Μελεμέ

***

Ο Κάρολος Ντίκενς (Τσαρλς Ντίκενς Charles Dickens, 7 Φεβρουαρίου 1812 – 9 Ιουνίου 1870) ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος.

Ο Κάρολος Ντίκενς υπήρξε ένας από τους πιο διάσημους Άγγλους μυθιστοριογράφους και κριτικούς της κοινωνίας. Επινόησε ορισμένους από τους γνωστότερους διεθνώς φανταστικούς χαρακτήρες και θεωρείται από πολλούς ως ο σπουδαιότερος συγγραφέας της Βικτωριανής Εποχής. Τα έργα του έχαιραν άνευ προηγουμένου δημοτικότητας κατά τη διάρκεια της ζωής του, ενώ αυτή η δημοφιλία διατηρείται και σήμερα τόσο για τα μυθιστορήματα όσο και για τα διηγήματά του. Οι κριτικοί της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα όπως και οι ακαδημαϊκοί τον έχουν αναγνωρίσει ως μια λογοτεχνική διάνοια.

Ο Ντίκενς γεννήθηκε στο Πόρτσμουθ. Αφού ο πατέρας του φυλακίστηκε λόγω χρεών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο για να εργαστεί σε εργοστάσιο. Παρά την απουσία επίσημης εκπαίδευσης, αναδείχθηκε σε ακούραστο επιστολογράφο, ενώ επιμελούνταν συντακτικά μια εβδομαδιαία έκδοση για 20 χρόνια. Έγραψε 15 μυθιστορήματα, 5 νουβέλες, εκατοντάδες διηγήματα και μη λογοτεχνικά άρθρα. Έδωσε έναν εκτεταμένο αριθμό διαλέξεων και ήταν στρατευμένος υπέρ των δικαιωμάτων των παιδιών, της εκπαίδευσης και άλλων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.

Η λογοτεχνική επιτυχία του Ντίκενς ξεκίνησε με το λογοτεχνικό του ντεμπούτο, «Τα έγγραφα του Πίκγουικ», μια ιστορία που άρχισε να εκδίδεται το 1836, σε μηνιαίες συνέχειες. Σε λίγα χρόνια είχε μετατραπεί σε διεθνή λογοτεχνική διασημότητα, γνωστή για το χιούμορ, τη σάτιρά της και τη διορατική ματιά της στους χαρακτήρες και την κοινωνία. Τα μυθιστορήματά του, εκδίδονταν σε μηνιαίες ή εβδομαδιαίες συνέχειες, πρωτοπορώντας στο εκδοτικό οικοσύστημα της λογοτεχνίας, που τελικά έγινε ο κανόνας της Βικτωριανής Εποχής. Αυτή η συγγραφική πρακτική επέτρεπε στον Ντίκενς να σφυγμομετρεί την απόκριση του κοινού και ακολούθως τροποποιούσε την πλοκή και την ανάπτυξη του χαρακτήρα, για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των αναγνωστών του. Για παράδειγμα, στον Ντέηβιντ Κόπερφιλντ, όταν ο ποδίατρος της συζύγου του εξέφρασε τη δυσφορία του για τον τρόπο που η δεσποινίς Μάουτσερ αντιλαμβάνεται τις αναπηρίες της, ο Ντίκενς της προσέδωσε θετικά χαρακτηριστικά, ανυψώνοντάς την στα μάτια του αναγνώστη. Επεξεργαζόταν προσεκτικά την πλοκή και εισήγαγε στη διήγησή του συχνά στοιχεία που αφορούσαν τοπικά ζητήματα.

Η πρακτική της συγγραφής σε συνέχειες προσέδωσε στις ιστορίες του ένα συγκεκριμένο ρυθμό, ο οποίος τονιζόταν από δραματικές στιγμές με αποτέλεσμα το κοινό να περιμένει με ανυπομονησία τη συνέχεια του μυθιστορήματος. Πλήθη φτωχών αναλφάβητων, πλήρωναν μισόλιρα σε εγγράμματους για να τους διαβάσουν τις μηνιαίες συνέχειες, καλλιεργώντας μια νέα γενιά επίδοξων αναγνωστών. Η συνεχής δημοτικότητα των μυθιστορημάτων και των μικρών ιστοριών του, είναι τέτοια που δε σταμάτησαν ποτέ να εκδίδονται.

Ο Ντίκενς θεωρείτο ένας λογοτεχνικός κολοσσός της εποχής του. Η νουβέλα του 1843, «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», παραμένει δημοφιλής και συνεχίζει να εμπνέει διασκευές σε κάθε καλλιτεχνικό είδος. Συχνά έχουν διασκευαστεί επίσης ο «Όλιβερ Τουίστ» και οι «Μεγάλες Προσδοκίες» και όπως αρκετά μυθιστορήματά του, επαναφέρουν μνήμες του Βικτωριανού Λονδίνου. Το μυθιστόρημα του 1859, «Ιστορία Δύο Πόλεων», που εξελίσσεται σε Λονδίνο και Παρίσι, είναι το πιο γνωστό του ιστορικό μυθιστόρημα. Η δουλειά του έχει επαινεθεί, για το ρεαλισμό της, την κωμωδία, το πεζογραφικό του ύφος, τους μοναδικούς χαρακτήρες και την κοινωνική κριτική της.

 

Το πατρικό του Κάρολου Ντίκενς, Κομέρσιαλ Ρόουντ 393, Πόρτσμουθ

Ο Κάρολος Ντίκενς (πλήρες όνομα: Τσαρλς Τζον Χάφφαμ Ντίκενς) γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1812, στο Νο.1 της οδού Μάιλ Έντ (πλέον Κομμέρσιαλ Ρόουντ 393), στο Λάντπορτ της νήσου Πόρτσι (Πόρτσμουθ). Ήταν το δεύτερο από τα οκτώ παιδιά του Τζον Ντίκενς (1785 – 1851) και της Ελίζαμπεθ Ντίκενς, το γένος Μπάρροου (1789 – 1863). Ο πατέρας του ήταν κλητήρας στο Ταμείο Ναύτου και ήταν προσωρινά τοποθετημένος στην περιοχή. Νονός του ήταν ο Κρίστοφερ Χάφφαμ, εξαρτύων του Βασιλικού Ναυτικού, τζέντλεμαν και η κεφαλή μιας εδραιωμένης φίρμας. Πιστεύεται ότι ο Χάφφαμ αποτελεί την έμπνευση για τον Πωλ Ντόμπυ, τον ιδιοκτήτη μιας ναυτιλιακής εταιρείας στο έργο του Ντίκενς: «Ντόμπυ και Υιός» του 1848.

Πατρικό του Ντίκενς στο Τσάθαμ (1817 – Μάιος 1821)

Τον Ιανουάριο του 1815 ο Τζον Ντίκενς ανακλήθηκε στο Λονδίνο και η οικογένεια μετακόμισε στην οδό Νόρφολκ Στριτ, στη συνοικία Φιτσρόβια. Όταν ο Κάρολος ήταν τεσσάρων ετών, μετακόμισαν στο Σίρνες και από εκεί στο Τσάθαμ του Κεντ, όπου έμειναν ώσπου ο Κάρολος έγινε 11 ετών. Η πρώιμη παιδική του ηλικία μοιάζει να ήταν ειδυλλιακή αν και ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του «ως ένα πολύ μικρό και όχι ιδιαίτερα καλομαθημένο παιδάκι».

Ο Κάρολος όπως και τα άλλα παιδιά της ηλικίας περνούσε αρκετό καιρό με δραστηριότητες εκτός σπιτιού, αλλά ταυτόχρονα ήταν βιβλιοφάγος. Λάτρευε τα πικαρέσκα μυθιστορήματα, όπως αυτά του Τομπάιας Σμόλετ και του Χένρυ Φήλντινγκ, καθώς και τον Ροβινσώνα Κρούσο και τον Ζυλ Μπλας. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τις «Χίλιες και Μία Νύχτες» και το επτάτομο έργο “Collection of Farces and Afterpieces” της Ελίζαμπεθ Ίντσμπαλντ. Η εξαιρετική μνήμη που διέθετε, του επέτρεπε να διατηρεί ζωηρές αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, όπως και μνήμες χαρακτήρων και γεγονότων, στοιχείο που χρησιμοποίησε στο λογοτεχνικό του έργο. Η σύντομη εργασία του πατέρα του ως κλητήρα στο Ταμείο Ναύτου, του επέτρεψε την ολιγοετή πολυτέλεια ιδιωτικής εκπαίδευσης, αρχικά υπό δασκάλα και αργότερα στο Τσέιτεϊμ, υπό τον Ουίλλιαμ Γκάιλς, ένα σχισματικό.

Αυτή η περίοδος έληξε απότομα τον Ιούνιο του 1822, όταν ο Τζον Ντίκενς ανακλήθηκε στα κεντρικά του Ταμείου Ναύτου στον Οίκο Σόμερσετ και ακολούθως όλη η οικογένεια, εκτός του Καρόλου, που έμεινε πίσω για να τελειώσει τις εξετάσεις του, μετακόμισε στο Κάμντεν, στο Λονδίνο. Η οικογένεια εγκατέλειψε το Κεντ, με χρέη που συσσωρεύονταν ραγδαία και καθώς ο Τζον δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα έξοδά του, ο δανειστής του, ένας αρτοποιός, τον κυνήγησε για ένα χρέος 40 λιρών και τον έριξε στη φυλακή του Μάρσαλσι, στο Σάουθγουορκ, στο Λονδίνο, το 1824. Η σύζυγός του και τα νεαρότερα αδέλφια του Καρόλου, ακολούθησαν τον πατέρα τους στη φυλακή, όπως συνηθιζόταν για τους φτωχότερους οφειλέτες, καθώς δεν μπορούσαν να τους προσφέρουν αλλιώς στέγη και τροφή. Ο Κάρολος, δώδεκα πλέον ετών, διέμενε με την Ελίζαμπεθ Ρόυλανς, οικογενειακή φίλη, στο Κόλλετζ Πλέις 112, στο Κάμντεν. Η Ρόυλανς ήταν «μια φτωχή γριά, γνωστή στην οικογένειά μας», την οποία ο Ντίκενς απαθανάτισε με «μερικές μικροαλλαγές και ωραιοποιήσεις», ως «κα Πίπκιν» στο μυθιστόρημα «Ντόμπυ και Υιός».


Το προαύλιο της φυλακής Μάρσαλσι (περίπου το 1897). Η φυλακή είχε κλείσει το 1842

Αργότερα, διέμεινε στη σοφίτα του σπιτιού ενός δικαστικού κλητήρα, του Άρτσιμπαλντ Ράσσελ, «ενός παχουλού, καλοκάγαθου και ευγενικού γερο-τζέντλεμαν… με σύζυγο μια ήσυχη γριούλα» και το χωλό γιο τους, στη Λαντ Στριτ στο Σάουθγουορκ. Παρείχαν στον Κάρολο την έμπνευση για τους Γκάρλαντς στο Παλαιοπωλείο (The old curiosity shop).

Σχέδιο από τον Φρεντ Μπέρναρντ του Καρόλου Ντίκενς να δουλεύει στο εργοστάσιο παραγωγής βερνικιών παπουτσιών, αφότου ο πατέρας του είχε φυλακιστεί στο Μάρσαλσι, όπως δημοσιεύτηκε στο έργο του 1892 του Φόρστερ Life of Dickens.
Περνούσε τις Κυριακές του στη φυλακή του Μάρσαλσι, για να βλέπει τον πατέρα του, μαζί με την αδερφή του Φράνσις, που ήταν ελεύθερη από τη μελέτη της στη Βασιλική Μουσική Ακαδημία. Ο Ντίκενς αργότερα χρησιμοποίησε τη φυλακή ως το περιβάλλον του μυθιστορήματος «Η μικρή Ντόρριτ». Ο Ντίκενς σε ηλικία δεκαπέντε ετών αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο για να πληρώσει τα έξοδα στέγασής του, για να βοηθήσει την οικογένειά του και στην αποπληρωμή χρέους του πατέρα του. Εργαζόταν σε δεκάωρες βάρδιες στην αποθήκη βερνικιών παπουτσιών του Γουώρρεν, στα Χάνγκερφορντ Στερς, κοντά στο σημερινό σιδηροδρομικό σταθμό του Τσάρινγκ Κρος. Έβγαζε μόλις 6 σελίνια την εβδομάδα κολλώντας ετικέτες σε βαζάκια με βερνίκι παπουτσιών. Οι κουραστικές και συχνά απάνθρωπες εργασιακές συνθήκες έμειναν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη του Ντίκενς και επηρέασαν το λογοτεχνικό του έργο αλλά και τα δοκίμιά του. Αυτή η εμπειρία αποτελούσε το θεμέλιο για το ενδιαφέρον του στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τις συμβάσεις εργασίας, την αυστηρότητα των οποίων επωμίζονταν αδίκως οι φτωχοί. Αργότερα, έγραψε χαρακτηριστικά: «… πόσο εύκολα θα μπορούσα να είχα παρασυρθεί σε τόσο νεαρή ηλικία». Χαρακτηριστικά διηγούνταν στο βιογράφο του Τζον Φόρστερ (από το The Life of Charles Dickens):

Η αποθήκη βερνικιών ήταν το τελευταίο κτήριο στην αριστερή πλευρά του δρόμου, στην παλιά συνοικία των Χάνγκερφορντ Στερς. Επρόκειτο για ένα χαοτικό, ετοιμόρροπο παλιό οίκημα, που ρύπαινε τον ποταμό με τα απόβλητά του και είχε κυριολεκτικά κατακλυστεί από τους αρουραίους. Τα δωμάτια με τις ξύλινες επενδύσεις, τα σάπια πατώματα, η ετοιμόρροπη σκάλα και οι γκρίζοι γερο-αρουραίοι, που εφορμούσαν στα κελάρια, τα σκουξίματα και γρατσουνίσματά τους να ηχούν από τις σκάλες όλη την ώρα, όπως και η βρωμιά και η αποσύνθεση του μέρους, είναι ξεκάθαρα ακόμη μπροστά μου, σα να βρισκόμουν και πάλι εκεί. Το λογιστήριο βρισκόταν στον πρώτο όροφο, έχοντας μια εποπτική άποψη του ποταμού και των φορτηγίδων κάρβουνου. Εκεί υπήρχε μια εσοχή, όπου ήταν το πόστο εργασίας μου. Αντικείμενο εργασίας μου ήταν να καλύπτω τα δοχεία με το βερνίκι: Πρώτα, με ένα φύλλο λαδόχαρτου και μετά με ένα κομμάτι μπλε χαρτιού. Μετά τα έδενα με σπάγκο και στο τέλος έκοβα κοντά και ταιριαστά το χαρτί, γύρω από το στόμιο, έτσι που έμοιαζε με δοχείο αλοιφής, που έβρισκε κανείς σε φαρμακείο. Όταν ολοκλήρωνα ένα συγκεκριμένο αριθμό πακεταρισμένων δοχείων, κολλούσα στο καθένα μια τυπωμένη ετικέτα και ξανάρχιζα από την αρχή. Δύο ή τρία άλλα αγόρια είχαν ανάλογα καθήκοντα στο ισόγειο με παρόμοιο μισθό. Ένα από αυτά, φορώντας μια κουρελιασμένη ποδιά και ένα χάρτινο καπέλο, ήρθε το πρωί της πρώτης μου Δευτέρας στην αποθήκη και μου έδειξε το κόλπο, με το οποίο έσφιγγε το σπάγκο και έδενε τον κόμπο. Ονομαζόταν Μπομπ Φάγκιν και πολύ αργότερα, λογοτεχνική αδεία, δανείστηκα το όνομά του στο μυθιστόρημα Όλιβερ Τουίστ.

 

 

 

Σχέδιο από τον Φρεντ Μπέρναρντ του Καρόλου Ντίκενς να δουλεύει στο εργοστάσιο παραγωγής βερνικιών παπουτσιών, αφότου ο πατέρας του είχε φυλακιστεί στο Μάρσαλσι, όπως δημοσιεύτηκε στο έργο του 1892 του Φόρστερ Life of Dickens.

 

Όταν η αποθήκη μετακινήθηκε στην οδό Χάντος στην πολυάσχολη περιοχή του Κόβεντ Γκάρντεν, τα αγόρια εργάζονταν σε ένα δωμάτιο, που το παράθυρο φαινόταν από το δρόμο. Έτσι, συγκεντρώνονταν ένα μικρό κοινό στο δρόμο που τους παρακολουθούσε να εργάζονται. Κατ’ εκτίμηση του βιογράφου του Ντίκενς, του Σάιμον Κάλλοου, η εργασία τους σε κοινή θέα ήταν «μια ακόμη εξέλιξη που επέτεινε τη μιζέρια του».

Ο θάνατος της Ελίζαμπεθ Ντίκενς, γιαγιάς του Τζον Ντίκενς από τη μεριά του πατέρα του, απροσδόκητα κληροδότησε στον φυλακισμένο Τζον Ντίκενς 450 λίρες. Εν αναμονή της απόδοσης της κληρονομιάς, ο πατέρας του Καρόλου Ντίκενς αποφυλακίστηκε λίγους μήνες μετά τον εγκλεισμό του. Σύμφωνα με το Δίκαιο των Αρρύθμιστων Οφειλετών, ο Τζον Ντίκενς συμφώνησε την εξόφληση των χρεών του στους πιστωτές του και έτσι η οικογένειά του έφυγε από τη φυλακή του Μάρσαλσι, αναζητώντας στέγη στο σπίτι της κυρίας Ρόιλανς.

Η μητέρα του Καρόλου, η Ελίζαμπεθ Ντίκενς, δε στήριξε την άμεση αποχώρηση του γιου της από την αποθήκη βερνικιών. Αυτή η στάση επηρέασε βαθύτατα τον Κάρολο και τον ώθησε να διαμορφώσει την άποψη ότι ο πατέρας πρέπει να παίρνει τις αποφάσεις στην οικογένεια και ότι η μητέρα πρέπει να βρει το ρόλο της, περιορισμένη στα καθήκοντα του σπιτιού: «Ποτέ μετά δεν ξέχασα, δε θα ξεχάσω, δεν μπορώ να ξεχάσω, ότι η μητέρα μου ήταν θετική, στο ενδεχόμενο επιστροφής μου στη βιοτεχνία βερνικιών». Η αδυναμία της μητέρας του να ανταποκριθεί στη θέλησή του για αποδέσμευση από το εργοστάσιο βερνικιών, ήταν καταλυτικός παράγοντας για την πικρία του απέναντι στις γυναίκες.

Η δίκαιη αγανάκτηση που πήγαζε από την προσωπική του κατάσταση και από τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων της εργατικής τάξης έγινε ένα από τα κεντρικά θέματα του λογοτεχνικού του έργου και αυτήν τη δυστυχισμένη περίοδο της νιότης του υπενθυμίζει, στην αγαπητή και πιο αυτοβιογραφική του νουβέλα, τον Ντέιβιντ Κόππερφιλντ: «Δεν είχα καμία συμβουλή, καμία δεύτερη γνώμη, καμία ενθάρρυνση, καμία παρηγοριά, καμία βοήθεια, καμία υποστήριξη, κανενός είδους, από κανέναν, όσο μπορώ να θυμηθώ, όσο και ελπίζω να πάω στον Παράδεισο!».

Αφού ο Κάρολος Ντίκενς απαλλάχθηκε από τη δουλειά που μισούσε, εστάλη στην Ακαδημία του Οίκου Γουέλινγκτον στην πόλη του Κάμντεν, όπου παρέμεινε δύο χρόνια, ως το Μάρτιο του 1827. Δεν το θεωρούσε καλό σχολείο: «Πολλή από τη χαοτική, ανοργάνωτη διδασκαλία και την έλλειψη πειθαρχίας που τονίζονταν περαιτέρω από τη σαδιστική βιαιότητα του διευθυντή, τους ελεεινούς κλητήρες και τη γενική ατμόσφαιρα αποσάθρωσης, ενσωματώνονται στο έργο Ντέιβιντ Κόππερφιλντ, στην επιχείρηση του κου Κρικλ».

Ο Ντίκενς εργάστηκε στο νομικό γραφείο των Έλλις και Μπλακμορ, δικηγόρων στο δικαστήριο επί της διασταύρωσης των οδών Χόλμπορν και Γκρέι Ινν, ως βοηθός κλητήρα από το Μάιο 1827 ως το Νοέμβριο του 1828. Είχε το χάρισμα του μίμου και μπορούσε να υποδυθεί πρόσωπα από το περιβάλλον του: πελάτες, δικηγόρους και κλητήρες. Ήταν φανατικός θεατρόφιλος. Ισχυρίζονταν ότι για τουλάχιστον τρία χρόνια παρακολουθούσε καθημερινά θεατρικές παραστάσεις. Ο αγαπημένος του ηθοποιός ήταν ο Τσαρλς Μάθιους και ο Ντίκενς είχε αποστηθίσει τους πολυμονολόγους του (φάρσες στις οποίες ο Μάθιους υποδυόταν όλους τους χαρακτήρες).

Ακολούθως, έχοντας μάθει στενογραφία βάσει του συστήματος Γκέρνεϊ στον ελεύθερο χρόνο του, εγκατέλειψε τη δουλειά του κλητήρα για να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία. Ένας μακρινός συγγενής, ο Τόμας Κάρλτον, ήταν ανεξάρτητος ανταποκριτής σε υποθέσεις αστικού δικαίου και έτσι ο Ντίκενς κατόρθωσε να λάβει θέση στο ακροατήριο, ώστε να εργαστεί ως ανταποκριτής, καλύπτοντας τα νομικά τεκταινόμενα για σχεδόν τέσσερα χρόνια. Αυτή η προϋπηρεσία είναι εμφανής στα έργα του «Νίκολας Νίκλμπι», «Ντόμπυ & Υιός» και ιδιαίτερα στο έργο «Ο Ζοφερός Οίκος». Η ζωντανή αναπαράσταση των μηχανορραφιών και της γραφειοκρατίας του νομικού συστήματος, διαφώτισαν το κοινό και λειτούργησαν ως όχημα διασποράς των αντιλήψεων του Ντίκενς, σχετικά με το βαρύ φορτίο που επωμίζονταν οι άποροι, που αναγκάζονταν λόγω συνθηκών να καταφύγουν στο Νόμο. Κανείς άλλος ανταποκριτής στο Λονδίνο δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον Κάρολο Ντίκενς στην ακρίβεια και στην ταχύτητα των ειδήσεων.

Το 1830 ο Ντίκενς γνώρισε την πρώτη του αγάπη, τη Μαρία Μπίτνελλ, η οποία θεωρείται ότι αποτέλεσε το πρότυπο για το χαρακτήρα της Ντόρα στο έργο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ. Οι γονείς της Μαρίας όμως, δεν το ενέκριναν για την κόρη τους και διέκοψαν τη σχέση τους, στέλνοντάς την σε σχολείο στο Παρίσι.

 

 

Δημοσιογραφία και πρώτα μυθιστορήματα

Το 1832, στην ηλικία των 20 ετών, ο Ντίκενς ήταν δραστήριος και η αυτοπεποίθησή του ολοένα και αυξανόταν. Απολάμβανε τις μιμήσεις και την ψυχαγωγία που ήταν δημοφιλής στην εποχή του, δε διέθετε ούτε ξεκάθαρη ούτε συγκεκριμένη άποψη του τι ήθελε να γίνει και παρόλα αυτά γνώριζε ότι επιθυμούσε φήμη. Με το θέατρο να του ασκεί έλξη -έγινε ένα από τα πρώτα μέλη της λέσχης Γκάρρικ- κατόρθωσε να συμμετέχει σε διανομή ρόλου ηθοποιού στο Κόβεντ Γκάρντεν, όπου ο διαχειριστής Τζωρτζ Μπράντλεϊ και ο ηθοποιός Τσαρλς Κεμπλ θα τον αξιολογούσαν. Ο Ντίκενς προετοιμάστηκε ενδελεχώς και αποφάσισε να μιμηθεί τον κωμικό Τσαρλς Μάθιους, αλλά τελικά έχασε την ακρόαση εξαιτίας ενός κρυολογήματος. Πριν προκύψει άλλη ευκαιρία, είχε ήδη ξεκινήσει τη συγγραφική του καριέρα. Το 1833 απέστειλε την πρώτη του ιστορία (“A Dinner at Poplar Walk”) στο λονδρέζικο περιοδικό Μηναίο Περιοδικό (Monthly Magazine). Ο Γουίλιαμ Μπάρροου, θείος του από την πλευρά της μητέρας του, του πρόσφερε εργασία στον «Καθρέπτη της Βουλής» (The Mirror of Parliament) και εργάστηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου για πρώτη φορά στις αρχές του 1832. Νοίκιασε δωμάτιο στο πανδοχείο του Φέρνιβαλ και εργάστηκε ως πολιτικός ανταποκριτής, δημοσιογραφώντας για τις αντιδικίες του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ ταξίδεψε σε αρκετά μέρη της Βρετανίας για να καλύψει εκλογικές εκστρατείες για λογαριασμό του «Πρωινού Χρονικού» (Morning Chronicle).

Η δημοσιογραφία του, υπό τη μορφή σχεδιαγραμμάτων σε περιοδικά, αποτέλεσε την πρώτη ανθολογία διηγημάτων του, που δημοσιεύτηκε το 1836 υπό τον τίτλο «Σκιαγραφήματα του Μποζ» (Sketches by Boz), όπου το Μποζ ήταν οικογενειακό υποκοριστικό που ο ίδιος χρησιμοποιούσε ως ψευδώνυμο για μερικά χρόνια. Ο Ντίκενς το υιοθέτησε από το ψευδώνυμο Μωυσής, που είχε προσδώσει στο νεότερο αδελφό του, Αύγουστο Ντίκενς, βάσει ενός χαρακτήρα του έργου «Ο Βικάριος του Γουέικφιλντ» του Όλιβερ Γκόλντσμιθ. Οποτεδήποτε το πρόφερε κάποιος με κρυολόγημα, το «Μόουζεζ» μετατρέπονταν σε «Μπόουζεζ», που αργότερα συντμήθηκε σε «Μποζ». Ένας κριτικός λογοτεχνίας της εποχής του έγραψε το 1849: «Ο κος Ντίκενς, σαν να ήθελε να πάρει εκδίκηση για το περίεργο όνομά του, αποδίδει ακόμη πιο περίεργα ονόματα στις φανταστικές δημιουργίες του».

Συνεισέφερε και επιμελήθηκε περιοδικά καθ’ όλη τη διάρκεια της λογοτεχνικής του καριέρας. Τον Ιανουάριο του 1935 το «Πρωινό Χρονικό» εξέδωσε μια εσπερινή έκδοση υπό την επιμέλεια του κριτικού μουσικής της εφημερίδας, Τζορτζ Χόγκαρθ. Ο Χόγκαρθ κάλεσε τον Ντίκενς να συνεισφέρει με Σκιαγραφήματα Δρόμου. Αυτός έγινε τακτικός επισκέπτης στο σπίτι του πρώτου στο Φούλαμ, καθώς η αγάπη του Χόγκαρθ για τον Γουόλτερ Σκοτ, γνωστό Σκωτσέζο λογοτέχνη και κοινό ήρωα των δύο αντρών, του διέγειρε το ενδιαφέρον, ενώ απολάμβανε την παρέα των τριών θυγατέρων του Χόγκαρθ, της Τζορτζίνα, της Μαίρη και της δεκαεννιάχρονης Κάθριν.

Στις διαθέσιμες ώρες του έγραφε διηγήματα, βάζοντας μέσα τα πρόσωπα που γνώριζε, τους ανθρώπους που συναντούσε στο δρόμο και τους τύπους που δημιουργούσε με τη γόνιμη φαντασία του, εμφυσώντας στον καθένα τη γνώριμη πνοή του Ντίκενς. Την ίδια χρονιά, ένα άλλο από τα διηγήματά του δημοσιεύθηκε και αποτέλεσε την εκκίνηση της σταδιοδρομίας που επρόκειτο να δικαιώσει τη βαθιά πεποίθηση που είχε από τα πρώτα του παιδικά χρόνια ότι επρόκειτο να γίνει μεγάλος. Το Μάρτιο του 1836 κυκλοφόρησαν τα “Χαρτιά του Πίκγουικ”, που έγιναν ανάρπαστα από το αναγνωστικό κοινό. Μετά εκδόθηκε ο “Όλιβερ Τουίστ”, εμπνευσμένος από όσα είχε δει και γνωρίσει ο Ντίκενς στις περιοδείες του ως ανταποκριτής εφημερίδος.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων αυτών επιτυχιών του, ο Ντίκενς είχε παντρευτεί την Αικατερίνη Χόγκαρθ και η οικογένειά του μεγάλωσε με γοργό ρυθμό, καθώς απέκτησε 10 παιδιά. Τα οικονομικά του επίσης βελτιώθηκαν πολύ και συνεχώς άλλαζε σπίτι, το ένα πιο μεγάλο από το άλλο.

Η δημοτικότητα του Ντίκενς μεγάλωνε κι αυτή. Έγινε γνωστός στην Αμερική, όσο ήταν και στην Αγγλία. Το 1842 διέσχισε τον Ατλαντικό και οι Αμερικανοί τον υποδέχθηκαν με τον χαρακτηριστικό ενθουσιασμό τους. Κι όμως, του νεαρού Ντίκενς οι Αμερικανοί τού φάνηκαν ακαλλιέργητοι και θορυβώδεις, μασούσαν καπνό, είχαν δούλους και δεν σέβονταν την ξένη πνευματική ιδιοκτησία. Δεν δίστασε καθόλου να εκφράσει τις απόψεις του και γυρίζοντας στην Αγγλία έγραψε, τις όχι και τόσο κολακευτικές, εντυπώσεις του από την Αμερική, στα “Αμερικάνικα Σημειώματα” (1842) και στο “Μάρτιν Τσάζλγουιτ” (1843-1844). Το 1843 είχε εκδώσει τα “Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα” που γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία, ενώ αργότερα ακολούθησε ο “Δαβίδ Κόπερφιλντ”.

Ο “Δαβίδ Κόπερφιλντ” (1849-1850) είναι σχεδόν η αυτοβιογραφία του Ντίκενς. Στο έργο αυτό απαθανατίζει τον πατέρα του στο πρόσωπο του κ. Μικόμπερ, και τον εαυτό του στο πρόσωπο του Δαβίδ. Το 1859 εξέδωσε την “Ιστορία δύο πόλεων” και το 1860-1861 εξέδωσε σε σειρές τις “Μεγάλες Προσδοκίες”.

Το 1867 μια πολύ δελεαστική προσφορά από την Αμερική τον έκανε να διασχίσει πάλι τον Ατλαντικό. Οι Αμερικανοί τον υποδέχθηκαν μ’ έναν ενθουσιασμό άνευ προηγουμένου. Ξέχασαν τα όσα είχε γράψει κάποτε γι’ αυτούς, αλλά κι αυτός αναίρεσε εκείνα τα λόγια του. Σ’ ένα συμπόσιο που έκανε προς τιμήν του το Τυπογραφείο Ντελμόνικο της Νέας Υόρκης, έκανε μια πολύ εύγλωττη έκκληση για τη φιλία των δύο αγγλόφωνων λαών.

Το 1868 ο Ντίκενς επέστρεψε στην Αγγλία και δύο χρόνια αργότερα, το 1870, πέθανε στο Ρότσεστερ. Η σορός του τάφηκε στο Αββαείο του Γουεστμίνστερ.

***

“Μεγάλες Προσδοκίες”: Το αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς σκηνοθετεί η Λίλλυ Μελεμέ

***

«Όλιβερ Τουίστ», «Μεγάλες Προσδοκίες», «Δύσκολα Χρόνια»

Ο Ντίκενς χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους αλλά και σπουδαιότερους κοινωνικούς σχολιαστές, που με τη φαντασία κατόρθωνε να κατακρίνει τα οικονομικά, κοινωνικά και ηθικά σφάλματα της Βικτωριανής Εποχής. Όπως είδαμε, είχε αναγκαστεί να δουλέψει σε εργοστάσιο βερνικιών. Αυτή η εμπειρία του έμεινε ανεξίτηλη όπως και τα βιώματα του από τη χρεοκοπία και τη φυλάκιση του πατέρα του αλλά και η ιδιότητά του ως ανταποκριτή εφημερίδας, με όσα κατέγραψε ύστερα από επαφή με τραγικά συμβάντα, έδωσαν την έμπνευση για τον Όλιβερ Τουίστ. Είδε πολλά παιδιά πληγωμένα θανάσιμα ή νεκρά. Το έργο του Όλιβερ Τουίστ αποδεικνύει το κοινωνικό του ενδιαφέρον. Σε αυτό το έργο διαφαίνονται όλων των ειδών οι ταραχοποιές και εγκληματικές μορφές των φτωχών ανθρώπων, η δυστυχία
όσων δεν είχαν εγκληματική ροπή καθώς και η αστική σκληρή πραγματικότητα.

Όπως αναφέρει και ο John Foster, «δε θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει όσα έζησε τα οποία τον στοιχειώνουν και τον κάνουν δυστυχισμένο ακόμη και ύστερα από χρόνια». Δεν θα θεωρείτο υπερβολή αν ισχυριζόμασταν ότι η ενασχόλησή του με τη βικτωριανή εργατική τάξη τον έκανε τον συγγραφέα που έγινε.
Αν ο πατέρας του δεν τύχαινε κληρονομιάς, ο Κάρολος θα αναγκαζόταν να δουλεύει σε όλη του τη ζωή σαν εργάτης.
Σύμφωνα με τον Louis Cazamian, ο Ντίκενς είχε το σωστό τρόπο να θίγει κοινωνικά θέματα. Τα σημαντικότερα είναι οι επιπτώσεις του Νόμου των Πτωχών του 1834, η παράνομη ζωή στο Λονδίνο και η θυματοποίηση των παιδιών, κάτι που εμφανίζεται από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του «Όλιβερ Τουίστ».
Ο Ντίκενς κατάφερε να κάνει γνωστές τις συνθήκες ζωής των φτωχών. Στα κείμενά του ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με την ανθρώπινη δυστυχία, την έλλειψη της τάξης, την αθλιότητα, τη στάχτη και την παρακμή της αστικής βιομηχανικής πόλης.
Το έργο του “Όλιβερ Τουίστ” είναι ένα μανιφέστο κατά κυρίαρχων συντηρητικών ιδεών της βικτωριανής περιόδου. Στο έργο του Ντίκενς που ονομάζεται “Μεγάλες Προσδοκίες, έχουμε πάλι τη μορφή του μαθητευόμενου. Αυτή τη φορά σε ένα σιδεράδικο. Την επιθυμία του παιδιού να μάθει αυτή την τέχνη. Είναι εμφανής η έλλειψη καλής γνώσης κατανόησης και έκφρασης της γλώσσας, από πλευράς του νεαρού ήρωα. Ακόμη, μπορεί κάποιος να παρατηρήσει την επιρροή που είχαν
οι πλούσιοι άνθρωποι (Μις Χάβισαμ) πάνω στους φτωχούς (Πιπ, Εστέλλα) με τους τελευταίους να πραγματοποιούν αγόγγυστα κάθε επιθυμία των πρώτων. Άλλωστε η μόνη σωτηρία ενός φτωχού παιδιού ήταν να το υιοθετήσει μια πλούσια οικογένεια, κάτι σχεδόν αδύνατο. Ο Ντίκενς όμως δε σταματά εκεί. Μας παρουσιάζει τη διαφθορά των νομικών και τη ψευδομαρτυρία αλλά και τη δολοφονία ενός εργοδότη από μεθυσμένο εργαζόμενο. Βλέπουμε έτσι τη διαφθορά των ηθών της εποχής.
Τη δεκαετία του 1850 ο Ντίκενς εμβάθυνε στα κακώς κείμενα της κοινωνίας, των νόμων, της εκπαίδευσης, των άθλιων συνθηκών ζωής των φτωχών αλλά κυρίως της εκβιομηχάνισης.
Το έργο του Ντίκενς που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτικό είναι το «Δύσκολα Χρόνια». Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Ντίκενς μας κάνει μια εξαιρετική περιγραφή της ζωής των εργατών, αναφέροντας την οινοποσία, τα σπίτια κοντά στα εργοστάσια, τα τυχερά παιχνίδια αλλά κυρίως τα συνδικάτα.
Αναφερόμενοι στις πολιτικές πτυχές τού έργου του Ντίκενς παρατηρούμε πώς σκιαγραφούνται τα συνδικάτα, οι εργάτες αποκαλούνται μεταξύ τους «σύντροφοι», υπάρχει Πανεργατική Ομοσπονδία με πρόεδρο ενώ παρατηρούμε ότι το γενικό συμφέρον προέχει του προσωπικού. Πλέον έχουμε να κάνουμε με κεφαλαιοκράτες και επαναστάτες. Μάλιστα, παρατηρούμε και την απειλή των κεφαλαιοκρατών όταν οι επιθεωρήσεις από επιτροπές του κράτους είναι συχνές, ότι θα μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους. Άλλωστε, δε βλέπουμε μόνο τα συνδικάτα αλλά και τις ενώσεις βιομηχάνων στις γραμμές αυτού του μυθιστορήματος. Κατά αυτόν τον τρόπο παρατηρούμε τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του Ντίκενς, που θα μπορούσε κανείς να πει πως θυμίζει Μαρξ αν και ο ίδιος δεν ήταν γνωστός του Ντίκενς.
Μάλιστα στο βιβλίο του «Η Ιστορία των Δύο Πόλεων» χαρακτηρίζει τους επιχειρηματίες ως κακοποιούς και συκοφάντες και τους φτωχούς ως ήρωες και μάρτυρες.

Μια αποτίμηση του έργου του Ντίκενς και η σχέση του με άλλους συγγραφείς

Ο Ντίκενς αφιέρωσε τη ζωή του στους φτωχούς. Συνεργάστηκε με την Angela Burdett-Coutts, τη δεύτερη πλουσιότερη γυναίκα της Αγγλίας, για φιλανθρωπικό σκοπό. Ο ίδιος έκανε δημόσιες αναγνώσεις των έργων του, τα έσοδα των οποίων ενίσχυαν τη δράση των νοσοκομείων.
Ήθελε να αφυπνίσει το έθνος, να κάνει τους ανθρώπους να καταλάβουν πως ανήκουν στην ίδια κοινωνία και να αντιληφθούν την κατάσταση που επικρατεί μέσα σε αυτήν την κοινωνία. Κατά την άποψή του, έπρεπε να πραγματοποιηθεί αυτή η αφύπνιση, ώστε να μπορέσουν να βρεθούν μακροπρόθεσμες λύσεις. Βέβαια, ο ίδιος εξέταζε τα αρνητικά της κοινωνίας αλλά δεν πρότεινε ποτέ κάποια λύση. Στο έργο του “Δαβίδ Κόπερφιλντ” παρομοιάζει τους βουλευτές με σκόνη που απλώνεται πάνω στα απορρίμματα από τα οποία τρέφονταν οι εξαθλιωμένοι. Ακόμη στα σκετσάκια του Μποζ (οικογενειακό ψευδώνυμο) ο Ντίκενς δίνει την εικόνα του Λονδίνου όπως τη
βλέπουμε στα έργα του. Μετά την επίσκεψη του στο Newgate έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις φυλακές και τις τιμωρίες. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι ο Ντίκενς απορρίπτει τις συνθήκες ζωής των φτωχών και καταγγέλλει μέσα από τα έργα του όλα αυτά που αναγκάζονται να ζουν.

Από πολλούς θεωρείται σοσιαλιστής, κάτι που υποστηρίζεται από την επιρροή που είχε πάνω στον μετέπειτα σοσιαλιστή Όργουελ. Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι ριζοσπάστες, οι μεταρρυθμιστές και οι σοσιαλιστές (π.χ. Χαρτιστές) χρησιμοποίησαν τις περιγραφές του Ντίκενς για τα κάτεργα, την παιδική βία, τις φυλακές, την ανικανότητα της γραφειοκρατίας, την απανθρωπιά των εργοστασιαρχών για να στηρίξουν τον αγώνα τους για μια καλύτερη κοινωνία.
Ο Ντίκενς, αν και έζησε 20 χρόνια ταυτόχρονα με τον Μαρξ και θεωρείται σύγχρονος του, ποτέ δε χαρακτήρισε τον εαυτό του σοσιαλιστή. Αντίθετα, αυτός και η οικογένειά του ανήκαν στη μεσαία τάξη, η οποία είναι ανώτερη της εργατικής, και κατέβαλε πολλές προσπάθειες ώστε να παραμείνει σε αυτή τη θέση.

Ο Καρλ Μαρξ ανέφερε ότι οι βικτωριανοί συγγραφείς, όπως ο Ντίκενς, κατάφεραν να αναδείξουν τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής καλύτερα από τους
πολιτικούς. Τέλος, ο Ντίκενς επηρέασε πολλούς συγγραφείς 41 όπως ο Charles Kingsley, ο George Eliot, ο George Gissing, ο George Orwell, ο John Irving, η Anne Rice και η Jane Austen. Όμως δε σταματάμε εκεί. Ο Ντίκενς είχε ιδιαίτερη επιρροή στους Ρώσους συγγραφείς όπως ο Νικολάι Γκογκόλ, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και ο Λέων Τόλστοϊ.
Ήταν δριμύς στις επιθέσεις του εναντίον της αστικής τάξης κατακρίνοντας την τυραννία των νεόπλουτων στους εργάτες. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από ρεαλισμό με έντονα συναισθηματικά στοιχεία τα οποία όμως είχαν πάντοτε ευχάριστο τέλος.
Ο Όργουελ θεωρούσε τον Ντίκενς ως έναν συγγραφέα χαρισματικό με τη δυνατότητα να δημιουργήσει χαρακτήρες που θα είναι κατανοητοί στον κοινό αναγνώστη. Τον θεωρούσε ανατρεπτικό, ριζοσπάστη και ως ένα σημείο μέχρι και επαναστάτη. Στα βιβλία του Όλιβερ Τουίστ, Δύσκολα χρόνια, Ζοφερός Οίκος και Μικρός Ντόριτ ο Ντίκενς εναντιώθηκε στους αγγλικούς θεσμούς με τέτοια αγριότητα που δεν είχε σημειωθεί στο παρελθόν.
Τη συγγραφική κληρονομιά του διεκδίκησαν πολλοί. Οι αστοί σχολιαστές τονίζουν το ζήλο του για μεταρρυθμίσεις. Ακόμη και ο Πρίγκιπας Κάρολος τόνισε την ιδιοφυία του Ντίκενς και το πάθος του για κοινωνική δικαιοσύνη. Τα έργα του έχουν εκδοθεί χιλιάδες φορές σε πολλές γλώσσες και επηρέασαν πολλές γενιές. Μάλιστα τα μυθιστορήματά του διδάσκονται σε Γυμνάσια και Πανεπιστήμια ως κοινωνιολογικά και δημοσιογραφικά μαθήματα. Πιο συγκεκριμένα το
1981 στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στην Santa Cruz δημιουργήθηκε το λεγόμενο «Πρόγραμμα Ντίκενς» με στόχο τη βαθιά μελέτη της ζωής και του έργου του Ντίκενς.
Εν κατακλείδι, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι ο Ντίκενς γνωστοποίησε τις συνθήκες ζωής των φτωχών και εξαθλιωμένων ευαισθητοποιώντας ίσως την κοινωνία μέσα από τα έργα του με στόχο να αφυπνίσει την κοινωνία. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες όλων των εποχών και έχει αφήσει τη σφραγίδα του για πάντα στην ιστορία. Κατόρθωσε με το συγγραφικό του ταλέντο να γίνει κοινωνικός σχολιαστής. Ο Ντίκενς επηρέασε λογοτέχνες και κατάφερε να μείνει ανεξίτηλος. Τα έργα του είναι τρίτα παγκοσμίως σε πωλήσεις, ενώ μέχρι και σήμερα γίνονται αναφορές στο όνομά του και το έργο του στο Κοινοβούλιο.

 

 

Αποσπάσματα

Οι Μεγάλες Προσδοκίες (Great Expectations) του Charles Dickens, ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, γράφτηκαν και κυκλοφόρησαν σε συνέχειες στο περιοδικό All the Year Round από το 1860 ως το 1861. Η δράση τοποθετείται μεταξύ των Χριστουγέννων του 1812, όταν ο Πιπ, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι 8 ετών, ως το χειμώνα του 1840. To μυθιστόρημα ξεκινά με τον μικρό Πιπ να συναντά έναν κατάδικο που έχει αποδράσει από τη φυλακή, ο οποίος τον εκβιάζει προκειμένου να τον αναγκάσει να του φέρει τρόφιμα. Έτσι, ο τρομοκρατημένος Πιπ τρυπώνει κρυφά στο κελάρι της οικογένειάς του για να κλέψει φαγητά.

Στο κελάρι, στο οποίο λόγω των ημερών υπήρχε μεγαλύτερη αφθονία τροφίμων απ’ ό,τι συνήθως, με κατατρόμαξε ένας λαγός κρεμασμένος απ’ τα πόδια, που, καθώς γυρνούσα νομίζοντας πως με πιάσαν, μου φάνηκε πως μου ‘κλεινε το μάτι. Δεν είχα καιρό για χάσιμο. Έκλεψα λίγο ψωμί, ένα κομμάτι τυρί, σχεδόν μισό βάζο μαγειρεμένο κιμά (τον έβαλα στο μαντήλι μου μαζί με το χτεσινοβραδινό μου ψωμί), λίγο μπράντι (απογέμισα την νταμιτζάνα με νερό από ένα κιούπι στο ντουλάπι της κουζίνας), ένα κόκκαλο με πολύ λίγο κρέας πάνω του και μια ωραία στρογγυλή κρεατόπιτα με χοιρινό. Θα ‘φευγα χωρίς την κρεατόπιτα, μπήκα όμως στον πειρασμό να κοιτάξω ψηλά σ’ ένα ράφι να δω τι ήταν αυτό που είχαν τοποθετήσει τόσο προσεκτικά εκεί, μέσα σε μια σκεπασμένη πήλινη πιατέλα. Ανακάλυψα πως ήταν η κρεατόπιτα και την πήρα με την ελπίδα πως δεν προοριζόταν για άμεση χρήση και πως δε θα γινόταν αντιληπτή η απουσία της για λίγο καιρό.

Λίγο αργότερα, ο Πιπ το σκάει από το σπίτι αφού κοιμηθούν όλοι και πηγαίνει να βρει τον κατάδικο, που κρύβεται στους βάλτους, έξω από το χωριό του Πιπ.

“Θαρρώ πως έχετε πυρετό”, είπα.
“Θα φάω να χορτάσω πριν με σκοτώσουν οι βάλτοι”, είπε. “Θα το κάνω ακόμα κι αν είναι να με κρεμάσουν αμέσως μετά σε καμιά αγχόνη. Και θα τον νικήσω τον πυρετό, βάζουμε στοίχημα;”.
Καταβρόχθισε τον κιμά, το κρέας που είχε το κόκκαλο, το τυρί και την κρεατόπιτα, όλα μεμιάς. Και καθώς έτρωγε, όλο κοιτούσε ερευνητικά τριγύρω προσπαθώντας να διαπεράσει με το βλέμμα του την ομίχλη και συχνά σταματούσε -σταματούσε ακόμα και τα σαγόνια του- για ν’ αφουγκραστεί. […]
Ένιωσα λύπη για τη μοναξιά του. Είχα παρακολουθήσει ένα μεγάλο σκύλο που είχαμε κάποτε να τρώει το φαΐ του. Και τώρα παρατηρούσα τη μεγάλη ομοιότητα που είχε ο τρόπος του σκύλου με τον τρόπο αυτού του ανθρώπου. Ο άνθρωπος έτρωγε με τεράστιες απότομες δαγκωματιές, ακριβώς όπως ο σκύλος. Κατάπινε, ή μάλλον κατέβαζε πολύ γρήγορα, αμάσητη, την κάθε μπουκιά. Και καθώς έτρωγε, έριχνε λοξές ματιές δεξιά κι αριστερά, σαν να σκεφτόταν πως υπήρχε κίνδυνος να ‘ρθει κάποιος από οποιαδήποτε μεριά και να του αρπάξει την πίτα. Σκέφτηκα πως ήταν πολύ ανήσυχος για να μπορέσει να φάει άνετα και πως δε θα μπορούσε ποτέ να έχει παρέα στο γεύμα χωρίς να δαγκώνει και τον συνδαιτυμόνα του. Σ’ όλα αυτά έμοιαζε πάρα πολύ με το σκύλο.

Την επομένη, στο σπίτι του Πιπ, το πλουσιοπάροχο -δεδομένης της περίστασης- χριστουγεννιάτικο δείπνο κοντεύει πια να ολοκληρωθεί.

Άρχισα να σκέφτομαι πως θα τη γλίτωνα για σήμερα, όταν η αδερφή μου είπε στον Τζο:
“Φέρε καθαρά πιάτα!”
Άρπαξα το πόδι του τραπεζιού και το ‘σφιξα στην αγκαλιά μου. Προαισθάνθηκα τι θα επακολουθούσε κι ένιωσα πως αυτή τη φορά ήμουν οριστικά χαμένος.
“Και τώρα” είπε η αδερφή μου στους καλεσμένους με τον πιο χαριτωμένο της τρόπο, “θα πρέπει να δοκιμάσετε το τελευταίο πιάτο. Το υπέροχο και νοστιμότατο δώρο του θείου Πάμπλετσουκ! Ξέρετε, είναι μια κρεατόπιτα με χοιρινό και αρωματικά χόρτα”, είπε η αδερφή μου καθώς σηκωνόταν.
Ακούστηκαν μουρμουρητά επιδοκιμασίας απ’ τη συντροφιά. Η αδερφή μου βρήκε να πάει να φέρει την πίτα. Άκουσα τα βήματά της να προχωράνε προς το κελάρι. Είδα τον κύριο Πάμπλετσουκ να δοκιμάζει το μαχαίρι του. Είδα την όρεξη να ξαναξυπνά στα ρωμαϊκά ρουθούνια του κύριου Γουόπσλ. Άκουσα τον κύριο Χαμπλ να παρατηρεί πως “ένα μικρό κομματάκι από πίτα με χοιρινό και αρωματικά χόρτα θα μπορούσε να φαγωθεί μετά από όλα αυτά χωρίς να βλάψει καθόλου”. Κι άκουσα τον Τζο να λέει “Θα φας κι εσύ, Πιπ”. Ποτέ δεν ήμουν τελείως σίγουρος τι συνέβη απ’ τα δύο, ούρλιαξα από μέσα μου ή ξεφώνισα κανονικά και το άκουσαν όλοι στην παρέα; Ένιωσα πως δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο και πως έπρεπε να το βάλω στα πόδια. Άφησα το πόδι του τραπεζιού κι έτρεξα να σώσω τη ζωή μου.

Y.Γ. Τα αποσπάσματα είναι από τη μετάφραση της Παυλίνας Παμπούδη.

 

 

Το σπίτι – μουσείο

Το 1923, η Εταιρεία Φίλων του Ντίκενς, με σκοπό να τιμήσει τη μνήμη του μεγάλου συγγραφέα, αγόρασε το σπίτι το οποίο αποτελούσε την κατοικία του από τον Μάρτιο του 1837 ως το Δεκέμβριο του 1839 και το μετέτρεψε σε μουσείο. Πρόκειται για ένα οίκημα τυπικής Γεωργιανής αρχιτεκτονικής, που βρίσκεται στη συνοικία του Μπλούμσμπερι, στο κέντρο του Λονδίνου και αποτέλεσε μια καλή βάση για να γνωρίσει ο συγγραφέας τις πνιγηρές φτωχογειτονιές της βρετανικής πρωτεύουσας που απετέλεσαν κύρια πηγή έμπνευσης των μυθιστορημάτων του.

Το σπίτι-μουσείο, μας μεταφέρει με θαυμαστή ακρίβεια την εποχή του 19ου αιώνα, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να θαυμάσουμε, μεταξύ των άλλων, το γραφείο όπου ο Ντίκενς έγραψε μερικά κλασικά αριστουργήματα του όπως τον Όλιβερ Τουίστ, τη βιβλιοθήκη όπου δεχόταν τους θαυμαστές του ή την κρεβατοκάμαρα που είναι γεμάτη από προσωπικά του αντικείμενα. Χάρη στην τελευταία ανακαίνιση είναι πλέον επισκέψιμος ο χώρος της κουζίνας και της σοφίτας, που φιλοξενεί μια εκτεταμένη συλλογή από σπάνιες φωτογραφίες, χειρόγραφα και λεπτομέρειες σχετικές με τα δύσκολα παιδικά χρόνια του μεγάλου λογοτέχνη.

***

 

 

“Η σπασμένη καρδιά. Πιστεύεις ότι θα πεθάνεις.
Αλλά συνεχίζεις να ζεις, μέρα με τη μέρα, με την απαίσια μέρα.”
Κάρολος Ντίκενς, Μεγάλες Προσδοκίες, 1861.

Το αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς “Μεγάλες Προσδοκίες”, η πιο σκοτεινή ερωτική ιστορία όλων των εποχών, ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Σύγχρονο Θέατρο, σε μια φιλόδοξη παραγωγή σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ.

Ο Πιπ, ένα ορφανό καλόψυχο παιδί, προερχόμενο απ’ την εργατική τάξη, ερωτεύεται την όμορφη αριστοκράτισσα Εστέλλα στην ηλικία των οκτώ χρόνων. Η Εστέλλα, όμως, έχει μεγαλώσει με τη Δεσποινίδα Χάβισαμ, η οποία έχει σπασμένη καρδιά, επειδή ο αρραβωνιαστικός της την εγκατέλειψε την ημέρα του γάμου τους. Η Δεσποινίδα Χάβισαμ, προκειμένου να εκδικηθεί γι’ αυτή την απώλεια, έχει διδάξει στην Εστέλλα να είναι ψυχρή και απόμακρη με τους άντρες, να μην επιτρέπει στον εαυτό της να νιώθει κανένα συναίσθημα. Όσο ο Πιπ παραμένει πιο χαμηλά από εκείνη σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, ο ρόλος αυτός είναι σχετικά εύκολος για την Εστέλλα. Τι θα συμβεί, όμως, όταν ο Πιπ αποκτήσει χρήματα και ανέλθει κοινωνικά, χάρη στον μυστηριώδη πάτρονά του και πρώην κατάδικο, κύριο Μάγκουιτς;

Οι “Μεγάλες Προσδοκίες” έχουν διασκευαστεί για το θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, ενώ τους εμβληματικούς ρόλους έχουν ενσαρκώσει κορυφαίοι ηθοποιοί του Hollywood όπως οι Ethan Hawke/Ralph Fiennes (Pip), Gwyneth Paltrowe (Estella), Jean Simmons/Charlotte Rampling/ Helena Bonham Carter/Anne Bancroft (Miss Havisham), Anyhony Hopkins/Robert de Niro (Magwitch).

 

 

Συντελεστές

Συγγραφέας: Κάρολος Ντίκενς
Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ
Διασκευή-Δραματουργική συνεργασία: Μαριλένα Παναγιωτοπούλου
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Φωτογραφίες: Τάσος Βρεττός
Γραφιστική Επιμέλεια: Mavra Gidia
Υπεύθυνη Επικοινωνίας παράστασης: Ελεάννα Γεωργίου
Παραγωγή: Ομάδα Νάμα – Λυκόφως Ι.Κ.Ε.

Παίζουν: Φιλαρέτη Κομνηνού, Αλέκος Συσσοβίτης, Γιώργος Χριστοδούλου, Νατάσα Εξηνταβελώνη, Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Λήδα Κουτσοδασκάλου

Styling φωτογράφισης: Βασιλική Σύρμα | Mακιγιάζ: Αχιλλέας Χαρίτος

Κοστούμια: Βεστιάριο Κώνστα | Περούκα κας Φ. Κομνηνού: Στέφανος Βασιλάκης

 

 

Ταυτότητα Εκδήλωσης

Από: 24 Ιανουαρίου 2020
Τετάρτη στις 18:15 | Παρασκευή και Σάββατο στις 21:15 | Κυριακή στις 21:00

Τοποθεσία:
Σύγχρονο Θέατρο, Ευμολπιδών 45, Αθήνα 118 54

Εισιτήρια:
Τετάρτη & Παρασκευή: Διακεκριμένη: Κανονικό 17€ | Α Ζώνη: Κανονικό 15€, Μειωμένο* 12€ | Β Ζώνη: Κανονικό 12€ ||Σάββατο & Κυριακή: Διακεκριμένη: Κανονικό 20€ | Α Ζώνη: Κανονικό 17€, Μειωμένο* 14€ | Β Ζώνη: Κανονικό 14€ *Μειωμένο: Φοιτητικό, Ανέργων, Άνω των 65

Προπώληση:
στο ταμείο του θεάτρου | Τηλ.: 2103464380 | www.sychronotheatro.gr | www.ticketplus.gr| Τηλ.: 210 220 3000

Πληροφορίες / Κρατήσεις:
Τηλ.: 210 3464380 | sychronotheatro.gr

 

  • Διαβάστε επίσης:

“Μεγάλες Προσδοκίες”: Το αριστούργημα του Κάρολου Ντίκενς σκηνοθετεί η Λίλλυ Μελεμέ

 

Charles Dickens – Χριστουγεννιάτικη ιστορία

 

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Μεγάλες Προσδοκίες” του Ντίκενς: Τι πρέπει να ξέρετε πριν δείτε την παράσταση στο Σύγχρονο Θέατρο
Περισσότερα

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Τραγούδι του Δεκέμβρη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με την κορνίζα μόνο
Ενός καθρέφτη
Απογυμνωμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Μ’ ένα φέρετρο να επιπλέει
Στην απεραντοσύνη του
Καταρρακωμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μιαν εφτάχορδη λύρα
Και μ’ όλο το ασήμι του
Αλλαγμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μια φάτνη
Και μ’ ένα δέντρο χριστουγεννιάτικο
Στολισμένος

  • Από τη συλλογή “Τα δώρα των μάγων” (1999)

– Εικόνα: “December”, George Clausen

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤάκης Βαρβιτσιώτης, Τραγούδι του Δεκέμβρη
Περισσότερα

Ο Τυφλός – Γιώργος Σεφέρης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Ο ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη
μαύρος σαν τα νερά του Αχέροντα,
χωρίς όνειρα, χωρίς μνήμη,
κι ούτε ένα φυλλαράκι δάφνη.

Ο ξύπνιος χαρακώνει τη λησμονιά
σαν το μαστιγωμένο δέρμα
κι η παραστρατημένη ψυχή
αναδύεται κρατώντας συντρίμμια από χθόνιες ζωγραφιές,
ορχηστρίς μ’ ανώφελες καστανιέτες,
με πόδια που τρεκλίζουν
μωλωπισμένες φτέρνες
απ’ τη βαριά ποδοβολή
στην καταποντισμένη σύναξη εκεί πέρα.

O ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη.
Κι ο ένας Δεκέμβρης χειρότερος απ’ τον άλλο.
Τον ένα χρόνο η Πάργα,
τον άλλο οι Συρακούσες
κόκαλα των προγόνων ξεχασμένα,
λατομεία γεμάτα ανθρώπους σακατεμένους,
χωρίς πνοή και το αίμα μοιρασμένο
σαν τα παιδιά του Οιδίποδα
και τα παιδιά του Οιδίποδα νεκρά.

  • Εικόνα: A Sunny Winters Day by Walter Moras
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΟ Τυφλός – Γιώργος Σεφέρης
Περισσότερα

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019: Πολλές μουσικές παραστάσεις για «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Οι εκδηλώσεις για «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών συνεχίζονται:
ΠΑΡΑΣΚΕΥΉ 29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2019
***
ΜΟΥΣΙΚΗ
***
OPERA CHOTIQUE
El convento del Arte, Βιργινίας Μπενάκη 7, Μεταξουργείο
Στις 10 μ.μ.
Τηλέφωνο: 2105200602. Είσοδος: 8 ευρώ

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι πέτυχαν σε όλα εκτός από δυο: τους Όπερα Καοτίκ. Έδωσαν τα φώτα του πολιτισμού σε όλο το κόσμο και δεν έμεινε τίποτα για τον πληκτροφόρο αοιδό Τένορμαν και τον κυμβαλοτυμπανοκρούστη Βουντού. Το παράξενο ντουέτο εμπνέεται από τους προγόνους του και παρουσιάζει ένα κωμικοτραγικό χαοτικό διονυσιακό καμπαρέ.
Γιώργος Τζιουβάρας (Tenorman): φωνή, αφήγηση, πιάνο
Χρήστος Κουτσογιάννης (Voodoo Drummer): ντραμς
***
REMI
chante Georges Brassens
Cabaret Voltaire, Μαραθώνος 30, Μεταξουργείο
Στις 9.30 μ.μ.
Τηλέφωνο: 2105227046 . Είσοδος: 6 ευρώ

Ο Γάλλος τραγουδιστής Remi Cavat συναντά δύο αξιόλογους μουσικούς της εγχώριας τζαζ σκηνής και παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στον μεγάλο Γάλλο συνθέτη με τραγούδια που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή και αγαπήθηκαν από τους φίλους του γαλλικού chanson.
Remi Cavat: κιθάρα, τραγούδι
Αντώνης Αρφάνης: κιθάρα
Κωνσταντίνος Κλάγκος: κοντραμπάσο.

***

 

«ΣΤΑ ΚΑΜΠΑΡΕ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ»
Αγγέλων Βήμα, φουαγιέ, Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια
Στις 10 μ.μ.
Τηλέφωνο: 2105232211 / Είσοδος: 10 ευρώ με κρασί

Γνωστά και αγαπημένα τραγούδια από Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ, Ελλάδα και τρία νέα του Λεωνίδα Κανάρη με θέμα το καμπαρέ.
Μαργαρίτα Συγγενιώτου: φωνή, Τρύφωνας Θωμόπουλος: πιάνο.
***
MANOUCHEDROME
«Μusette Chanté Project»
Ακροβάτης, Ψαρρών 26 & Μαιζώνος, Μεταξουργείο
Στις 10 μ.μ.
Τηλέφωνο: 2105230750. Είσοδος: 6 ευρώ

Οι Μanouchedrome παρουσιάζουν το νέο μουσικό project τους με στόχο την ανάδειξη του παριζιάνικου μουσικού ιδιώματος musette. Διασκευάζουν κομμάτια με έντονη θεατρικότητα και νοσταλγικά ηχοχρώματα ενώ κινούνται αποκλειστικά σε γαλλικό στίχο, ταξιδεύοντας το κοινό στο Παρίσι των εμβληματικών προσωπικοτήτων της Edith Piaf, του Charles Aznavour, του Georges Brassens, καθώς και στα Café Chantant.
Δημήτρης Ψαλλίδας: σόλο κιθάρα-σύνθεση
Γιάννης Μάκκας: ρυθμική κιθάρα
Νικήτας Φουστέρης: κοντραμπάσο
Αλίνα Σαπρανίδου: ακορντεόν
Δήμητρα Σιδέρη: γαλλικό τραγούδι.
***
LOOKING UP TRIO
BeeRaki, Ψηλορείτη 6, Σταθμός Λαρίσης
Στις 10 μ.μ.
Τηλέφωνο: 2108822322. Είσοδος: 3 ευρώ

To σχήμα πήρε το όνομά του από ένα κομμάτι του σπουδαίου Γάλλου πιανίστα Michel Petruciani. Το trio κινείται στο χώρο της ευρύτερης Jazz με τάσεις προς το Swing, την Latin Jazz, το Funk και την μπαλάντα. Παίζει κυρίως συνθέσεις των Michel Petruciani, Chick Corea, Michael Brecker, Dave Grusin, Pat Metheny, Wayne Shorter, Enrico Pieranunzi κ.α. Έντονος ρυθμός, αρμονία και πολύπλοκες φόρμες με ανατρεπτικούς αυτοσχεδιασμούς.
Αλέξανδρος Ορφανός: πιάνο
Γιώργος Ντάνης: κοντραμπάσο
Σωκράτης Γανιάρης: ντραμς
***
ΔΙΑΛΕΞΗ
Wyndham Grand Athens Hotel, Πλ.Καραϊσκάκη
στάση μετρό Μεταξουργείο
Στις 6.30 μ.μ.
Κορσές: Από τα καμπαρέ στην υψηλή ραπτική
Αγγελική Μπάρα, Ιστορικός Τέχνης
Στην διάλεξη συμμετέχουν: ο Δημήτρης Στρέπκος (Celebrity Skin) fashion designer, Αννιέζ Γκάλλου (Gallouartfashion ) fashion designer και εικαστικός.
Ο κορσές, ένα από τα απόλυτα αξεσουάρ στην ιστορία της ενδυματολογίας, πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του 16ου αιώνα και καθιερώθηκε τον 19ο αιώνα. Για αρκετούς αιώνες λειτούργησε σαν εσωτερικό ρούχο που σταθεροποιούσε την γυναικεία σιλουέτα, τονίζοντας την γραμμή της μέσης. Φορέθηκε από όλες τις γυναίκες, όλων των κοινωνικών στρωμάτων, κηρύσσοντας το ως το απόλυτο εργαλείο θηλυκότητας. Με την απαγόρευση του κορσέ στις αρχές του 20ο αιώνα, ο κορσές παρέμεινε αναπόσπαστο κομμάτι των ενδυμάτων των καμπαρέ. Το απαγορευμένο αξεσουάρ, επανέρχεται δυναμικά την δεκαετία του ’80, αποτελώντας σήμα κατατεθέν για μεγάλους σχεδιαστές όπως ο Jean Paul Gaultier και Thierry Mugler, με τον κορσέ να εισβάλει δυναμικά στην υψηλή ραπτική. Η διάλεξη αυτή, μας βάζει σε μια άλλη οπτική της ιστορίας της μόδας, μέσα από κοινωνικά και πολιτιστικά πλαίσια.

***

ΕΔΩ ΚΙ ΑΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ «ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΙΣΙ»

Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών μάς ταξιδεύει στα «Καμπαρέ του Κόσμου». Εδώ το πλήρες πρόγραμμα

Μικρό Παρίσι των Αθηνών 2019. Δείτε εδώ το πλήρες πρόγραμμα. Τις πρώτες πινελιές έβαλε ο «Etien»

Η μεγάλη γιορτή για το «Μικρό Παρίσι των Αθηνών 2019» αρχίζει…

Tο φετινό Φεστιβάλ «Μικρό Παρίσι των Αθηνών» έχει θέμα «Τα καμπαρέ του κόσμου»

«Μικρό Παρίσι των Αθηνών». Αυτός ο τοίχος είναι έτοιμος να γίνει Cabaret και να… τραγουδήσει

Συνεχίζεται «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών» με πλούσιο πρόγραμμα: Swing, blues, θέατρο, φωτογραφία

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019: Συνεχίζεται «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών» με πλούσιο πρόγραμμα

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019: Με θέατρο και μουσική συνεχίζεται «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών»

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019: Με θέατρο και μουσική συνεχίζεται «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών»

Παναγιώτης ΜήλαςΠαρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019: Πολλές μουσικές παραστάσεις για «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών»
Περισσότερα

Αντισυμβατική και ασυμβίβαστη έρχεται στους κινηματογράφους η “Ευτυχία” του Άγγελου Φραντζή

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

H ταινία «Ευτυχία» του Άγγελου Φραντζή, που θα βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 19 Δεκεμβρίου 2019, θα μας διηγηθεί στη μεγάλη οθόνη τη ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, μιας γυναίκας εμπνευσμένης και την ίδια στιγμή βυθισμένης στα πάθη και τις αδυναμίες της.

Στο πλευρό της, οι κοντινοί της άνθρωποι, η μητέρα της Μαριόγκα, οι δύο κόρες της, Μαίρη και Καίτη, ο δεύτερος σύζυγός της, Γιώργος Παπαγιαννόπουλος και ο επιστήθιος φίλος της, Λουκάς, χάρη στους οποίους κατόρθωνε να ισορροπεί την καλλιτεχνική της διάνοια με την ανορθόδοξη για την εποχή, προσωπικότητα και ζωή της.

Ένα κορίτσι, μικροπαντρεμένο, που ταξίδεψε από το Αϊδίνι στην Ελλάδα με τη μητέρα και τις δύο της κόρες. Στο πλοίο του ξενιτεμού πήρε απόφαση να μην αφήσει τη ζωή να την προσπεράσει, αλλά να τη ζήσει όπως εκείνη ήθελε. Έγραφε ακατάπαυστα σε ό,τι έπιανε το μελάνι, από χαρτοπετσέτες και κουτιά από τσιγάρα μέχρι υπόλοιπα λογαριασμών. Κάπνιζε, ερωτεύτηκε με πάθος, χαρτόπαιζε με θράσος σε πολυτελή σαλόνια, αλλά και σε παράνομα υπόγεια.

 

Άγγελος Φραντζής

 

Μία δασκάλα που έγινε ηθοποιός στα μπουλούκια και στο θέατρο, μία ποιήτρια που έγινε η μεγαλύτερη Ελληνίδα στιχουργός του λαϊκού τραγουδιού. Συνεργάστηκε με όλες τις διάσημες μουσικές προσωπικότητες της χώρας, από τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Απόστολο Καλδάρα, ως τον Μανώλη Χιώτη, τον Αντώνη Ρεπάνη και τον Μάνο Χατζιδάκι, υψώνοντας θαρραλέα ανάστημα, σε έναν σκληρό και τυπικά ανδροκρατούμενο κόσμο.

Στον εμβληματικό ρόλο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου πρωταγωνιστεί η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη («Ο Εργένης», «Ελεύθερη Κατάδυση», τηλεοπτικές σειρές «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά», «Ο Κίτρινος Φάκελος») και στη νεαρότερη ηλικία της στιχουργού το ρόλο υποδύεται η Κάτια Γκουλιώνη (βραβείο γυναικείας ερμηνείας της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου για την ταινία «Πολυξένη: Μια Ιστορία από την Πόλη», «Ακίνητο Ποτάμι», «Σύμπτωμα»).

Αντισυμβατική, δυναμική, ασυμβίβαστη, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν μια προσωπικότητα μοναδική, όπως ακριβώς και οι στίχοι της, μια γυναίκα που άφησε το ανεξίτηλο σημάδι της στο σπουδαίο λαϊκό τραγούδι.

Η πρώτη ελληνική παραγωγή της Tanweer είναι φιλόδοξη και… μελωδική. Η «Ευτυχία», με σκηνοθέτη τον Άγγελο Φραντζή, ένα χρόνο μετά το «Ακίνητο Ποτάμι» του, αποτυπώνει τη ζωή της Ευτυχίας, το προφίλ μιας γυναίκας που θεώρησε αυτονόητο να ξεχωρίσει από την εποχή της και, ταυτόχρονα, την κοινωνική ιστορία όλης της σύγχρονης Ελλάδας.

 

 

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και η Κάτια Γκουλιώνη μοιράζονται την πρόκληση και την απόλαυση του να ενσαρκώσουν την πολύπλοκη, συναρπαστική ηρωίδα σε δύο ηλικίες της ζωής της. Οι δύο πρωταγωνίστριες συσχέτισαν με αρμονικό τρόπο τις ερμηνείες του και προσέγγισαν ένα ρόλο τουλάχιστον εμβληματικό.

Δίπλα στις Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και Κάτια Γκουλιώνη, στην ταινία «Ευτυχία» πρωταγωνιστούν η Ντίνα Μιχαηλίδου («Πολίτικη Κουζίνα», τηλεοπτικές σειρές «Το Νησί» «Η Λέξη που δε Λες») στο ρόλο της Μαριόγκας – μητέρας της Ευτυχίας, ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης («Έτερος Εγώ», τηλεοπτική σειρά «Πενήντα-Πενήντα») στο ρόλο του δεύτερου συζύγου της, Γιώργου Παπαγιαννόπουλου, ο τιμημένος με βραβείο Χορν Θάνος Τοκάκης («Το Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών»), ο Παύλος Ορκόπουλος («Νήσος», τηλεοπτικές σειρές «Στο Παρά Πέντε», «Ντόλτσε Βίτα») στο ρόλο του Κώστα Νικολαΐδη, πρώτου συζύγου της Ευτυχίας, οι Ευαγγελία Συριοπούλου («Τέλειοι Ξένοι», τηλεοπτική σειρά «Έλα στη θέση μου») και Λίλα Μπακλέση, («Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού», τηλεοπτική σειρά «Ταμάμ») που υποδύονται τις δύο κόρες της Ευτυχίας, Μαίρη και Καίτη, και η Ευγενία Σαμαρά (τηλεοπτικές σειρές «Η Εκδρομή», «Παρθένα Ζωή») στο ρόλο της εγγονής της, Ρέας.

Μαζί τους ένα σπουδαίο επιτελείο αναγνωρισμένων ηθοποιών, όπως ο Αντώνης Λουδάρος («Μια Μέλισσα τον Αύγουστο») στο ρόλο του Μάνου Χατζιδάκι, ο Κρατερός Κατσούλης («Το Έτερον Ήμισυ», «Το Κλάμα Βγήκε απ’ τον Παράδεισο») στο ρόλο του Μανώλη Χιώτη, η Ματθίλδη Μαγγίρα («Γαμήλιο Πάρτι», «Εφάπαξ») ως Ρένα Βλαχοπούλου, η Χρύσα Ρώπα («Οι Γαμπροί της Ευτυχίας», τηλεοπτική σειρά «Οικογένεια Βλάπτει») ως Σωτηρία Μπέλλου, ο Ανδρέας Κωνσταντίνου («Μικρά Αγγλία», «Το Τελευταίο Σημείωμα»), στο ρόλο του Αλεξίου και ο τραγουδοποιός Φοίβος Δεληβοριάς ως κονφερασιέ.

Σε σκηνοθεσία Άγγελου Φραντζή («Μέσα στο Δάσος», «Το Όνειρο του Σκύλου», «Polaroid»), το σενάριο της ταινίας υπογράφει η Κατερίνα Μπέη («Θηλυκή Εταιρία»). Παραγωγός της ταινίας είναι ο Διονύσης Σαμιώτης («Πολίτικη Κουζίνα», «Βαλκανιζατέρ», «Μόλις Χώρισα») με εκτελεστές παραγωγής τους Γιώργο Κυριάκο και Κώστα Λαμπρόπουλο («Νύφες», «To Βλέμμα του Οδυσσέα», «Νοτιάς»).

Την ομάδα παραγωγής πλαισιώνουν ο Γιάννης Δρακουλαράκος («Το Τανγκό των Χριστουγέννων», «Ένας Άλλος Κόσμος», «Τζαμάικα») στη διεύθυνση φωτογραφίας, ο Λάμπης Χαραλαμπίδης («DIY», «Τετάρτη 04:45», «Το Τανγκό των Χριστουγέννων») στο μοντάζ, οι Μιχάλης Σαμιώτης («Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ», «Φτηνά Τσιγάρα», «Δεκαπενταύγουστος») και Γιάννης Παπαδόπουλος («Φτηνά Τσιγάρα») στην καλλιτεχνική διεύθυνση, η Ιουλία Σταυρίδου («Το Μικρό Ψάρι», «Μαχαιροβγάλτης», «Eduart») στα κοστούμια, η Δήμητρα Γιατράκου («Ο Εχθρός Μου», «Luton») στο μακιγιάζ, ενώ τη μουσική της ταινίας έχει αναλάβει ο Μίνως Μάτσας («America Square», «Καζαντζάκης»).

H ταινία «Ευτυχία» είναι μια παραγωγή της Tanweer Productions, με συμπαραγωγό την Viewmaster Films, η οποία έχει αναλάβει και την εκτέλεση παραγωγής. Η ταινία «Ευτυχία» πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ Α.Ε.).

***

Δείτε εδώ το teaser trailer της «Ευτυχίας»:

 

 

Η «Ευτυχία» θα βγει στις αίθουσες στις 19 Δεκεμβρίου 2019, από την Tanweer.

 

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση

 

Η Ευτυχία Χατζηγεωργίου-Οικονόμου, αργότερα Νικολαΐδου και τελικά Παπαγιαννοπούλου (1893 – 7 Ιανουαρίου 1972) ήταν στιχουργός, μία από τις σημαντικότερες του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, αναγκάστηκε όμως να έλθει στην Ελλάδα μετά τη μικρασιατική καταστροφή.

Ζώντας μια έντονη και περιπετειώδη ζωή, στην Ελλάδα αρχικά σταδιοδρόμησε ως ηθοποιός, δασκάλα και ποιήτρια, ενώ αργότερα αναδείχθηκε σε σπουδαία λαϊκή στιχουργό. Ξεκίνησε να γράφει στίχους το 1948 εξαναγκαζόμενη από το προσωπικό της πάθος (χαρτοπαιξία), τροφοδοτώντας με αυτό τον τρόπο, έναντι ευτελούς οικονομικής αμοιβής, όλους τους επώνυμους συνθέτες της εποχής της με αριστουργηματικά τραγούδια.

 

 

Πάρα πολλά τραγούδια της έγιναν επιτυχίες. Στίχους της συναντάμε σε πολλές λαϊκές επιτυχίες:

“Ηλιοβασιλέματα”, “Περασμένες μου αγάπες” σε μουσική Μανώλη Χιώτη,
“Δυο πόρτες έχει η ζωή”, “Φεύγω με πίκρα στα ξένα” που τραγούδησε ο Καζαντζίδης,
“Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά”, “Όνειρο απατηλό” σε μουσική Απόστολου Καλδάρα,
“Η διπρόσωπη” (Σβήσε με κυρά μου), σε μουσική και εκτέλεση Αντώνη Ρεπάνη
“Συρματοπλέγματα βαριά” σε μουσική Μπάμπη Μπακάλη,
“Είμαι αϊτός χωρίς φτερά” σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι,
“Πετραδάκι, πετραδάκι”, “Του ντερβίση το πιοτό” και “Τι να σου κάνει μια καρδιά” σε μουσική που έγραψε ο Αντώνης Κατινάρης και άλλα πολλά.

Με τον Βασίλη Τσιτσάνη έκανε συνολικά τρία τραγούδια “Το Ντιβάνι” (PARLOPHONE B-74344), που γραμμοφωνήθηκε το 1954 με την Άννα Χρυσάφη και τον ίδιο τον Βασίλη Τσιτσάνη, “Τα αντράκια” που γραμμοφωνήθηκε το 1957 με τον Στέλιο Καζαντζίδη και “Ο φλώρος”, πάλι το 1957, με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Γιώτα Λύδια.

Άλλα τραγούδια της είναι: «Γυάλινος κόσμος», «Στο τραπέζι που τα πίνω», «Στου Αποστόλη το κουτούκι», «Ρίξτε στο γυαλί φαρμάκι», «Μου σπάσανε το μπαγλαμά», «Ανεμώνα», «Αργά είναι πια αργά», «Λίγο-λίγο θα με συνηθίσεις», «Πήρα απ’ τη νιότη χρώματα», «Αν είναι η αγάπη έγκλημα», «Ένας αϊτός γκρεμίστηκε», «Τι έχει και κλαίει το παιδί», «Η Μαλάμω».

 

 

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν μια από τις σπουδαιότερες στιχουργούς, η οποία χάρη στο ταλέντο της τροφοδότησε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι με μεγάλο αριθμό εξαίρετων δημιουργιών, μερικές από τις οποίες θα παραμείνουν για πάντα άγνωστες, καθώς μόνο ένα μικρό μέρος αυτών που έγραψε είναι καταχωρισμένο στο όνομά της. Η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την αναγνώριση του έργου της και για την είσπραξη δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα, παρά την επιτυχία των τραγουδιών της, να πεθάνει φτωχή.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου είχε δύο κόρες, τη Μαίρη και την Καίτη. Μετά τον θάνατο της κόρης της Μαίρης το 1960, βρήκε απόλυτο καταφύγιο στη χαρτοπαιξία. Πέθανε σε ηλικία 79 ετών, στις 7 Ιανουαρίου 1972, έχοντας στο πλευρό της εγγονή της, Ρέα, που τη φρόντισε ως τα γεράματά της.

Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΑντισυμβατική και ασυμβίβαστη έρχεται στους κινηματογράφους η “Ευτυχία” του Άγγελου Φραντζή
Περισσότερα

“Resist”: Ατομική έκθεση ζωγραφικής του Ολλανδού Victor Bakker στην αίθουσα τέχνης Τεχνοχώρος

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Η αίθουσα τέχνης Τεχνοχώρος αποχαιρετά το 2019 με τη δεύτερη ατομική έκθεση ζωγραφικής, στην Ελλάδα, του Ολλανδού Victor Bakker με τίτλο “Resist”. Η έκθεση εγκαινιάζεται την Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019 στις 20:00 και θα διαρκέσει μέχρι και την Τρίτη 31 Δεκεμβρίου.

Ο καλλιτέχνης, πιστός στα ρεύματα του Φωβισμού και του Εξπρεσιονισμού, παρουσιάζει μία νέα σειρά έργων, όπου κυρίαρχο είναι και πάλι το χρώμα, ενώ η φόρμα, ασαφής και αυθόρμητη, αποτελεί το μυστήριο, το άδηλο.

Η εξπρεσιονιστική γραφή, εμφανής σε όλα τα έργα του, καταστρέφει κάθε ίχνος εξιδανίκευσης και παραμορφώνει την πραγματικότητα, αποτελώντας τη διέξοδο και τη δίοδο του υποσυνείδητου και της ορμής του συναισθηματικού του φορτίου.

Τοπία της φύσης και σπίτια, με έντονα και μη ρεαλιστικά χρώματα, κρύβουν καλά κρυμμένα κομμάτια του αχαρτογράφητου εαυτού του. Καλώντας τον θεατή σε ένα εικαστικό ταξίδι, μία αποκάλυψη του βαθύτερου – άγνωστου κατά τη διάρκεια της δημιουργίας – συναισθηματικού του κόσμου, ο Victor Bakker τον ωθεί σε μία συναισθηματική εκτόνωση και μία υποκειμενική ερμηνεία των όσων βλέπει.

Όπως αναφέρει ο ίδιος ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει «περπατώντας σε ένα παραληρηματικό τοπίο, μεταμορφώνοντας σε χρώμα εικόνες. Αφήνοντας σταγόνες από μία ξεθωριασμένη μνήμη. Κουβαλώντας πέτρες στα χέρια αφήνοντάς τις βουτηγμένες στο χρώμα. Η μνήμη πια δεν επιτρέπει να δεις, και ό,τι καταφέρεις να φτιάξεις παγιδεύτηκε σε εκείνη την ξεχασμένη στιγμή. Ο χρόνος, κλέβοντας τη μνήμη αλλοιώνοντας την εικόνα και απελευθερώνοντας μονάχα πια το συναίσθημα. Μαζί, λοιπόν, με τα πινέλα, ο καλλιτέχνης αντιστέκεται στη Μνήμη, μια μνήμη που προσπαθεί πια να αλλοιώσει την εικόνα».

 

 

Ο Victor Bakker γεννήθηκε το 1979 στο Maastricht της Ολλανδίας. Το 2003 παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής από την εικαστικό – ζωγράφο, Σοφία Αλεξίου.

Το 2006 εισήχθη στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση από όπου αποφοίτησε το 2011, με δάσκαλο τον Τριαντάφυλλο Πατρασκίδη. Την περίοδο 2006 – 2008, παρακολούθησε μαθήματα χαρακτικής (ξυλογραφίας) με δασκάλους τον Γιάννη Γουρζή και τη Μαίρη Σχοινά, από το 2007 έως το 2009 έκανε μαθήματα φωτογραφίας με τον Μανώλη Μπαμπούση, ενώ κατά τα έτη 2010 και 2011 παρακολούθησε μαθήματα ψηφιδωτού και κεραμικής.

Έχει πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις στο Maastricht της Ολλανδίας (2013 και 2014) και μία στην Gallery Melkart στο Παρίσι (2016), ενώ έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Στοκχόλμη, Παρίσι, Αθήνα, Ηράκλειο Κρήτης).

Έχει συμμετάσχει στην ART Thessaliniki 2016 και στην art athina 2017 με την Melkart Gallery. Αυτή είναι η δεύτερη ατομική του έκθεση στην Ελλάδα. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

 

 

Εγκαίνια Έκθεσης: Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019, 20:00

Διάρκεια Έκθεσης: 5 – 31 Δεκεμβρίου 2019
Ημέρες και ώρες λειτουργίας:
Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή: 11:00 – 14:30 & 17:30 – 20:30
Τετάρτη, Σάββατο: 11:00 – 16:00
Κυριακή, Δευτέρα: Ανοικτά κατόπιν τηλεφωνικού ραντεβού
Κατά τη διάρκεια των εορτών θα τηρηθεί εορταστικό ωράριο.

 

 

Αίθουσα τέχνης Τεχνοχώρος
Λεμπέση 12, Αθήνα | metro Ακρόπολη
Τηλέφωνο 211 182 38 18
www.technohoros.org | info@technohoros.org

Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Resist”: Ατομική έκθεση ζωγραφικής του Ολλανδού Victor Bakker στην αίθουσα τέχνης Τεχνοχώρος
Περισσότερα

Duck Fried Day. Μια νόστιμη, γρήγορη και εύκολη συνταγή για τηγανητή πάπια…

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Άλλοι μιμούνται τις συνήθειες Αμερικανών και Ευρωπαίων και τρέχουν να προλάβουν ευκαιρίες (;) στις προσφορές (;) της Black Friday.

Όμως παρά να διακινδυνεύεις τις αόριστες υποσχέσεις είναι καλύτερο να διεκδικείς, να κατακτάς και να απολαμβάνεις κάτι χειροπιαστό.

Στόχος μας λοιπόν να γιορτάσουμε τη δική μας Duck Fried Day με μια νόστιμη και εύκολη συνταγή…

***

Τα υλικά: Δύο (2) στήθη πάπιας, αλάτι και πιπέρι.

Γνωρίζοντας ότι για ασφαλές μαγείρεμα η πάπια απαιτεί αντίστοιχο ψήσιμο με το κοτόπουλο, προχωράμε στην εκτέλεση…

Εκτέλεση

* Με ένα κοφτερό μαχαίρι χαράζουμε σε ρόμβους την πέτσα της πάπιας. Βάζουμε ένα τηγάνι σε μέτρια φωτιά και μόλις ζεσταθεί τοποθετούμε τα στήθη με τη μεριά της πέτσας, χωρίς να προσθέσουμε οποιοδήποτε λιπαρό. Τηγανίζουμε για 10 λεπτά και θα δούμε το λίπος από την πέτσα να γεμίζει το τηγάνι. Βγάζουμε τα στήθη και αφαιρούμε το λίπος από το τηγάνι. Γυρίζουμε πλευρά στα στήθη και τα τηγανίζουμε 5 λεπτά εάν τα θέλουμε rare ή 8 λεπτά αν τα προτιμούμε well done.

* Αλατοπιπερώνουμε.

* Μετά το τηγάνισμα σβήνουμε την πάπια με χυμό πορτοκαλιού ή με κρασί κόκκινο μιας και η πάπια ανήκει στα κόκκινα κρέατα.
* Στη συνέχεια κόβουμε το στήθος της πάπιας σε λοξές φέτες και τη συνοδεύουμε με οποιοδήποτε σοταρισμένο λαχανικό θέλουμε. Οι πιο τολμηροί μπορούν να συνοδεύσουν την τηγανισμένη πάπια με τηγανιτές πατάτες ή με πατάτες φούρνου.

* Καλή όρεξη…

Παναγιώτης ΜήλαςDuck Fried Day. Μια νόστιμη, γρήγορη και εύκολη συνταγή για τηγανητή πάπια…
Περισσότερα

«Petit ΦΟΥΑΡ d’ Art» – Ομαδική Έκθεση Ζωγραφικής στον πολυχώρο ΦΟΥΑΡ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Σε ένα σύγχρονο πολυχώρο στο κέντρο της Αθήνας, υψηλής αισθητικής και γεύσης, 21 σύγχρονοι εικαστικοί παρουσιάζουν έργα ζωγραφικής και φωτογραφίας.

 

 

Η ιστορικός τέχνης Όλγα Λατουσάκη σημειώνει:

«Το γράμμα αυτό έγινε εκτενέστερο, μόνο και μόνο γιατί δεν είχα τον καιρό να το κάνω πιο σύντομο».
– Pascal, Lettres Provinciales, 1656

 

 

«Από τα χειρόγραφα του Αγίου Όρους, με τις συμπυκνωμένες, μικρές χειρόγραφες σελίδες της Αγίας Γραφής, έως τα πολύ μικρά έργα του exlibris και τις μινιατούρες της κινεζικής ζωγραφικής, τα μικρά έργα τέχνης ποτέ δεν έπαψαν να συναρπάζουν και να εκπλήσσουν. Προϋπόθεση, βέβαια, είναι η ωρίμανση του καλλιτέχνη, η συμπύκνωση μιας ενέργειας, η οποία με σοφία διοχετεύεται σε ένα μικρό έργο και με αυτό τον τρόπο μπορεί εύκολα να επιτύχει την ίδια ακριβώς συγκίνηση που θα προκαλούσε και ένα μεγαλύτερο. Ο καλλιτέχνης με την τεχνική αυτή δεν κινδυνεύει να πλατειάσει, έχει όμως να κερδίσει ένα μεγάλο στοίχημα με τον ίδιο του τον εαυτό: να αποτυπώσει σε περιορισμένες διαστάσεις όλον του τον εσωτερικό κόσμο. Πολύ συχνά, και με έναν οξύμωρο τρόπο, τα μικρά έργα τέχνης είναι πολύ πιο εύληπτα για το απλό κοινό, και γι’ αυτό και τόσο αγαπητά, ίσως επειδή στην εποχή μας, στην εποχή της ταχύτητας, ακόμα και αυτό είναι το ζητούμενο: το γοργό, το εύκολο. Σαν μια πραγματικότητα μιας ανάμνησης ή ενός ονείρου, αξιοθαύμαστα και πάντα γοητευτικά, τα μικρά έργα τέχνης είναι κι αυτά ένα σημαντικό κομμάτι της τέχνης, που μας συντροφεύει και κάνει τη ζωή μας πάντα λίγο καλύτερη.»

 

 

Συμμετέχουν οι εικαστικοί:

Nina Aspeta, Silena, Έλενα Αρσενίδου, Νατάσα Βλαχάκη, Βερονίκη Δαμιανίδου, Μανώλης Καλουδάς, Λεωνίδας Καμπανάκης, Αθηνά Κάρκα, Μαρκέλλα Κομπίτσα, Καλλιόπη Κουκλινού, Χαράλαμπος Κρυσταλόγιαννης, Ελένη Μαραθού, Πηνελόπη Μερκούρη, Σουζάνα Παπακαλιάτη, Αγγελική Τσιώτση Παργινού, Αριάδνη Ευαγγελίου Ραχιώτη, Κατερίνα Σακελλαρίδη, Χριστίνα Σγουρίδη, Αντωνία Σιμάτου, Κατερίνα Χατζή, Ειρήνη Χατζητζάνου

 

 

Πληροφορίες

Concept – Οργάνωση – Επικοινωνία: Δημήτρης Λαζάρου
email: repdla@hotmail.com // dimitriolazarou@gmail.com

Επιμέλεια: Όλγα Λατουσάκη

Επιμέλεια αφίσας: Σοφία Παπαδοπούλου
Εγκαίνια: Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2019 | ώρα 8 μ.μ. – 10:30 μ.μ.
Διάρκεια έκθεσης: 3 – 12 Δεκεμβρίου 2019

Facebook link: https://www.facebook.com/LazarouMyExhibitions/?modal=admin_todo_tour

 

 

ΦΟΥΑΡ
Μητροπόλεως 72 και Χριστοπούλου 6 (1ος όροφος)
Ημέρες και Ώρες λειτουργίας
Τρίτη έως Παρασκευή: 19:00 – 01:00
Σάββατο – Κυριακή: 13:00 – 01:00 μ.μ.
Δευτέρα: κλειστά

  • Είσοδος ελεύθερη

 

Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Petit ΦΟΥΑΡ d’ Art» – Ομαδική Έκθεση Ζωγραφικής στον πολυχώρο ΦΟΥΑΡ
Περισσότερα

Ένας σταθμός για το “Κίτρινο Υποβρύχιο” και μια υπόσχεση για τη Σεμίνα Διγενή στις Βρυξέλλες

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Το «Κίτρινο Υποβρύχιο» της Σεμίνας Διγενή, ύστερα από επιθυμία φίλων και αναγνωστών, πραγματοποίησε μια σύντομη αλλά εγκάρδια στάση στην καρδιά της Ευρώπης, την πρωτεύουσα του Βελγίου. Στο γνωστό βιβλιοπωλείο της πόλης των Βρυξελλών «Périple Arts et Lettres Hellénique» η δημοσιογράφος και συγγραφέας σε ατμόσφαιρα φιλική και ένθερμη υποδέχτηκε Έλληνες που ζουν και εργάζονται στο Βέλγιο και υπέγραψε βιβλία της.

Η βραδιά στο «Périple» είχε ως επιστέγασμα και μια έκπληξη: Τη συγγραφέα να υπόσχεται στους πολυάριθμους φίλους του «Κίτρινου Υποβρυχίου», που έσπευσαν να το προμηθευτούν, πως θα τους επισκεφθεί ξανά. Αυτή τη φορά για να παρουσιάσει το δεύτερο κατά σειρά βιβλίο της, το οποίο και πρόκειται να ολοκληρωθεί σύντομα.

 

Η Σεμίνα Διγενή με Ελληνίδες των Βρυξελλών και δημοσιογράφους από την Αθήνα. Τρίτο από αριστερά το catisart.gr (Ειρήνη Αϊβαλιώτου)

 

Η δημοσιογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός συζήτησε με το αναγνωστικό κοινό, που την υποδέχτηκε με ενθουσιασμό, για το πρώτο της βιβλίο και τη θεματολογία του.
Αξίζει να σημειώσουμε πως το «Κίτρινο Υποβρύχιο» βρίσκεται ψηλά στη λίστα των ευπώλητων, από τους πρώτους κιόλας μήνες της κυκλοφορίας του από τις εκδόσεις Πατάκη. Αυτό ήταν το πρώτο εκτός συνόρων ταξίδι του, αφιερωμένο στους Έλληνες του Βελγίου.

Η Σεμίνα Διγενή είναι γνωστή στο ευρύ ελληνικό κοινό από την τηλεοπτική σταδιοδρομία της. Αν και έχει διανύσει δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα στην τηλεόραση, αυτή ήταν η πρώτη της απόπειρα να γράψει ένα βιβλίο και μέσα από τις σελίδες του «Κίτρινου Υποβρυχίου» μας συστήνεται πρώτη φορά αυθόρμητα και επί της ουσίας:

«Με αυτήν την άλλη, την τηλεοπτική, που ξέρατε, δεν έχω καμία σχέση. Την αγαπώ ακόμη και την κατανοώ, αλλά… δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο!», λέει με χαρακτηριστική ειλικρίνεια και μας αφοπλίζει.

Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει στην ψυχεδελική μουσική ταινία κινουμένων σχεδίων των «Beatles», «The Yellow Submarine», η οποία βασίστηκε στη μουσική των θρυλικών “σκαθαριών”…

 

Από αριστερά: ο δημοσιογράφος Νίκος Θρασυμβούλου, ο Έλληνας πρέσβης στο Βέλγιο Διονύσιος Καλαμβρέζος, η συγγραφέας και δημοσιογράφος Σεμίνα Διγενή, ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ, Λευτέρης Νικολάου – Αλαβάνος και ο δημοσιογράφος Παναγιώτης Μήλας, σε μια χαλαρή και φιλική συζήτηση για το βιβλίο

 

Την Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2019, στο χώρο του κομψού βιβλιοπωλείου «Périple Arts et Lettres Hellénique», στην περιοχή κοντά στο Ευρωκοινοβούλιο, όπου συχνά διοργανώνονται φιλολογικές και καλλιτεχνικές βραδιές με πνοή Ελλάδας, η συγγραφέας υπέγραψε πάμπολλα αντίτυπα του βιβλίου της και μίλησε με τους πολυάριθμους Έλληνες που έσπευσαν να τη συναντήσουν, να συζητήσουν για το βιβλίο της και βεβαίως να φωτογραφηθούν μαζί της.

 

Η Σεμίνα Διγενή με τον Έλληνα Πρέσβη στο Βέλγιο, Διονύσιο Καλαμβρέζο

 

 

Στην υπογραφή του βιβλίου το «παρών» έδωσε ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ Λευτέρης Νικολάου – Αλαβάνος, ο οποίος λίγο πριν ξενάγησε τους Έλληνες δημοσιογράφους στο Ευρωκοινοβούλιο, παρουσιάζοντάς τους τις δράσεις, τις παρεμβάσεις και τις πρωτοβουλίες της ομάδας των ευρωβουλευτών του ΚΚΕ, για καίρια θέματα ελληνικού και διεθνούς ενδιαφέροντος.

Στην εκδήλωση παρευρέθη και ο πρέσβης της Ελλάδας στο Βέλγιο, Διονύσιος Καλαμβρέζος, ο οποίος δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προβολή των πολιτιστικών ελληνικών δρώμενων στις Βρυξέλλες.

 

Η συγγραφέας με τον πρέσβη Διονύσιο Καλαμβρέζο (αριστερά) και τον ευρωβουλευτή του ΚΚΕ, Λευτέρη Νικολάου – Αλαβάνο

 

Η Σεμίνα Διγενή έχει δηλώσει ότι το «Κίτρινο Υποβρύχιο» δεν είναι αυτοβιογραφία σε καμία περίπτωση. Συστήνοντας το βιβλίο έχει πει:
«Πρόκειται για μια άσκηση θάρρους. Έσκασε μια χύτρα ταχύτητας συναισθημάτων, λόγω ισχυρής πίεσης. Ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο (δυο-τρεις παραγράφους) την ίδια νύχτα που έστειλα την επιστολή παραίτησης στην ΕΡΤ, ύστερα το παράτησα για χρόνια και τον περασμένο Μάιο άρχισα να γράφω σαν αφιονισμένη ένα χείμαρρο 80.000 λέξεων. Ποιος, εγώ; Που κάθε Δευτέρα αγχώνομαι και πανικοβάλλομαι µε τις 800 λέξεις που δίνω στις σελίδες µου στη Realnews; Επινόησα ένα μαγικό σπίτι, που είναι αόρατο και διαφανές, είναι ιπτάμενο, είναι και υποβρύχιο, µε έναν κεντρικό υπολογιστή που µε υπακούει τυφλά και πηγαινοέρχεται στον χρόνο. Του έδωσα το όνομα που είχε το πρώτο µου δισκάκι, το ‘Yellow submarine’, και ξεκίνησα ένα ταξίδι γεμάτο μουσικές. Πρόκειται για βιβλίο-μιούζικαλ και ολοζώντανοι στη σκηνή του εμφανίζονται οι πρώτοι έρωτες, οι φόβοι».

 

 

Σ’ αυτό το πρώτο της βιβλίο η Σεμίνα Διγενή γράφει για όλα αυτά για τα οποία δεν μίλησε ποτέ. Το κείμενο είναι ζωντανό, απρόβλεπτο και συναρπαστικό. Μια σύνθεση μεταξύ μαρτυρίας, ρεπορτάζ και μυθοπλασίας. Ζωή και σταδιοδρομία πλούσιες, γεμάτες εξερευνήσεις και αταξίες. Αταξίες που δίνουν νόημα στη ζωή και σοφία στον άνθρωπο.

Επιβάτες του “Κίτρινου Υποβρυχίου” δεν είναι μόνο οι θρυλικές προσωπικότητες της ελληνικής και διεθνούς πολιτικής και καλλιτεχνικής ζωής που συνάντησε η συγγραφέας, αλλά και τα μέλη μιας παράξενης -υπαρκτής- ελληνικής οικογένειας, οι πρωταγωνιστές αδιέξοδων ερώτων και οι υπαίτιοι τραυμάτων που δεν έκλεισαν ποτέ.
Όλοι αυτοί, σε μια μαγική περιστροφική σκηνή, με ολοζώντανα τα παρασκήνια μιας ταραχώδους προσωπικής και δημοσιογραφικής διαδρομής, από το 1975 στις εφημερίδες και από το 1982 στην τηλεόραση.

Ένα ντοκουμέντο, το αφηγηματικό νήμα του οποίου ξετυλίγεται με το «Yellow Submarine» των Beatles. Τα τραγούδια και η μουσική όχι απλώς δίνουν τον τόνο της αφήγησης, αλλά και συμβάλλουν μ’ έναν πρωτότυπο τρόπο στην εξέλιξή της.

Το «Κίτρινο Υποβρύχιο» της Σεμίνας, στα σαράντα μικρά κινηματογραφικά κεφάλαια που το απαρτίζουν, μάς εμπεριέχει όλους. Υπερβαίνει την αυτοβιογραφική καταγραφή και χαρτογραφεί το κλίμα και την ατμόσφαιρα της Ελλάδας από τη “χαμένη άνοιξη” της δεκαετίας του 1960 στα ευφορικά 80s, στην ευμάρεια των 90s, μέχρι τους δαιδάλους της καταιγιστικής εθνικής μας κρίσης, ενώ αναμφισβήτητα έκανε… πολλούς ανθρώπους να χάσουν τον ύπνο τους.

Με μια μακριά και επιτυχημένη πορεία στον κόσμο της τηλεόρασης και γενικότερα της δημοσιογραφίας, η συγγραφέας περιγράφει τον πόλεμο που δέχτηκε όλα αυτά τα χρόνια, αναφέρει συγκεκριμένα ονόματα και πετάει τις… μπηχτές της.

Το βιβλίο είναι διανθισμένο με προσωπικές φωτογραφίες της συγγραφέως.

Ας θυμηθούμε όμως τα προλογικά σημειώματα των: Δήμητρας Γαλάνη, Λιάνας Κανέλλη, Δρ. Χρήστου Κεχαγιά, Κώστα Λειβαδά, Αφροδίτης Μάνου, Τάκη Τζαμαργιά.

“Αγαπηµένη Σεµίνα… Σ’ αυτό το τόσο πλούσιο «soundtrack» της ζωής σου, θυµόµαστε και εµείς «την εποχή της όρεξης», που όλα ήταν (ή µήπως φάνταζαν;) διαφορετικά. Έτσι απλά, για να µην ξεχνάµε πώς ήταν η ζωή χωρίς το δηλητήριο του φόβου…” Δήμητρα Γαλάνη

“Το βιβλίο της Σεµίνας είναι σαν χολλυγουντιανό τρέιλερ µιας ολόκληρης καριέρας και µιας πολύµορφης ζωής. Κατάφερε να τουιτάρει έναν ορυµαγδό αναµνήσεων, εµπειριών, κολασµένων και ακόλαστων στιγµών”. Λιάνα Κανέλλη

“Πολλά από τα µυστικά της, που δεν ξέρει κανείς, είναι στις σελίδες αυτού του βιβλίου, όπου «δίνει µια δυνατή κλοτσιά σ’ όλες τις τρυφερές, ηδονοπαθείς σαχλαµάρες και στους νυσταλέους βηµατισµούς”. Χρήστος Κεχαγιάς

“Η Σεµίνα εισάγει ένα νέο είδος γραφής. Πυξίδες της στο απίθανο αυτό ταξίδι τραγούδια, ταινίες, παραστάσεις… µέσα στις σελίδες του συναντώνται όλες οι τέχνες. Έχω ερωτευτεί αυτό το βιβλίο”. Κώστας Λειβαδάς

“Μια θαυµάσια παράξενη τοιχογραφία του δεύτερου µισού του 20ού αιώνα, αλλά και των ηµερών που διανύουµε, όµορφα ντεγκρανταρισµένη «µε αγάπη και χωρίς κακία». Το διάβασα µε ταχύτητες σέβεντις, τότε που διαβάζαµε σχεδόν ένα βιβλίο την ηµέρα”. Αφροδίτη Μάνου

“Το βιβλίο αυτό αποτελεί και ένα πολύτιµο ηµερολογιακό υλικό για σκηνοθέτες που θέλουν να συνοµιλούν µε την Ιστορία του πρόσφατου παρελθόντος µας. Ως θέατρο ντοκουµέντο, θα µπορούσε να αναδείξει τις αναζητήσεις και τα κεκτηµένα µιας γενιάς”. Τάκης Τζαμαργιάς

Αποσπάσματα από το βιβλίο:

[…] Κάθε μεσημέρι το γραφείο μου μετατρέπεται, όπως λένε οι στενοί συνεργάτες μου, σε Γέφυρα των Στεναγμών. Καταφθάνει κάθε παραπονούμενος παρουσιαστής, αρχισυντάκτης, παραγωγός, σεναριογράφος, δημοσιοσχεσίτης, ηθοποιός, σκηνοθέτης… Όλους τους βασανίζει ένας καημός, άλλους ο μισθός, άλλους τα νούμερα τηλεθέασης, άλλους ο συμπαρουσιαστής τους (το συνηθέστερο), άλλους η ώρα προβολής, άλλους το γραφείο Τύπου του σταθμού που δεν τους προλαβαίνει […] […] Σε κάποιες πάντως περιπτώσεις έχουν δίκιο, γιατί παρασύρομαι από συναισθηματισμούς και διαπράττω γκάφες ολκής. Όπως στην περίπτωση εκείνη που πιέζω την ιδιοκτησία και κυρίως τον Νίκο, προκειμένου να επιστρέψει στην τηλεόραση συγκεκριμένο τηλεοπτικό αστέρι. […] […] Σήμερα γίνομαι δεκατεσσάρων. Βεγγαλικά στο μυαλό μου. Σκέφτομαι ‘Επιτέλους μεγάλωσα!’.
Ολόκληρη γυναίκα, δηλαδή δεσποινίς κανονική, έτσι μου απευθύνονται πλέον […]

Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου ο καθείς θα περίμενε τη λέξη “τέλος”… με μια δόση χιούμορ, μα η Διγενή μάς “απειλεί”: “Αυτό δεν είναι το τέλος”… να περιμένουμε λοιπόν το υποβρύχιο Νο2… Εκεί, όπως αποκαλύπτει, συγκεντρώνονται σιγά σιγά τα πιο απίστευτα παρασκήνια τηλεόρασης, εφημερίδων και θεάτρου. Αναμένουμε λοιπόν!

 

  • Το βιβλίο της Σεμίνας Διγενή «Κίτρινο Υποβρύχιο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

 

 

  • Périple Arts et Lettres Helléniques, 115 rue Froissart, 1040 Bruxelles, phone: (+322) 230 93 35
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΈνας σταθμός για το “Κίτρινο Υποβρύχιο” και μια υπόσχεση για τη Σεμίνα Διγενή στις Βρυξέλλες
Περισσότερα

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019: Με θέατρο και μουσική συνεχίζεται «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Οι εκδηλώσεις για «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών συνεχίζονται:

ΠΕΜΠΤΗ 28 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2019

***

CABARET

HISTOIRE D’ UNE AUTRE EPOQUE
Cabaret Voltaire, Μαραθώνος 30, Μεταξουργείο
Στις 9.30 μ.μ.
Τηλέφωνο: 2105227046 – Είσοδος: 6 ευρώ

Με άκρως κινηματογραφική διάθεση, οι Organsmic The Band στη μουσική και η Καλλιόπη Μαρινάκη στο video art θα μας ταξιδέψουν μέχρι και έναν αιώνα πίσω, στην εποχή των Cabaret du Monde μέσα από μια ιστορία που συνδέει γνώριμες μελωδίες, διασκευασμένες και μη.
Γιώργος Κοντοπρίας: πιάνο/φλάουτο και ενορχήστρωση
Αγγελική Κοντοπούλου: αφήγηση
Λένα Σταμέλου: φωνή
Κωνσταντίνος Χατζηβασιλείου: ηλεκτρική κιθάρα
Διονύσης Αποστολόπουλος: ντραμς
Νικόλαος Ρήγας: τούμπα
Αθηνά Νταβάνα: βιολοντσέλο
Καλλιόπη Μαρινάκη: εικαστικά

***

PAVLINA STYL- «CLOCK TICK»
El convento del Arte, Βιργινίας Μπενάκη 7, Μεταξουργείο
Στις 9.30 μ.μ.
Τηλέφωνο: 2105200602. Είσοδος: 10 ευρώ

Η περφόρμερ PAVLINA STYL παρουσιάζει ένα νέο μουσικό project με ηλεκτρονικό ήχο, πρωτότυπες διασκευές, κινηματογραφική ατμόσφαιρα και θεατρικά στοιχεία. Η Pavlina Styl ερμηνεύει μαζί με τον Χρήστο Κωνσταντόπουλο αγαπημένα κομμάτια των Piaf, P. Kass, J. Brel, Noir Desir, D. Bowie, P. Glass, Λ. Πλάτωνος, J. Kander, κ.α.
Σκηνοθεσία: Πέμη Ζούνη
Πιάνο-πλήκτρα-programming-ενορχήστρωση: Νίκος Καλαντζάκος
Bιολί: Διονύσης Βερβιτσιώτης
Ντράμς-κρουστά: Φοίβος Άνθης
Κείμενα: Ερωφίλη Κόκκαλη
Σχεδιασμός Φώτων: Περικλής Μαθιέλης
Hχοληψία: Μανώλης Παλαιολόγος
Επιμέλεια παραγωγής: Pavlina Styl

 

***

 

 

ΘΕΑΤΡΟ

***

«ΝΑΝΑ»
Του Emile Zola
Αγγέλων Βήμα, Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια
Στις 8 μ.μ.
Τηλέφωνο: 2105242211. Είσοδος: 10 ευρώ

Κοπέλα ταπεινής καταγωγής που «μοιάζει σαν να βγήκε απ’ τα σκουπίδια», σύντομα εξελίσσεται σε «φυσικό φαινόμενο» και «δύναμη κακού». Με πρωτοφανή κυνισμό και αμοραλισμό, η Νανά, στο σύντομο πέρασμά της από ένα ήδη μολυσμένο και διαπυημένο περιβάλλον διαπλεκόμενων «παραγόντων», εκμαυλίζει, μολύνει, διαφθείρει, κατατρώει και καταστρέφει συνειδήσεις, περιουσίες και ανθρώπους καθ’ οδόν προς την δική της αναπότρεπτη έξοδο.
Θεατρική Διασκευή: Μαργαρίτα Δαλαμάγκα-Καλογήρου
Σκηνοθεσία: Ανδρονίκη Αβδελιώτη
Μουσική: Σίσσυ Βλαχογιάννη
Σχεδιασμός Φωτισμού: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Φωτογραφίες: Ναταλία Β.
Σκηνικά-Κοστούμια: Νίκος Μαρμαροτούρης, Ανδρονίκη Αβδελιώτη
Παίζουν: Νίκος Αναγνωστόπουλος, Αμαλία Ασκορδαλάκη, Ελένη Κερολάρη, Αλέξιος Κοτσώρης, Σοφία Λιάκου, Αθηνά Μαυρομάτη, Ελεάννα Παναγουλέα, Βασίλης Σαμαριτάκης, Ποπέτα Σούκου

***

ΜΟΥΣΙΚΗ

***

ΤΕΤΗ ΚΑΣΙΩΝΗ
Ακροβάτης, Ψαρρών 26 & Μαιζώνος, Μεταξουργείο
Στις 10 μ.μ.
Τηλέφωνο: 2105230750. Είσοδος: 6 ευρώ

Χρώμα Παριζιάνικου καμπαρέ, μελωδίες, ποίηση και άρωμα από νεραντζιές…Μια περιπλάνηση στο Μικρό Παρίσι των Αθηνών, εκεί όπου ο Μάνος Χατζιδάκις συναντά τον Nicola Piovani, ο Νίκος Καββαδίας τον Θάνο Μικρούτσικο και η Amalia Rodriguez την Edith Piaf, σε μια παράσταση γεμάτη νοσταλγία και φθινοπωρινή αύρα.
Μάρκος Κώτσιας: πιάνο
Βασίλης Ραψανιώτης: βιολί
Τέτη Κασιώνη: τραγούδι

***

FROG STRING TRIO
BeeRaki, Ψηλορείτη 6, Σταθμός Λαρίσης
Στις 10 μ.μ.
Τηλέφωνο:. 2108822322. Είσοδος: 3 ευρώ

Ένα μουσικό σχήμα που συνδυάζει τη μουσική παράδοση της τζαζ και των Βαλκανίων με τον κλασικό ήχο ενός σύγχρονου τρίο εγχόρδων, προσφέροντας μια εναλλακτική μουσική πρόταση σύμπραξης τριών τοξοτών εγχόρδων με άφθονη αυτοσχεδιαστική διάθεση.
Γιάννης Ζαρίας: βιολί
Μιχάλης Καταχανάς: βιόλα
Κώστας Αρσένης: κοντραμπάσο

***

ΔΙΑΛΕΞΗ

«Ο Μπούρας χορεύει, παίζει και δεν τραγουδά σε παρισινό καμπαρέ του Μεσοπολέμου
ενόσω ζωγραφίζει με λέξεις τις αρτίστες»
Match Point Αινιάνος 1, πεζόδρομος ΓΣΕΕ
Στις 6.30 μ.μ.
Δρ. Κωνσταντίνος Μπούρας, Ποιητής-Κριτικός

Τα παρισινά καμπαρέ στον αντίποδα της θεατρικότητας του βερολινέζικου καμπαρέ ευνοούν τη χαρά της ζωής, ψυχαγωγούν χωρίς να προβληματίζουν ιδιαίτερα και γίνονται πόλος έλξεως ηδονιστών κάθε λογής, χωρίς να αποκλείονται φυσικά οι ποιητές, όμως οι εικαστικοί καλλιτέχνες φαίνεται ότι έχουν εκεί τη δεύτερη έδρα τους. Το Έρεβος, ακόμα κι αν εμφιλοχωρεί αυτό γίνεται μέσα από μια ελληνορωμαϊκή αντίληψη της ζωής ως πηγής ηδονών κι όχι ως κοιλάδας δακρύων. Η ουσία της σωματικότητας και του ρυθμού γίνεται εδώ σχεδόν συνώνυμη της ελευθεριότητας και δεν έχει να κάνει με πολιτικές σκοπιμότητες και σκοτεινά κίνητρα. Η δημοκρατία της διασκέδασης είναι μάλλον καρναβαλικού τύπου και θυμίζει περισσότερο Μεσόγειο παρά τις σκοτεινές κι ανήλιαγες μητροπόλεις του Βορρά. Το Παρίσι φέρει ακόμα τις γαλατικές επιρροές του” περίληψη της εισήγησης του Κωνσταντίνου Μπούρα.

***

ΕΔΩ ΚΙ ΑΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ «ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΙΣΙ»

Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών μάς ταξιδεύει στα «Καμπαρέ του Κόσμου». Εδώ το πλήρες πρόγραμμα

Μικρό Παρίσι των Αθηνών 2019. Δείτε εδώ το πλήρες πρόγραμμα. Τις πρώτες πινελιές έβαλε ο «Etien»

Η μεγάλη γιορτή για το «Μικρό Παρίσι των Αθηνών 2019» αρχίζει…

Tο φετινό Φεστιβάλ «Μικρό Παρίσι των Αθηνών» έχει θέμα «Τα καμπαρέ του κόσμου»

«Μικρό Παρίσι των Αθηνών». Αυτός ο τοίχος είναι έτοιμος να γίνει Cabaret και να… τραγουδήσει

Συνεχίζεται «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών» με πλούσιο πρόγραμμα: Swing, blues, θέατρο, φωτογραφία

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019: Συνεχίζεται «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών» με πλούσιο πρόγραμμα

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019: Με θέατρο και μουσική συνεχίζεται «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών»

Παναγιώτης ΜήλαςΠέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019: Με θέατρο και μουσική συνεχίζεται «Το Μικρό Παρίσι των Αθηνών»
Περισσότερα