35.8 C
Athens
Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

«Ο άσπρος» – Αργύρης Εφταλιώτης

Φίλους δεν είχα πολλούς εκεί κάτου, στης Ασίας τα μέρη. Γνώριμους που κλέβανε τον καιρό μου, είχα πολλούς. Κάθε λίγο ερχότανε κι από ένας το βράδυ να περάσει την ώρα του. Εγώ την ώρα μου ήξερα πώς να την περάσω. Μετάφραζα τότες τον Όμηρο. Μα οι άλλοι — πού να το φανταστούν εκείνοι πως εγώ την προτιμούσα τη μοναξιά;

Μοναξιά είπα; Καλέ τι λέω; Συντροφιά, κι από κείνες! Πρώτα ο Όμηρος. Ύστερα τα λεξικά μου. Άφησε πια σημειώματα, σκόλια, χαρτιά, καλαμάρια, πένες. Όλ’ αυτά, σου μιλούνε, σε βλέπουνε, σ’ αγαπούνε σα γράφεις. Δοκίμασε να γράψεις ένα στίχο με ξένη πένα, σε ξένο χαρτί, σε ξένο τραπέζι και με ξένο μελάνι, και βλέπεις διαφορά. Είναι σα να κοιμάσαι σε αλλουνού κρεβάτι.
Κι΄ ως τόσο πάω ν’ αλησμονήσω το μεγαλύτερό μου φίλο, τα χρόνια εκείνα. Πάω ν’ αλησμονήσω το γάτο μου, που ακόμα σπαράζεται η ψυχή μου σαν τον ανιστορώ.

Μου τον έφεραν ένα πρωί, δώρο — άσπρο γατάκι σαν κουνέλι. Μια χαρά να το βλέπεις. Μικρό μικρό, μαλακό, παχουλό, ήμερο, με τα μεγάλα τα μάτια τα πρασινοκίτρινα, και με τ’ αχειλάκι του πίσσα μαύρο. Λες κι όλο χαμογελούσε με το γατήσιο εκείνο χαμόγελο, που τέλος δεν έχει. Έτσι είναι, βλέπεις, φτιασμένο το στόμα του.
Παιχνιδιάρικο λες; Μα τα παιχνίδια του τα ’βλεπες και δε χόρταινες. Κουνούπι να περνούσε απ’ ομπρός του, πηδούσε ολόρθος, καμάρα η ράχη του, φούντα ολόστεκη η ουρά του, σπίθες τα μάτια του. Μια και δυο, και ξεχύμιζε τότες στον αέρα σα δαιμονισμένος που κυνηγούσε ένα τίποτις.

 

Το φαΐ μας πάντα μαζί. Έπινε το γάλα του γλήγορα γλήγορα, και σαν έγλυφε αυτός τα γαλατωμένα του γένια, εγώ απόσωνα τότες το δικό μου φαΐ. Καθίζαμε ύστερα στη σπουδή. Εγώ στην καρέγλα μου, αυτός απάνω στο μεγαλύτερο Λεξικό. Πόσες φορές τονέ χρειαζόμουν εκείνο το Γαζή, και δεν πήγαινε η καρδιά μου να του χαλάσω το χουζούρι, εκεί που μισοκοιμότανε γουργουρίζοντας.

Τι τα θες! γενήκαμε φίλοι αχώριστοι. Κατάντησε να νοιώθουμε ο ένας τον άλλονε τόσο καλά, που ως κι α θύμωνα, αυτός τη δουλειά του.

Περάσανε μερικοί, μήνες, μεγάλωσε το γατί. Ώρες ώρες μου ξέφευγε όμως τώρα, και δεν τον ξανάβρισκα εύκολα. Πότε στο περιβόλι έκοβε βόλτες, πότε παρέξω, κάποτες τρύπωνε και σε ξένα σπίτια. Μια μέρα μάλιστα τον είδα και ραχάτευε απάνω σε μια στέγη που είχα κάτω από τον αψηλό ηλιακό μου. Τι τον έφερε εκεί πέρα, δεν καλοκατάλαβα στην αρχή. Κατόπι όμως παρατήρησα πως στου αντικρινού σπιτιού τα κεραμίδια, που δρόμος στενός τα χώριζε από τα δικά μου, ραχάτευε άλλη γάτα, με μάτια κι αυτή μισόκλειστα. Σα να μυρίστηκα τότες κάτι. Όμως, μήτε ο δικός μου γάτος, μήτε η φιλενάδα απ’ αντίκρυ δε μου δώκανε την παραμικρή αφορμή να υποψιαστώ τίποτις προχωρημένες αγάπες αναμεταξύ τους. Έτσι, σα να βρισκότανε ακόμα σε ξέχωρο κόσμο ο καθένας.

Ώρες κι ώρες περνούσαν κάποτες, κι έμνησκαν οι δυο τους σ’ αυτή τη βαθειά μελέτη. Λες και πρόσμενε η αντικρινή η γάτα να ωριμάσει η δουλειά. Λες και πλέχανε στο μεταξύ τα όνειρά τους, την ποίησή τους.

Εμένα αυτά δε μου πολυαρέζανε. Συνηθισμένος να ’χω πάντα τον Άσπρο κοντά μου, σα να ζούλευα τώρα. Σα να μην μπορούσα να δουλέψω με την καρδιά μου, καθώς τα πρώτα.

Μια πρωινή, ότι σηκώθηκα, ακούγω ψιλή ξεσερμένη φωνή, σα να ’κλαιγε μωρό. Άξαφνα σταματάει η φωνή σα να την έκοψες με μαχαίρι. Κατόπι άρχισε ένα χαμηλόφωνο βουγκητό, που τέλος δεν είχε. Όσο πήγαινε μάλιστα, ανέβαινε σαν ανέμου φύσημα από τα παράθυρα. Σταματάει κι αυτό. Δεν ξανακούστηκε τίποτις μερική ώρα. Εκεί που ’πινα τον καφέ μου όμως — και το γάλα του Άσπρου πλάι για να ’ρθει κι αυτός, — ακούγουνται σωστά γατήσια ξεφωνητά, που λάθος πια δεν είχε.

Σηκώνουμαι και σκύβω να δω από τον ηλιακό. Ο Άσπρος μου απάνω στη στέγη από τη μια, γέρικος σταχτής γάτος από την άλλη, όχι και πολύ θρεμμένος, παλιός παλαιστής όμως, πολύπαθος, πολύξερος, και μυριόπαντρος. Το πρόσωπό του ήτανε ζουγραφιά μονάχη αγρυπνίας και παραλυσίας. Αμέσως τον αναγνώρισα. Αμέσως το ’νιωσα πως για καλό δεν ήρθε στα κεραμίδια μου απάνω· πως δεν του άρεζε του Άσπρου μου η ομορφιά, η νιότη, κι η καλοθρεψιά, που τόσον καιρό τα ονειρεύουνταν η αντικρινή η γάτα, παλιά του αγαπημένη, τώρα όμως, δίχως άλλο τα γύρευε με πιότερη τόλμη κι αδιαφορία προς την αφεντιά του, κι ήρθε λοιπό να μετρηθεί μια και καλή με τον καινούριο αυτόν τον Πάολο, και να τονέ φάει με τις νυχιές του.

Σώπαιναν τη στιγμή εκείνη και κοίταζαν ο ένας τον άλλον κατάματα. Μήτε τρίχα τους δε σάλευε. Ασάλευτος και γω να μην τους τρομάξω.
Ήξερα τι θα γίνει αν ίσως και σάλευε ο ένας τους. Θα ξεχύμιζε μονομιάς ο άλλος για να προλάβει και θα τονέ σπάραζε με τα νύχια του.
Άλλον τρόπο δεν έβλεπα για να γλυτώσω τον Άσπρο μου, παρά να περεχύσω τον ξένο γάτο νερό και να τονέ διώξω. Ξαναμπαίνω λοιπό σιγανά σιγανά, και παίρνω ποτήρι νερό. Βγαίνω πάλε, σημαδεύω, πετώ το νερό. Περνάει το έρμο απάνω από τη ράχη του ξένου γάτου, και χύνεται όλο στον Άσπρο μου! Έγιναν όλ’ άψε σβήσε. Ανατρομάζει ο Άσπρος, ξορμάει ο σταχτής και του καθίζει δυνατή και βαθειά νυχιά στο πλευρό του! Κόκκινο αμέσως το κάτασπρο εκείνο πλευρό! Έφυγε ο ξένος γάτος, αστραπή, σα με είδε. Ξεκίνησε και ο λαβωμένος μου Άσπρος να φύγει κι αυτός. Πριν κατεβεί όμως, κοντοστάθηκε μια, και γύρισε και με κοίταξε. Ήταν περίλυπη η ματιά του. Σα να μου ’λεγε πως δεν το πρόσμενε τέτοιο κάμωμα από τον πιστό του φίλο. Πήδηξε κάτω ύστερα και χάθηκε κι αυτός απ’ ομπρός μου.
Περάσανε μέρες, βδομάδες, μήνες περάσανε, και δεν ξαναφάνηκε πια ο Ασπρος! Πρέπει να ψόφησε, είπα. Έβαλα ανθρώπους να τονέ βρούνε, ρώτηξα, γύρεψα, όλα του κάκου.
Μια βραδινή, ότι άρχιζε να σκοτεινιάζει, εκεί που περπατούσα στο περιβόλι, ολομόναχος, ακούγω γατήσια φωνή, σαν παραπονιάρικη. Κάμνω να δω… ο Άσπρος! Ήταν τώρα λιγνός, είχε και το σημάδι της λαβωματιάς στο πλευρό του. Έτρεμα από τη συγκίνηση. Με χίλια χαδευτικά μου λόγια σκύβω να τον αγγίξω, να τον πάρω στην αγκαλιά μου. Μόλις με βλέπει σιμά του, ένα πήδημα, και γίνεται άφαντος πάλε!

Δεν τον ξανάειδα πια από τότες τον Άσπρο μου.

 

White Cat – Diane Hoeptner

 

***

 

Το διήγημα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Πατριώτης» στις 4 Μαρτίου 1903.

 

***

 

(*) «Αυτή την ιστορία, μου τη διηγήθηκε ο Αλέξανδρος Πάλλης. Δικός του ήταν ο άσπρος γάτος

***

Βασική εικόνα: «The White Cat» που είναι επίσης γνωστό ως «Tom Cat on Yellow Pillow». Έργο (Oil On Panel) του Γερμανού ζωγράφου Franz Marc (1880 – 1916).

***

ΕΔΩ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -