Αργύρης Εφταλιώτης. Από τη Μήθυμνα ως την Αντίμπ

Ο ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής Κλεάνθης Κ. Μιχαηλίδης δραστηριοποιήθηκε στο χώρο των γραμμάτων με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Αργύρης Εφταλιώτης (από το χωριό Εφταλού της Μήθυμνας Λέσβου).
Γιος του δάσκαλου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη και της Ελένης Κέπετζη, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1849. Μετά το θάνατο του πατέρα του, σε ηλικία 17 ετών, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στην Αγγλία. Εκεί γνώρισε την Αμερικάνα Ελάιζα Γκράχαμ, την οποία παντρεύτηκε και έκαναν μαζί τρία παιδιά. Δεν ακολούθησε πανεπιστημιακές σπουδές αλλά εργάστηκε ως υπάλληλος στον εμπορικό οίκο Ράλλη, αρχικά στο Μάντσεστερ και στο Λίβερπουλ της Μεγάλης Βρετανίας και μετά στην Βομβάη των Ινδιών. Η νοσταλγία για την πατρίδα του αποτέλεσε ένα από τα βασικά θέματα που απασχόλησαν το έργο του. Η γνωριμία του με τον Αλέξανδρο Πάλλη στην Μεγάλη Βρετανία τον επηρέασε αποφασιστικά στις γλωσσικές του αντιλήψεις. Οι δύο συγκάτοικοι προσχώρησαν στο κίνημα του Ψυχάρη και αναδείχθηκαν ηγετικές φυσιογνωμίες του γλωσσικού αγώνα. Υπήρξε δραστήριο μέλος του ελληνικού φιλολογικού συλλόγου του Μάντσεστερ «Ο Λόγιος Ερμής» και γενικότερα κινήθηκε σε διάφορους φιλολογικούς και λογοτεχνικούς κύκλους.

Το έργο του μορφολογικά χωρίζεται σε ποιητικό, αφηγηματικό και μεταφραστικό. Η εμφάνισή του στα γράμματα έγινε με την ποιητική συλλογή, τα Τραγούδια του ξενιτευμένου, η οποία απέσπασε έπαινο στον Α΄ Φιλαδέλφειο Ποιητικό Διαγωνισμό του 1889. Δύο χρόνια αργότερα στέλνει στον ίδιο διαγωνισμό τις συλλογές Αγάπης λόγια και Ο καθρέφτης του πύργου μου. Παρότι δεν βραβεύονται για γλωσσικούς κυρίως λόγους, η συλλογή Αγάπης λόγια, αφιερωμένη στη γυναίκα του Ελάιζα, γνωρίζει μεγάλη επιτυχία όταν δημοσιεύεται τον ίδιο χρόνο στο περιοδικό Εστία. Η μη βράβευσή του προκάλεσε την αντίδραση λογοτεχνών, όπως ο Πολυλάς και ο Παλαμάς, που υποστήριξαν τη χρήση της δημοτικής στην έντεχνη ποίηση. Η πεζογραφική προσφορά του Εφταλιώτη, κυρίως με διηγήματα και με κείμενα που έχουν ιστορική βάση, έχει εθνική και παιδαγωγική σκοπιμότητα. Ο Εφταλιώτης είναι γνωστός στα νεοελληνικά γράμματα και για τις μεταφράσεις του (ποιημάτων των Byron, Moreas, Shelley κ.ά.) και κυρίως για την μετάφραση της Οδύσσειας του Όμηρου. Εξαιτίας του θανάτου του, η μετάφραση δεν ολοκληρώθηκε και τις τρεις τελευταίες ραψωδίες μετέφρασε αργότερα ο Ν. Ποριώτης. Ο Εφταλιώτης απέδωσε τον ομηρικό στίχο με τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο του δημοτικού τραγουδιού με πρότυπο την μετάφραση της Ιλιάδας από τον Πάλλη.

Το πιο χαρακτηριστικό πεζογράφημά του είναι οι «Νησιώτικες ιστορίες», που εκδόθηκαν το 1894 και αποτελούν συλλογή ηθογραφικών διηγημάτων που δημοσίευε από το 1889 στην «Εστία». Μεταξύ αυτών των διηγημάτων είναι και «Ο άσπρος».
Το 1894 δημοσίευσε στο περιοδικό Εστία το μοναδικό του θεατρικό έργο με τίτλος «Ο βουρκόλακας». Πρόκειται για μεταφορά από το δημοτικό τραγούδι του «Νεκρού αδερφού», με στόχο την ανανέωση της νεοελληνικής δραματουργίας. Το έργο μπορεί να μην γνώρισε σκηνική επιτυχία, ωστόσο είναι αξιομνημόνευτο για την χρήση της δημοτικής παράδοσης στο νεοελληνικό δράμα. Χρησιμοποίησε τα ψευδώνυμα Τάσος Καλογιάννος και Τουρκομερίτης. Έχουν εκδοθεί τα Άπαντα του έργου του (1952 – 1973, 3 τόμοι), εργοβιογραφία (1930), βιβλιογραφία (1949) και μέρος της αλληλογραφίας του (1985, 1988, 1993). Έργα του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ολλανδικά, και γερμανικά.
Ο συγγραφέας υπέφερε από άσθμα και τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε σε μια βίλα στην Αντίπολη (Αντίμπ) της νότιας Γαλλίας που την ονόμασε “Αρκαδία”. Πέθανε στις 25 Ιουλίου του 1923 σε ηλικία 74 ετών.

 

***

 

Στη βασική φωτογραφία, το σπίτι που έζησε ο Αργύρης Εφταλιώτης, στον Μόλυβο. Σήμερα εκεί έχει στεγαστεί η Δημοτική Πινακοθήκη Λέσβου.