Άννα Κλάδη: «Αντιλαμβάνομαι το θέατρο σαν μια ανταλλαγή ιδεών, απόψεων και γνώσεων»

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Πατάει γερά στο σανίδι. Είναι πειστική, με νεύρο, έλεγχο, ποιότητα και ευγενική παρουσία. Κινείται, αισθάνεται, αναπνέει επί σκηνής με γνήσια δραματικότητα και έμφυτο ταλέντο. Τα συναισθήματά της πνέουν με τη φυσικότητα μιας αύρας, με μουσικότητα, ρυθμό και αισθητική. Αυτό που μου αρέσει όμως πολύ στην απαλή αλλά σταθερή και στιβαρή Άννα Κλάδη είναι που δεν διστάζει να ρισκάρει στην υποκριτική της.

Το καλοκαίρι που την είδαμε στην «Καταδίωξη» («Hunted down») του Ντίκενς στο Off Off Athens Festival του θεάτρου «Επί Κολωνώ», μια λεπτεπίλεπτη και δυναμική υφάντρα της σκιάς των πραγμάτων, άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις με την άψογη εμφάνισή της και τη γλυκύτητά της. Δεν είναι τυχαίο ότι η Άννα Κλάδη εγκατέλειψε τα μαθηματικά για να αφοσιωθεί στη μεγάλη της αγάπη, το θέατρο. “Η απόφασή μου να διακόψω τις σπουδές στο Μαθηματικό και να ακολουθήσω τις σπουδές που πραγματικά με ενδιέφεραν, αυτές του θεάτρου, ήταν η εφηβική επανάσταση που χρωστούσα στον εαυτό μου, απλώς πιο συνειδητή”, λέει με σθένος.

Την υπέροχη αυτή νέα ηθοποιό, που είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, τη γνωρίσαμε στη «Λυσιστράτη» με την ομάδα του Μιχαήλ Μαρμαρινού στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, το 2016.

Έχει παίξει επίσης στις παραστάσεις «Ο πρίγκιπας και ο φτωχός» (2018), «Βάτραχοι project» (2018), «Α-Πε-Λπι-Σί-Το» (2017), Ιφιγένεια εν Αυλίδι (2017), «Από το χαρτί στη σκηνή» (2016), «Δωμάτιο του Σαίξπηρ» (2016).

Φέτος τη βλέπουμε σε μια απολαυστική εμφάνιση στη «Μήδεια» του Μποστ σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη στο «Θησείον, Ένα Θέατρο Για Τις Τέχνες», μια παράσταση που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Άννα, βαθιά εμποτισμένη από τα σύγχρονα ανθρώπινα προβλήματα, μας μιλάει απλά, συγκεκριμένα και άμεσα.

Μας λέει για την παιδική της ηλικία, για το όνειρο του θεάτρου, για τα χρόνια της σχολής, για τον Μποστ, για τους συναδέλφους της αλλά και για πράγματα που αφορούν όλους μας, όμως ελάχιστοι μπορούν να παρατηρήσουν, να συναισθανθούν και να σχολιάσουν ποιητικά.

 

 

 

*Μεγάλωσα στον Περισσό, στη Νέα Ιωνία, κι η παιδική μου ηλικία ήταν γεμάτη παιχνίδια με φίλους στους δρόμους και στις πλατείες. Τελειώναμε γρήγορα τα μαθήματά μας -αλλιώς δεν βγαίναμε από το σπίτι!- και όταν έληγε η ώρα κοινής ησυχίας ξεχυνόμασταν με τα ποδήλατά μας, τα πατίνια και τις μπάλες μας μέχρι τελικής πτώσης.

Ποιοι ήταν οι λόγοι που σε έκαναν να μπεις στην περιπέτεια του θεάτρου;

*Το θέατρο κι η υποκριτική ήταν για μένα όνειρο από πολύ μικρή ηλικία, από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου. Μεγαλώνοντας, ενήλικη πια, συνειδητοποίησα ότι το θέατρο κι η υποκριτική είναι ένας τρόπος να κρατήσω ζωντανή την παιδικότητα και τη λαχτάρα για παιχνίδι. Το παιδικό όνειρο έγινε έτσι και συνειδητή ενήλικη επιλογή.

Τι έχεις να θυμάσαι από τα χρόνια της σχολής;

*Ήμουν ερωτευμένη με τη σχολή. Τα τρία αυτά χρόνια στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ήταν τα πιο έντονα και γεμάτα εμπειρίες χρόνια της ζωής μου μέχρι σήμερα. Αισθάνομαι ότι ήταν χρόνια που με ωρίμασαν.

Τι κρατάς από τους συμμαθητές και τους καθηγητές σου;

*Η σχολή είναι οι άνθρωποί της. Οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές μου είναι εκείνοι που μου άνοιξαν το δρόμο προς την πολυπόθητη ωριμότητα. Τους είμαι ευγνώμων και τους έχω πάντα μέσα στην καρδιά μου γι’ αυτό… και για πολλά ακόμα.

 

 

 

 

Είσαι σχεδόν τρία με τέσσερα χρόνια στο θέατρο. Όπως βλέπεις τώρα την πορεία σου, θα μπορούσες να ζήσεις έξω από αυτό;

*Είναι ζωτική μου ανάγκη να εκφράζομαι μέσα από το θέατρο, θα συνεχίσω να αγωνίζομαι για να είμαι κομμάτι του και ελπίζω να το καταφέρνω για πολλά χρόνια ακόμα.

Παίζεις στη «Μήδεια» του Μποστ, στο Θησείον. Τι σε γοητεύει σ’ αυτό το έργο;

*Ο τρόπος γραφής και η ιδιαίτερη γλώσσα του Μποστ είναι τα κυρίαρχα στοιχεία που με γοήτευσαν από την αρχή. Αυτός ο δεκαπεντασύλλαβος μπορεί να σε τρελάνει! Κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται με στίχο.

Ερμηνεύεις την Κορυφαία του Χορού. Πες μας λίγα λόγια για τον ρόλο.

*Δίνεται εδώ η ευκαιρία για μία αποκάλυψη: Δεν είμαι η κορυφαία του Χορού. Είμαι μεν μέλος του Χορού της παράστασης αλλά υποδύομαι δύο ακόμα ρόλους. Τον Ψαρά και τον Εξάγγελο. Ο Ψαράς είναι ένας φασαριόζος αλέγκρος τύπος που έρχεται να πουλήσει μύδια στη Μήδεια ενώ αυτή κοιμάται. Ο Εξάγγελος φέρνει στη σκηνή, όπως κάθε άγγελος τραγωδίας, την είδηση ότι η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της… και όχι μόνο.

Πριν από αυτή την παράσταση, τι ήξερες για τον Μποστ;

*Είχα διαβάσει το έργο του και είχα γελάσει με τις γελοιογραφίες του από τα χρόνια κιόλας που ήμουν στο φοιτητικό ερασιτεχνικό θέατρο. Τον βρήκα εξαρχής εξαιρετικά ευφυή.

Πώς είναι η συνεργασία με τον σκηνοθέτη Νικορέστη Χανιωτάκη;

*Τον Νικορέστη τον γνώρισα πριν μπω στη σχολή. Με είχε επιλέξει για να παίξω τον Πινόκιο όταν ακόμη ήμουν ερασιτέχνης ηθοποιός. Τότε και τώρα ακόμα, με συγκινεί η εμπιστοσύνη που δείχνει στους ηθοποιούς του.

Τι σημαίνει για σένα να μοιράζεσαι την ίδια σκηνή, στο ίδιο έργο με τον Μάκη Παπαδημητρίου και τη Μίνα Αδαμάκη;

*Είναι πολύ γοητευτικό να συνεργάζεσαι με ηθοποιούς προηγούμενης γενιάς. Κουβαλούν πολύτιμη εμπειρία και γίνονται μάθημα για τους νεότερους. Είναι τιμή και μεγάλη μου χαρά να δουλεύω μαζί τους. Φυσικά, δεν είναι μόνο ο Μάκης Παπαδημητρίου και η Μίνα Αδαμάκη. Χαίρομαι πολύ για όλη τη σύσταση του θιάσου, είναι όλοι τους αξιαγάπητα αλλόκοτοι: ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, ο Γιάννης Δρακόπουλος, ο Νίκος Πουρσανίδης, ο Γεράσιμος Σκαφίδας, η Μπέτυ Αποστόλου και ο Γιάννης Μαθές. Ο Νικορέστης ξέρει να διαλέγει συνεργάτες!

 

 

 

Πώς θα χαρακτήριζες με λίγα λόγια τους συναδέλφους σου στην παράσταση;

*Όπως είπα και προηγουμένως: αξιαγάπητα αλλόκοτοι.

Ποια είναι τα μηνύματα που περνά η παράσταση;

*Τόσο το ίδιο το έργο του Μποστ όσο και το συγκεκριμένο ανέβασμα έχουν μια καυστική διάθεση απέναντι σε γνωστά «κακώς κείμενα» της χώρας μας. Αυτά, ενώ έχουν περάσει περίπου 30 χρόνια από όταν γράφτηκε το έργο, παραμένουν λίγο-πολύ τα ίδια, με αποτέλεσμα ίσως να μη μας εκπλήσσουν πια, να μοιάζουν «φυσιολογικά». Η Μήδεια λέει στον καλόγερο: «τα ξέρουμε τα βίτσια σας και τα κατανοούμε… κάτι γνωρίζουμε κι εμείς… εις την Ελλάδα ζούμε».

Στο θέατρο ονειρεύεσαι ρόλους ή συνεργασίες;

*Θα έλεγα συνεργασίες. Αντιλαμβάνομαι τη διαδικασία δημιουργίας στο θέατρο σαν μια συνομιλία με τους εκάστοτε συνεργάτες. Ή ακόμα και σαν μια ανταλλαγή ιδεών, απόψεων και γνώσεων πάνω στην τέχνη και στην κοινωνία. Αν λοιπόν μια συνεργασία βασιστεί στο σεβασμό και οι άνθρωποι που εμπλέκονται σε αυτήν είναι ανοιχτοί και δοτικοί τότε είναι μια καλή και εποικοδομητική συνεργασία. Αυτό είναι το ζητούμενο για μένα σε κάθε δουλειά καθώς πιστεύω πως μπορεί να σε πλουτίσει ως καλλιτέχνη και κατ’ επέκταση ως άνθρωπο, και τελικά οποιοσδήποτε ρόλος να μοιάζει ευτυχία.

Τι σημασία έχει για σένα το όνομα Μιχαήλ Μαρμαρινός;

*Είμαι ευγνώμων που συνεργάστηκα μαζί του και ειδικά τον πρώτο κιόλας χρόνο μετά την αποφοίτησή μου από τη σχολή. Υπήρξε για μένα δάσκαλος. Η συνεργασία μας ήταν ένα τεράστιο μάθημα και δώρο. Ανακάλυψα έναν καινούργιο κόσμο του θεάτρου. Μια νέα οπτική που δεν είχα την ευκαιρία να γνωρίσω στη σχολή.

Πώς ένιωσες όταν παίζοντας στη «Λυσιστράτη» πάτησες για πρώτη φορά την ορχήστρα της Επιδαύρου;

*Θυμάμαι, όταν πάτησα πρώτη φορά στην ορχήστρα της Επιδαύρου, ήταν ημέρα πρόβας και το θέατρο ήταν άδειο από θεατές. Κοίταξα προς τις κερκίδες και νόμισα πως είμαι στον πάτο του πηγαδιού. Τρόμαξα. Την ημέρα της παράστασης, με το θέατρο γεμάτο, ένιωσα μια πρωτόγνωρη ζεστασιά. Ηρέμησα. Ακολούθησαν δάκρυα χαράς.

Οι “Κυνηγημένοι” που είδαμε στο Off Off Athens Festival στο θέατρο Επί Κολωνώ στις αρχές καλοκαιριού, θα ξαναπαιχτούν;

*Θα θέλαμε πολύ να ξαναπαιχτούν, μιας και είχαμε την τιμή να διακριθούμε ανάμεσα στις υπόλοιπες παραστάσεις του φεστιβάλ. Δυστυχώς, όμως, λόγω των προγραμμάτων μας, δεν μπορέσαμε να βρούμε κάποια λύση για την τρέχουσα σεζόν. Παρ’ όλα αυτά, με τον Γιώργο (Πατεράκη) και τον Διονύση (Πιφέα) το συζητάμε ακόμα και ελπίζουμε αργότερα να το ξαναπαρουσιάσουμε.

Τι πιστεύεις ότι έχει αλλάξει ή έχει διαφοροποιηθεί μέσα σου από τότε που ξεκίνησες να κάνεις θέατρο;

*Συνεχίζω να έχω το ίδιο πάθος και την ίδια αγάπη για το θέατρο. Σκέφτομαι κάθε μέρα πόσο τυχερή είμαι που κάνω αυτό που αγαπώ και καταφέρνω να βιοπορίζομαι από αυτό. Αν κάτι έχει αλλάξει είναι που πλέον αντιλαμβάνομαι καλύτερα τις δυσκολίες της δουλειάς. Δεν είμαι τόσο αθώα. Δεν υπάρχει αυτή η άγνοια κινδύνου που είχα όταν ξεκινούσα.

Στην τηλεόραση θα έλεγες “ναι”;

*Φυσικά. Φιλτράροντας πάντα τη συνεργασία και το υλικό που σου δίνεται, όπως και στο θέατρο.

Πώς θα χαρακτήριζες τη δική σου γενιά ηθοποιών και καλλιτεχνών;

*Θεωρώ πως κάθε γενιά είναι ποικιλόμορφη. Οι συνθήκες της εκάστοτε εποχής είναι εκείνες που ενεργοποιούν τα άτομα κάθε γενιάς να δράσουν και να διαφοροποιηθούν. Η δική μου γενιά λοιπόν, όπως κάθε γενιά, έχει πολλών ειδών ηθοποιούς και καλλιτέχνες. Βλέπει κανείς ρηξικέλευθες αλλά και συντηρητικές προσεγγίσεις, ομαδικό πνεύμα αλλά και ατομικισμό, ευγένεια και θρασύτητα και πολλά ακόμα αντιφατικά. Δημιουργούνται διαφορετικές καλλιτεχνικές παρέες και εστίες, που ακολουθούν τη δική τους ιδιαίτερη στάση απέναντι στην τέχνη και την κοινωνία. Αυτό που μου αρέσει στη γενιά μου είναι που τολμά. Ονειρεύεται κάτι και με τον έναν ή τον άλλον τρόπο παλεύει για να το υλοποιήσει.

 

 

 

Ε

ίναι απλό να έχουμε νέες ιδέες και να τις υλοποιούμε;

*Μία ιδέα μπορεί να γεννηθεί σε κλάσματα δευτερολέπτου και άλλη μπορεί να δουλεύεται χρόνια για να ωριμάσει. Οι ιδέες γεννιούνται από κάτι που σε προβληματίζει, από κάτι που σε καίει, κάτι που σε αφορά. Έπειτα αυτό που είναι ιδιαίτερα σύνθετο και απαιτητικό είναι η υλοποίησή της. Να μπορέσεις αυτήν την ιδέα να την παρουσιάσεις ολοκληρωμένη και άρτια στο κοινό. Με λίγα λόγια να την εφαρμόσεις και να την επικοινωνήσεις.

Η τέχνη -και η ειδικά η τέχνη του θεάτρου- πόση πειθαρχία χρειάζεται;

*Πολλή μεγάλη πειθαρχία και πολλές εργατοώρες. Η πρόκληση, μάλιστα, βρίσκεται στον τρόπο που θα συνδυάσει κανείς αυτήν την πειθαρχία με την ελευθερία της δημιουργίας.

Έχει σημασία να λειτουργούμε ομαδικά; Κυρίως στο θεατρικό χώρο;

*Πιστεύω βαθιά στην ομαδικότητα, όχι μόνο στο θέατρο αλλά και στην κοινωνία, στην οικογένεια, παντού. Είχα την τύχη να ξεκινήσω να ασχολούμαι με το θέατρο μέσω μιας φοιτητικής θεατρικής ομάδας του Πανεπιστημίου Αθηνών, τους «Άφαντους». Εκεί έμαθα πως τίποτα δεν λειτουργεί με βάση τον ατομικισμό. Η συνταγή της επιτυχίας, της καλής συνεργασίας αλλά και της εξέλιξης ήταν η εφαρμογή της ομαδικότητας. Το γνωστό «Ένας για όλους και όλοι για έναν!».

Πώς θα χαρακτήριζες την περίοδο που διανύουμε;

*Ανησυχώ γιατί βλέπω γύρω μου στοιχεία σκοταδισμού. Δεν πιστεύω ότι διανύουμε ένα δεύτερο Μεσαίωνα, γιατί υπάρχουν σπίθες ελπίδας, αλλά συμβαίνουν πράγματα, όπως οι ρατσιστικές επιθέσεις, ή άλλες εκφράσεις βίας εναντίον συνανθρώπων μας ή ακόμα η κυριαρχία ιδεών που έχουν ως αποτέλεσμα αυτές τις μισάνθρωπες συμπεριφορές, που έρχονται σε πολύ μεγάλη αντίθεση με αυτό που φαντάζομαι και ονειρεύομαι για μια υγιή κοινωνία. Είναι μια εποχή που σίγουρα δεν πρέπει να είμαστε σε άγνοια και ύπνωση. Ένας λόγος λοιπόν που έχω καταλήξει και στο θέατρο είναι επειδή μέσα σε όλα τα άλλα έχει και ρόλο διαφωτιστικό.

Όταν δεν παίζεις στο θέατρο, με τι σου αρέσει να ασχολείσαι;

*Γενικά μου αρέσει πολύ να είμαι μαθήτρια και αναζητώ συνεχώς την καινούργια γνώση σε ένα βιβλίο, σε μια επίσκεψη σε μουσείο, σε μια βόλτα ακόμα και στη συνάντησή μου με τους φίλους μου.

Πιστεύεις ότι έχουμε ικανή θεατρική παιδεία στην Ελλάδα;

*Δεν θα το έλεγα. Έχω την αίσθηση ότι το θέατρο δεν αντιμετωπίζεται με τη σοβαρότητα που του αρμόζει. Μου έχει συμβεί συχνά, όταν δηλώνω απόφοιτος δραματικής σχολής, να με ρωτάνε: «Έχεις τελειώσει και κάποια άλλη σχολή;». Σαν να μην είναι οι σπουδές θεάτρου πραγματικές σπουδές αλλά κάποιο χόμπι.

Πιστεύεις ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να είναι κοινωνικά ή πολιτικά ενταγμένος;

*Πιστεύω ότι θα πρέπει να είναι πολιτικά και κοινωνικά ενημερωμένος και ενεργός. Ο καλλιτέχνης απευθύνεται σε κάποιο κοινό. Επιβάλλεται να γνωρίζει ποιο είναι αυτό το κοινό, π.χ. τι περίοδο περνάει; Πεινάει; Δεν έχει δουλειά; Έχει υποστεί βία; Δυσκολεύεται να ερωτευτεί; Ο καλλιτέχνης-δημιουργός παρεμβαίνει στην κοινωνία με το έργο του. Όπως είπα και παραπάνω, εκτός από τους συνεργάτες του συνομιλεί και με την κοινωνία. Ακόμα και ο πιο μοναχικός καλλιτέχνης είναι μέλος ενός γενικότερου συνόλου, και ακόμα και αν ο ίδιος έχει επιλέξει να απέχει είναι πράξη συνειδητή και επηρεασμένη από τους γύρω του.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;

*Το ανέβασμα ενός πολύ αγαπημένου έργου με πολύ αγαπημένους συνεργάτες. Αυτό μπορώ να πω προς το παρόν.

Ποιοι είναι οι δημιουργοί που ξεχωρίζεις –στον κινηματογράφο, τα εικαστικά και τη μουσική;

*Αυτή είναι πάντα μία πολύ δύσκολη ερώτηση. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω και να βάλω στην κορυφή έναν η δύο δημιουργούς, κυρίως γιατί με γοητεύουν πολλοί και μεταξύ τους διαφορετικοί. Μου αρέσουν ταινίες του Aronofsky και του Spike Jonze αλλά και του Sorrentino ή του Kopola, θα ακούσω από Βαμβακάρη μέχρι Brahms ή Queen, και θα σταθώ σε έναν πίνακα του Klimt ή του Schiele αλλά και σε έναν πίνακα του Bacon.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;

*Το ίδιο μού συμβαίνει και με τους συγγραφείς. Ο Ίψεν και ο Σαίξπηρ με γοητεύουν απίστευτα, όπως και ο Ανούιγ και ο Βέντεκιντ. Οι «δικοί μας» δε τραγικοί ποιητές με συγκλονίζουν. Όσον αφορά τη λογοτεχνία αυτό τον καιρό αγαπώ τον Eric Vuillard και περισσότερο την «Ημερήσια Διάταξή» του.

 

 

Υπάρχει κάτι, κάποιο γεγονός που να έχει σφραγίσει τη ζωή σου;

*Η απόφασή μου να διακόψω τις σπουδές στο Μαθηματικό και να ακολουθήσω τις σπουδές που πραγματικά με ενδιέφεραν, αυτές του θεάτρου. Ήταν η εφηβική επανάσταση που χρωστούσα στον εαυτό μου, απλώς πιο συνειδητή.

Διαβάζεις εφημερίδες / περιοδικά ή ενημερώνεσαι μόνο από το Διαδίκτυο;

*Κυρίως από το Διαδίκτυο. Είναι πιο γρήγορο και εύκολο. Αλλά πάντα με προσοχή στις πηγές καθώς υπάρχει τρομερή παραπληροφόρηση.

Ποιο θεωρείς το ωραιότερο ποίημα από όσα έχεις διαβάσει;

*Ένα από τα αγαπημένα μου, που τώρα τελευταία με συγκινεί, είναι οι «Επιθυμίες» του Καβάφη:

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —
έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

Τι σε ενοχλεί στην εικόνα της πόλης μας;

*Εκτός από το κλασικό πλέον πρόβλημα της καθαριότητας της πόλης έρχομαι πια αντιμέτωπη και με άλλα προβλήματα όσο δραστηριοποιούμαι κυρίως στο κέντρο της. Θα έλεγα ότι με ζαλίζει αυτή η μανία της τουριστικοποίησης διαφόρων περιοχών. Φυσικά δεν έχω τίποτα με τους τουρίστες. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν υπάρχει ο ανάλογος σχεδιασμός με αποτέλεσμα να χάνεται η έννοια της γειτονιάς για τους μόνιμους κατοίκους κάποιων περιοχών αλλά και της οικειότητας που νιώθουν σε αυτές, να μην υπάρχουν σπίτια προς ενοικίαση και τα μαγαζιά να αυθαιρετούν εις βάρος του δημόσιου χώρου.
Μια άλλη προβληματική εικόνα που συναντώ είναι η ξέφρενη και ασυνείδητη οδική συμπεριφορά. Μάλιστα θυμάμαι μια μέρα, ενώ οδηγούσα, να σταματώ όπως είναι το αυτονόητο μπροστά από μια διάβαση πεζών, όπου δεν υπάρχει φανάρι αλλά ειδική σήμανση, για να περάσουν οι πεζοί που περίμεναν. Με το που σταματάω λοιπόν μπροστά τους με κοιτάζουν έκπληκτοι και αρχίζουν να χειροκροτούν. Τέτοιο χειροκρότημα δεν έχω αξιωθεί να λάβω ακόμα στο θέατρο.

Τέλος, ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;

*Είναι πολύ καλή. Δεν έχω μέσα στο σπίτι κάποιο ζωάκι, όμως έχω αρκετές χελώνες στην αυλή μου. Αυτές είναι τα κατοικίδιά μου. Η μία μάλιστα είναι η πιο γρήγορη χελώνα στον κόσμο. Ο Σπύρος…

***

Φωτογραφίες: Αγγελική Κοκκοβέ

***

  • Διαβάστε επίσης:

*«Μήδεια» – Ένα έργο του Μποστ που «προβληματίζει τους κριτάς και ελευθερώνει τους θεατάς»

*Είδαμε την «Καταδίωξη» («Hunted down») του Ντίκενς στο Off Off Athens Festival