28.7 C
Athens
Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

Από το βλογημένο Αϊβαλί στη «Γαλιλαία» και τον «Παρνασσό» με την Αμαλία και την Όλια

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ένα συλλείτουργο πολλών τεχνών, του θεάτρου, της μουσικής, της ζωγραφικής, της πεζογραφίας και της αφηγηματικής παρακολουθήσαμε στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» από δύο κορυφαίες και αγαπημένες ηθοποιούς μας, την Αμαλία Μουτούση και την Όλια Λαζαρίδου. Ήταν η παράσταση «Αϊβαλί η πατρίδα μου», βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Φώτη Κόντογλου.
Επρόκειτο για ένα θεατρικό αναλόγιο για την οικονομική στήριξη της Μονάδας Ανακουφιστικής Φροντίδας “Γαλιλαία”, της οποίας οι δύο ηθοποιοί είναι εθελόντριες.

 

Η Αμαλία Μουτούση και η Όλια Λαζαρίδου στη σκηνή του Φιλολογικού Συλλόγου “Παρνασσός”.

 

Η παράσταση είχε μια θετική και γλυκιά αύρα, ήταν φρέσκια, όμορφη, ανεπιτήδευτη, δίχως ανώφελη σοβαροφάνεια, στηριγμένη στην απλότητα, τη δύναμη της λογοτεχνίας, τη μαγεία της προσφοράς και τη γοητεία της αγάπης!
Διότι ήταν ολοφάνερο ότι η Αμαλία και η Όλια είχαν αγάπη γι’ αυτό που έκαναν, αγάπη αγνή και αφειδώλευτη.
Οι περιγραφές ή οι απλές αναφορές από τον Φώτη Κόντογλου των τοπωνύμιων και των ανθρώπων που ζούσαν στο Αϊβαλί, αλλά και των συναισθημάτων και των σκέψεων του συγγραφέα για τη ζωή στην ιδιαίτερη πατρίδα του έχουν μια τρυφερή «εμμονή» που αποδίδει την αλήθεια αλλά και το μύθο αυτής της μικρής πολιτείας της Μικράς Ασίας.
Ο συγγραφέας, μάλιστα, συχνά απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη, ως ένας αυτοβιογραφικός αφηγητής ο οποίος, παρουσιάζοντας παράλληλα το έμψυχο και άψυχο -αν υπήρχε κάτι άψυχο για τον Κόντογλου- περιβάλλον του, παρουσιάζει και τον εαυτό του, επιτυγχάνοντας έτσι μία εικόνα της «ζώσας φύσεως».

Η Αμαλία Μουτούση μας ταξίδεψε…

 

 

Στα μπουγάζια και τις ακρογιαλιές 

Ο κυρ Φώτης Κόντογλου, στο έργο του, αναπολεί και καταγράφει γεγονότα και ιστορίες της λατρεμένης πατρίδας του, τ’ Αϊβαλιού. Της χαριτωμένης πολιτείας, όπου έζησε τα νεανικά του χρόνια, η οποία είναι κρυμμένη κάπου εκεί μες στα μπουγάζια και τις ακρογιαλιές της βλογημένης Ανατολής. Κι εμείς με την Αμαλία Μουτούση και την Όλια Λαζαρίδου ταξιδέψαμε σ’ αυτά τα μέρη, στις μυστικές σπηλιές, τους περίεργους βράχους, τα δάση με τις κυδωνιές, τα σπαρμένα χωράφια, τις ακρογιαλιές με τα βότσαλα και τα βρέφη να πλατσουρίζουν στα διάφανα νερά τους. Τους σκληρούς κι ευλαβικούς θαλασσόλυκους, τα παιδιά που μεγαλώνουν με τα σκυλόψαρα και τις εκθαμβωτικές γοργόνες.
Θρηνώντας την απώλεια της πατρίδας του ο Κόντογλου, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ερχομό του στην Ελλάδα, μας μιλάει νοσταλγικά για τους “αρχαίους ανθρώπους” της, μας διηγείται με αυθόρμητη ειλικρίνεια τις προσωπικές ιστορίες τους, πότε για αγίους, πότε για απλοϊκούς ξωμάχους, μα κάποτε και για ιδιότυπους κακούργους και λήσταρχους τους οποίους συνάντησε και γνώρισε.

 

Δυο θαλασσινοί. Παλληκάρια από το Αϊβαλί. ΄Εργο του Φώτη Κόντογλου.

 

Ανατολίτικη ψυχή

Ως γνήσια ανατολίτικη ψυχή, γίνεται συχνά κήρυκας της απλότητας, της φυσικότητας, της αμεσότητας. Με το πλούσιο εσωτερικό του θησαύρισμα μας μεταγγίζει ανεπαίσθητα τη γλυκιά ειρήνη της φύσης. Μας μιλά για μια γαλήνη μυστική, που ο ίδιος βίωσε, επιζητώντας άλλοτε τη μοναξιά μέσα σε όμορφα τοπία της πατρίδας του και άλλοτε παρατηρώντας ακόμα και τις πιο απλές και ασήμαντες παρουσίες της φύσης και ιδιαίτερα της αγαπημένης του θάλασσας.
Ντυμένες στα χρώματα του σπασμένου λευκού, που έμοιαζε με φίλντισι, απέριττες αλλά γεμάτες χάρη κι ευαισθησία, οι δύο ηθοποιοί έμοιαζαν με ιέρειες ή νεράιδες που μας μετέφεραν στο πνεύμα του Κόντογλου και μας αιχμαλώτισαν σ’ αυτό. Ένα πνεύμα που συνδυάζει με επιτυχία μέσα του την ανατολίτικη μακαριότητα απέναντι στο φαινόμενο της ζωής με τη δική του στοχαστική ιδιοσυγκρασία, η οποία οδηγεί συχνά σε θρησκευτική κατάνυξη, όταν αποκαλύπτεται μπροστά του “η άβυσσος της θεϊκής αρμονίας του κόσμου”.
Ενυπήρχε έτσι στην παράσταση και η εκστατική φωνή του καλλιτέχνη, και ο χρωστήρας του αγιογράφου, και η πένα του λογοτέχνη, που αποκαλύπτονται ταπεινά και αβίαστα μπροστά στην ομορφιά και το μυστήριο της φύσης.

 

Η Όλια Λαζαρίδου μας είπε ιστορίες από το βλογημένο Αϊβαλί.

 

Η δροσιά της λαϊκής τέχνης

Ως ζωγράφος ο Κόντογλου πρωτοστάτησε στο κίνημα για τη στροφή της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα προς την πνευματική ένταση της βυζαντινής παράδοσης και τη δροσιά της λαϊκής ζωγραφικής και αναβάπτισε στα νάματα της Ορθόδοξης θεολογίας την εκκλησιαστική μας ζωγραφική. Αναγεννητής της αγιογραφίας και άριστος κάτοχος μιας προσωπικής εικαστικής γλώσσας έδωσε δείγματα ξεχωριστής δουλειάς, απόδειξη του αυθεντικού ταλέντου του. Σ’ αυτόν ως δάσκαλο και το πολυσήμαντο έργο του βρήκαν καταφύγιο στα πρώτα τους βήματα νέοι δημιουργοί, όπως οι Γιάννης Τσαρούχης, Νίκος Εγγονόπουλος, Ράλλης Κοψίδης κ.ά., για να ανιχνεύσουν τη φυσιογνωμία τους και να μάθουν τα μυστικά της τέχνης του.
Ως πεζογράφος ήταν ένας από τους σημαντικότερους στυλίστες που παρουσιάστηκαν στα νεοελληνικά γράμματα. Γνώριζε την ελληνική γλώσσα όσο λίγοι, την πλούσια φλέβα της, τις διασυνδέσεις της, τους διαφορισμούς της, τον εσωτερικό μηχανισμό της. Έδωσε στη γλώσσα μοναδικό παλμό, νεύρα κι αρμούς και υποδείγματα ύφους. Ο στοχασμός, ο θρύλος, η ιστορία, η εικονογραφία, οι μύθοι, τα παραμύθια, τα συναξάρια των αγίων, οι Νηπτικοί πατέρες, το Άγιον Όρος, η φύση, ήταν οι αέναες ρίζες του, οι αστείρευτες πηγές του.
Ως στοχαστής παρέμεινε ο μεγάλος ομολογητής της Ορθοδοξίας, για την οποία με τόσο πάθος αγωνίσθηκε ως την τελευταία του πνοή. Ακλόνητος στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δεν δεχόταν κανέναν συμβιβασμό που θα μπορούσε να νοθέψει την Ορθοδοξία όπως τη γνώριζε και την πίστευε, όπως μας την παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες.

“Αϊβαλιώτης καπετάνιος”. Έργο του Φώτη Κόντογλου.

Η ελπίδα

«Το Αϊβαλί η πατρίδα μου» του Φώτη Κόντογλου μας το παρουσίασαν, μεταλαμβάνοντάς μας με χαρά και συγκίνηση, η Αμαλία Μουτούση και η Όλια Λαζαρίδου για δύο μόνο παραστάσεις στην Αθήνα, στις 15 και 16 Οκτωβρίου 2018.
Η παράσταση, διάρκειας 60 λεπτών, είχε ήδη πραγματοποιήσει το πρώτο της ταξίδι, σε θεατρικές σκηνές των Μεσογείων και φιλοξενήθηκε για πρώτη φορά στην καρδιά της Αθήνας, στην ιστορική αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» για δύο βραδιές, με τη στήριξη του Συλλόγου των Φίλων του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

Η παράσταση εντάσσεται στο πλαίσιο του πολιτιστικού προγράμματος 2018-2019 των Φίλων του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».
Τρέφουμε την ελπίδα ότι θα βρεθεί χρόνος και οι ανάλογοι χώροι φιλοξενίας για να παρουσιαστεί ξανά το «Αϊβαλί η πατρίδα μου». Καθώς έχει φιλανθρωπικό χαρακτήρα και καθώς πάνω απ’ όλα σχετίζεται με την ανάγκη μας να κάνουμε μια παύση και να συλλογιστούμε πως η αδιαφορία να θυμηθούμε το παρελθόν σημαίνει τη λήθη της ίδιας μας της ταυτότητας.

Συντελεστές

Σκηνικά – Δάφνη Ρόκου
Φωτισμοί – Θωμάς Οικονομάκος
Βοηθός σκηνοθέτη – Νίκος Χαλδαιάκης
Σχεδιασμός ήχου – Δημήτρης Σπυράτος
Οργάνωση παραγωγής – Μαίρη Διονύση

http://www.galilee.gr/

 

***

Από τις Κυδωνίες μέχρι την Αθήνα

 

Ο Φώτης Κόντογλου (= Φώτης Αποστολλέλης) γεννήθηκε στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας στις 8 Νοεμβρίου 1895. Ήταν το τέταρτο παιδί του Νικολάου Αποστολλέλη και της συζύγου του Δέσποινας, το γένος Κόντογλου. Είχε μία αδερφή και δύο αδερφούς. Σε ηλικία ενός μόλις έτους ορφάνεψε από πατέρα και την οικογένεια ανέλαβε ο αδερφός της μητέρας του Στέφανος Κόντογλου (στην κηδεμονία του οποίου ανάγεται και το όνομα Κόντογλου), που ήταν Ηγούμενος στη Μονή Αγίας Παρασκευής.

Αυτοπροσωπογραφία του Φώτη Κόντογλου.

Τα μαθητικά του χρόνια τα πέρασε στο μετόχι της Αγίας Παρασκευής και στις Κυδωνίες και το 1913 μπήκε με εξετάσεις στο τρίτο έτος της Σχολής Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Λίγους μήνες αργότερα εγκατέλειψε τη σχολή και έφυγε για να συνεχίσει τις εικαστικές σπουδές του στο Παρίσι με οικονομική βοήθεια από τον θείο του. Στο Παρίσι παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής, συνεργάστηκε με το γαλλικό περιοδικό Illustration (σε διαγωνισμό του οποίου βραβεύτηκε για την εικονογράφηση του έργου του Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα») και εργάστηκε ως εργάτης σε πολεμική βιομηχανία για να ζήσει. Το 1917 ταξίδεψε στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Το 1919 μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου διορίστηκε καθηγητής γαλλικών και ιστορία τέχνης στο Παρθεναγωγείο, ανέπτυξε πνευματική δραστηριότητα και ίδρυσε το σύλλογο Νέοι Άνθρωποι. Το 1921 πήρε μέρος στη μικρασιατική εκστρατεία και μετά την καταστροφή του 1922 κατέφυγε αρχικά στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στην Αθήνα. Είχε προηγουμένως επισκεφτεί το Άγιον Όρος, όπου ξαναπήγε το 1923 για να μελετήσει τη βυζαντινή τέχνη και να δημιουργήσει αντίγραφά αγιογραφιών, τα οποία παρουσίασε σε εκθέσεις, αρχικά στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στην Αθήνα. Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη, και επισκέφτηκε για τρίτη φορά το Άγιον Όρος. Την περίοδο 1930-1931 εργάστηκε ως συντηρητής στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, από το 1933 δίδαξε ιστορία τέχνης και ζωγραφική στο αμερικανικό κολέγιο, όπου γνωρίστηκε με τον Κάρολο Κουν, και είχε μαθητές τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Νίκο Εγγονόπουλο. Το 1935 ανέλαβε την οργάνωση του βυζαντινού τμήματος του μουσείου της Κέρκυρας. Ανέλαβε τη συντήρηση των τοιχογραφιών του Μιστρά, την εικονογράφηση πολλών εκκλησιών, τη διακόσμηση του Δημαρχείου της Αθήνας. Το 1963 τραυματίστηκε σε αυτοκινητικό ατύχημα με τη σύζυγό του και έμεινε κατάκοιτος για πέντε μήνες. Πέθανε το 1965 (στις 13 Ιουλίου) στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού από μετεγχειρητική μόλυνση ύστερα από χειρουργική επέμβαση στην κύστη. Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1959, για το βιβλίο του Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας), το Βραβείο Πουρφίνα της Ομάδας των Δώδεκα (1963 για το βιβλίο Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου), το Βραβείο του Ταξιάρχη του Φοίνικα, το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών (1965 για το σύνολο του έργου του). Μαθητής γυμνασίου ακόμη στις Κυδωνίες είχε κυκλοφορήσει το περιοδικό Μέλισσα, που εικονογραφούσε ο ίδιος. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού Φιλική Εταιρεία (μαζί με τους Κώστα Βάρναλη, Δημήτρη Πικιώνη, Στρατή Δούκα και Βάσο Δασκαλάκη) που κυκλοφόρησε από το 1924 ως το 1925 και του περιοδικού Κιβωτός (μαζί με τον Βασίλη Μουστάκη). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ελληνικά Γράμματα του Κωστή Μπαστιά (1929), Νέα Εστία, Ελληνική Δημιουργία, Εκκλησία, Εφημέριος και την εφημερίδα Ελευθερία (από το 1949 ως το τέλος της ζωής του) και εξέδωσε μελέτες για τη βυζαντινή τέχνη και έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και πεζογραφίας. Η πρώτη εμφάνιση του Κόντογλου στα γράμματα πραγματοποιήθηκε το 1918 με την έκδοση της νουβέλας του «Πέδρο Καζάς» σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1928 εκδόθηκε το βιβλίο του Ταξείδια και το 1935 ο Αστρολάβος. Εντονότερη παρουσιάζεται η συγγραφική του δραστηριότητα (θρησκευτικής κυρίως θεματολογίας) στα μέσα της δεκαετίας του 1940 και ως το τέλος της ζωής του.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -