Cat Is Art

Παράσταση για καλό σκοπό “To Aϊβαλί η πατρίδα μου” του Φώτη Κόντογλου από τις Όλια Λαζαρίδου και Αμαλία Μουτούση

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Θεατρική παράσταση για την ενίσχυση των σκοπών της Μ.Α.Φ. “Γαλιλαία” γίνεται “To Aϊβαλί η πατρίδα μου” του Φώτη Κόντογλου. Η Όλια Λαζαρίδου και η Αμαλία Μουτούση παρουσιάζουν σε θεατρική μορφή, το μοναδικό αυτό βιβλίο.
Με ζωγραφιές, τραγούδια, ιστορίες και με τη σκηνογραφική επιμέλεια της Δάφνης Ρόκου, θα προσπαθήσουν να μας μεταδώσουν το βαθύ αναστεναγμό που βρίσκεται κρυμμένος μέσα στις σελίδες του.
Η εκδήλωση αυτή, γίνεται για την οικονομική ενίσχυση της Μονάδας Ανακουφιστικής Φροντίδας «Γαλιλαία», στην οποία η Αμαλία Μουτούση και η Όλια Λαζαρίδου είναι εθελόντριες.
Είναι η δεύτερη εκδήλωση μιας σειράς πολιτιστικών δράσεων που ξεκίνησαν πέρσι με την παράσταση “Ο Γάμος του Καραχμέτη” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και που θα συνεχιστούν και στο μέλλον.

«… Η πολιτεία που λέγω αναγνώστη, δεν είναι καμμιά από κείνες πόχουνε παλιά δόξα κι όνομα ξακουσμένο. Μηδέ Ρώμη είναι, μηδέ Αθήνα, μηδέ Τρωάδα, μηδέ καμμιά απ’ τις άλλες ξακουσμένες πολιτείες. Τ’ όνομά της είναι σβησμένο κιόλας απ’ τη θύμηση του κόσμου, η ιστορία της σκοτεινή, η τοποθεσία της παράμερη…
Το Αϊβαλί ήταν στ’ αλήθεια σαν ένας κόσμος κρυφός, περικλεισμένος μέσα σ’ ένα μπουγάζι…».

Σε τούτη τη συλλογή διηγημάτων του, ο κυρ Φώτης Κόντογλου αναπολεί και καταγράφει γεγονότα και ιστορίες της λατρεμένης πατρίδας του, τ’ Αϊβαλιού. Της μικρής πολιτείας, όπου έζησε τα νεανικά του χρόνια, που είναι κρυμμένη κάπου εκεί μες στα μπουγάζια και τις ακρογιαλιές της βλογημένης Ανατολής.

Θρηνώντας την απώλειά της, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ερχομό του στην Ελλάδα, μας μιλάει νοσταλγικά για τους «αρχαίους ανθρώπους» της, μας διηγείται με αυθόρμητη ειλικρίνεια τις προσωπικές ιστορίες τους, πότε για αγίους, πότε για απλοϊκούς ξωμάχους, μα κάποτε και για κακούργους και ληστές.
Ως γνήσια ανατολίτικη ψυχή, γίνεται συχνά κήρυκας της απλότητας, της φυσικότητας. Με το πλούσιο εσωτερικό του θησαύρισμα μας μεταγγίζει ανεπαίσθητα τη γλυκιά ειρήνη της φύσης.
Μας μιλά για μια γαλήνη μυστική, που ο ίδιος βίωσε, επιζητώντας άλλοτε τη μοναξιά μέσα σε όμορφα τοπία της πατρίδας του και άλλοτε παρατηρώντας ακόμα και τις πιο απλές και ασήμαντες παρουσίες της φύσης και ιδιαίτερα της αγαπημένης του θάλασσας.
Συνδυάζει με επιτυχία μέσα του την ανατολίτικη μακαριότητα απέναντι στο φαινόμενο της ζωής με τη δική του στοχαστική ιδιοσυγκρασία, η οποία τον οδηγεί συχνά σε θρησκευτική κατάνυξη, όταν αποκαλύπτεται μπροστά του «η άβυσσος της θεϊκής αρμονίας του κόσμου».
Ενυπάρχει έτσι μέσα στο λόγο του και η εκστατική φωνή του καλλιτέχνη, του αγιογράφου, που αποκαλύπτεται ταπεινά και αβίαστα μπροστά στην ομορφιά και το μυστήριο της φύσης.

Συντελεστές παράστασης

Φωτισμοί: Θωμάς Οικονομάκος
Σχεδιασμός ήχου: Δημήτρης Σπυράτος

Πληροφορίες

Κυριακή 13 Μαΐου
Επισκοπείο Λαυρίου
(Πλατεία Ηρώων Πολυτεχνείου & Ι. Κακαβά)
Κυριακή 20 Μαΐου
Αμφιθέατρο Δημαρχείου Κρωπίας
(Λεωφ. Βασιλέως Κωνσταντίνου 47, Κορωπί)

Κυριακή 27 Μαΐου
Πολιτιστικό Κέντρο Γέρακα
(Κλειτάρχου & Αριστείδου, Παλλήνη)
Ώρα έναρξης 9 μ.μ.- διάρκεια μία ώρα.

Είσοδος Ελεύθερη. Δυνατότητα προαιρετικής εισφοράς.

Κυρ-Φώτης ο Κόντογλου. Αυτοπροσωπογραφία

 

Ο Φώτης Κόντογλου (πραγματικό όνομα Φώτιος Αποστολέλης: Αϊβαλί Μικράς Ασίας, 8 Νοεμβρίου 1895 – Αθήνα, 13 Ιουλίου 1965) ήταν Έλληνας λογοτέχνης και ζωγράφος. Αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στο ζωγραφικό του έργο. Είχε ακόμα σημαντικότατη συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας. Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της «Γενιάς του Τριάντα». Μαθητές του ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Εγγονόπουλος κ.ά.

  • Η Μονάδα ανακουφιστικής φροντίδας “ΓΑΛΙΛΑΙΑ” ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. Στελεχώνεται από εξειδικευμένη ομάδα λειτουργών υγείας που περιλαμβάνει γιατρούς, νοσηλευτές, ψυχολόγο, κοινωνικούς λειτουργούς, φυσικοθεραπευτή και ιερέα. Η ομάδα παρέχει υπηρεσίες ανακουφιστικής φροντίδας δωρεάν, στο σπίτι, σε ασθενείς με καρκίνο που διαμένουν στην περιοχή των Μεσογείων και της Λαυρεωτικής. Στόχος της ανακουφιστικής φροντίδας είναι να προλαμβάνει και να ανακουφίζει τα συμπτώματα -ψυχικά και σωματικά- που προκαλεί μία νόσος απειλητική για τη ζωή. Δεν αντικαθιστά τη θεραπεία που ακολουθεί ο ασθενής, αλλά παρέχεται συμπληρωματικά με αυτή. Στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής σε όλη τη χρονική περίοδο της νόσου, από τη διάγνωση μέχρι την ύφεση ή την υποτροπή και το τελικό στάδιο. Στο πλαίσιο της φροντίδας επίσης στηρίζεται η οικογένεια σε όλη την πορεία της ασθένειας, καθώς και κατά την περίοδο του θρήνου και πένθους. Το πρόγραμμα της ανακουφιστικής φροντίδας σχεδιάζεται με βάση τις ανάγκες και τις επιθυμίες του ασθενούς. Μέσα από μια ολιστική προσέγγιση, συμβάλλει στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, επιδιώκει την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων και συμπαραστέκεται στις ψυχικές δυσκολίες και τις πνευματικές αναζητήσεις του ασθενούς.

Αγ. Δημητρίου 23, Σπάτα 19004 (εντός προαυλίου Ι.Π. Αναστάσεως Χριστού)
τηλ:2106635955
email: galilee@galil

 

  • Αρχική εικόνα: Αϊβαλί. Το μοναστηράκι της αγιά Παρασκευής στο ρημονήσι όπου μεγάλωσε ο Φώτης κοντά στον ασκητή θείο του. (Έργο Φώτη Κόντογλου)

 

  • Οι Κυδωνίες ή το Αϊβαλί (τουρκ. Ayvalık) είναι μια πόλη και ένας από τους ασφαλέστερους λιμένες στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, απέναντι από τη Λέσβο, στα βορειοανατολικά της Μυτιλήνης. Βρίσκεται στην επαρχία Μπαλικεσίρ και κοντά στην Πέργαμο. Υπολογίζεται ότι έχει περίπου 30.000 κατοίκους, οι οποίοι αυξάνονται κατά την καλοκαιρινή περίοδο λόγω τουρισμού.

Το Αϊβαλί υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά κέντρα του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία, το δεύτερο μετά τη Σμύρνη. Μεγάλο εμπορικό κέντρο, λόγω του λιμένα, είχε ανθρώπινη παρουσία από το 1500 π.Χ.. Η ίδρυση του σύγχρονου οικισμού τοποθετείται μεταξύ του 1570 και του 1580. Οι πρώτοι οικιστές ήρθαν από τα γειτονικά παράλια της Λέσβου στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τις επιδρομές των πειρατών όπου και ίδρυσαν οικισμούς στην παραλία, στις θέσεις Χόνδραμμο (Καμπακούμ) και Καμπύλη Άκρα (Εγρί Μποτζάκ).
Επειδή όμως και εκεί δεν έπαψαν οι πειρατικές επιδρομές, μετακινήθηκαν προς το εσωτερικό του όρμου, στη θέση όπου βρίσκεται και σήμερα το Αϊβαλί, στο βάθος του ομώνυμου όρμου προφυλαγμένου από τα Μοσχονήσια. Το Αϊβαλί εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα μεγάλης σημασίας εμπορικό κόμβο, στο τρίγωνο Σμύρνη – Αϊβαλί – Χίος, που εξυπηρετούσε τα πλοία που έβγαιναν στο Αιγαίο.

Η μεγάλη ακμή του Αϊβαλιού τοποθετείται χρονικά μετά το 1773 και αποδίδεται στα προνόμια που παραχωρήθηκαν τότε στους χριστιανούς κατοίκους της πόλης με ειδικό φιρμάνι του Σουλτάνου Σελίμ Γ΄ (που κάλυπτε παράλληλα και τους χριστιανούς στην Καισάρεια της Καππαδοκίας). Ο ελληνικός πληθυσμός του άσκησε μεγάλη επιρροή στην ντόπια ζωή μέχρι και το 1922, όταν το σύνολο των Ελλήνων εκδιώχθηκε και στη θέση τους ήρθαν μουσουλμάνοι, κυρίως από την Κρήτη, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών, για ν’ αποτελέσει και η πόλη αυτή σύμβολο της προσφυγιάς του 1922.
Σήμερα είναι ένα αναπτυσσόμενο αστικό κέντρο, διατηρώντας ακόμα αρκετά από τα ελληνικά του στοιχεία. Αποτελεί το εμπορικό κέντρο της περιοχής μετά το Αδραμύττιο. Πολλοί από τους ηλικιωμένους κατοίκους της πόλης εξακολουθούν να μιλούν Ελληνικά, ενώ πολλά τούρκικα τεμένη είναι πρώην ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες. Χαρακτηριστικός είναι ο ωραίος αιγιαλός στο μυχό του, που λεγόταν “Φάληρο”, με ωραία λουτρά, καθώς και το προάστιο “Γενιτσαροχώρι”, όπου και οι άλλοτε εσωτερικοί λιμένες Αγιά Παρασκευή και Πασά-λιμάν.

Η ονομασία της πόλης προέρχεται από την τουρκική λέξη ayva, (αϊβά) η οποία σημαίνει «κυδώνι», τόσο τον καρπό όσο και το όστρακο, τα οποία αμφότερα αφθονούν στην ευρύτερη περιοχή. Εκτός από την ονομασία «Αϊβαλί», η οποία επιλέχθηκε ως κύρια, ήταν σε χρήση μέχρι τέλους και η λόγια ελληνική εκδοχή της «Κυδωνίαι». Η επιλογή μεταξύ των δύο δεν ήταν άμοιρη ιδεολογικού περιεχομένου, ενώ ταυτόχρονα παρείχε και στοιχεία για την κοινωνική ταυτότητα του ομιλούντος. Έτσι οι εκπρόσωποι των ανώτερων στρωμάτων προτιμούσαν την εκδοχή «Κυδωνίαι», ενώ ο όρος «Αϊβαλί» χρησιμοποιόταν από τα λαϊκά στρώματα.

Από τις νεότερες πόλεις της Μικράς Ασίας οι Κυδωνίες ιδρύθηκαν στο τέλος του 16ου ή στις αρχές του 17ου αιώνα από κατοίκους της Λέσβου, οι οποίοι εγκατέλειψαν την πατρίδα τους αναζητώντας καλύτερους όρους διαβίωσης. Είναι άγνωστο πόσοι ήταν οι άποικοι, όταν δημιουργήθηκε ο πρώτος οικισμός, η ανάπτυξη όμως της πόλης υπήρξε ραγδαία και από τα μέσα του 18ου αιώνα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην οικονομική και την πνευματική ζωή της περιοχής.

Το 1773, κατά την επικρατέστερη άποψη, ο κληρικός Ιωάννης Δημητρακέλλης, γνωστός και ως Οικονόμος από το εκκλησιαστικό του αξίωμα, πέτυχε, με τη βοήθεια του ηγεμόνα της Βλαχίας και δραγουμάνου του στόλου Νικολάου Μαυρογένη (1770-1786), τη χορήγηση προνομίων στην πόλη. Με τα προνόμια αυτά οι Κυδωνίες αναγνωρίστηκαν ως αμιγής χριστιανική κοινότητα, επικεφαλής της οποίας ήταν τρεις δημογέροντες και δύο Τούρκοι αξιωματούχοι, ο αγάς ή βοεβόδας και ο καδής.

Το 1780, με φροντίδα του Δημητρακέλλη, οικοδομήθηκε μεγαλοπρεπής ναός της Παναγίας των Ορφανών, στην περίβολο του οποίου ιδρύθηκε νοσοκομείο και βρεφοκομείο, καθώς και κτήριο που στέγασε την Ελληνική Σχολή, με βιβλιοθήκη αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και έργων φιλοσοφικών και θεολογικών. Πρώτοι διδάσκαλοι της Σχολής υπήρξαν ο ιεροδιάκονος Ευγένιος από τα Βουρλά ή την Κίο της Βιθυνίας, ο Βησσαρίων από τη Σύμη των Δωδεκανήσων, ο Θεοδόσιος από τα Μουδανιά κ.ά. Λίγα χρόνια αργότερα, η Σχολή του Οικονόμου, που πέθανε το 1792, αναδιοργανώθηκε, στεγάστηκε σε νέο οίκημα, πήρε το χαρακτήρα ανώτερης σχολής και ονομάστηκε Ακαδημία.

Στην Ακαδημία Κυδωνιών, που υπήρξε ένα από τα αξιολογότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού, ο Βενιαμίν Λέσβιος δίδαξε φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσιογνωστικές επιστήμες, μαθήματα «καινοφανή» για την εποχή, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση εκκλησιαστικών κύκλων και διωγμό εναντίον του σοφού λογίου. Το 1806 η σχολή έκλεισε για ένα διάστημα λόγω στο πλαίσιο ευρύτερων διωγμών κατά των Ελλήνων εξαιτίας Ρωσοτουρκικού πολέμου. Φαίνεται ότι κατηγορήθηκε για επαναστατική δράση.

Το 1811 τη διεύθυνση της Ακαδημίας ανέλαβε ο επίσης ονομαστός λόγιος Θεόφιλος Καΐρης και δίδαξε ως τις αρχές του 1821, όταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία εγκατέλειψε τις Κυδωνίες για να λάβει μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Παράλληλα, δίδαξε και ο Γρηγόριος Σαράφης, ενώ μαθητές της Ακαδημίας, κυρίως Έλληνες, τίμησαν αργότερα τα ελληνικά γράμματα. Στην Ακαδημία φοίτησαν και λίγοι Βούλγαροι και Ρουμάνοι. Το 1819, ο Κυδωνιάτης Κωνσταντίνος Τόμπρας, που με φροντίδα της κοινότητας είχε εκπαιδευθεί στα τυπογραφεία του Ντιντό (Didot) στο Παρίσι, ανέλαβε τη διεύθυνση τυπογραφείου που ιδρύθηκε στην πόλη για την εξυπηρέτηση των αναγκών της Σχολής. Η σχολή καταστράφηκε τον Ιούνιο του 1821 μαζί με την υπόλοιπη πόλη.

Στην Ελληνική Σχολή της Παναγίας των Ορφανών είχε εισαχθεί η διδασκαλία της ευρωπαϊκής μουσικής και της γαλλικής και τουρκικής γλώσσας. Το 1816 εκδιώχθηκε ο Γάλλος μουσικοδιδάκαλος ονόματι Μπουσάρ, διότι κάποιος Τούρκος υπάλληλος που τον είδε να δίνει το ρυθμό τον κατήγγειλε ότι έδινε στους μαθητές στρατιωτικά παραγγέλματα. Ύστερα από αυτό, η σχολή συνέχισε διδάσκοντας μόνο βυζαντινή μουσική και οι απόφοιτοί της εργάζονταν σε διάφορα μέρη ως ιεροψάλτες. Στην ίδια σχολή διδασκόταν και κλασικό θέατρο με τραγωδίες, όπως η Εκάβη του Ευριπίδη. Όπως αναφέρει ο Διδότος (Didot, 1790-1876) όταν παιζόταν η Εκάβη κλείνονταν με προσοχή οι πόρτες και τα παράθυρα για να μη δουν οι Τούρκοι τα όπλα που έφεραν οι μαθητές και πάθουν ό,τι ο Μπουσάρ. Με την ευκαιρία της διδασκαλίας του δράματος Πέρσαι του Αισχύλου, γινόταν έμμεση αναφορά στην απελευθέρωση από τους Τούρκους και σε μια εκδήλωση, υπό τον Κων. Οικονόμου, έγινε χαμηλόφωνα απαγγελία του Θούριου του Ρήγα, όπως αναφέρει Γάλλος διπλωμάτης που παρευρέθηκε.

Οι Κυδωνίες, με ελληνικό πληθυσμό 30.000 στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, ένα από τα σπουδαιότερα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα του υπόδουλου Ελληνισμού, το δεύτερο μετά τη Σμύρνη στη Μικρά Ασία, καταστράφηκε από τουρκικό στρατό, που μπήκε στην πόλη στις 2 Ιουνίου 1821 για να εκδικηθεί για την πυρπόληση τουρκικού δίκροτου στις 27 Μαΐου στην Ερεσό. Στις 3 Ιουνίου ο Ιωάννης Φιλήμων χαρακτηριστικά αναφέρει:

Η πυρκαϊά, άμα τεθείσα, ηυξήθη κολοσσιαία, ένεκα των πολλών ελαιουργείων και ελαιοπωλείων· οι ναοί, η σχολή, η βιβλιοθήκη και πάντα τα καταστήματα κατέπεσαν ολόκαυστα. Πατέρες, σύζυγοι, τέκνα, περιέτρεχον από του ενός εις το άλλο μέρος τρομώδη και αμηχανούντα, όπως διεκφύγωσι την σφαγήν… Ούτω κατεστράφη η πόλις των Κυδωνιών, σφαγείσα και αιχμαλωτισθείσα κατά το έν τρίτον, λεηλατηθείσα κατά το όλον και αποτεφρωθείσα κατά κράτος.

Όσοι Κυδωνιάτες εσώθηκαν, κατέφυγαν στα Ψαρά και σε άλλα νησιά και στην Πελοπόννησο και έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα.

Το 1827 άρχισε η επάνοδος των προσφύγων στην κατεστραμμένη πόλη και άρχισε η ανοικοδόμησή της με ταχύ ρυθμό. Το 1842 οι κάτοικοι είχαν ανέλθει σε 18.000 και η αύξηση του πληθυσμού συνεχίστηκε. Κατά τον αιώνα από την επανεγκατάσταση ως τη Μικρασιατική Καταστροφή, η βιοτεχνία και το εμπόριο παρουσίασαν ραγδαία ανάπτυξη, ενώ η ίδρυση ατμοκίνητων ελαιοτριβείων και η ναυτιλιακή δραστηριότητα των κατοίκων κατέστησαν τις Κυδωνίες κέντρο εμπορίας λαδιού που η ετήσια παραγωγή του έφθανε τα 4.000.000 οκάδες. Το Γυμνάσιο της πόλης με την πλουσιότατη βιβλιοθήκη του, που ονομάστηκε Διδότειος προς τιμήν του παρισινού εκδοτικού οίκου Didot, ο οποίος την επλούτισε με χιλιάδες τόμους, τα τυπογραφεία (μετά το 1911), από τα οποία εκδίδονταν εφημερίδες και περιοδικά, και οι πολιτιστικοί σύλλογοι δημιούργησαν πνευματική ζωή και ανέβασαν το πολιτιστικό επίπεδο. Χαρακτηριστικός είναι ο μεγάλος αριθμός λογίων και ανώτερων κληρικών που κατάγονται από τις Κυδωνίες, γνωστότεροι από τους οποίους είναι οι λογοτέχνες Φώτης Κόντογλου, Ηλίας Βενέζης και Στρατής Δούκας.

Οι διωγμοί που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου εναντίον του μικρασιατικού Ελληνισμού έπληξαν ιδιαίτερα τους Κυδωνιάτες. Οι ομαδικές εκτοπίσεις κατοίκων στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και η φυγή νέων κυρίως Κυδωνιατών το 1917 προς τη Λέσβο ανέκοψαν επί μήνες την ανάπτυξη της πόλης, στην οποία οι φυγάδες κάτοικοί της επανήλθαν μετά την ανακωχή της Κομπιέν στις 11ης Νοεμβρίου 1918.

Στις 16 Μαΐου 1919 ο ελληνικός στρατός που είχε αποβιβαστεί στη Σμύρνη από την αρχή του Μήνα, κατέλαβε τις Κυδωνίες, σύμφωνα με το σχέδιο του ελληνικού στρατηγείου οπότε και άρχισε η επανεγκατάσταση του ελληνικού στοιχείου που είχε προηγουμένως εκδιωχθεί.

Το οριστικό πλήγμα δόθηκε λίγα χρόνια αργότερα με την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού που είχε τραγικές συνέπειες και για τις Κυδωνίες. Στις 29 Αυγούστου 1922 μπήκαν στην πόλη τα πρώτα τουρκικά στρατιωτικά τμήματα, που ενισχύθηκαν στις 6 Σεπτεμβρίου. Οι άνδρες στάλθηκαν σε Τάγματα Εργασίας σε στρατόπεδα του εσωτερικού της Ανατολίας, άλλοι εκτελέστηκαν, και ελάχιστοι μόνο σώθηκαν, που με τα γυναικόπαιδα κατέφυγαν στη Λέσβο και από εκεί σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Την εμπειρία του στα Τάγματα Εργασίας περιέγραψε, στο βιβλίο του Το Νούμερο 31328, ο Ηλίας Βενέζης, ο οποίος μαζί με άλλους 3.000 Αϊβαλιώτες υποχρεώθηκε να υπηρετήσει σε αυτά για 14 μήνες από το 1922, σε ηλικία 18 ετών. Ο Βενέζης ήταν ένας από τους μόλις 23 συμπατριώτες του που επιβίωσαν.

Θύμα του τουρκικού φανατισμού υπήρξε και ο μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος, που είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την πόλη και συνελήφθη από τον κεμαλικό στρατό στις 30 Σεπτεμβρίου 1922. Έπειτα από βασανισμούς, σφαγιάστηκε μαζί με δεκάδες ιερείς, τους προκρίτους της πόλης και πλήθος συμπολιτών του, στις 3 Οκτωβρίου 1922.

Οι Έλληνες πρόσφυγες των Κυδωνιών κατέφυγαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Ειδικότερα στη Λέσβο, όπου δημιούργησαν τις Νέες Κυδωνιές, ενώ και στο Αιγάλεω Αττικής πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν και ονόμασαν τον συνοικισμό τους Νέες Κυδωνιές.

Στις Κυδωνίες μετά την Καταστροφή, κατά την ανταλλαγή πληθυσμών, εγκαταστάθηκαν Τούρκοι από τη Λέσβο, την Κρήτη και τη Μακεδονία. Το 2007 στο λιμάνι του Αϊβαλιού έγινε για πρώτη φορά μετά το 1922 τελετή αγιασμού των υδάτων κατά την ημέρα των Θεοφανίων. Τον Νοέμβριο του 2012 εξελέγη και ενθρονίσθηκε στο Αϊβαλί ο Μητροπολίτης Κυδωνιών Αθηναγόρας Χρυσάνης, ο πρώτος Μητροπολίτης που πήγε στο Αϊβαλί μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΠαράσταση για καλό σκοπό “To Aϊβαλί η πατρίδα μου” του Φώτη Κόντογλου από τις Όλια Λαζαρίδου και Αμαλία Μουτούση

Related Posts