Cat Is Art

«Στην κλινική». Από τη συλλογή διηγημάτων της Ίριδας Πανταζάρα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Από τη συλλογή διηγημάτων μου “Αννί και Σεμπαστιέν”

«Στην κλινική»

Βουλιάζω. Το σώμα ελαφρύ, το κεφάλι βαρύ. Το σώμα δεν το νιώθω, παραλύουν τα άκρα μου, προσπάθησα να παίξω πιάνο το πρωί, τα δάχτυλα δεν υπακούσανε. Βήματα δεν κάνω. Καλύτερα. Τώρα πια, εγώ το ζήτησα, δεν θα χτυπάει το τηλέφωνο, δεν τα χρειάζομαι τα βήματα, να πάω πού;…Το κεφάλι μολύβι. Το αόρατο χέρι, πάλι με σφίγγει σήμερα με την τανάλια του! Τανάλια! Όμορφη λέξη! Θα την κάνω φίλη. Ο πόνος της είναι που με τρομάζει, αλλιώς, όμορφη λέξη. Θα μπορούσε να είναι όνομα κοριτσιού: “-Πώς σε λένε;” “-Τανάλια!” απάντησε και χαμογέλασε γλυκά! Θα μπορούσε να είναι λουλούδι!: Στο βάζο ένα κρινάκι, δυο τανάλιες και πέντε καμέλιες! Εκεί μέσα μπερδεμένη, ανάμεσα σ’ αρώματα κι ανθούς, ούτε που αντιλαμβάνεσαι τον φριχτό πόνο στα μηνίγγια…
“-Κανένα φάρμακο!” είπε η ηπατολόγος, “Απαγορεύεται!”, “Κι όταν πονάς και πρέπει οπωσδήποτε κάτι να πάρεις, μακριά από Παναντόλ, μόνο Ντεπόν!”.
Αχ, πόσο ντεμοντέ που είμαι! Όμορφες κυρίες ανοίγουν το χρυσό κουτάκι με τα ανάγλυφα λουλούδια! Τα νύχια μακριά, φρέσκα απ’ τη μανικιουρίστα, καλοκαιρινά, κοραλί! Πιάνουν με κομψότητα τα μικρά χαπάκια και τα πλησιάζουν στα γλοιώδη από λιπ γκλος κλοουνίσια χείλια! Το ποτήρι με το Περιέ ιδρωμένο απ’ τα παγάκια, κάνει αυτόν τον υπέροχα δροσερό ήχο καθώς εκείνα κουνιούνται μέσα του τη στιγμή που η κυρία κατεβάζει πέντε πέντε τα λεξοτανίλ! Αυτά μάλιστα, είναι στη μόδα!
“-Κανένα φάρμακο, μόνο Ντεπόν…”.
Καραμελάκια τα ‘χω κάνει τα Ντεπόν. Και χωρίς μέντα. Ούτε καν για δροσερή αναπνοή. Καραμελάκια! Δέκα δέκα και γω τα κατεβάζω. Ημικρανίες! Φίλη μου Τανάλια, πάλι με πιέζεις; Δέκα δέκα λοιπόν, μόνο που εγώ έχω τσίγκινο κουτάκι -με τον πύργο του Γαλατά, ενθύμιο απ’ την Κωνσταντινούπολη- πού λεφτά για χρυσό! Και τα νύχια μου κοντά και με παρανυχίδες, δάχτυλα κατάλληλα για πιάνο, σε παράλυτο κορμί που αρνείται να τα κουνήσει. Έφτιαξα έναν σφιχτό κότσο για να πονάω περισσότερο. Τα μάτια μου στο τράβηγμα των μαλλιών μου είναι πιο αμυγδαλωτά! (“-Να, ορίστε, με τέτοιο πρόσωπο τι τα θες τα άλλα!…Εφοπλιστή θα πάρεις!”) ένα μίνι λίφτινγκ αυτός ο κότσος μου! Έβαλα ρουζ να μη βλέπω τη χλωμάδα μου και να μη σκέφτομαι το συκώτι που από μόνη μου το έχω πρήξει. Ένα κατάμαυρο μακρύ φόρεμα λινό. Με κάνει αδύνατη, με δείχνει πιο ξανθιά… Τι σημασία όμως έχει το βάρος; όλα στο νερό είναι ελαφρύτερα… Και τα μαλλιά σκουραίνουν όταν βρέχονται… Βουλιάζω. Πού είσαι; Και ποιον ρωτάω; Γιατί ρωτάω; Εκεί είσαι, το ξέρω. Εδώ πάντως όχι. Βουλιάζω… Ας πιάσω τον πάτο να λυτρωθώ… Τι αγωνία αυτό το ταξίδι προς τα πίσω… Γιατί έτσι πάω, ανάσκελα. Δεν έχω ανάσα… Τελειώνει η ανάσα και δεν θα προλάβω. Δεν θα προλάβω να πατήσω κάτω. Κι έτσι όταν φτάσω δεν θα τον νιώσω τον πόνο. Δεν θα καταλάβω πώς είναι να περπατάς πάνω σε κοράλια που ξεσκίζουν τις πατούσες σου, την καρδιά σου, τα όνειρά σου… Δεν θα δω το αίμα να σκορπά και να θολώνει άλικα το νερό… Βουλιάζω. Το σώμα ελαφρύ, το κεφάλι βαρύ, η άγκυρά του. Δεν σε σκέφτομαι καθόλου. Πώς γίνεται να σε σκέφτομαι άλλωστε; Επειδή σε αναφέρω; Μόνη. Αστερίες μου θυμίζουν πως υπάρχουνε αστέρια -μέχρι εκεί μου λες πως μ’ αγαπάς!-. Μ’ αγαπάς; Τι είναι αγάπη; Δεν είναι το ίδιο για όλους; Τι είναι αγάπη; Για κάποιον είναι να του ανήκεις. Για κάποιον άλλον να τον φροντίζεις. Για κάποιον άλλον να νιώθει ευτυχία κοντά σου. Για κάποιον άλλον, ολιγαρκή -τους έχω γνωρίσει κι αυτούς- απλώς να υπάρχεις. (-Δεν θέλω να υπάρχω! Θέλω να υπάρχω δίπλα σου!!!) Για κάποιον άλλον αγάπη είναι να ξέρει πως θα είσαι για πάντα εκεί: δεμένος απ’ το πόδι. Και έτσι, κάποιοι κάθονται. Γιατί αγαπούν! Γιατί νομίζουν, πως έτσι είναι η αγάπη, απ’ το πόδι… Τι είναι αγάπη; Μ’ αγαπάς; Και ποιον ρωτώ; Ποιος ακούει; Χταπόδια μου σφίγγουν τους καρπούς, πολύ δυνατά. Μου κόβεται το αίμα, ποτέ μου δεν φόρεσα χειροπέδες στο σεξ, κοίτα τώρα τι μου ‘ρθε να σκεφτώ, ούτε με έχουν δέσει…
Σου ζήτησα να μην ξαναμιλήσουμε, να μη μου ξανατηλεφωνήσεις. Ζητάς κάτι απ’ τον άλλο γιατί προφανώς αυτό θέλεις. Εγώ το ζήτησα χωρίς να το θέλω. Πρωτότυπο δεν είναι; Ζήτησα να κόψουμε επαφές, ενώ θέλω επαφές. Μόνο αυτές μπορούσα να έχω, μόνο αυτές μου έδιναν χαρά.
Σκέψεις. Χωρίς προορισμό… Σαν τα μαθηματικά… Ποτέ μου δεν μπόρεσα να λύσω προβλήματα ή να αποδείξω κάτι… Δεν υπάρχει περίπτωση να σκεφτώ από πού ξεκινάει κανείς για να καταλήξει κάπου. Πώς θα βρω το αποτέλεσμα; Πού είναι η έναρξη και ποια η διαδρομή; Άλγεβρα – τριγωνομετρία: 13-14. Ιστορία δέσμης: 11, από αντίδραση. Έπρεπε να τη δώσω στις πανελλήνιες, έπρεπε να την ξέρω “απ’ έξω”. Ιστορία κορμού: 19. Εκεί μου επιτρέπανε να τη λέω με δικά μου λόγια. Ιστορία καρδιάς και συναισθημάτων: είναι μεγάλη ιστορία. Όσο και να διαβάζω είμαι πάντα αδιάβαστη. Δεν έχω ζήσει ποτέ μέχρι σήμερα μια αγάπη ή έναν έρωτα για τον οποίο θα πω, «Τώρα μάλιστα, αυτό είναι η απόλυτη ευτυχία! Δυνατά αισθήματα, έλξη, πόθος και μαζί!». Αχ αυτό το μαζί… Γιατί, τι σου προσφέρει μια μεγάλη αγάπη που δεν την έχεις κοντά σου; Ή ακόμα χειρότερα, που είναι με μια άλλη αγάπη. «-Ε, τότε δεν είναι μεγάλη αγάπη. Μεγάλη αγάπη και είναι αλλού;» «-Ε… Γίνεται, μου το έχουν πει.» «-Δεν γίνεται, κάτι δεν κατάλαβες…»
«-Μα γίνεται! εγώ είμαι. Είμαι η μεγάλη του αγάπη… Εγώ το ζω αυτό! θέλω να πω…» «-Ε τότε δεν ξέρεις τι σου γίνεται…»
Βουλιάζω. Ακόμα να φτάσω; Νιώθω πίεση στ’ αυτιά μου… Μάλλον φτάνω…
Όχι. Μονίμως τ’ αυτιά μου, χρόνια τώρα, είναι βουλωμένα. Πάντα έχω πίεση εκεί. Είπες κάτι; Πιο δυνατά λιγάκι, πρέπει να μιλήσεις πιο πάνω απ’ αυτό το αιώνιο “μπιιιιιιίπ” που με βασανίζει.
Πώς; Από; Τι από; Καπώ; Τι λέει;… Σαν από; Σαν από τι; Από τι;… Σ’ αγαπώ; Αυτό λες τόσην ώρα; «Σ’ αγαπώ;»… Μα μου είπαν, πως δεν γίνεται… Πως δεν ξέρω τι μου γίνεται…
Βουλιάζω… Τα μαλλιά μου δεν είναι πια σφιχτά… Πάει το λίφτινγκ. Τα μάτια δεν είναι αμυγδαλωτά, δυο μαύρες τρύπες είναι. Βαθιές, πολύ βαθιές, οι ίριδες έγιναν τροφή στα ψάρια… Το μαύρο φόρεμα, πανί σ’ ένα πειρατικό ναυάγιο… Α!… και μια τανάλια, παντού μαζί, πιστή μου φιλενάδα! «-Βρε καλώς τα κορίτσια! Η Αννί και η Τανάλια! Τις ξέρετε;». Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Δεν είμαι καλά. Πού είσαι; Όχι, μη μου πεις. Το ξέρω. Ξέρω πολύ καλά και πού και πώς και με ποια.
«-Όχι φάρμακα, μόνο Ντεπόν.» Μα δεν κάνουν τα ντεπόν για όλες τις παθήσεις! Απόγνωση στην αρχή και ύστερα η λύση: Βαφτίζω τα ντεπόν Λεξοτανίλ και τα παίρνω δέκα δέκα. Βαφτίζω τα Ντεπόν Κουφοτίλ Βουλοματίξ και τα παίρνω δέκα δέκα, βαφτίζω τα Ντεπόν Ηπατιόλ Αντιχολίξ και τα παίρνω δέκα δέκα, βαφτίζω τα Ντεπόν Βέρτιγκο Βομέξ και τα παίρνω δέκα δέκα, βαφτίζω τα ντεπόν αντικαταθλιπτικά και τα παίρνω δέκα δέκα…
Βουλιάζω… Όλα γύρω πράσινα κι ένα μπιπ ρυθμικό στ’ αυτί μου. Δε θα ‘πρεπε να είναι όλα μπλε; ή έστω μαύρα; Πού είναι ο ύφαλος, τα κοράλια, τα ψάρια, τα σφουγγάρια;… Κι αυτό το μπιιιιπ, το απ’ έξω, μπαίνει κόντρα τέμπο στο δικό μου των αυτιών, τι γίνεται; Ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Πλύση στομάχου. Ένα όνομα μου ‘ρχεται μόνο στο μυαλό. Χωρίς εικόνα. Ποιος είναι δεν ξέρω. Αλλά το όνομά του είναι σημαντικό. Είναι σημαντικός και κείνος, δεν μπορεί, Σεμπαστιέν, Σεμπαστιέν, Σεμπαστιέν…
Δεν θυμάμαι τίποτα. Κλαίω με λυγμούς. Κενό. Κάτι μου λείπει. Κάτι μου λείπει. Κι αν είναι αυτός που λέω τ’ όνομά του, κι αν είναι σημαντικός, γιατί δεν είναι εδώ μαζί μου; Και ποιος θα μου το πει; και τι είναι αυτός για μένα.
«- Δεν ακούει κανείς; Δεν ακούει κανείς;… Φύκια έχω μέσ’ στο στόμα, τα μαλλιά μου μπλεχτήκανε στο σκουριασμένο κατάρτι φάντασμα. Βοήθειαααα…! Πνίγομαι… Πνίγηκα! Κανείς;…»
«-Τηλεφωνήσαμε εκεί που μας ζητήσατε, απάντησε μια γυναίκα, δεν γνώριζε κάτι, ή έκανε πως δεν γνώριζε, μάλλον λάθος κάναμε… μας είπε.»
Πνίγομαι στο μαξιλάρι. Ουρλιάζω βουβά… Δεν θέλω να τρέξουν, κάτι κακό γίνεται όταν ουρλιάζω. Τους ενοχλώ… Είναι άνοιξη. Το παράθυρο ανοιχτό, ακούγονται καρδερινάκια το πρωί και γκιώνηδες το βράδυ.
Είναι καλά εδώ, δεν μπορώ να πω, ευγενικοί, μου βάζουν μουσική, τρώω καλά… Τα νύχια μου είναι πάντα το ίδιο κομμένα σύρριζα, τα μαλλιά όχι πια κότσο, λαστιχάκια και φουρκέτες δεν μου δίνουν. Εξάλλου μου τα κόψανε. Για να δυναμώσουνε, είπανε…Τα φορεματάκια μου λευκά και άνετα, εκτός από εκείνο το σφιχτό που μου φοράνε πού και πού, αυτό με τα μακριά μανίκια σαν του Φασουλή. Όταν μου το φοράνε τους παίζω θέατρο. Κωμωδία. Όταν είμαι κακό κορίτσι και ουρλιάζω “σβήστε αυτό το μπιπ” ή όταν τους λέω “φέρτε το τοτέμ, τώρα είπα, θέλω το τοτέμ…” τρέχουν και με ντύνουν. Λες και άμα με ντύσουν εγώ δεν θα τοτέμ ή εγώ δεν θα μπιιιιιιπ μέσα στ’ αυτιά μου…
Ζωγραφιές με πεταλούδες και ουράνια τόξα στον τοίχο. Γράφουν και όνομα επάνω «Ντονατό», «Λιονέλ», μάλλον αυτά τα παιδάκια με συμπαθούν, έχω πολλές δικές τους.
Βουλιάζω. Έφτασα στον πάτο. Τι; δεν τελειώνει εδώ; Ο πυθμένας μαλακός. Σαν βούρκος. Βουλιάζω. Έχει κι άλλο. Κενό. Κενό. Μαύρο. Μαύρο. Πού είναι τα βιβλία μου; Πού είναι τα τετράδια με τις σημειώσεις μου; Τα μολύβια μου; Θέλω να γράψω! Θέλω να πω με γράμματα όσα δεν μπορώ να πω με ήχους. Ο χαρτοκόπτης μου; (“-Η λαβή είναι από κέρατο ταράνδου!” “-Κι είναι καλό αυτό; τον καημένο τον τάρανδο!” “-Όχι, μη στεναχωριέσαι! είναι απ’ τα κέρατα που πέφτουνε!” είχε εξηγήσει η μαμά μου αγχωμένα καθώς μου έδινε τα δώρα απ’ τη Φινλανδία.) Όλα μου τα κρατήσανε στον προθάλαμο. Και τόση αγάπη που σου έχω, πες μου! Πώς μπόρεσα να την κρύψω τόσο καλά, τόσο βαθιά, τόσο προσεχτικά ώστε να μην την βρουν στον “έλεγχο” κι αυτήν και την κρατήσουν;…
Και πώς χωράει τόση αγάπη μέσα σε τόσο μαύρο, σε τόσο σκούρο, σε τόσο ασφυχτικό κουτάκι ψυχής;…πώς χωράει τόση αγάπη σε μια τόση δα καρδούλα;
Είμαι η μόνη που ξέρει ή που μπορεί να καταλάβει πως οι “δεσμεύσεις” σου μετά από κάποιον καιρό σου φέρνουν δυστυχία ή βαρεμάρα και πως δεν έχουν την αποκλειστικότητά σου; Είμαι η μόνη στην οποία το έχεις εξομολογηθεί πως έτσι φέρεσαι στις γυναίκες; Και η μόνη που δεν θα έχει μαζί σου ποτέ “κανονικό” δεσμό και που θα μένει πάντα στην απ’ έξω;… Χαχαχαχα! Γιατί όλες οι άλλες που δεν θα είσαι τόσο αποκαλυπτικός και ειλικρινής μαζί τους θα σε αντέχουν και θα τις έχεις σε «κανονικό δεσμό»… Χαχαχαχαχα… Και γω που σε λατρεύω; Δεν χρειάζεται να έχω κάτι παραπάνω, «αγαπώ για την αγάπη!» εγώ.
«-Μα δεν ξέρεις τι σου γίνεται, το είπε ο γιατρός…».
«-Μάλλον λάθος θα κάναμε…».
«-Να ξανακαλέσετε. Να τηλεφωνήσετε, αυτό είναι το νούμερο σας λέω…».
Κι αυτό έγινε πολλές φορές μέχρι που το διακόψανε κι ας μου λέγανε εμένα κάθε εβδομάδα πως τηλεφωνήσανε…
«-Το σηκώνει μια γυναίκα, δεν ήξερε για τι μιλούσαμε…».
Πώς να ξέρει; Ήταν η Κορδέλια. Θυμόμουν ακόμα το νούμερο του τηλεφώνου σας. Χρόνια τώρα που δεν ήσαστε μαζί. Την άφησες για κάποια πιο όμορφη, πιο έξυπνη, πιο υπομονετική. Σε διεκδίκησε πολύ και συ κουρασμένος πια, δεν ήθελε πολύ για να το σκάσεις… Κράτησε όμως λίγο. Της μιλούσες όλο για την Κορδέλια και κείνη δεν το άντεξε… Ας πρόσεχες! Άργησες να ξαναδεσμευτείς, μετά έκανες έναν δεσμό λίγων μηνών μαζί με άλλους παράλληλους, μετά έναν ετήσιο, μετά έναν μισού χρόνου που κούμπωσε με τον επόμενο και ύστερα κατέληξες στη μεγαλύτερη αγάπη της ζωής σου. Γκομενίζει λιγάκι αλλά δεν θα το μάθεις, ξέρει να φυλάγεται καλά… Μένει στο σπίτι σου και δεν θέλει να φύγει, βραχνάς οι μετακομίσεις… έπειτα άλλον σαν και σένα, τόσον καλό, δεν πρόκειται να βρει. Τη ζηλεύεις. Ξέρεις μέσα σου πως δεν σου ανήκει, αλλά την αγαπάς και δεν θέλεις να τη χάσεις, συμβιβάζεσαι. Θυμάσαι για να παρηγορείσαι αυτά που σου ‘λέγε μια αδελφή ψυχή απ’ τα παλιά, που σ’ αγαπούσε γι’ αυτό που είσαι, που σου έλεγε πως κανείς δεν είναι κανενός -το λέει και ο Όσσο- που έλιωνε για να ‘ναι μαζί σου και δεν ήταν. Έμαθες τώρα και συ να υπομένεις. Να αγαπάς και να δέχεσαι τον άλλο με τα ελαττώματά του, φτάνει να σε σέβεται και κείνος. Φτάνει να ‘χεις και συ το χώρο σου και να μην πνίγεσαι…
Πνίγομαι… Δεν θα ουρλιάξω. Μπορώ και μόνη μου. Βουλιάζω. Θα τα καταφέρω… Το ‘χω ξαναπάθει. Δε θα ουρλιάξω. Δε θα τους κάνω τη χάρη. Αυτό εγώ δεν το φοράω. Είναι Ιούλιος, και κάνει μια ζέστη…
Πήρα όλα μου τα φάρμακα. Κοιμάμαι. Σκέφτομαι, ονειρεύομαι. Όλα μαζί, θρυψαλάκια μνήμης, όλα σε παραλήρημα:
“Σεμπαστιέν. 12-12. Ποιος κερδίζει; Είναι σκορ; Είναι ημερομηνία; -Η ζωή είναι σύντομη δεν κάνει να μαλώνουμε. Σε λατρεύω! Σε τοτεμώ, σε καρδερινακίζω. Σ’ αγαπώ! Ναι, πάντα σ’ αγαπούσα! Βάι! Τι βάι; Πάλι λάθος στο οτοκορέκτ; Πάντα θα σ’ αγαπώ… ζωή μου! Όλα μου εσύ! Καρδιά μου! Πώς γίνεται να έχω πει πως δεν θυμάμαι το πρόσωπό σου; Εγώ μαζί σου έζησα 1.000 ζωές, έχω πετάξει σ’ ουρανούς, έχω σκαρφαλώσει βράχια, κυλιστεί σε χορτάρια, γλιστρήσει σ’ ουράνια τόξα… Ο έρωτάς σου, ο έρωτάς μας… Έχουμε μια κόρη ,έχουμε κάνει την Αγγελική μαζί, αυτήν δεν ήθελες να τη λέμε στα γαλλικά, έχουμε ταξιδέψει στις Άλπεις, έχουμε γυρίσει τον κόσμο όλο…”.
Μπιιιιιπ ατελείωτο μέσα στ’ αυτιά μου… Μπιιιιιπ ατελείωτο και μέσα στο δωμάτιο. Τι έπαθε το μηχάνημα; Γιατροί τρέχουν κοντά μου, δεν κρατάνε τα μακριά μανίκια. Τρέχουνε κοντά μου χωρίς το γνωστό ρούχο. Αυτή τη φορά δεν ούρλιαξα, κοιμήθηκα. Ήμουνα καλό κορίτσι. Πήρα όλα τα φάρμακά μου. Τους ακούω αλλά δεν μιλάνε καθαρά… Είναι κι αυτά τα μπιιιιιπ στ’ αυτιά μου και στο χώρο… Πήρα όλα τα φάρμακά μου… Μπιιιιιιπ η καρδιά μου σταμάτησε… μια γραμμή στο μηχάνημα. Μα πώς πέθανα; Αφού ακούω μουσική! Ακούω τη φωνή σου! Ορφέα μου, σε είχα πει! Μάγε της καρδιάς μου. «Τραγούδα μου! Αγάπη μου! Έστω κι απ’ το τηλέφωνο! Μόνο αυτό μας έμεινε! Η μουσική! Αν πάψει κι αυτή;…τραγούδα μου! Άγγελέ μου!» Θυμήθηκα ένα τατουάζ στο πόδι μου: Μια πεταλούδα που πετάει, είναι ελεύθερη, και ένα Α.Μ. που θα πει “Αγάπη Μόνο”.
Αγάπη μόνο! Τώρα είμαι και γω ελεύθερη και μπορώ να το φωνάξω από ψηλά, πόσο μα πόσο Σ’ αγαπώ! «-Σ’ αγαπώωωωω! Τ’ ακούς;».
Πετώ χαμηλά. Δεν τη γνωρίζω τη γειτονιά. Σε βλέπω! Είσαι στην αγκαλιά της, μόλις ξυπνήσατε… Την κρατάς στο κρεβάτι και της ζητιανεύεις… “-Λίγο ακόμα! Ας αργήσεις και μια μέρα στη δουλειά!…”.
Πρωινό στο κρεβάτι! Και η κιθάρα σου δίπλα, σε μια τεράστια πολυθρόνα! Είναι καινούργια, στη δώρισε στη γιορτή σου! Σου κόλλησε και γραμματάκια μεταλλικά, το μονόγραμμά σου! Τη φιλάς και της τραγουδάς… Α! γι’ αυτό ακούω “μουσική”…
«- Κράτα με σφιχτά», σου λέει, «θέλω να χαθώ στην αγκαλιά σου… πιο σφιχτά! έτσι! τώρα χάθηκα! για πάντα…».
«- Γιο ‘ρ λοστ λιτλ γκερλ, γιο’ρ λοστ, τελ μι χου αρ γιου…» της σιγανομουρμουρίζεις το αγαπημένο μου του Μόρισον.
Σας βλέπω… Κλαίω:
“- Σ’ αγαπώωωωω! Τ’ ακούς; Σ’ αγαπώ. Ποτέ μου δεν αγάπησα άλλον τόσο πολύ, ποτέ μου…”. Μα τι κάνω; Μιλώ στους ζωντανούς;
Όνειρο είναι ή προβάρω την Εστέλλα του Ανούιγ;
Κλαίω. Με μπλε, με μοβ, με πράσινα δάκρυα. Αυτή είναι η σωστή σειρά; Έχω ξεχάσει… Μ’ αυτή τη σειρά κλαίει και η μαμά σου;…
Κλαίω εκεί ψηλά, είμαι ελεύθερη, μα τόσο μόνη!
Πρωινό στο κρεβάτι! Είναι όμορφη, φαίνεται εύθραυστη και τόσο νέα! Τόσο νέα! Και γω νέα είμαι… Γιατί τόσο νωρίς; Μου είχες πει πως θα πεθάνω μετά τα ενενήντα… «-Να ζεις όμως και συ! Αν είναι να μη σ΄ έχω, τι να την κάνω τη ζωή μου ως τα ενενήντα;». Σου έλεγα…
Φοβόσουνα μη μεγαλώσεις και μείνεις μόνος, το ‘χες έννοια… Μα πώς; Εδώ γίνεται μάχη για το ποια θα κατορθώσει να είναι δίπλα σου, να τη δεχτείς δίπλα σου, να μην της φύγεις… Πώς εσύ φοβάσαι μη ξεμείνεις;
Είναι αυτό το «μαύρο» μάλλον. Σε ανησυχεί και σένα. Όταν το ‘χεις τις τρομάζεις… Στα μάτια σου ένας δαίμονας, και γίνονται πιο σκούρα και η ψυχή σου φοβιστική! Κι ύστερα όλα μαύρα, μια τρύπα ανοίγει και σε ρουφά, πέφτεις μέσα της πολύ ευχαρίστως, φεύγεις, λες και το σκας, ταξίδι στα μυστικά του νου σου.
«- Μα ποιος είσαι τέλος πάντων; Γίνεσαι κακός, απόμακρος, πού είναι ο Σεμπαστιέν που ξέρω;» σου λένε…
«- Εδώ μπροστά σου είναι ο Σεμπαστιέν, ξέρε λοιπόν πως γίνεται και έτσι…».
«- Δεν μ’ αρέσει αυτή η πλευρά σου, να πας να κοιταχτείς, αλλιώς εγώ δεν θα μπορέσω…».
«-…» Αρχίζεις να κλαις με μοβ δάκρια… Μόνο μία σε δεχότανε και έτσι. Τη φόβιζες το ξέρεις, αλλά δεν στο ‘λεγε, περίμενε με υπομονή τον γυρισμό σου στο φως!
«- Σ’ αγαπάω Μαύρε μου, σου έλεγε, απόλαυσε τα σκοτάδια σου, εγώ το ξέρω πως πάλι εδώ θα έρθεις, δεν βιάζομαι, σε περιμένω…».
Σ’ αγαπούσε τελικά… Πολύ…
Την άφησες; σε άφησε; ούτε που το θυμόσουνα ποιος έφυγε πρώτος. Φυσικό ήταν, πώς να αντέξει μια τέτοια κατάσταση;…
Ήξερες όμως πως όποτε την αναζητούσες θα είσαστε μαζί. Ήσουν σίγουρος, στο είχε πει… «-Μπορώ να περιμένω, έλα ακόμα και γεράκος, αφού ξεμπερδέψεις απ’ όλους σου τους έρωτες, όταν πια θα μείνεις μόνος, έλα να με βρεις… Να πάρω και γω σειρά, ε; Σου έλεγε και γελούσε πικρά…».
Πρωινό στην αγκαλιά σου! Τη νανουρίζεις σχεδόν, να σου κοιμηθεί για να μη φύγει…
Και γω πετάω και σας βλέπω… Κλαίω πολύ… Βροχή από μοβ δάκρυα μέσα στην κάμαρά σας…
«- Πάλι μπαίνουν μέσα νερά, πόσες φορές θα σου πω να φωνάξεις τον τεχνικό; Όλο αναβολή στην αναβολή…» Σου λέει και σε γειώνει.
«-Γιατί μου φέρεται έτσι;» σκέφτηκες, «τόσο γλυκά που την αγκαλιάζω πώς μπορεί να μου μιλά για μάστορες και αναβολές; Κι έπειτα τι όμορφη που είναι η βροχή! Βροχή μες στο δωμάτιο! Και το χρώμα μοβ! Τι όμορφο κι αυτό! Σε κάποιαν άρεσε πολύ!…».
Περάσανε τα χρόνια, έμεινες μόνος, θυμήθηκες την υπόσχεσή σου να πας να με βρεις… Ήξερες πως θα κλάψω με κόκκινα, με κίτρινα, με πορτοκαλί δάκρυα χαράς και πως θα σε βάλω στην αγκαλιά μου μέσα… Έτρεχες στον δρόμο, δεν κρατιόσουνα, είχες τόση λαχτάρα, μπούχτισες πια, δεν ήθελες πουθενά αλλού να πας…
«- Κλείσε με μες στην αγκαλιά σου κι ακόμα κι αν τρελαθώ και σου ζητήσω να την ανοίξεις, κάνε πως δεν άκουσες! Δυνάμωσε το μπιπ στ’ αυτιά σου κι αδιαφόρησε! Και κλείσε με ακόμα πιο σφιχτά… μη μ’ αφήσεις ποτέ ξανά. Ποτέ…» θα μου έλεγες μόλις θα άνοιγα την πόρτα…
Σκεφτόσουν τόσα λόγια αγάπης, ξυπνούσαν τόσες εικόνες μπροστά σου κι έτρεχες λαχανιασμένος να ‘ρθεις κοντά μου…
«- Η μαμά πέθανε στην κλινική…» είπε ο Λιονέλ.
«- Μα πώς; Πώς; Αφού με περίμενε. Αχ αν έτρεχα λίγο πιο πολύ, θα την προλάβαινα… Θα της έλεγα πόσο την αγαπώ, πόσο τοτέμ, Άλφα Μι, συγχώρεσέ με που δεν έβλεπα, πόσο σ’ αγαπώ Αννί μου ολόγλυκια θα της έλεγα, δε θα έφευγε, θα την προλάβαινα, αν έτρεχα περισσότερο, μεγάλωσα βλέπεις, δεν αντέχω πια, πόσο να τρέξω, την αγαπώ, γέρασα πια, σκατόφατσα είμαι, το βλέπεις, αν έτρεχα όμως…αν της το ‘λεγα…».
Παραλογιζόσουνα…
«- Δεν φταίτε εσείς κύριε! Ακόμα κι αν τρέχατε, η μαμά έχει 20 χρόνια που ‘χει φύγει… Είστε… είστε ο Σεμπαστιέν;».
Είσαι δυστυχισμένος. Θυμωμένος, απογοητευμένος… Δακρύζεις. 20 χρόνια! Και ούτε που την έψαξες τόσον καιρό…
Κλείνεις τα μάτια σου. Χορεύετε μπλουζ στα Στάρμπακς, σε φιλάει κρυφά κάτω απ’ τους ανεμόμυλους της Μυκόνου, θυμώνει και γυρίζει με μανία στα χέρια της τον κύβο του Ρούμπικ, φιλάει την Κριστίν στο στόμα πονηρά και σου χαμογελά, ουρλιάζει από χαρά μες στα χορτάρια ξαπλωμένη στο άλσος της Τρουαβίλ, φοράει μαύρο φόρεμα, τα μαλλιά της ανεμίζουν κι ο παλιός σου φίλος ο παιδικός, αυτός με τον λασποτουρτοπόλεμο, σας στέλνει κεράσματα συγκινημένος, τη φιλάς με πάθος στο δρόμο και δεν σε νοιάζει πια, θέλεις όλοι να το δουν. Και δεν σε νοιάζει πια. Θέλεις όλοι να το ξέρουν πόσο πολύ την αγαπάς.
Πόσο πολύ με αγαπάς!!!
Εμένα όμως η καρδιά μου σταμάτησε.
Και σ’ αγαπώ ακόμα και το ξέρεις. Και το νιώθεις. Κι αυτός είναι ο καημός σου, που δεν το ξέρω εγώ. Που δεν μπορείς να μου το πεις, που δεν το πρόλαβες, που δεν μπορώ πια να το ξέρω… πόσο πολύ με αγαπάς… Γιατί δεν ξέρεις, δεν το γνωρίζεις, πως πάντα από ψηλά, πεταλούδα μοβ, σ’ ακολουθώ και σε νιώθω. Το ξέρω πως μ’ αγαπάς και είμαι ευτυχισμένη! Γι’ αυτό και η βροχή δεν είναι πια μοβ. Τώρα κλαίω με κόκκινα, με κίτρινα, με πορτοκαλί δάκρυα χαράς!
Σ’ αγαπώ.
Και πώς γίνεται; πες μου, πώς; πώς γίνεται να έχω τόση, μα τόση απέραντη αγάπη, μέσα σε μια καρδιά που έχει σταματήσει;… Και τι καρδιά να έχει τώρα μια πεταλούδα, ε;
Αννί Μεβιολέ

  • Η Ίρις Πανταζάρα είναι ηθοποιός.
Εκτύπωση
Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Στην κλινική». Από τη συλλογή διηγημάτων της Ίριδας Πανταζάρα

Related Posts